537/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-1-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.
Legislator headnote
AI generated537/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ότι, με βάση τα παραπάνω, μεταξύ των συμβαλλομένων καταρτίσθηκε, αφενός σύμβαση έργου κατασκευής σε οικόπεδο της πρώτης πολυόροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, αφετέρου αυτοτελής περί διαιτησίας σύμβαση, διεπόμενη, κατ άρθρο 869 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., από τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου για τις συμβάσεις.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 537 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 537/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Θαλασσινό.
Της αναιρεσίβλητης: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "..... Ο.Ε.", που εδρεύει στο Αιγάλεω Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αθηναίο, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-1-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 7472/2004 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23 Ιουνίου 2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 12 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το Εφετείο, το οποίο δίκασε την από 28-1-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας κατά της ήδη αναιρεσιβλήτου για ακύρωση της αναφερόμενης αποφάσεως του Διαιτητικού Δικαστηρίου, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, δέχθηκε τα ακόλουθα: Από το με επίκληση από την ενάγουσα προσκομιζόμενο 21475/1975 προσύμφωνο και εργολαβικό συμβόλαιο του Συμ/φου Αθηνών .....
αποδεικνύεται ότι ανάμεσα στην ...., ως οικοπεδούχο του αναφερόμενου στην αγωγή ακινήτου και στην εναγομένη εργολάβο εταιρία καταρτίσθηκε σύμβαση, δυνάμει της οποίας η τελευταία ανέλαβε την ανέγερση πολυόροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής στο άνω οικόπεδο της πρώτης. Ότι, με τον 11ο όρο του άνω εργολαβικού συμφωνήθηκε ότι "κάθε αναφερόμενη διένεξη ή διαφωνία μεταξύ της οικοπεδούχου και της εργολήπτριας εταιρίας, είτε περί την ερμηνεία του παρόντος και της συγγραφής υποχρεώσεων, είτε περί την εκτέλεση του έργου, θα επιλύεται δια διαιτησίας κατά τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας".
Ότι, με βάση τα παραπάνω, μεταξύ των συμβαλλομένων καταρτίσθηκε, αφενός σύμβαση έργου κατασκευής σε οικόπεδο της πρώτης πολυόροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, αφετέρου αυτοτελής περί διαιτησίας σύμβαση, διεπόμενη, κατ άρθρο 869 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., από τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου για τις συμβάσεις.
Ότι, περαιτέρω, από τη μετ΄επικλήσεως προσκομιζόμενη από την ενάγουσα και επιδοθείσα στην εναγομένη από 7-4-1977 εξώδικη καταγγελία εργολαβικής συμβάσεως της άνω συμβαλλομένης και, όπως συνομολογείται, αποβιώσασας στις 17-7-1977 και κληρονομηθείσης από την ενάγουσα, αποδεικνύεται ότι η εργοδότρια οικοπεδούχος, λόγω υπερημερίας της εργολάβου για την περάτωση και παράδοση του έργου αλλά και λόγω ελαττωμάτων και ελλείψεων αυτού, κατήγγειλε την μεταξύ τους σύμβαση έργου και κήρυξε έκπτωτη την εργολάβο εταιρία των εκ του εργολαβικού δικαιωμάτων της.
Ότι, τέτοιο δικαίωμα παρείχετο στην οικοπεδούχο από το άρθρο 6 του άνω εργολαβικού, σύμφωνα με το οποίο η οικοπεδούχος εδικαιούτο, σε περίπτωση καθυστερήσεως εκτελέσεως του έργου, να κηρύξει έκπτωτη την εργολήπτρια εταιρία και να λύσει μονομερώς και αζημίως γι αυτή τη σύμβαση. Ότι, έτσι, η καταγγελία και η κήρυξη έκπτωτης της εργολάβου και, εντεύθεν, η μονομερής λύση, αφορούσε μόνο τη σύμβαση έργου και όχι την αυτοτελή σύμβαση περί διαιτησίας, η οποία δεν έπαψε να ισχύει.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον εκ του άρθρου 897 αριθ.2 Κ.Πολ.Δ. λόγο ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως, κατά τον οποίο η απόφαση αυτή εκδόθηκε αφού η συμφωνία για τη διαιτησία έπαψε να ισχύει. Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, ότι η 16273/1980 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 1-8-1980 τριτανακοπής της ήδη αναιρεσιβλήτου εταιρίας κατά της ήδη αναιρεσείουσας και της 6533/1980 αποφάσεως του ίδιου ως άνω δικαστηρίου, με την οποία αναγνωρίσθηκε η τελευταία νομέας του αναφερόμενου διαμερίσματος και διατάχθηκε η από αυτό αποβολή του ....
επελήφθη διαφοράς περί νομής ανεξαρτήτου χώρου της οικοδομής και δεν επρόκειτο για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία με τη διαφορά που επιλύθηκε από το διαιτητικό δικαστήριο και αφορούσε, όπως από την επισκόπηση της 65/2003 αποφάσεώς του προκύπτει, την καταδίκη της εναγομένης (αναιρεσείουσας) να προβεί σε δήλωση βουλήσεως περί μεταβιβάσεως των αναφερόμενων ποσοστών εξ αδιαιρέτου του άνω οικοπέδου προς τον ...
και τη συζυγό του ..... Ητοι, δέχθηκε το Εφετείο ότι η 16.273/1980 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν αποτελεί δεδικασμένο για το διαιτητικό δικαστήριο, διότι μεταξύ της 65/2003 αποφάσεως αυτού και της άνω 16273/1980 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν υπάρχει ταυτότης διαφοράς, που αποτελεί μία από τις προϋποθέσεις του ουσιαστικού δεδικασμένου.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 897 αρ.2 Κ.Πολ.Δ. και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.16 του ίδιου Κώδικα και ο αντίθετος εκ του άρθρου 559 αριθ.1 και 16 Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 897 αριθ.6 του Κ.Πολ.Δ., η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί ολικά ή εν μέρει όταν είναι αντίθετη προς διατάξεις δημόσιας τάξεως ή προς τα χρηστά ήθη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο άνω λόγος ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως ιδρύεται όταν η αντίθεση προκύπτει ευθέως από το περιεχόμενο της διαιτητικής αποφάσεως στο σύνολό της, δηλαδή όχι μόνο από το διατακτικό της, αλλά και από το αιτιολογικό της.Ως διατάξεις δημόσιας τάξεως, προς τις οποίες δεν μπορεί να αντίκειται και η ημεδαπή διαιτητική απόφαση και των οποίων η εφαρμογή δεν μπορεί να αποκλεισθεί με τη συμφωνία περί διαιτησίας κατ άρθρο 890 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., νοούνται οι κανόνες του αναγκαστικού δικαίου.
Δηλαδή, η έννοια των "κανόνων δημόσιας τάξεως" του άρθρου 897 Κ.Πολ.Δ. συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 3 του Α.Κ., που επίσης ομιλεί για "κανόνες δημόσιας τάξεως".Εξ άλλου, "χρηστά ήθη" νοούνται οι κανόνες οι οποίοι εκφράζουν τις αντιλήψεις του μέσου εμφρόνως και χρηστώς σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου και κρατούν ως ρυθμιστικοί κανόνες κοινωνικής συμπεριφοράς.
Η ανεπαρκής αιτιολογία της διαιτητικής αποφάσεως ή η ενδεχόμενη εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νομικών κανόνων δεν αρκούν για να θεμελιώσουν τον προβλεπόμενο στο άρθρο 897 αριθ.6 Κ.Πολ.Δ. λόγο ακυρώσεως, εφόσον από αυτά, σε συνδυασμό προς το διατακτικό της αποφάσεως, δεν παράγεται κατάσταση αντίθετη προς θεμελιώδεις πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές ή ηθικές αντιλήψεις της Ελληνικής έννομης τάξης, ούτε τα ανωτέρω θεμελιώνουν τον λόγο του άρθρου 897 αριθ.5 σε συνδυασμό με το άρθρο 892 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., ενώ η εσφαλμένη εκτίμηση της ουσίας από τους διαιτητές δεν αποτελεί λόγο ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως (Α.Π. 1273/2003).Περαιτέρω, υπέρβαση εξουσίας των διαιτητών, κατ άρθρο 897 αριθ.4 Κ.Πολ.Δ., υφίσταται όταν οι διαιτητές αποφαίνονται επί θέματος που δεν υποβλήθηκε στη διαιτησία ή κείται πέραν αυτού.
Ουδέποτε, όμως, συνιστά υπέρβαση εξουσίας η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή διατάξεως ουσιαστικού νόμου, η έλλειψη αιτιολογίας της διαιτητικής αποφάσεως ή η εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και η κατ ακολουθίαν αυτής εσφαλμένη ουσιαστική κρίση. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αγωγής της, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από την επισκόπηση αυτής (αγωγής) προκύπτει, η ενάγουσα εκθέτει ότι πρέπει να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση της διαιτητικής διαδικασίας, λόγω ελλείψεως αιτιολογιών και συγκεκριμένα διότι δεν παρέχει νομική αιτιολογία ως προς την απόφασή της να υποχρεωθεί αυτή, τότε εναγόμενη, σε δήλωση βουλήσεως, με την οποία θα μεταβίβαζε τα οριζόμενα στην απόφαση ποσοστά εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου της στον ....
και τη σύζυγό του και ως προς την παραδοχή της ότι η από 7-4-1977 καταγγελία δεν επέφερε έννομα αποτελέσματα, αφού δεν δικαιολογεί με οποιονδήποτε τρόπο πως εξήγαγε τα συμπεράσματά της αυτά. Ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση, επίσης, δεν αιτιολογεί με βάση ποία περιστατικά οδηγήθηκε στο συμπέρασμά της ότι δεν συντρέχουν οι προυποθέσεις υπαναχωρήσεως.
Ότι, τέλος, η κρίση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι οι κακοτεχνίες δεν καθιστούν το έργο διάφορο του συμφωνηθέντος και δεν παρέχουν δικαίωμα καταγγελίας ούτε υπαναχωρήσεως, συνιστά ουσιώδη αντίφαση και στερεί την απόφαση από οποιαδήποτε αιτιολογία. Με τα ανωτέρω, ως λόγο ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως η ενάγουσα προέβαλε έλλειψη αλλά και ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες της, εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και εσφαλμένη ουσιαστική κρίση.
Όμως αυτά, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, δεν αποτελούν λόγους ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως.Επομένως το Εφετείο, που έκρινε ότι τα άνω εκτιθέμενα στον τρίτο λόγο της αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης δεν αποτελούν λόγους ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως και απέρριψε το λόγο αυτό, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 897 αριθ. 6 και 5 του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με το άρθρο 892 παρ.2 του ίδιου Κώδικα και ο εκ του άρθρου 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ.όπως εκτιμάται, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι αβάσιμος.
Στον ίδιο (δεύτερο) λόγο, κατά το πρώτο μέρος του, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει αντιφατικές διατάξεις και είναι αναιρετέα κατ άρθρο 559 αριθ.17 του Κ.Πολ.Δ. Οι προβαλλόμενες, όμως, στο λόγο αυτό αναιρέσεως αντιφάσεις, δεν βρίσκονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως ώστε να ιδρύουν τον άνω λόγο αναιρέσεως (Α.Π. 580/1998).
Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως (δεύτερος κατά το πρώτο μέρος του) είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο της αγωγής της, η ενάγουσα εκθέτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ακυρωτέα διότι η κρίση της ότι οι ελλείψεις της οικοδομής ήταν επουσιώδεις και μη σημαντικές και δεν της παρείχαν το δικαίωμα υπαναχωρήσεως αλλά αυτό της διορθώσεως των ελλείψεων ή της μειώσεως της αμοιβής, κατ άρθρ.686 Α.Κ., δεν έχει νόμιμη βάση και είναι ανεπαρκής και αντιφατική και προσκρούει στις δημοσίας τάξεως πολεοδομικές διατάξεις, κατά τα εκτιθέμενα στο λόγο αυτό.Επίσης, με τον ίδιο (τέταρτο) λόγο της αγωγής η ενάγουσα εκθέτει ότι η διαιτητική απόφαση είναι ακυρωτέα για το λόγο που προβλέπεται στο άρθρο 897 αρ.4 Κ.Πολ.Δ., ήτοι για υπέρβαση εξουσίας, αφού αντικείμενο της διαιτησίας δεν υπήρξε ούτε μπορούσε να υπάρξει η ανοχή ή η παράβαση πολεοδομικών διατάξεων και, τέλος, διότι εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε τις διατάξεις του Γ.Ο.Κ.
και δημιούργησε έτσι κατάσταση αντίθετη με τις ισχύουσες πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές αντιλήψεις της Ελληνικής έννομης τάξεως, με την καταδίκη της σε δήλωση βουλήσεως. Κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η αντίθεση της διαιτητικής αποφάσεως προς διατάξεις δημόσιας τάξεως, όπως είναι οι πολεοδομικοί κανόνες, πρέπει να προκύπτει ευθέως από το περιεχόμενο της αποφάσεως στο σύνολό της, δηλαδή όχι μόνο από το διατακτικό της αλλά και από το αιτιολογικό της.Κατά συνέπεια, εφόσον, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η παράβαση των πολεοδομικών κανόνων δεν προκύπτει από το σύνολο του περιεχομένου της διαιτητικής αποφάσεως, αλλά από στοιχεία που βρίσκονται έξω από αυτή, η απόφαση δεν αντίκειται σε κανόνες δημόσιας τάξεως, ούτε παράγεται κατάσταση αντίθετη προς τα χρηστά ήθη κατά την αναφερόμενη στη μείζονα σκέψη έννοιά τους, ενώ οι εκδώσαντες τη διαιτητική απόφαση διαιτητές δεν υπερέβησαν την εξουσία τους, αφού, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, δεν συνιστά υπέρβαση εξουσίας, μεταξύ άλλων, η από το διαιτητικό δικαστήριο εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή διατάξεως ουσιαστικού νόμου ή η έλλειψη αιτιολογίας της.
Το Εφετείο, που έκρινε ότι τα άνω εκτιθέμενα στον τέταρτο λόγο της αγωγής δεν αποτελούν λόγους ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως, κατ άρθρο 897 αριθ.6 και 4 του Κ.Πολ.Δ. και απέρριψε τον λόγο αυτό της αγωγής, δεν παραβίασε τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ.
και ο αντίθετος τρίτος (τελευταίος) λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-6-2005 αίτηση της ..... για αναίρεση της 7472/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων πενήντα (650) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 12 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ