Legislator Case Law & Legislation
537/2006 AI generated

537/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 537/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Δεκεμβρίου 1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Legislator headnote

AI generated

537/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δέχθηκε, επίσης, το εφετείο, ότι: από 01.01.2000 μέχρι 26.10.2000 ο αναιρεσείων εργαζόταν ως ανειδίκευτος εργάτης και από τις 27.10.2000 προσλήφθηκε στο Δήμο ...., στον οποίο εργάσθηκε μέχρι 31.12.2003, οπότε απολύθηκε και ότι, οι μηνιαίες αποδοχές του στο αντίστοιχο διάστημα, ήταν από 01.01 μέχρι 26.10.2000 170.000 δρχ. και από 27.10 μέχρι 31.12.2000 190.000 δρχ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 537 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 537/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μιχαλόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «VICTORIA A.A.E.Z.», που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «ΜΑΓΔΕΜΒΟΥΡΓΕΡ ΕΛΛΑΣ Α.Ε»,η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Καρατζά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και 2. ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΠΑΡΝΩΝ Α.Ε.», που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Δεκεμβρίου 1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 1385/2002 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και μετά από άσκηση της από 22-5-2002 έφεσης της 1ης αναιρεσίβλητης και της από 23-7-2002 πρόσθετης παρέμβασης της 2ης αναιρεσίβλητης, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν οι 312/2003 και 2958/2004 αποφάσεις, μη οριστική και οριστική, αντίστοιχα, του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22 Ιουλίου 2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην της 2ης εκ των αναιρεσιβλήτων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κυριτσάκης ανέγνωσε την από 25 Ιανουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή του πρώτου και δεύτερου (κατά το μέρος που αναφέρονται στη μη ύπαρξη απαίτησης για το έτος 2004) και τέταρτου υπό στοιχείο Β λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και απόρριψη αυτής κατά τα λοιπά. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από την ...... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ....., που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση καθώς και κλήση προς συζήτηση της αίτησης , επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ΠΑΡΝΩΝ Α.Ε, η οποία όμως δεν εμφανίσθηκε, κατά την ως άνω συνεδρίαση, κατά την οποία, η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της, από το πινάκιο. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση, που επισπεύδεται από τον αναιρεσείοντα παρά την απουσία της εν λόγω αναιρεσίβλητης.

ΙΙ.- Από τον συνδυασμό των άρθρων 288, 298, 300, 914, 929 και 930 §3 ΑΚ, προκύπτει, ότι προκειμένου για αξίωση αποζημίωσης λόγω στέρησης εισοδημάτων από την εργασία προσώπου που υπέστη βλάβη σώματος ή υγείας, ο υπόχρεος προς αποζημίωση , μπορεί να αντιτάξει την ένσταση καταλογισμού οφέλους, που προέκυψε τυχόν για τον παθόντα από το ίδιο ζημιογόνο γεγονός, με την αναγκαία , όμως, προϋπόθεση , ως στοιχείο της ένστασης καταλογισμού ότι:α) υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και του οφέλους , με την έννοια ,ότι το γεγονός αυτό ήταν πρόσφορο να παραγάγει το όφελος, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΚ 298), προϋπόθεση που ελλείπει, όταν το όφελος προέκυψε από την παρεμβολή εκτάκτων περιστατικών και β) ότι, ο καταλογισμός του οφέλους δεν αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη, όπως, συμβαίνει στην περίπτωση που το όφελος απορρέει από έκτακτη προσπάθεια και ενεργητικότητα του ζημιωθέντος, η οποία υπερτείνει το μέτρο κατά ο οποίο αυτός οφείλει, κατ' αρθρ. 300 §1 εδ.

β ΑΚ, να περιορίσει την ζημία (ΑΠ 523/1995 ΝοΒ 45.966). Eξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 26/ 2004).

Στην προκείμενη περίπτωση, δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση της , ότι ο αναιρεσείων, που τραυματίστηκε σοβαρά σε τροχαίο ατύχημα στις 11.3.1993 στην επαρχιακή οδό ..... , από αποκλειστική υπαιτιότητα του ....., οδηγού του ...... Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου ιδιοκτησίας της δεύτερης αναιρεσίβλητης ΠΑΡΝΩΝ Α.Ε, ασφαλισμένου στην πρώτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, εμφάνισε στις 20.01.1996, 04.04.1997 και 12.08.1999 υποτροπές με εκροή πυώδους υγρού επί εδάφους χρονίας οστεομυελίτιδος της δεξιάς κνήμης και παρουσιάσε:

α) τροφονευρωτικές διαταραχές του δέρματος της κνήμης, β) άτονο έλκος στο πέλμα, γ) μυϊκή αδυναμία των μυών κάτω του γόνατος, δ) βαρεία δυσκινησία της ποδοκνημικής και ε) παραλυτική κοιλοποδία και οφυροδακτυλία (από 16.05.2001 και 23.4.2003 εκθέσεις ιατρικής πραγματογνωμοσύνης) και ότι η κατάσταση του κάτω άκρου, που τον κατέστησε ολικά δια βίου ανίκανο προς εργασία σε ποσοστό (67%), δεν του επιτρέπει να ασκήσει την εργασία του χειριστή ανυψωτικών μηχανημάτων ή άλλου παρεμφερούς επαγγέλματος.

Δέχθηκε, επίσης, το εφετείο, ότι: από 01.01.2000 μέχρι 26.10.2000 ο αναιρεσείων εργαζόταν ως ανειδίκευτος εργάτης και από τις 27.10.2000 προσλήφθηκε στο Δήμο ...., στον οποίο εργάσθηκε μέχρι 31.12.2003, οπότε απολύθηκε και ότι, οι μηνιαίες αποδοχές του στο αντίστοιχο διάστημα, ήταν από 01.01 μέχρι 26.10.2000 170.000 δρχ. και από 27.10 μέχρι 31.12.2000 190.000 δρχ.

και περαιτέρω, κατά το έτος 2001 210.000 δρχ. το 2002 220.000 δρχ. και το έτος 2003 230.000 δρχ. ΄Ότι οι αποδοχές που θα έπαιρνε κατά μήνα ως βοηθός χειριστή μηχανημάτων ήταν κατά το έτος 2000 216.000 δρχ. το 2001 234.000 δρχ. το 2002 252.000 δρχ. και το 2003 265.000 δρχ. Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επιδίκασε τις διαφορές μεταξύ των αποδοχών που θα έπαιρνε και εκείνων που αυτός πήρε, ενώ «για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα δηλαδή από 01.01.04 μέχρι 31.12.04, η αγωγή απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη διότι , κατά την απόφαση, δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων μετά την απόλυση του «έπαυσε να εργάζεται αλλού και ότι οι αποδοχές του ήταν κατώτερες εκείνων που θα έπαιρνε από την εργασία του ως βοηθός χειριστή ανυψωτικών μηχανημάτων».

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε ελλιπή αιτιολογία και στέρησε εντεύθεν την απόφαση του νόμιμης βάσης, αλλά μόνο κατά το μέρος που απέρριψε το αίτημα για την καταβολή αποζημίωσης του χρονικού διαστήματος από 1ης Ιανουαρίου έως 31η Δεκεμβρίου του έτους 2004, αφού δεν αναφέρεται, όπως θα έπρεπε, σ΄αυτήν, αν μετά την απόλυσή του αναιρεσείοντος από το Δήμο ...., απασχολήθηκε σε άλλο εργοδότη και σε καταφατική περίπτωση σε ποιο και με ποιες συγκεκριμένες απολαβές στο αντίστοιχο διάστημα, για να μπορεί να γίνει λόγος για συμψηφισμό.

Πρέπει, επομένως, να γίνει εν μέρει δεκτός κατά το μέρος αυτό ο πρώτος υπό στοιχείο Α, από το άρθρ. 559 αριθ. 19 λόγος αναιρέσεως και να αναιρεθεί κατά το σημείο τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση. Αντίθετα, κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι για το συνυπολογισμό κέρδους και ζημίας στο διάστημα που ο αναιρεσείων εργάστηκε αλλού, αρκούσε για τη θεμελίωση της σχετικής ένστασης, η προβολή της απασχόλησης σε άλλο εργοδότη και η είσπραξη από αυτόν ορισμένων αποδοχών .

Δεν ήταν, επομένως, αναγκαίο να προσδιορίζεται η ιδιότητα και ειδικότητα που αυτός απασχολήθηκε στο Δήμο ..... , ούτε να γίνεται περαιτέρω ανάλυση για το αν η απασχόλησή του αυτή τελούσε σε πρόσφορη αιτιότητα προς το ζημιογόνο γεγονός του τραυματισμού του και της συνακόλουθης εργασιακής ανικανότητάς του, ούτε, επίσης, να προσδιορίζεται η ένταση της σωματικής προσπάθειας που αυτός κατέβαλε, παρά την αναπηρία του στο ποσοστό του 67%, για να μπορεί, να εκτιμηθεί, αν η προσπάθειά του βρίσκονταν μέσα στα όρια της οφειλόμενης κατά το άρθρ. 300 παρ. 1β ΑΚ ενεργητικότητας για τον περιορισμό της ζημίας ή αν αυτή υπερβαίνει τα όρια αυτά, όπως αβάσιμα διατείνεται με την αναίρεσή του ο αναιρεσείων.

Και τούτο, διότι η δεκτή γενόμενη αναπηρία του 67% εστιάστηκε, κατά την απόφαση, στην αδυναμία του αναιρεσείοντος να χειρίζεται ανυψωτικά μηχανήματα ή να ασκεί άλλο παρεμφερές επάγγελμα (σελ. 3 προς 4 της απόφασης) όχι δε και να ασκεί οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα.

ΙΙΙ.- Αβάσιμος , επίσης, και εντεύθεν απορριπτέος είναι ο ίδιος (υπό το στοιχείο Β΄), λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι αναιτιολόγητα δέχθηκε, ότι ο αναιρεσείων δεν είχε τη δυνατότητα να έχει αποκτήσει την άδεια χειριστή ανυψωτικών μηχανημάτων με την επέκταση της άδειας του βοηθού χειριστή που κατείχε, διότι το εφετείο, δεν εστίασε την απόρριψη του σχετικού αιτήματος να υπολογιστούν ,δηλαδή, οι αποδοχές τις οποίες θα ελάμβανε ο αναιρεσείων, αν δεν μεσολαβούσε το ατύχημα στην ιδιότητα αυτού ως χειριστή και όχι βοηθού χειριστή, όπως υπολογίστηκε, στην έλλειψη τυπικών προσόντων που τάσσει η διάταξη του άρθρ. 7 π.δ 31/1990, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρ. 2 παρ. 1 π.δ 499/1991 (21ο έτος ηλικίας, υγεία, αρτιμέλεια ακοή και προϋπηρεσία ως βοηθού χειριστή του 1/3 των 600 έως 1000 ημερομισθίων για τους απόφοιτους λυκείων) αλλά στο ότι δεν πιθανολογήθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, «ότι αυτός (αναιρεσείων) θα αποκτούσε άδεια χειριστή, κατόπιν επιτυχούς εξετάσεως από το Υπουργείο Εργασίας».

Να σημειωθεί, ότι ο ίδιος ο αναιρεσείων στο δικόγραφο της αγωγής του, που παραδεκτά επισκοπείται, την εξέλιξή του από βοηθό χειριστή σε χειριστή, την υπολαμβάνει ως δεδομένη με μόνη τη φράση « θα είχα εξελιχθεί από βοηθός σε χειριστή ανυψωτικών μηχανημάτων τεχνικών έργων », χωρίς να αναφέρεται στα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, τα οποία ήδη διατείνεται ότι διαθέτει (φύλ. 3ο ) .

ΙV-. Από τη διάταξη του άρθρ. 559 αρίθ. 14 ΚΠολΔ , με την οποία ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο , κατά παράβαση σχετικής δικονομικού περιεχομένου διάταξης (ΟλΑΠ 1/1999), προκύπτει , ότι μέσω του αναιρετικού αυτού λόγου, ελέγχεται η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υφίσταται, όταν λείπει από αυτή η απαιτούμενη με πληρότητα εξειδίκευση των πραγματικών εκείνων περιστατικών, που αποτελούν την προϋπόθεση της εφαρμογής του κανόνα.

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 262 §1 ΚΠολΔ η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν ( AΠ 652/2000 ΕλλΔνη 42.122, ΑΠ 1160/1991 Δ. 23.666).Επομένως, ο ενιστάμενος, πρέπει, με πληρότητα και ακρίβεια να εκθέσει στο σχετικό δικόγραφο, όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που θα μπορούσαν να θεμελιώνουν, κατά νόμο, το αίτημα της ένστασης του, ώστε το δικαστήριο να διεξάγει τις δέουσες αποδείξεις και ο καθ΄ου η ένσταση, να προετοιμάσει και να παρουσιάσει στο δικαστήριο τα μέσα άμυνας αντένστασης και επίθεσης (άρνηση, επαντένσταση), διότι διαφορετικά η προβαλλόμενη ένσταση πρέπει να απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο από το άρθρο 559 αρίθ. 14 λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι ενώ όφειλε η πρώτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, στα πλαίσια των διατάξεων των άρθρων 914, 297, 298 και 300 ΑΚ, προκειμένου να περιορίσει την έκταση της ευθύνης προτείνοντας την ένσταση του άρθρου 300 ΑΚ (ΑΠ 1539/1998 Δ. 30.794), να προσδιορίσει από πότε άρχισε να εργάζεται στο Δήμο ..... , ποια συγκεκριμένη εργασία παρείχε, με τι είδους σύμβαση εργασίας (ορισμένου ή αορίστου χρόνου), ποιο ήταν το ύψος του εισοδήματος του από την εργασία αυτή καθόλα τα επίδικα έτη μέχρι 31.12.2003 και κυρίως, αν η εργασία του αυτή ήταν στα πλαίσια των δυνατοτήτων του, ενόψει της ηλικίας και των γνώσεων, περιορίστηκε να αναφέρει στην από 22.5.2002 έφεσή της, ότι «από των αρχών του έτους 1995 ο εφεσίβλητος ειργάζετο (αρχικώς και επί 2-3 έτη διατηρούσε καφενείο εις το .....) και εν συνεχεία εργάζεται συνεχώς ως συμβασιούχος υπάλληλος εις τον Δήμο .....

και εργάζεται συνεχώς με εισοδήματα ανάλογα προς τα προ του τραυματισμού του και, επομένως, δεν έχει απωλέσει κανένα εισόδημα» (5η σελ. στο μέσο). Τα δεδομένα αυτά ήταν ικανά για να θεμελιώσουν την προβληθείσα ένσταση συνυπολογισμού της ωφέλειας και δεν ήταν ανάγκη να προσδιορίζει η αναιρεσίβλητη, την εργασία που παρείχε και το είδος της σχέσης εργασίας με το Δήμο ......

Για το μετά την απόλυση, όμως, του αναιρεσείοντος από τον Δήμο διάστημα (έτος 2004), ο ίδιος λόγος της αιτήσεως αναίρεσης, είναι βάσιμος, διότι η αναιρεσίβλητη ως ενιστάμενη, θα έπρεπε να επικαλεσθεί ότι, εν όψει της καταστάσεως της υγείας του αναιρεσείοντος και των συνθηκών στην αγορά εργασίας, θα μπορούσε να ασκήσει ο τελευταίος άλλη (συγκεκριμένη) εργασία με ημερομίσθιο ίσο ή και μεγαλύτερο από το ημερομίσθιο που έπαιρνε ως βοηθός χειριστή ανυψωτικών μηχανημάτων και σε περίπτωση μη απασχόλησής του, ότι αυτός αρνήθηκε από κακοβουλία (ή έστω κακοπιστία) να απασχοληθεί στην προσφερόμενη συγκεκριμένη εργασία και ότι η εκτέλεση της εργασίας αυτής, δεν απαιτούσε έκτακτη προσπάθεια από μέρους του.

Πρέπει, επομένως, να αναιρεθεί κατά το σημείο τούτο η προσβαλλομένη απόφαση γιατί το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν κήρυξε την ένσταση αυτή ως απαράδεκτη , αλλά την απέρριψε ως κατ΄ ουσίαν αβάσιμη.

V.- Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα, που υπάρχει, όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται κατά περίπτωση, κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν ή υπάρχουν αντίστοιχα, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο υπό στοιχείο Α΄, από το άρθρο 559 αρίθ. 1 ΚΠολΔ λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδεται στο εφετείο η αιτίαση, ότι εσφαλμένα θεώρησε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ότι για την βασιμότητα της αγωγής του τίθεται από τον νόμο ως προϋπόθεση η παροχή (ή η μη παροχή) εργασίας κατά το έτος 2004 και το ύψος των αποδοχών του σε σχέση με το ύψος των αποδοχών που θα έπαιρνε κατά το έτος αυτό (2004) ως βοηθός χειριστή ανυψωτικών μηχανημάτων αξιώνοντας έτσι, περισσότερα στοιχεία από αυτά που προβλέπονται από τις προαναφερθείσες διατάξεις.

Ο λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι , όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση η αγωγή απορρίφθηκε κατά το σημείο τούτο, όχι ως μη νόμιμη αλλά ουσιαστικά αβάσιμη, επειδή το δικαστήριο δέχθηκε, ότι δεν αποδείχθηκε , ότι μετά την απόλυσή του, έπαυσε να εργάζεται αλλού, με αποδοχές κατώτερες εκείνων που θα έπαιρνε από την εργασία του ως βοηθός χειριστή ανυψωτικών μηχανημάτων. (φύλ. 4ο προς 5οτης απόφασης).

Αντίθετα ο ίδιος τέταρτος υπό στοιχείο. Β΄ ο λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος διότι η προσβαλλομένη απόφαση, παραβίασε εκ πλαγίου τους εκάστοτε ισχύοντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου [διαιτητικές αποφάσεις (ΔΑ) και συλλογικές συμβάσεις εργασίας (ΣΣΕ)] με βάση τους οποίους προσδιορίζονται οι αποδοχές του βοηθού χειριστή ανυψωτικών μηχανημάτων.

Συγκεκριμένα, ενώ, κατά τα έτη |996 έως και 2003, οι μηνιαίες αποδοχές του, ως βοηθού χειριστή ανυψωτικών μηχανημάτων, θα διαμορφώνονταν:1. 1996 [ΔΑ 14/1996, πράξη κατάθεσης στο Ειρηνοδικείο Αθηνών 07/23.05.96, κηρύχθηκε υποχρεωτική με την Υπουργική Απόφαση (εφεξής ΥΑ) 11891/14.06.96].

1ο, εξάμηνο βασ. ημερομ. 6225 + 15% επιδ.ειδ.συνθ. Χ 25ημ.=178.975 δρχ. 2° εξάμηνο βασ. ημερομ. 6500 + 15% επιδ.ειδ.συνθ. Χ 25ημ.=186.875 δρχ.

2. 1997 (ΣΣΕ 04.03.97, πράξη κατάθεσης16/19.03.97, ΥΑ 11158/15.05.97)1° εξάμηνο βασ. ημερομ. 6800 + 15% επιδ.σιδ.συνθ. Χ 25ημ.=195.500 δρχ.

2° εξάμηνο βασ. ημερομ. 7150 + 10% επιδ.γάμου + 15% επιδ.ειδ.συνθ. Χ 25ημ.=226.126 δρχ.

3. 1998 (ΔΑ 32/98, πράξη κατάθεσης 20/17.07.98, ΥΑ 12512/19.08.98)1ο εξάμηνο βασ. ημερομ. 7286 + 10% + 15% Χ 25ημ =232.750 δρχ.

2ο εξάμηνο βασ. ημερομ. 7.465 + 10% + 15% Χ 25ημ.=238.450 δρχ. 4. 1999 (ΔΑ 21/99, πράξη κατάθεσης 16/07.06.99, ΥΑ 11728/25.06.99)1° εξάμηνο βασ. ημερομ. 7.613 + 10% + 15% Χ 25ημ.=243.200 δρχ. 2° εξάμηνο βασ. ημερομ. 7.767 + 10% + 15% Χ 25ημ.=248.125 δρχ.

5. 2000 (ΣΣΕ 06.06.2000, πράξη κατάθεσης 47/16.06.00, ΥΑ 11416/03.08.00)1° εξάμηνο βασ. ημερομ. 8.080 + 10% + 15% Χ 25ημ.=252.500 δρχ. 2° εξάμηνο βασ. ημερομ. 8.102 + 10% + 15% Χ 25ημ.-256.250 δρχ.

6. 2001 (ΣΣΕ 02.04.01, πράξη κατάθεσης 34/10.04.01, ΥΑ 11374/05.09.01) βασ. ημερομ. 8.524 + 10% + 15% Χ 25ημ.=272.300 δρχ.

7. 2002 (ΣΣΕ 26.04.02, πράξη κατάθεσης 21/21.05.02.ΥΑ 11640/14.06.02) βασ. ημερομ. 9.022 + 10% + 15% Χ 25ημ =285.300 δρχ. (ή 837,25 €)8. 2003 (ΣΣΕ 31.03.03, πράξη κατάθεσης 15/15.04.03, ΥΑ 15041/30.06.03)βασ. ημερομ. 9.554 + 10% + 15% Χ 25ημ =302.150 δρχ. (ή 886,75 €) η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, ότι οι μηνιαίες αποδοχές του αναιρεσείοντος, ως βοηθός χειριστή, θα ανερχόταν: κατά το έτος 1996 στο ποσό των 170.000 δρχ., κατά το χρονικό διάστημα από 01.01 μέχρι 31.07/98 στο ποσό των 182.000 δρχ. και από 01.08 μέχρι 31.12.97 στο ποσό των 189.000 δρχ. κατά το έτος 1998 στο ποσό των 197.000 δρχ. το έτος 1999 των 205.000 δρχ., το έτος 2000 των 216.000 δρχ. κατά το έτος 2001 των 234.000 δρχ. το έτος 2002 των 252.000 δρχ. και το έτος 2003 των 265.000 δρχ. σε ποσά, δηλαδή, χαμηλότερα εκείνων των Συλλογικών συμβάσεων. Πρέπει , επομένως, και κατά τούτο να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. και να παραπεμφθεί κατά τα κεφάλαια που αναιρέθηκε η απόφαση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συντεθεί από άλλους δικαστές.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, την 2958/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα μέρη που αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, στο ίδιο εφετείο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2006.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ