Legislator Case Law & Legislation
536/2024 AI generated

Bank funding of social security fund gaps declared illegal post-1992 law, case remanded for retrial.

Case Number 536/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the lower court's decision regarding the bank's funding of social security fund gaps, finding the funding illegal after 1992. The court held that the bank's payments constituted an autonomous social security subsidy rather than a contractual wage obligation, violating the prohibition on such funding post-1992. Consequently, the case was remanded for retrial while specific defendants were dismissed due to procedural separation.

Legislator headnote

AI generated

Art. 52 para. 2 lit. c of Law 2084/1992; Art. 179, 183 of the Code of Civil Procedure: Funding of social security fund gaps by a bank after 1992 constitutes an illegal autonomous subsidy and not a contractual wage obligation, rendering such payments void.

Keywords

AI generated
social security funding bank liability post-1992 prohibition autonomous subsidy contractual wage obligation case remand procedural separation

Cited Legislation

AI generated
Art. 52 para. 2 lit. c of Law 2084/1992
Art. 179 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 536 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 536/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά ...α, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Νικολάου-Σέργιου Σακαλή και Χρήστου Βλασσόπουλου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Α. Χ. του Δ., κατοίκου ..., 2.Α. Κ. του ..., κατοίκου ..., 3.Α. Ν. του ..., κατοίκου ..., 4.Γ. Ε. του Α.,. κατοίκου ..., 5.Γ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 6.Γ. Π. του Η., κατοίκου ..., 7.Ε. Α. του ..., κατοίκου ..., 8.Κ. Α. του Ε., κατοίκου ..., 9.Κ. Θ. του ..., κατοίκου ..., 10.Κ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., 11.Κ. Ε. του Δ., κατοίκου ..., 12.Κ. Μ. του Θ., κατοίκου ...-...,13.Κ.

Μ. του Α., κατοίκου ..., 14.Κ. Π. του Π., κατοίκου ..., 15.Κ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., 16.Κ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 17.Κ. του Β., κατοίκου ..., 18.Κ. Γ. του Σ., κατοίκου ..., 19.Κ. Α. του Τ., κατοίκου Α. Δ., 20.Κ. Σ. του Α., κατοίκου Α. Δ., 21.Κ. Μ. του Μ.-Α., κατοίκου ..., 22.Κ. Ε. του Α., κατοίκου ... 23.Κ. Π. του Κ., κατοίκου ..., 24.Κ. Σ. του Π., κατοίκου ..., 25.Λ. Α. του Ν., κατοίκου ..., 26.Μ.

Θ. του Γ., κατοίκου ...27.Μ. Α. του Ι., κατοίκου ..., 28. Μ. Ι. του Γ., κατοίκου ..., 29.Μ. Φ. του Ν., κατοίκου ..., 30.Ν. Β. του Δ., κατοίκου ..., 31.Ν. Ε. του Δ., κατοίκου ... Κρήτης, 32.Ν. Π. του Δ., κατοίκου ..., 33. Ν. Δ. του Α., κατοίκου ..., 34.Ν. Κ. του Γ., κατοίκου ... Αττικής, 35.Ν. Α. του Σ., κατοίκου ..., 36. Π. Ε. του Γ., ως κληρονόμου εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντος πατρός της, Π.

Γ. του Σ., κατοίκου ... Αττικής, 37. Π. Ε. του Σ., κατοίκου ..., για τον εαυτό της ατομικά και ως κληρονόμος εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντος συζύγου της Π. Γ. του Σ., 38.Π. Ν. του Μ., κατοίκου ..., 39.Π. Κ. του Π., κατοίκου ..., 40.Π. Α. του Σ., κατοίκου Ελληνικού, 41.Π. Ν. του Κ., κατοίκου ..., 42.Σ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., 43.Σ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., 44.α) Σ.

Ε. του Μ. και 44.β) Σ. Χ. του Μ., ως κληρονόμων εξ αδιαθέτου της αποβιώσασας ..., κατοίκων ... Αττικής, 45. Τ. Σ. του ..., κατοίκου ... και 46.Φ. Μ. του Ι., κατοίκου ... Αττικής, που παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Σκιαδιώτη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν η 706/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5317/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-4-2022 αίτησή της και τους από 12-10-2022 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 576 τταρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η, από αυτόν, επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται βίε πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές ή πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Εξάλλου κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, εάν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού, με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, 9/2003, 9/1992).

Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 1317/2021, 1389/2019, 1374/2017, 526/2016, 1622/2013, 453/2011, 340/2011). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ.

β του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1389/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση η επίσπευση της συζήτησης της ένδικης από 4.4.2022 αίτησης αναίρεσης της αναιρεσείουσας Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που στρέφεται κατά σαράντα έξη (46) συνολικά αναιρεσιβλήτων, κατά της με αριθμό 5317/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ... για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση έλαβε χώρα με την επιμέλεια όλων των αναιρεσιβλήτων, όπως προκύπτει από τη, με αριθμό 5588Δ'/31.5.2022, έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου ...

με έδρα στο Πρωτοδικείο ... Π. .... Κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποίαν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι 10ος, 15ος, 18η, 40ος και 411 των αναιρεσιβλήτων (δηλαδή οι Δ. Κ., Σ. Κ., Γ. Κ., Α. Π. και Ν. Π.), ενώ παρέστησαν οι λοιποί αναιρεσίβλητοι εκπροσωπηθέντες από την πληρεξούσια δικηγόρο Μ.

Σ.. Από τα στοιχεία, όμως, της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η ως άνω δικηγόρος, που έδωσε την παραγγελία για τη ανωτέρω επίδοση, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και να παραστεί κατ' αυτήν και για τους προαναφερθέντες, απολιπόμενους, 10°, 15°, 18η, 40° και 41η αναιρεσίβλητους, αφού δεν προσκομίζονται έγγραφες περί τούτου εξουσιοδοτήσεις των συγκεκριμένων διαδίκων προς την ως άνω δικηγόρο, με βεβαίωση του γνήσιου της υπογραφής των εντολέων από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικά προς αυτήν, πληρεξούσια.

Κατά συνέπεια οι προαναφερθέντες αναιρεσίβλητοι ακύρως επέσπευσαν τη συζήτηση της υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και ακύρως εμφανίστηκαν ότι παρέστησαν κατά τη συζήτηση, εκπροσωπούμενοι από την ως άνω δικηγόρο. Εξάλλου, δεν προκύπτει και η εκ μέρους της αναιρεσείουσας Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας κλήτευση των ως άνω απολειπομένων αναιρεσιβλήτων, προκειμένου αυτοί να - παραστούν κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης στη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της απόφασης (δηλαδή την 15.11.2022).

Κατά συνέπεια, εφόσον οι ως άνω αναιρεσίβλητοι (δηλαδή οι 10ος, 150ς, 18η, 40°? και 41ΐ) δεν επέσπευσαν νομίμως τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και δεν παρέστησαν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κατά τη συζήτηση αυτής, θεωρούνται δικονομικά απόντες και, αφού ούτε κλητεύθηκαν νομίμως από την αντίδικό τους αναιρεσείουσα, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς, οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και του πρόσθετου λόγου αυτής, ως προς αυτούς, ενώ για τους παρισταμένους προσηκόντως λοιπούς αναιρεσιβλήτους πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης.

Με την από 4.4.2022 και αριθ. εκθ. καταθ. 2746/264/4.4.2022 αίτηση και τον, από 12.10.2022 και αριθ. εκθ. καταθ. 123/13.10.2022, πρόσθετο λόγο αυτής προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 5317/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου .... Η αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος αυτής ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Στο άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Με νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας, που συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, συναπτόμενες με ελεύθερες διαπραγματεύσεις και, αν αυτές αποτύχουν, με τους κανόνες που θέτει η διαιτησία". Στο άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Το Κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει".

Με την πρώτη από τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνονται οι συλλογικές διαπραγματεύσεις ως μέσο για την ελεύθερη διαμόρφωση των όρων εργασίας και αμοιβής των μισθωτών, υπό την έννοια ότι οι όροι αυτοί, εκτός από τους γενικούς, δεν επιτρέπεται να ρυθμισθούν δια νόμου με αποκλειστικό τρόπο (δηλαδή, να αφαιρεθούν από την ύλη των συλλογικών συμβάσεων), εκτός αν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου συμφέροντος, συνδεόμενους με τη λειτουργία της εθνικής οικονομίας.

Με τη δεύτερη διάταξη, από τους όρους εργασίας και αμοιβής των μισθωτών, διαχωρίζονται τα θέματα της υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης, όπως είναι η σύσταση ασφαλιστικού οργανισμού, η υπαγωγή στην ασφάλιση, ο καθορισμός πόρων, η είσπραξη ασφαλιστικών εισφορών, η καταβολή ασφαλιστικών παροχών κλπ και καθορίζεται ότι όλα αυτά εμπίπτουν στο αντικείμενο της κρατικής μέριμνας, που εκδηλώνεται με κανόνες αναγκαστικού δικαίου.

Σε ακολουθία προς τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις, στο άρθρο 2 περ.3 του ν. 1876/1990 ορίσθηκε ότι η συλλογική σύμβαση εργασίας μόνο σε περιορισμένη έκταση μπορεί να ρυθμίζει ζητήματα κοινωνικής ασφάλισης, "εφόσον αυτά δεν έρχονται σε αντίθεση με τη συνταγματική τάξη και την πολιτική των δημοσίων φορέων κοινωνικής ασφάλισης" και, πάντως, εφόσον δεν πρόκειται για ζητήματα "συνταξιοδοτικά".

Αμέσως μετά, με το άρθρο 43 παρ.3 του ν. 1902/1990 διευκρινίσθηκε ότι στην έννοια των συνταξιοδοτικών ζητημάτων, που δεν μπορούν να αποτελέσουν περιεχόμενο συλλογικής σύμβασης εργασίας, περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, "η σύσταση ειδικών ταμείων ή λογαριασμών που χορηγούν περιοδικές παροχές ή εφάπαξ βοήθημα με επιβάρυνση του εργοδότη" (ΟλΑΠ 9/2012).

Όμως, και κατά τη διάταξη του άρθρου 21 παρ.3 του ν. 3239/1955, που ίσχυε πριν από το ν. 1876/1990, "δεν δύναται δια συλλογικής συμβάσεως εργασίας ή αποφάσεως διαιτησίας να συσταθεί ειδικός λογαριασμός ή επικουρικός ασφαλιστικός οργανισμός ή ταμείον προνοίας ή να καθορισθούν ή τροποποιηθούν πόροι ή εισφοραί υπέρ πάσης φύσεως ασφαλιστικών οργανισμών ή λογαριασμών".

Πριν από την ισχύ του ως άνω νόμου, είχε γίνει δεκτό ότι στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων μπορούσε να συμφωνηθεί, μεταξύ του εργοδότη και των εργαζομένων σε μία επιχείρηση ή υπηρεσία, η συγκέντρωση περιουσίας σε ειδικό λογαριασμό για ορισμένο ασφαλιστικό σκοπό (όπως η παροχή εφάπαξ βοηθημάτων, συντάξεων κ.λπ.), διότι τέτοιους, ειδικούς λογαριασμούς δεν τους απέκλειε η νομοθεσία, αλλά αντιθέτως τους προέβλεπε ειδικώς στο πλαίσιο ασφαλιστικών οργανισμών, για ασφαλιστικές παροχές (ΑΚ 361, άρθρο 4 παρ.7 του α.ν. 1022/1946), ενώ και με τις προγενέστερες διατάξεις των άρθρων 21 του ν. 281/1914 και ν. 33 επ.

του από 15/20.5.1920 β.δ. "Περί επαγγελματικών σωματείων" είχε ειδικώς προβλεφθεί η δυνατότητα των αναγνωρισμένων επαγγελματικών σωματείων να ιδρύουν ως ίδια νομικά πρόσωπα, με χωριστή διαχείριση, και να συντηρούν Αλληλοβοηθητικά Ταμεία, με σκοπό, εκτός των άλλων, την περίθαλψη των μελών τους και τη χορήγηση παροχών εις χρήμα σε "μέλη ανίκανα προς εργασίαν ένεκα γήρατος, δυστυχήματος ή νόσου, ή εις οικογενείας αποβιωσάντων μελών", τα δε ταμεία διατήρησαν τη λειτουργία τους με το άρθρο 13 του ν. 6298/1934 "Περί Κοινωνικών ασφαλίσεων", με τον οποίο θεσμοθετήθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η επικουρική κοινωνική ασφάλιση.

Οι ως άνω λογαριασμοί, κατά κανόνα, δεν έχουν νομική προσωπικότητα, για την απόκτηση της οποίας απαιτούνται οι κατά περίπτωση νόμιμες προϋποθέσεις, δεν αποτελούν αστικές εταιρείες ούτε έχουν την ικανότητα να είναι διάδικοι, αντιμετωπίζονται, όμως, τόσο από το νομοθέτη όσο και από τη νομολογία, ως φορείς κοινωνικής ασφάλισης, ομόλογοι με τους κρατικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1238/2020, 1330/2018).

Ειδικότερα, οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης διακρίνονται, με βάση την προέλευση και το νομικό τους καθεστώς, σε νομοθετικούς και συμβατικούς (μη κερδοσκοπικούς). Οι νομοθετικής προέλευσης φορείς έχουν, κατά κανόνα, τη μορφή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ενώ οι συμβατικής προέλευσης φορείς μπορεί να έχουν τη μορφή ειδικών λογαριασμών ή αλληλοβοηθητικών σωματείων ή ταμείων, συσταθέντων σε επιχειρησιακό επίπεδο είτε με τη συμφωνία εργοδοτών - εργαζομένων είτε μονομερώς από τους εργοδότες ή τους εργαζόμενους (ΑΠ 1444/2019).

Ο νομοθέτης τα ταμεία που στηρίζονται στην ιδιωτική βούληση άλλοτε μεν τα ανήγαγε σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (άρθρο 3 παρ. 2 του α ν. 1495/1938), άλλοτε δε, χωρίς να τα αναγάγει σε ν.π.δ.δ, τα αντιμετώπισε ως ασφαλιστικούς οργανισμούς, ομολόγους προς τους φορείς της δημόσιας υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης.

Ενδεικτικά, με το άρθρο 12 του ν. 1405/1983 τα ταμεία αυτά εντάσσονται στο νομοθετικό καθεστώς της διαδοχικής ασφάλισης, στο οποίο μετέχουν ισότιμα με τους φορείς που είναι ν.π.δ.δ, με το άρθρο 10 του ν. 1902/1990 καθιερώνονται ενιαίοι κανόνες ως προς το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης και τον χρόνο θεμελίωσης σύνταξης γήρατος των ασφαλισμένων σε αυτά, με το άρθρο 18 του ίδιου νόμου τα πρόσωπα που ασφαλίζονται στα ταμεία αυτά εξαιρούνται από την ασφάλιση στο ΙΚΑ-TEAM και με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2084/1992 τα εν λόγω ταμεία θεωρούνται φορείς κοινωνικής ασφάλισης (ΟλΣτΕ 2197-2200/2010, ΑΠ 1243/2019).

Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 του ν. 997/1979, "περί συστάσεως Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Μισθωτών και ετέρων τινών διατάξεων", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ.3 του ν. 1902/1990), ορίζεται ότι "στην ασφάλιση του ταμείου υπάγονται υποχρεωτικώς τα πρόσωπα, τα οποία ασφαλίζονται, δυνάμει των κειμένων περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως διατάξεων, στο ΙΚΑ ή άλλο φορέα κύριας ασφάλισης μισθωτών και δεν υπάγονται, για την αυτή απασχόληση, στην ασφάλιση άλλου φορέα, κλάδου ή λογαριασμού ασφαλίσεων που λειτουργεί με τη μορφή ΝΠΔΔ.

Κατ' εξαίρεση, τα επικουρικά ταμεία, κλάδοι, λογαριασμοί ασφάλισης μισθωτών που λειτουργούν με τη μορφή ΝΠΙΔ, ως και κάθε άλλος φορέας επικουρικής ασφάλισης, ανεξαρτήτως ονομασίας ή νομικής μορφής, που έχουν συσταθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος (17.10.1990), εξακολουθούν να διέπονται από τις καταστατικές τους διατάξεις και τα πρόσωπα που ασφαλίζονται σε αυτά εξαιρούνται από την ασφάλιση του ΙΚΑ- TEAM".

Ακόμη, με το ν. 1902/1990 "Ρύθμιση συνταξιοδοτικών και άλλων συναφών θεμάτων" και ειδικότερα με το άρθρο 10 παρ. 1 αυτού με τίτλο άρθρου "Συνταξιοδοτικό καθεστώς ασφαλισμένων σε Ειδικά Ταμεία Συντάξεων", όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 38 του ν. 1914/1990 και αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 1976/1991 ορίζεται ότι "στο παρόν άρθρο υπάγονται οι ασφαλισμένοι, για κύρια ή επικουρική σύνταξη στα Ειδικά Ταμεία Συντάξεως του προσωπικού των Τραπεζών, του Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε.

του Τ.Σ.Π. - Η.Σ.Α.Π. και στη Διεύθυνση Ασφαλίσεως Προσωπικού της Δ.Ε.Η. Ως επικουρικά ταμεία για την εφαρμογή του παρόντος νοούνται τα επικουρικά ταμεία ή κλάδοι ή λογαριασμοί, που λειτουργούν με τη μορφή ν.π.δ.δ., καθώς και κάθε άλλος φορέας, ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής, που χορηγούν περιοδικές παροχές, υπό τύπο συντάξεων, βοηθημάτων ή μερισμάτων, εφόσον τα έσοδα αυτών από εργοδοτικές εισφορές, κοινωνικούς πόρους ή άλλη επιχορήγηση υπερβαίνουν τα έσοδα από εισφορές των ασφαλισμένων", με την παρ.1 του άρθρου 11 του ως άνω νόμου με τίτλο άρθρου "ασφαλιστικές εισφορές Ειδικών Ταμείων" ορίζεται ότι "Από 1.1.1996 το ασφάλιστρο που καταβάλλουν οι ασφαλισμένοι στα ταμεία κύριας ασφάλισης μισθωτών του άρθρου 10 δεν μπορεί να είναι κατώτερο του 7,5%.

Αν κατά την έναρξη ισχύος αυτού του νόμου αυτό είναι μικρότερο, αυξάνεται προοδευτικά το λιγότερο κατά μία εκατοστιαία μονάδα ανά έτος, προκειμένου να φθάσει σε 7,5%" και με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του δευτέρου εδαφίου της με την παρ.1 του άρθρου 10 του ν. 1976/1991 ορίζεται ότι "Τυχόν καταβολή από τον εργοδότη εισφοράς ασφαλισμένου με οποιαδήποτε μορφή και οποιονδήποτε τρόπο (καταβολή υπό του ιδίου αντί αυξήσεως μισθού, επιδότηση ασφαλισμένου κλπ.) μειώνεται προοδευτικά κατά το ποσοστό που αυξάνεται η καταβαλλόμενη από τον ασφαλισμένο εισφορά.

Ο εργοδότης υποχρεούται να παρακρατεί και αποδίδει από τις αποδοχές των ασφαλισμένων το ασφάλιστρο της παρ 1 αυτού του άρθρου, καθώς επίσης και να καλύπτει τα τυχόν προκύπτοντα σε κάθε οικονομική χρήση ή κατά τη διάρκεια χρήσης ελλείμματα του αντίστοιχου φορέα...... Εξάλλου με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2084/1992 "Αναμόρφωση της Κοινωνικής Ασφάλισης και άλλες διατάξεις (Α 165), όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του πρώτου εδαφίου του με το άρθρο 11 παρ.1 του ν. 2227/1994 (Α 129), ορίζεται ότι: 4.

Φορείς κοινωνικής ασφάλισης: "Όλα τα ασφαλιστικά Ταμεία και οργανισμοί που λειτουργούν με τη μορφή ν.π.δ.δ. και υπάγονται στην εποπτεία του Υπουργείου Οικονομικών και του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Επίσης φορείς ασφάλισης νοούνται τα Ταμεία ή Κλάδοι ή Λογαριασμοί, που λειτουργούν με την μορφή ν.π.ι.δ., οι υπηρεσίες και κάθε άλλος φορέας ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής, που χορηγούν περιοδικές παροχές υπό τύπο συντάξεων (κύριες και επικουρικές), βοηθημάτων ή μερισμάτων ή παροχές ασθένειας ή εφάπαξ βοηθήματα εφόσον καταβάλλεται εργοδοτική εισφορά ή κοινωνικός πόρος...".

Με το άρθρο 46 παρ.1 του ως άνω νόμου ορίζεται ότι "Από 1.1.1993 το ποσοστό εισφοράς εργοδότη στα ειδικά ταμεία κύριας ασφάλισης του προσωπικού των Τραπεζών Αγροτικής, Ελλάδος και Κτηματικής, Εθνικής, Ε.Τ.Β.Α., Ιονικής - Λαϊκής, του Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε. και του Τ.Σ.Π.Η.Σ.Α.Π. καθορίζεται σε 22%. Μεγαλύτερα ποσοστά προβλεπόμενα από τις καταστατικές διατάξεις των παραπάνω ταμείων για τον εργοδότη εξακολουθούν να ισχύουν.

Το ποσοστό εισφοράς των ασφαλισμένων στα παραπάνω Ταμεία ορίζεται από 1.1.1995 σε 11% και με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Με επιφύλαξη των διατάξεων της επόμενης παραγράφου και της παρ. 2 από 1.1.1993 οι εργοδότες των ασφαλισμένων των Ειδικών Ταμείων κύριας ασφάλισης του άρθρου 9 του ν. 1976/1991 θα καλύπτουν τα ετήσια οργανικά ελλείμματα, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 11 του ν. 1902/1990, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 του ν. 1976/1991, που τυχόν θα προκύψουν και μέχρι ποσού, που δεν θα υπερβαίνει σε καμιά περίπτωση το ποσό που καταβλήθηκε για την κάλυψη των ελλειμμάτων του 1992" και με το άρθρο 52 με τίτλο άρθρου "Επικουρική Ασφάλιση" ορίζεται στην παρ. 1 ότι "Το ποσοστό εισφοράς στους φορείς επικουρικής ασφάλισης μισθωτών δεν μπορεί να είναι, για τον ασφαλισμένο, κατώτερο του 3% επί των αποδοχών αυτού, που υπόκεινται σε εισφορές σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις κάθε φορά και του 3% για τον εργοδότη.

Μικρότερα ποσοστά αναπροσαρμόζονται σταδιακά από 1.1.1993 σε τρία έτη" και στην παρ. 2 ότι "Από 1.1.1995 η σχέση εισφοράς ασφαλισμένου προς την εισφορά εργοδότη στους φορείς επικουρικής ασφάλισης μισθωτών, στους οποίους προβλέπεται εισφορά εργοδότη ορίζεται σε 1 προς 1. Η παραπάνω σχέση δεν ισχύει για τους φορείς Επικουρικής Ασφάλισης, οι οποίοι χορηγούν σύνταξη σε υποκατάσταση κύριας ασφάλισης.

Αν οι εργοδότες των ασφαλισμένων των επικουρικών αυτών φορέων καλύπτουν τα οργανικά ελλείμματα σύμφωνα με τις καταστατικές ή άλλες διατάξεις, η κάλυψη γίνεται μέχρι ποσού που δεν θα υπερβαίνει σε καμιά περίπτωση το ποσό που καταβλήθηκε για την κάλυψη των ελλειμμάτων του έτους 1992". Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι για τους εργοδότες των ασφαλισμένων σε φορείς επικουρικής ασφάλισης, ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής των φορέων αυτών, που κάλυπταν τα οργανικά ελλείμματα αυτών σύμφωνα με διατάξεις των καταστατικών τους ή και με άλλες διατάξεις, η κάλυψη αυτή από 1.1.1995 και εφεξής γίνεται μέχρι του ποσού που δεν θα υπερβαίνει το ποσό που (τυχόν) καταβλήθηκε για την κάλυψη των ελλειμμάτων του έτους 1992.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 2992/2002, ο οποίος εκδόθηκε σε συμμόρφωση του εσωτερικού νομοθέτη προς τον Κανονισμό 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της 19-7-2002 "Για την Εφαρμογή των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων" και τον Κανονισμό 1725/2003 της Επιτροπής της 19-9-2003 "Για την υιοθέτηση ορισμένων Διεθνών Λογιστικών Προτύπων σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου", οι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών επιχειρήσεις, όπως είναι και οι τράπεζες, υποχρεώθηκαν από την 1-1-2005 (ΥΑ 53705/994/2003, ΦΕΚ Β" 1129/2003) να εφαρμόζουν τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα (ΔΛΠ) και ιδίως το ΔΛΠ αρ. 19, το οποίο επιβάλλει την ακριβή λογιστική αποτύπωση όλων των παροχών του εργοδότη προς το προσωπικό του (ημερομίσθια, μισθούς, εισφορές κοινωνικών ασφαλίσεων, μελλοντικά προγράμματα παροχών μετά την απασχόληση κλπ), ακόμη και των μη ληξιπροθέσμων.

Στον ίδιο ως άνω Κανονισμό 1725/2003, για την υιοθέτηση ορισμένων διεθνών λογιστικών προτύπων σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, ορίζεται ότι: "...4. Προγράμματα παροχών μετά την έξοδο από την υπηρεσία ταξινομούνται είτε ως προγράμματα καθορισμένων εισφορών είτε ως προγράμματα καθορισμένων παροχών.

Το Πρότυπο παρέχει συγκεκριμένες οδηγίες για την ταξινόμηση των προγραμμάτων πολλών εργοδοτών, κρατικών προγραμμάτων και των προγραμμάτων με ασφαλιστικές παροχές. 5. Σύμφωνα με τα προγράμματα καθορισμένων εισφορών, η επιχείρηση καταβάλλει σταθερές εισφορές σε μια ξεχωριστή οικονομική μονάδα (Ταμείο) και δεν θα έχει νόμιμη ή τεκμαιρόμενη δέσμευση να καταβάλλει περαιτέρω εισφορές, αν το Ταμείο δεν κατέχει επαρκή περιουσιακά στοιχεία για να πληρώσει όλες τις παροχές σε εργαζόμενους που αφορούν σε υπηρεσία εργαζομένου στην τρέχουσα και σε προηγούμενες περιόδους.

Το Πρότυπο απαιτεί η επιχείρηση να καταχωρεί εισφορές σε ένα πρόγραμμα καθορισμένων εισφορών, όταν ένας εργαζόμενος έχει παράσχει υπηρεσία με αντάλλαγμα αυτές τις εισφορές. 6. Όλα τα λοιπά προγράμματα παροχών μετά την έξοδο από την υπηρεσία είναι προγράμματα καθορισμένων παροχών. Τα προγράμματα καθορισμένων παροχών μπορεί να είναι μη χρηματοδοτούμενα ή μπορεί να είναι ολικά ή εν μέρει χρηματοδοτούμενα...".

Συνεπώς, ενώ δίδεται ορισμός των προγραμμάτων καθορισμένων εισφορών, τα προγράμματα καθορισμένων παροχών ορίζονται μόνο εξ αντιδιαστολής, καθώς προβλέπεται ότι στην έννοια αυτή εντάσσονται όλα τα υπόλοιπα προγράμματα που δεν θεωρούνται προγράμματα καθορισμένων εισφορών. Με βάση τον ανωτέρω ορισμό, προκειμένου περί προγραμμάτων καθορισμένων εισφορών συνταξιοδοτικών οργανισμών τράπεζας, η υποχρέωση της τελευταίας, όσον αφορά τις παροχές προς τους εργαζομένους μετά τη συνταξιοδότηση, περιορίζεται στο ποσό και μόνο που συνεισφέρει στο ασφαλιστικό ταμείο, που χορηγεί τις σχετικές παροχές, ήτοι συνήθως σε ποσοστό επί των μηνιαίων αποδοχών του εργαζομένου, το οποίο αποτελεί την εισφορά του εργοδότη.

Το ποσό δε των παροχών, που λαμβάνεται από τον εργαζόμενο μετά την έξοδο από την υπηρεσία, προσδιορίζεται από το ποσό των εισφορών, που καταβάλλονται από την Τράπεζα- εργοδότη και τον εργαζόμενο, καθώς και από την απόδοση των επενδύσεων που επιχειρεί ο ασφαλιστικός φορέας. Ενόψει του ότι, επί προγράμματος καθορισμένων εισφορών, η υποχρέωση των τραπεζών εξαντλείται στην καταβολή των εργοδοτικών εισφορών, αφού προϋποτίθεται για τον χαρακτηρισμό ενός προγράμματος ως καθορισμένων εισφορών ότι οι τράπεζες δεν έχουν αναλάβει νόμιμη ή τεκμαιρόμενη δέσμευση να καταβάλλουν περαιτέρω εισφορές, ήτοι δεν έχουν αναλάβει υποχρέωση κάλυψης ελλειμμάτων, ο αναλογιστικός και επενδυτικός κίνδυνος, ο σχετικός με την επάρκεια των περιουσιακών στοιχείων του προγράμματος για την κάλυψη των αναμενόμενων παροχών, βαρύνει τον εργαζόμενο.

Αντιθέτως, επί προγραμμάτων καθορισμένων παροχών, τα οποία εξ αντιδιαστολής προϋποθέτουν ότι οι τράπεζες, έχουν αναλάβει την νόμιμη ή τεκμαιρόμενη δέσμευση να καταβάλλουν περαιτέρω εισφορές, ήτοι έχουν αναλάβει την υποχρέωση κάλυψης των τυχόν ελλειμμάτων των εν λόγω προγραμμάτων, ο αντίστοιχος κίνδυνος βαρύνει τις ίδιες τις τράπεζες.

Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν πέραν των, λογιστικής και εν γένει οικονομικής φύσης, διαφορών των δύο προγραμμάτων (καθορισμένων εισφορών και καθορισμένων παροχών), ιδίως αναφορικά και με τις επιπτώσεις τους στην οικονομική θέση των τραπεζών, κύρια διαφορά τους, η οποία σηματοδοτεί και την ένταξη ενός προγράμματος στην αντίστοιχη κατηγορία, συνιστά η ύπαρξη ή μη δέσμευσης των τραπεζών για την κάλυψη των ελλειμμάτων τους.

Συνεπώς, πρόγραμμα καθορισμένων παροχών, στο πλαίσιο του οποίου ο αναλογιστικός και επενδυτικός κίνδυνος βαρύνει τις τράπεζες, μπορεί να νοηθεί, κατά λογική αναγκαιότητα, μόνον εφόσον, μεταξύ άλλων, οι τράπεζες έχουν αναλάβει, έστω και τεκμαιρόμενα, τη δέσμευση να συνεισφέρουν οποιοδήποτε ποσό για την κάλυψη των δαπανών από τις συμφωνηθείσες παροχές.

Ακολούθως, με την εφαρμογή των ανωτέρω λογιστικών προτύπων και ιδίως εκείνου του ΔΑΠ αρ. 19, τα πιστωτικά ιδρύματα του ν. 2076/1992, που με βάση ιδιωτικές συμφωνίες είχαν αναλάβει στο διηνεκές τη δέσμευση να καλύπτουν τα ελλείμματα των ταμείων επικουρικής ασφάλισης του προσωπικού τους για την καταβολή συντάξεων, οφείλουν να αναγράφουν στους ισολογισμούς τους, τις υποχρεώσεις αυτές σαν υποχρεώσεις προς οποιαδήποτε ιδιωτική ασφάλιση, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα το να εμφανίζουν μεγαλύτερο παθητικό και χαμηλότερους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας.

Το αποτέλεσμα αυτό δεν θα υπήρχε, αν το προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων ασφαλιζόταν και για τις επικουρικές παροχές (πολύ περισσότερο, γι' αυτές που μέχρι τότε καταβάλλονταν στο πλαίσιο προγραμμάτων προκαθορισμένων παροχών) σε κρατικό φορέα κοινωνικής ασφάλισης, διότι τότε οι σχετικές υποχρεώσεις θα αντιμετωπίζονταν ως υποχρεώσεις του αρμόδιου κρατικού φορέα και, κατ' επέκταση, του κοινωνικού συνόλου, αλλά όχι των πιστωτικών ιδρυμάτων, που θα περιορίζονταν στις εργοδοτικές εισφορές (όπως συμβαίνει στα ασφαλιστικά προγράμματα προκαθορισμένων εισφορών) και θα απαλλάσσονταν από την κάλυψη των ελλειμμάτων.

Για να αποσοβηθούν οι κίνδυνοι τους οποίους τα πιστωτικά ιδρύματα θα αντιμετώπιζαν ως προς την περαιτέρω λειτουργία τους από την εφαρμογή των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων και την εξ αυτής λογιστική μείωση της κεφαλαιακής τους επάρκειας και, παράλληλα, προκειμένου να ενοποιηθεί η κρατική μέριμνα στο πεδίο της κοινωνικής ασφάλισης του προσωπικού των πιστωτικών ιδρυμάτων, με το ν. 3371/2005 "Θέματα Κεφαλαιαγοράς και άλλες διατάξεις", επεκτάθηκε το δημόσιο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης στο προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Οι σχετικές διατάξεις περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο Η' του νόμου αυτού (άρθρα 57 έως 64), σύμφωνα με τις οποίες, το προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων, ως προς την κυρία ασφάλιση, υπήχθη στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων- Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) (άρθρο 57), ενώ ως προς την επικουρική ασφάλιση, προβλέφθηκε η υποχρεωτική και αυτοδίκαιη υπαγωγή όλων, των προσλαμβανομένων στα πιστωτικά ιδρύματα από 1.1.2005, στο Ενιαίο Ταμείο Επικούρησης Ασφάλισης Μισθωτών (ΕΤΕΑΜ) (άρθρο 58).

Ως προς τους ήδη ασφαλισμένους και συνταξιούχους των ταμείων επικουρικής ασφάλισης των πιστωτικών ιδρυμάτων προβλέφθηκε, επίσης, η υπαγωγή στην υποχρεωτική επικουρική ασφάλιση του ΕΤΕΑΜ, συντελούμενη, όμως, μετά τη διάλυση των ήδη υφισταμένων ταμείων, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις ή τα καταστατικά αυτών (άρθρο 58).

Για την αντιμετώπιση, κυρίως, ζητημάτων μεταβατικής φύσεως, ιδρύθηκε το Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (ΕΤΑΤ) (άρθρο 60), στην ασφάλιση του οποίου ορίσθηκε ότι υπάγονται υποχρεωτικά τα πρόσωπα που εργάζονται στα πιστωτικά ιδρύματα του ν. 2076/1992 και ασφαλίζονται για επικουρική ασφάλιση στα οικεία ταμεία ασφάλισης του προσωπικού τους, μετά τη διάλυσή τους, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις ή τα καταστατικά αυτών (άρθρο 62).

Περαιτέρω, με το άρθρο 35 του ν. 4052/2012 συστήθηκε ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης" (Ε.Τ.Ε.Α.), υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, με σκοπό την "παροχή μηνιαίας επικουρικής σύνταξης λόγω γήρατος, αναπηρίας και θανάτου στους εργαζόμενους στον ιδιωτικό, δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, στις τράπεζες και τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, καθώς και στα μέλη των οικογενειών τους", εντάχθηκε δε στο εν λόγω Ταμείο, με το άρθρο 36 του νόμου αυτού, μεταξύ άλλων, το Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (Ε.Τ.Α.Τ.) ως προς την επικουρική ασφάλιση, και το οποίο (E.T.E.A.) με το άρθρο 74 του ν. 4387/2016, με το οποίο αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 35 του προαναφερθέντος ν. 4052/2012, μετονομάσθηκε σε "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών" (Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π.).

Με τις εν λόγω ρυθμίσεις, ο νομοθέτης απέβλεψε, προεχόντως, στην επέκταση του δημόσιου, καθολικού και υποχρεωτικού χαρακτήρα της κοινωνικής ασφάλισης και στο προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων, σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος και της συνταγματικής αρχής της ισότητας, ούτως ώστε η επιβαλλόμενη από αυτές κρατική μέριμνα για την κοινωνική ασφάλιση των τραπεζοϋπαλλήλων να μην υπολείπεται εκείνης για την κοινωνική ασφάλιση των λοιπών εργαζομένων (ΟλΑΠ 9/2012, ΟλΣτΕ 2197 έως 2202/2010, ΑΠ 1238/2020, 1243/2019).

Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται επίσης ότι ο νομοθέτης μπορεί να δημιουργεί ασφαλιστικούς φορείς, υπάγοντας υποχρεωτικά σε αυτούς κατηγορίες εργαζομένων και συνταξιούχων, έστω και αν αυτοί καλύπτονται ασφαλιστικά από ταμεία, στηριζόμενα στην ιδιωτική βούληση και μάλιστα ανεξάρτητα από τις συμφωνίες μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών, τα οποία (ταμεία) μπορούν να συνεχίσουν τη λειτουργία τους, σύμφωνα καταρχήν με τις ειδικότερες συμφωνίες των μερών (ΟλΣτΕ 431-436/2022, ΑΠ 1243/2019).

Ταυτόχρονα, όμως, η παρέμβασή του υπαγορεύτηκε από τη σπουδαιότητα την οποία ο ίδιος αναγνώρισε στο γεγονός ότι η εφαρμογή των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων από τα πιστωτικά ιδρύματα του ν. 2076/1992, σε συνδυασμό αφενός με τη διαιώνιση της υποχρέωσής τους να εξασφαλίζουν στα οικεία επικουρικά ταμεία τους πόρους που απαιτούνται για την πληρωμή των οφειλομένων ασφαλιστικών παροχών και αφετέρου με την αναμενόμενη σημαντική μείωση των προς τα ταμεία ασφαλιστικών εισφορών μετά την από 1.1.2005 υποχρεωτική υπαγωγή των νέων ασφαλισμένων στο ΕΤΕΑΜ, θα έθετε σε κίνδυνο την κεφαλαιακή τους επάρκεια, εφόσον δε η έλλειψη κεφαλαιακής επάρκειας οδηγούσε στην ανάκληση της άδειας λειτουργίας ενός ή περισσοτέρων πιστωτικών ιδρυμάτων, θα ετίθετο ζήτημα που ενδιέφερε γενικότερα την εθνική οικονομία (ΟλΑΠ 9/2012, ΑΠ 1243/2019).

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι α) υπό το αρχικό νομοθετικό καθεστώς ήταν δυνατόν να συσταθεί νομίμως, με ιδιωτική συμφωνία και ειδικότερα με συλλογική σύμβαση μεταξύ εργοδότη και εργαζομένων, λογαριασμός που έχει τη μορφή της συγκέντρωσης περιουσίας και λειτουργεί εφεξής ως ασφαλιστικός οργανισμός, με αντικείμενο τη χορήγηση περιοδικών παροχών εν είδει συντάξεως σε πρώην εργαζομένους, β) ο λογαριασμός αυτός αν και στερείται νομικής προσωπικότητας είναι ομόλογος των ασφαλιστικών ταμείων που συνιστούν νομικά πρόσωπα και λειτουργεί κατά όμοιο με αυτά τρόπο, δεδομένου ότι με τις προπαρατιθέμενες διατάξεις ο νομοθέτης, υιοθετώντας το λειτουργικό κριτήριο, περιλαμβάνει στις ρυθμίσεις τους όλους τους ασφαλιστικούς φορείς, χωρίς να απαιτεί συγκεκριμένη νομική μορφή για τη σύννομη λειτουργία τους, γ) υπό την έννοια αυτή, αν και στερείται νομικής προσωπικότητας, διακρίνεται από το πρόσωπο του εργοδότη και λειτουργεί αυτόνομα, δ) τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη λειτουργία του καθώς και η χρηματοδότησή του με εργοδοτικές εισφορές και εισφορές των υπαλλήλων ρυθμίζονται από τον συμβατικής προέλευσης κανονισμό λειτουργίας του, κατά το μέτρο που αυτός δεν αντίκειται στις προαναφερθείσες νομοθετικές ρυθμίσεις και ε) το εύρος της χρηματοδότησής του υπάγεται στη ρυθμιστική εμβέλεια του ν. 2084/1992 και ειδικότερα του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 52 αυτού, το οποίο, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με τις διατάξεις των ν. 2076/1992 και 3371/2005 και την πρόθεση του νομοθέτη να θέσει όριο στην επιχορήγηση των ασφαλιστικών ταμείων από τα πιστωτικά ιδρύματα για να προστατεύσει την κεφαλαιακή επάρκεια των τελευταίων, συνιστά διάταξη αναγκαστικού δικαίου, ανεξαρτήτως της μορφής που λαμβάνει η επιχορήγηση και ειδικότερα αν γίνεται μέσω καταστατικής ή άλλης, ειδικής, πρόβλεψης ή οικειοθελώς από το πιστωτικό ίδρυμα.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 361, 648, 649, 653 ΑΚ και 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, συνάγεται ότι στη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ως μισθός θεωρείται κάθε παροχή, την οποία σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει στον εργαζόμενο, ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας.

Πέραν του μισθού, όμως, ενδέχεται κατά τη διάρκεια της συμβάσεως ο εργοδότης να προβαίνει σε διάφορες, πρόσθετες παροχές προς τον εργαζόμενο, σε χρήμα ή σε είδος, τις οποίες δεν χορηγεί από νομική υποχρέωση, αλλά για ποικίλους λόγους ευαρέσκειας ή σκοπιμότητας, απλά και μόνο επειδή ο ίδιος το θέλει (= εκουσίως, από ελευθεριότητα).

Οι παροχές αυτές, που δεν έχουν το χαρακτήρα μισθού, αποκαλούνται συνήθως "οικειοθελείς". Ο εργοδότης μπορεί να διακόψει τη χορήγηση τους κατά πάντα χρόνο και, για το λόγο αυτό, ο εργαζόμενος δεν αποκτά αξίωση για την καταβολή τους. Ωστόσο, είναι ενδεχόμενο μία παροχή, η χορήγηση της οποίας άρχισε ως "οικειοθελής", να εξελιχθεί κατά τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας σε "επιχειρησιακή συνήθεια" και να καταστεί υποχρεωτική.

Αυτό μπορεί να συμβεί όταν η χορήγηση της παροχής επαναλαμβάνεται σταθερά και ομοιόμορφα για μεγάλο χρονικό διάστημα, με τρόπο που από τις δημιουργούμενες συνθήκες να συνάγεται σιωπηρώς η βούληση αφ' ενός του εργοδότη να τη διατηρήσει στο διηνεκές και αφ' ετέρου του εργαζομένου να την αποδέχεται, προσβλέποντας σ' αυτήν σαν σε μισθολογική παροχή.

Οπότε, παράγεται σιωπηρή συμφωνία, από την οποία η μεν παροχή αποκτά μισθολογικό χαρακτήρα, ο δε εργοδότης δεν μπορεί να αποστεί μονομερώς από τη χορήγησή της (ΑΠ 1174/2017). Ωστόσο, η συνταξιοδοτική παροχή, για την καταβολή της οποίας μεσολαβεί αυτόνομος συνταξιοδοτικός λογαριασμός κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, αποσυνδέεται από το εργοδοτικό αντάλλαγμα και διακρίνεται σαφώς από τα προγράμματα ομαδικής ασφάλισης προσωπικού συνταξιοδοτικού χαρακτήρα, τα οποία διέπονται από τον ΑσφΝ 2496/1997 και για τα οποία απαιτείται συμβατική δέσμευση του εργοδότη, δυνάμενη να προέλθει και από επιχειρηματική συνήθεια.

Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... την, από 20.3.2019 και αριθ. εκθ. καταθ. 26256/688/20.3.2019, αγωγή τους με την οποίαν ιστορούσαν ότι ήταν πρώην εργαζόμενοι της αναιρεσείουσας και ήδη συνταξιούχοι και δικαιούχοι παροχής καταβλητέας μηνιαίως, μέσω λογαριασμού, με τον τίτλο "Λογαριασμός Επικούρησης Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας (ΛΕΠΕΤΕ)", μη έχοντος νομική προσωπικότητα και συσταθέντος το έτος 1949, οπότε και εγκρίθηκε ο κανονισμός λειτουργίας του από το Γενικό Συμβούλιο της αναιρεσείουσας, κατόπιν συλλογικής συμφωνίας μεταξύ της αναιρεσείουσας και των αναιρεσιβλήτων.

Ότι η παροχή αυτή συνιστούσε μισθολογικό, μετεργασιακό αντάλλαγμα για την εργασία που παρείχαν κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου και ότι ο λογαριασμός ήταν μόνο τυπικά αυτοδιοικούμενος καθώς η αναιρεσείουσα είχε δεσπόζοντα ρόλο στη λειτουργία του, εγγυώμενη την καταβολή της παροχής, για την οποία δεν υπήρχε δυνατότητα μείωσης, έχοντας δημιουργήσει σύστημα εγγυημένων και προκαθορισμένων παροχών που αποτέλεσαν όρο των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους.

Ότι, επικουρική, η αναιρεσείουσα κάλυπτε τα ταμειακά ελλείμματα του λογαριασμού, με αποτέλεσμα να τους καταβάλλονται οι παροχές που δικαιούνταν, δημιουργώντας έτσι επιχειρησιακή συνήθεια, έως το Νοέμβριο του 2017, οπότε και διέκοψε την καταβολή της εν λόγω παροχής. Σε ακολουθία του ιστορικού αυτού ζητούσαν να αναγνωριστεί η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να τους καταβάλει τα ποσά που αντιστοιχούσαν στη μηνιαία επικούρηση για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 2018 και εντεύθεν, καθώς και μία μηνιαία επικούρηση ως δώρο Χριστουγέννων, 1/2 της μηνιαίας επικούρησης ως δώρο Πάσχα και της μηνιαίας επικούρησης ως επίδομα αδείας ετησίως και στο διηνεκές, άλλως να αναγνωριστεί η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να συνεχίσει να καταβάλει στο ΛΕΠΕΤΕ τα χρηματικά ποσά, που υπολείπονται και απαιτούνται κάθε μήνα για την συνέχιση της καταβολής σε αυτούς της χορηγούμενης από το ΛΕΠΕΤΕ επικούρησης και να αναγνωριστεί η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει σε καθένα από αυτούς το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης για την προσβολή της προσωπικότητάς τους.

Η αγωγή έγινε κατά ένα μέρος δεκτή με την υπ' αριθ. 706/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Μετά την άσκηση εφέσεως, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 5317/2021 απόφαση του Εφετείου ..., η οποία ως προς τις κρίσιμες για τον αναιρετικό έλεγχο παραδοχές της δέχθηκε τα ακόλουθα: "....Ο Λογαριασμός Επικούρησης Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας (Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.) ιδρύθηκε κατόπιν αποφάσεων των Γενικών Συνελεύσεων του Ταμείου Αλληλοβοήθειας των Υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας (Ε.Τ.Ε.) και του Ταμείου Αλληλοβοήθειας Εισπρακτόρων και Κλητήρων της Ε.Τ.Ε., ως κοινός κλάδος τους, με σκοπό την καταβολή "χρηματικού βοηθήματος είτε εφάπαξ είτε υπό τύπον συντάξεως ή μερίσματος" στους υπαλλήλους της Ε.Τ.Ε., οι οποίοι εξέρχονταν της υπηρεσίας της Τράπεζας λόγω γήρατος, ατυχήματος ή νόσου ή στις οικογένειες αποβιωσάντων υπαλλήλων.

Ο καταρτισθείς με τις εν λόγω αποφάσεις αλληλοβοηθητικών ταμείων Ειδικός Κανονισμός Λειτουργίας του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε. εγκρίθηκε από το Γενικό (Διοικητικό) Συμβούλιο της Ε.Τ.Ε. κατά την 13η/18.11.1949 συνεδρίαση του και τέθηκε σε ισχύ από 1.1.1949. Μετά τη συγχώνευση, δυνάμει των διατάξεων του Ν. 2292/1953, της Ε.Τ.Ε. με την Τράπεζα ..., εισήχθη στο Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.

ο κλάδος επικουρικής σύνταξης του Ταμείου Υγείας και Ασφαλίσεων κατά της Ασθένειας των Εργαζομένων της Τράπεζας ... και έκτοτε ο Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε. λειτουργούσε ως κοινός κλάδος των ανωτέρω τριών αλληλοβοηθητικών σωματείων, με σκοπό την παροχή επικουρικής σύνταξης στους υπαλλήλους της Ε.Τ.Ε., που εξέρχονται από αυτή και είναι ασφαλισμένοι για κύρια σύνταξη στο Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Ε.Τ.Ε.

και στο Ταμείο Συντάξεων Υπαλλήλων της Τράπεζας .... Ακολούθως, δυνάμει του άρθρου 1 Ν. 1134/1981, τα ανωτέρω αλληλοβοηθητικά σωματεία συγχωνεύθηκαν με το Ταμείο Υγείας και Πρόνοιας Προσωπικού Ε.Τ.Ε. (Τ.Υ.Π.Π.Ε.Τ.Ε. και νυν Τ.Υ.Π.Ε.Τ.), το οποίο, δυνάμει του άρθρου 4 ιδίου Νόμου, κατέστη οιονεί καθολικός διάδοχος αυτών ως προς το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Κανονισμού του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε., ο εν λόγω έντοκος ειδικός λογαριασμός ιδρύθηκε "παρά τη Εθνική Τράπεζα", με σκοπό την παροχή μηνιαίας επικούρησης στο εξελθόν και εξερχόμενο προσωπικό της Ε.Τ.Ε., με την πρόβλεψη ότι στον Λογαριασμό αυτό θα πιστώνονται οι προβλεπόμενοι από τη διάταξη του άρθρου 3 του Κανονισμού πόροι.

Ο ως άνω Κανονισμός τροποποιήθηκε και αναμορφώθηκε από την 1.1.1996, μετονομαζόμενος έκτοτε σε "Ειδικό Κανονισμό Επικουρήσεως του Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος". Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του νέου Ειδικού Κανονισμού του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε., ο τελευταίος συστάθηκε από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ως έντοκος κοινός ειδικός λογαριασμός "επί τω σκοπώ της επικουρήσεως του Ταμείου Αλληλοβοήθειας των υπαλλήλων της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος και του Ταμείου Αλληλοβοήθειας Εισπρακτόρων και Κλητήρων Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος των μελών αυτών, εξελθόντων και εξερχόμενων της υπηρεσίας της Τραπέζης ταύτης, συμφώνως προς τα εδάφια ε' των άρθρων 2 των Καταστατικών αμφοτέρων των ειρημένων Ταμείων".

Από τη δε παράγραφο 2 του άρθρου 1 του νέου Ειδικού Κανονισμού συνάγεται ότι προϋπόθεση παροχής της μηνιαίας επικούρησης στο εξερχόμενο προσωπικό είναι η ιδιότητα του, προ της εξόδου· του, ως ασφαλισμένου στο Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού της Τράπεζας (πρώην) Εθνικής ή στο τοιούτο της Τράπεζας (πρώην) ...

και η συνταξιοδότησή του από τα παραπάνω Ταμεία. Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 του άρθρου 2 του Ειδικού Κανονισμού Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε., όπως αυτός τροποποιήθηκε το έτος 2008 με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εθνικής Τράπεζας, τον εν λόγω Λογαριασμό διαχειρίζεται οκταμελής Διαχειριστική Επιτροπή, απαρτιζόμενη από:

α) τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της Εθνικής Τράπεζας ως Πρόεδρο, β) δύο υπαλλήλους της Εθνικής Τράπεζας εκ των υπηρετούντων στην Αθήνα, με τον βαθμό τουλάχιστον του Υποδιευθυντή Β', οι οποίοι ορίζονται από τη Διοίκηση της Τράπεζας, γ) τους προέδρους των διοικητικών συμβουλίων: 1) του Τ.Υ.Π.- Ε.Τ.Ε., 2) του Συλλόγου Υπαλλήλων Ε.Τ.Ε.

και 3) του Συλλόγου Εργαζομένων στην Ε.Τ.Ε. Ταμιακών, Τεχνικών και κλάδου Ασφάλειας (Σ.Υ.Τ.Α.Τ.Ε.), οριζόμενων από τα αντίστοιχα διοικητικά συμβούλια, δ) ένα μέλος του Δ.Σ. του Τ.Υ.Π.- Ε.Τ.Ε., οριζόμενο από το Δ.Σ. του εν λόγω Ταμείου και ε) τον Πρόεδρο του Δ.Σ. του Συλλόγου των Συνταξιούχων Ε.Τ.Ε., οριζόμενο από το Δ.Σ.

του Συλλόγου. Κατά δε την παρ. 2 του άρθρου 2 του ανωτέρω Ειδικού Κανονισμού: "Η Διαχειριστική Επιτροπή διοικεί και διαχειρίζεται την περιουσία του Ειδικού Λογαριασμού και μεριμνά δια την επωφελεστέραν τοποθέτησιν των διαθεσίμων κεφαλαίων, απαγορευομένης πάσης χορηγήσεως δανείων, μεριμνά και ελέγχει την κανονικήν είσπραξη των εισφορών και των λοιπών πόρων αυτού, ως και των υπ' αυτού ενεργούμενων καταβολών, συμφώνως προς τα, δια των σχετικών άρθρων, καθοριζόμενα.

Ομοίως αποφασίζει κυριαρχικώς, συμφώνως τω άρθρω 9, εδαφ. 3, περί του ποσού της καταβλητέας εκάστοτε εις τους δικαιούχους επικουρήσεως, αναλόγως των οικονομικών δυνατοτήτων του Ειδικού Λογαριασμού, της αποφάσεώς της ισχυούσης καθολικώς δι' άπαντας τους επικουρούμενους, ήτοι τόσον δια τους μέχρι της ισχύος τούτης επικουρουμένους όσον και τους μετ' αυτήν, ή περί επιστροφής γενομένων κρατήσεων εις μη δικαιωθέντας επικουρήσεως, ή περί διακοπής απονεμηθείσης επικουρήσεως και εγκρίνει του προϋπολογισμούς, ισολογισμούς και απολογισμούς, βάσει του ημερολογιακού έτους".

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 3 του Ειδικού Κανονισμού "Η Υπηρεσία του Ειδικού Λογαριασμού εν γένει διεξάγεται υπό υπαλλήλων της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, οριζομένων υπό του Προέδρου της Διαχειριστικής Επιτροπής Διευθύνοντος Συμβούλου της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος ή, απόντος ή κωλυομένου αυτού, υπό του αναπληρωτού του.

Μεταξύ των υπαλλήλων τούτων ορίζεται υπό της Δ.Ε. ο Διευθυντής και αναπληρωτής αυτού ως και ο Προϊστάμενος του Γραφείου", ενώ κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 του Ειδικού Κανονισμού: "Πόροι (του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.) είναι οι κάτωθι: 1) Εισφορά των εν ενεργεία ή διαθεσιμότητι μισθωτών της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος 3,5% επί των πάσης φύσεως αποδοχών αυτών ως και τυχόν καταβαλλομένων ποσοστών επί των κερδών της Τραπέζης, 2) Εισφορά της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος 9% επί των αυτών ποσών (εφ' ων υπολογίζεται η εισφορά των μισθωτών ως αμέσως ανωτέρω αναφέρεται), 3) Εφ' άπαξ εισφορά των από της ισχύος του παρόντος εις πρώτον γάμον ερχομένων ασφαλισμένων,ίση προ το λόγω γάμου παρεχόμενον υπό της Τραπέζης επίδομα τριών μηνών...., 4) Εφ' άπαξ εισφορά δι' έκαστον αποκτώμενον τέκνον, ίση προς το λόγω του δηλουμένου τέκνου παρεπόμενον υπό της Τραπέζης επίδομα τριών μηνών ...., 5) Εισφορά της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος ίση με την καταβαλλομένη τοιαύτην παρά των ησφαλισμένων ή συνταξιούχων λόγω γάμου και τέκνων, κατά τα εις τα υπ' αριθ. 3 και 4 εδάφια του παρόντος άρθρου αναφερόμενα, 6) Ποσόν εκ των προμηθειών εξ ασφαλιστικών εργασιών διενεργούμενων μέσω των Υπηρεσιών της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, καθοριζομένου εκάστοτε υπό της Διοικήσεως της Τραπέζης ταύτης, 7) Οι τόκοι των κεφαλαίων του Ειδικού Λογαριασμού και οι πρόσοδοι εξ επενδύσεων τούτων, 8) Οι πρόσοδοι εξ εκποιήσεως αχρήστου τη Εθνική Τραπέζη της Ελλάδος υλικού και 9) Πάσα άλλη πρόσοδος εκ δωρεάς κλπ".

Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 του ως άνω Ειδικού Κανονισμού, περί των αποθεματικών και παροχών του Λογαριασμού: "1. Εκ του συνόλου των ετησίων εσόδων του Ειδικού Λογαριασμού, καθορίζεται υπό της Διαχειριστικής Επιτροπής το ποσοστό της κρατήσεως βάσει των εκάστοτε λογιστικών δεδομένων, δια τον σχηματισμόν αποθεματικού.

Το απομένον υπόλοιπο χρησιμοποιείται προς εξυπηρέτηση των επικού ρήσεων, 2. Η Επικούρηση των δικαιούχων του άρθρου 8 του παρόντος, καθορίζεται σε ποσοστά επί των συνταξίμων αποδοχών, ανάλογα των συνταξίμων ετών, πλέον οικογενειακών επιδομάτων, όπως παρακάτω..... 5. Ως συντάξιμες αποδοχές, με εξαίρεση τις περιπτώσεις της παρ. 6, λαμβάνονται υπόψη αποκλειστικά και μόνο:

α) Ο βασικός μισθός του μισθολογικού κλιμακίου ή του βαθμού που κατείχαν ή κατέχουν οι ασφαλισμένοι ή οι επικουρούμενοι κατά την ημερομηνία κατά την οποίαν εξήλθαν ή εξέρχονται από την ενεργό υπηρεσία της Τραπέζης....β) Τυχόν προσαυξήσεις των βασικών μισθών, εφόσον λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της χορηγούμενης συντάξεως, κατά τις διατάξεις του Κανονισμού του Ταμείου Συντάξεων, γ) Το επίδομα πολυετούς υπηρεσίας, το οποίο υπολογίζεται επί του βασικού μισθού και των προσαυξήσεων των εδ.

α' και β' της παρούσης, για κάθε συντάξιμο έτος, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 3 του παρόντος, με τα ίδια ποσοστά, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις και στην ίδια έκταση, όπως κατ' αναλογία χορηγείται κάθε φορά από την Τράπεζα στο εν ενεργεία προσωπικό της....δ) Το επιστημονικό επίδομα, το οποίο υπολογίζεται επί του βασικού μισθού και των προσαυξήσεων των εδ.

α' και β' της παρούσης, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις και στην ίδια έκταση, όπως κατ' αναλογία χορηγείται κάθε φορά από την Τράπεζα στο εν ενεργεία προσωπικό της....ε) Το επίδομα του βαθμού, το οποίο οι ασφαλισμένοι ή επικουρούμενοι κατείχαν κατά την έξοδό τους από την Τράπεζα και το οποίο υπολογίζεται όπως το χορηγεί η Τράπεζα στους εν ενεργεία υπαλλήλους της του αντίστοιχου βαθμού. 8.

Το κατώτατο ποσό καταβλητέας επικούρησης δεν μπορεί να είναι μικρότερο από τα εκάστοτε ισχύοντα κατώτατα όρια των παροχών του ΙΚΑ- TEAM για περιπτώσεις γήρατος ή θανάτου, 9. Με κάθε αναπροσαρμογή του μισθολογίου του εν ενεργεία προσωπικού της Τραπέζης, η Διαχειριστική Επιτροπή αποφασίζει ανάλογη αναπροσαρμογή των επικουρήσεων, με βάση τα απολογιστικά στοιχεία της προηγούμενης χρήσεως και τα προϋπολογιστικά της τρέχουσας.

Η Διαχειριστική Επιτροπή, αν κρίνει, βάσει των παραπάνω στοιχείων, ότι η οικονομική κατάσταση του Λογαριασμού δεν το επιτρέπει, μπορεί να αποφασίζει την αναστολή της αναπροσαρμογής για όσο διάστημα κρίνει αναγκαίο ή τη σταδιακή αναπροσαρμογή των επικουρήσεων ή την αναπροσαρμογή τους σε μικρότερο ποσοστό....".

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ο Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε. συνιστά συμβατικής προέλευσης (άρθρο361 ΑΚ) ειδικό λογαριασμό συγκέντρωσης περιουσίας, ο οποίος στερείται νομικής προσωπικότητας και έχει ως βασικό σκοπό τη μετεργασιακή επικούρηση των αποχωρούντων από την ενεργό υπηρεσία υπαλλήλων της εναγόμενης (με τη μορφή της παροχής σε αυτούς εν είδει επικουρικής μηνιαίας σύνταξης).

Πρόκειται επομένως για ειδικό λογαριασμό ιδιωτικής προαιρετικής επικουρικής ασφάλισης, ο οποίος ιδρύθηκε και διατηρείται επί περίπου εβδομήντα έτη από την εναγόμενη ως εργοδότρια, λειτουργώντας ως εσωτερική υπηρεσία της, στελεχωμένη από υπαλλήλους της, οι οποίοι ορίζονται κάθε φορά από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγόμενης και Πρόεδρο της Διαχειριστικής Επιτροπής του λογαριασμού (άρθρα 3 του Ειδικού Λογαριασμού του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.).

Συνακόλουθα ο Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε. δεν συνιστά φορέα επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης με την έννοια των άρθρων 3 παρ. 1 Ν. 997/1979, 10 παρ. 1 εδ. β' και 18 παρ. 3 Ν. 1902/1990, 9 παρ. 1 Ν. 1976/1991, 2 παρ. 4 εδ. β' Ν. 2084/1992 και 12 Ν. 1406/1983, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη με τον Α' λόγο έφεσης (επικαλούμενη δήθεν παραβίαση των παραπάνω διατάξεων), ενόψει και του ότι ουδέποτε υπήρξε στον εν λόγω λογαριασμό οιαδήποτε κρατική εποπτεία ή παρέμβαση τόσο κατά την ίδρυσή του όσο και κατά τη λειτουργία του και ιδίως τη χρηματοδότηση του.

Οι ανωτέρω παραδοχές δεν αναιρούνται από την, κατά τα άρθρα 57 έως 64 του Ν. 3371/2005, υποχρεωτική υπαγωγή στην ασφάλιση των προσλαμβανομένων από την 1.1.2005 εργαζόμενων της εναγόμενης στο επικουρικό κοινωνικοασφαλιστικό ταμείο του Ε.Τ.Ε.Α.Μ. (Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών) αντί αυτής του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε., δοθέντος ότι ο νομοθέτης δύναται να δημιουργεί ασφαλιστικούς φορείς, υπάγοντας υποχρεωτικώς σε αυτούς κατηγορίες εργαζομένων και συνταξιούχων, έστω και αν αυτοί καλύπτονται ασφαλιστικώς από ταμεία, στηριζόμενα στην ιδιωτική βούληση και, μάλιστα, ανεξαρτήτως των συμφωνιών μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών, εφόσον, όμως, τα ταμεία αυτά ούτε διαλύονται με νόμο, ούτε αφαιρείται η περιουσία τους και, ως εκ τούτου, καταλείπεται έδαφος να συνεχίσουν τη λειτουργία τους, σύμφωνα, κατ' αρχήν, με τις ειδικότερες συμφωνίες των μερών.

Ενόψει των ανωτέρω παραδοχών και εφόσον ο Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε. δεν συστάθηκε ούτε λειτούργησε ως φορέας κοινωνικής ασφάλισης, ουδέποτε η εναγόμενη, μέχρι και το έτος 2017, εφάρμοσε στον λογαριασμό τις κοινωνικοασφαλιστικές διατάξεις του Ν. 2084/1992, όπως εκείνη του άρθρου 52 παρ. 2 περί εισφοράς 1 προς 1 ασφαλισμένου και εργοδότη στους πόρους του λογαριασμού, ενώ αντίθετα εξακολούθησε να εφαρμόζει την προβλεπόμενη από το άρθρο 5 του Ειδικού Κανονισμού του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.

εισφορά 3,5% από τους ασφαλισμένους επί των πάσης φύσεως μισθολογικών αποδοχών τους προς 9% επί των ως άνω αποδοχών από την ίδια. Το γεγονός δε ότι ο λογαριασμός δεν συνιστά φορέα επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης, αλλά ειδικό λογαριασμό ιδιωτικής προαιρετικής επικουρικής ασφάλισης επιβεβαίωσε ομόφωνα και η Διαχειριστική Επιτροπή του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.

κατά την υπ' αριθ. 241/26.10.1995 συνεδρίασή της, όπου ρητώς αποδέχθηκε τη συμβατική φύση του λογαριασμού και προσδιόρισε τον κύριο σκοπό του, ως αναγόμενο στην οικονομική ενίσχυση των αποχωρούντων από την υπηρεσία εργαζομένων της Ε.Τ.Ε., εκ των οποίων συνάγεται ότι η προβλεπόμενη από τον Κανονισμό του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.

μηνιαία επικούρηση δεν έχει τον χαρακτήρα επικουρικής σύνταξης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη με τον Α' λόγο της έφεσης, αλλά εκείνον της εργοδοτικής παροχής, που είχε καταστεί περιεχόμενο των ατομικών συμβάσεων εργασίας του προσωπικού της εναγόμενης. Επιχείρημα υπέρ της θέσεως αυτής προκύπτει και από το γεγονός ότι ήδη από το έτος 1995, με τροποποίηση του άρθρου 9 του Ειδικού Κανονισμού του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.

και κατόπιν ομόφωνης απόφασης της Διαχειριστικής του Επιτροπής, αποσυνδέθηκε ο υπολογισμός των χορηγούμενων επικουρήσεων του λογαριασμού επί των εκάστοτε καταβαλλόμενων συντάξιμων αποδοχών των δικαιούχων και πλέον έκτοτε γίνεται επί των εκάστοτε καταβαλλόμενων μισθολογικών αποδοχών των εν ενεργεία υπαλλήλων της εναγόμενης (ιδίως άρθρο 9 παρ. 5 Ειδικού Κανονισμού του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε., όπως τροποποιήθηκε το έτος 1995, κατά την προαναφερόμενη υπ' αριθ. 241/26.10.1995 συνεδρίαση της Διαχειριστικής Επιτροπής σε συνδυασμό και με την υπ' αριθ. 1047/22.11.1995 συνεδρίασή της).

Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι, με την ίδια, από έτους 1995 τροποποίηση του Κανονισμού του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε., καταργήθηκε η παρ. 3 του άρθρου 9 του εν λόγω Κανονισμού, η οποία προέβλεπε τη δυνατότητα μείωσης των χορηγούμενων επικουρήσεων, κατόπιν απόφασης της Διαχειριστικής Επιτροπής και έγκρισης του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης, βάσει της εκάστοτε οικονομικής κατάστασης του λογαριασμού και ως εκ τούτου δεν υπόκειται πλέον έκτοτε στη διακριτική ευχέρεια των οργάνων διαχείρισης του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.

η περικοπή του ύψους των καταβαλλόμενων επικουρήσεων στους δικαιούχους του. Ωστόσο, επειδή από την επισκόπηση του Ειδικού Κανονισμού του Λογαριασμού, δεν προκύπτει ότι προβλέπεται από συγκεκριμένη διάταξή του νομική δέσμευση της εναγόμενης να καλύπτει, πέρα της προβλεπόμενης στο άρθρο 5 εισφοράς της, τα όποια προκύπτοντα χρηματικά ελλείμματα του λογαριασμού, ώστε να συνεχίζεται απρόσκοπτα η καταβολή στους ασφαλισμένους του, των προβλεπόμενων μηνιαίων επικουρήσεων, συνάγεται καταρχήν ότι προϋπόθεση καταβολής των επικουρήσεων αυτών είναι η οικονομική βιωσιμότητα του Λογαριασμού, ο οποίος επομένως δεν λειτουργεί ρητά ως πρόγραμμα καθορισμένων παροχών, σύμφωνα με το υπ' αριθ. 19 Διεθνές Λογιστικό Πρότυπο.

Ερευνητέο συνεπώς εάν υφίσταται τεκμαιρόμενη δέσμευση της εναγόμενης ως εργοδότριας να καλύπτει τις οικονομικές αδυναμίες του Λογαριασμού για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του, βάσει πρακτικής, με τη μακρόχρονη εκ μέρους της κάλυψη των σχετικών ταμειακών ελλειμμάτων, ώστε να προκύπτει η κατάρτιση σιωπηρής συμφωνίας των μερών για τη συνέχιση της πρακτικής αυτής στο διηνεκές.

Όπως εκτίθεται στην υπό κρίση αγωγή και συνομολογείται από την εναγόμενη, η τελευταία προέβαινε, από το έτος 2007, σε αδιάλειπτη κάλυψη των ταμειακών ελλειμμάτων του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε., ανάγκη χρηματοδότησης που ανέκυψε επιτακτικά από το 2005, όταν ο λογαριασμός άρχισε να εμφανίζει ταμειακά ελλείμματα, οφειλόμενα αφενός στις αποφασισθείσες αυξήσεις των καταβαλλόμενων επικουρήσεων σε όλους τους εξερχόμενους πριν την 1.11.2004 δικαιούχους του και αφετέρου- ιδίως- στην υποχρεωτική, βάσει του άρθρου 58 Ν. 3371/2005, υπαγωγή των νεοπροσλαμβανόμενων από 1.1.2005 εργαζομένων της εναγόμενης στο Ε.Τ.Ε.Α.Μ.

και όχι στο Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε., με αποτέλεσμα ο τελευταίος να καταστεί χρηματοδοτούμενος από κλειστή ομάδα εν ενεργεία εργαζομένων της Ε.Τ.Ε., που έβαιναν συνεχώς μειούμενοι, καθώς δεν εγγράφονταν νέα μέλη, γεγονός που είχε ως συνέπεια να μειώνεται βαθμιαία η τροφοδότηση του λογαριασμού από εισφορές των εργαζομένων και της εναγόμενης και να αναμένεται μελλοντικά η παύση χρηματοδότησης του λογαριασμού από τις πηγές αυτές.

Για τον λόγο δε αυτό και προκειμένου να διασφαλιστεί η ταμειακή επάρκεια του λογαριασμού, ο οποίος από την ίδρυσή του λειτουργεί ως ομάδα περιουσίας, αποφασίστηκε ομόφωνα, κατά την, υπ' αρ. 395/26.10.2005, συνεδρίαση της Διαχειριστικής του Επιτροπής, η ανασυγκρότηση της επιτροπής επενδύσεων του, έτσι ώστε να μετέχουν σε αυτήν, εκτός από τους Προέδρους των Δ.Σ.

του Τ.Υ.Π.Ε.Τ., του Σ.Υ.Ε.Τ.Ε. και του Συλλόγου Συνταξιούχων της Ε.Τ.Ε., που τη συγκροτούσαν μέχρι τότε και δύο υψηλόβαθμα διευθυντικά στελέχη της εναγόμενης και συγκεκριμένα ο Γενικός Διευθυντής της "Διεθνικής Α.Ε." και ο Διευθυντής Διαχείρισης και Χρηματαγοράς, οι οποίοι διαθέτουν εξειδικευμένες γνώσεις της χρηματαγοράς και οι οποίοι, κατόπιν ρητής απόφασης της Διαχειριστικής Επιτροπής του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε., θα συνεργάζονταν υποχρεωτικά με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγόμενης και Πρόεδρο του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.

για θέματα επενδύσεων του αποθεματικού του λογαριασμού. Έκτοτε έγινε προσπάθεια οικονομικής ενδυνάμωσης του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε. με επενδυτικές κινήσεις, που οδήγησαν μάλιστα την κατηγοριοποίηση του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε. σε "επαγγελματία πελάτη" κατά την έννοια των διατάξεων του Ν. 3606/2007, όπως άλλωστε επιβεβαιώθηκε ομόφωνα στην, από 23.2.2010, συνεδρίαση Διαχειριστικής Επιτροπής του.

Πλην όμως, ο μοναδικός σκοπός της επενδυτικής επιτροπής ήταν η επωφελής τοποθέτηση των διαθεσίμων κεφαλαίων του λογαριασμού, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 2 του Ειδικού Κανονισμού του, η επιτροπή, υπό τη νέα διευρυμένη σύνθεσή της, προέβη συστηματικά σε επένδυση των αποθεματικών του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.

αποκλειστικά με μετοχές της Ε.Τ.Ε., με αποτέλεσμα, όταν με την πάροδο των ετών μειώθηκε ραγδαία η αξία των εν λόγω μετοχών, να μειωθούν αναλόγως τα αποθεματικά του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε. και να σημειωθούν τα πρώτα ταμειακά του ελλείμματα. Στην οικονομική αποδυνάμωση του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε. συνέτειναν περαιτέρω οι επιχειρηματικές αποφάσεις της εναγόμενης να εξαγγέλλει, κατά καιρούς, προγράμματα εθελουσίας εξόδου των εργαζομένων της, προκειμένου να πετύχει μείωση των δαπανών της από μισθολογικό κόστος (ενδεικτικά αναφέρονται τα προγράμματα εθελουσίας εξόδου των ετών 2000, 2001, 2002, 2004, 2006, 2008, 2013 και 2016, κατά τη διάρκεια των οποίων αποχώρησαν από την Ε.Τ.Ε.

πάνω από 7.000 εργαζόμενοι). Συγκεκριμένα από την εφαρμογή των διαφόρων προγραμμάτων εθελουσίας εξόδου ο Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε. αφενός απώλεσε σημαντικό ποσοστό των πόρων του και δη των εργατικών και εργοδοτικών εισφορών, λόγω της αποχώρησης προώρως από την ενεργό υπηρεσία μεγάλου αριθμού εργαζομένων και αφετέρου υποβλήθηκε πολύ νωρίτερα απ' ό,τι αναμενόταν στο κόστος της καταβολής των επικουρήσεων στους συμμετέχοντες στις εθελούσιες εξόδους και συνακόλουθα συνταξιοδοτούμενους δικαιούχους.

Ως εκ τούτου με τα προγράμματα εθελουσίας εξόδου της εναγόμενης ανατράπηκε η αναλογιστική ισορροπία του Λογαριασμού, αφού αποδυναμώθηκε το κεφάλαιο του, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από την εναγόμενη με τον Β' λόγο έφεσης είναι αβάσιμα, ενώ επιπλέον είναι αλυσιτελείς οι εκεί παρατιθέμενοι ισχυρισμοί της, περί συνταγματικότητας της νομοθετικής ρύθμισης της εθελούσιας εξόδου και έλλειψης παράνομης συμπεριφοράς της εναγόμενης κατά την εφαρμογή της, διότι εν προκειμένω δεν τίθεται ζήτημα νομιμότητας των προγραμμάτων εθελούσιας εξόδου, αλλά της επίπτωσής τους στα έσοδα και έξοδα του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.

Έτσι, κατόπιν των ανωτέρω, σε όλους τους προϋπολογισμούς του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε., από το έτος 2005 και μετά, τα έξοδα του Λογαριασμού (από τις παροχές) άρχισαν να υπερβαίνουν βαθμιαία τα έσοδά του (από τις εισφορές), γεγονός που οδήγησε σε κίνδυνο της βιωσιμότητάς του και σε οξύ πρόβλημα ταμειακής ρευστότητας, ως προς τη δυνατότητα απρόσκοπτης καταβολής των μηνιαίων επικουρήσεων στους δικαιούχους του.

Εξάλλου, σε σχέση με την κάλυψη από την εναγόμενη των ταμειακών ελλειμμάτων του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε. παρατηρείται ότι, από το έτος 2007 μέχρι και το έτος 2017, ακολουθήθηκε η αδιάλειπτη χρηματοδότηση του λογαριασμού εκ μέρους της, με την καταβολή, πέραν της προβλεπόμενης εισφοράς της 9% επί των αποδοχών των εν ενεργεία εργαζομένων της, των απαιτούμενων κάθε φορά ταμειακών ελλειμμάτων του λογαριασμού, ώστε να καθίσταται εφικτή η συνέχιση καταβολής των προβλεπόμενων επικουρήσεων στους δικαιούχους του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε., σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 9 του Κανονισμού του.

Ειδικότερα, το έτος 2007, η Ε.Τ.Ε. κατέβαλε στον Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε. το ποσό των 13.631.000 ευρώ, το έτος 2008 τα ποσά των 3.500.000, 3.000.000, 6.100.000 και 3.550.000 ευρώ, το έτος 2009 τα ποσά των 3.500.000, 3.550.000 και 3.600.000 ευρώ, το έτος 2010 το ποσό των 2.260.000 ευρώ, το έτος 2011 το ποσό των 1.565.000, το έτος 2012 το ποσό των 5.350.000 ευρώ, το έτος 2013 το ποσό των 3.900.000 ευρώ, το έτος 2014 το ποσό των 6.600.000 ευρώ, το έτος 2015 το ποσό των 7.800.000 ευρώ, το έτος 2016 το ποσό των 6.900.000 ευρώ και το έτος 2017 το ποσό των 12.160.000 ευρώ.

Για όλες τις ανωτέρω καταβολές καταρτίστηκαν μεταξύ της καταβάλλουσας εναγόμενης και του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε., εκπροσωπούμενου από τη Διευθυντή της Διαχειριστικής Επιτροπής του, ιδιωτικά συμφωνητικά συμβάσεων δανείων, στα οποία αναγράφηκε ότι οι χορηγήσεις των αντίστοιχων ποσών συνιστούσαν "έκτακτες ταμειακές διευκολύνσεις, χωρίς να δημιουργούν δέσμευση της εναγόμενης για την καταβολή τους στο μέλλον και χωρίς να συνιστούν αναγνώριση της υποχρέωσης της εναγόμενης για την καταβολή τους στο μέλλον και χωρίς να συνιστούν αναγνώριση της υποχρέωσης της εναγόμενης να τις καταβάλλει" και ότι περαιτέρω "ο δανειζόμενος Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.

αναλάμβανε την υποχρέωση να επιστρέψει στην εναγόμενη τις εν λόγω καταβληθείσες ταμειακές διευκολύνσεις, το συντομότερο δυνατόν, ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες του.". Οι ανωτέρω ωστόσο επικαλούμενες από την εναγόμενη δανειακές συμβάσεις είναι άκυρες, καθόσον καταρτίστηκαν εκ μέρους της με αντισυμβαλλόμενο τον Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε., ο οποίος, ως μη αυτοτελές νομικό πρόσωπο ή αναγνωρισμένη από την έννομη τάξη αυτόνομη οντότητα και δη ως ομάδα περιουσίας, δεν διαθέτει νομική προσωπικότητα ούτε ικανότητα δικαίου και ως εκ τούτου στερείται δικαιοπρακτικής ικανότητας για την ανάληψη συμβατικής ευθύνης από την κατάρτιση δανείου, δοθέντος και του ότι αφίσταται του καταστατικού σκοπού του συγκεκριμένου νομικού μορφώματος η κατάρτιση εκ μέρους του αμφοτεροβαρών συμβάσεων, όπως το - άτοκο εν προκειμένω - δάνειο, ως νομικώς αναγκαία, για την επίτευξη του επιδιωκόμενου συγκεκριμένου σκοπού του, δικαιοπραξία.

Περαιτέρω, ο Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε. δεν μπορούσε να εκπροσωπηθεί δικαιοπρακτικά για την κατάρτιση των δανειακών συμβάσεων από τη Διαχειριστική του Επιτροπή, καθόσον από καμία διάταξη του Ειδικού Κανονισμού του δεν χορηγείται αρμοδιότητα ανάληψης υποχρεώσεων για τον Λογαριασμό από την Επιτροπή αυτή, η οποία δύναται να διαχειρίζεται την περιουσία του (άρθρο 2 παρ. 2 του Κανονισμού, όπου περιοριστικά αναφέρονται οι αρμοδιότητες της Διαχειριστικής Επιτροπής, χωρίς να περιλαμβάνονται σε αυτές η ικανότητά της να δεσμεύει νομικά τον λογαριασμό, με την κατάρτιση επαχθών ή μη, δικαιοπραξιών στο όνομά του).

Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν υποτεθεί ότι οι ανωτέρω συμβάσεις είχαν καταρτιστεί νόμιμα μεταξύ της εναγόμενης και του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε., προκύπτει αδιαμφισβήτητα από το περιεχόμενο τους ότι επρόκειτο για συμβάσεις, που χαρακτηρίστηκαν προσχηματικά από αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη ως δανειακές, καθόσον αμφότεροι οι αντισυμβαλλόμενοι γνώριζαν εξαρχής ότι υπήρχε αντικειμενική αδυναμία επιστροφής των χρημάτων από το Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.

στην εναγόμενη εις το διηνεκές, ενόψει της προδιαγεγραμμένης αδυναμίας οικονομικής ανάκαμψης του λογαριασμού στο μέλλον. Επρόκειτο συνεπώς για εικονικές και ως εκ τούτου άκυρες δανειακές συμβάσεις, οι οποίες συνιστούσαν στην πραγματικότητα οικειοθελείς παροχές της εναγόμενης προς τους δικαιούχους του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε., με τη μορφή της άνευ νομικής υποχρέωσης διαρκούς χρηματοδότησής του, προς επίτευξη της αδιάλειπτης εκ μέρους του παροχής των επικουρήσεων.

Οι ως άνω μάλιστα οικειοθελείς παροχές της εναγόμενης έλαβαν χώρα χωρίς διατύπωση ρητής επιφύλαξης διακοπής τους στο μέλλον, καθόσον προϋπόθεση της "επιφύλαξης ελευθεριότητας" της οικειοθελούς παροχής στο μέλλον συνιστά η προηγούμενη γνωστοποίησή της από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, η οποία ωστόσο (γνωστοποίηση) ουδέποτε υπήρξε στην υπό κρίση περίπτωση, καθόσον δεν προέκυψε ότι το περιεχόμενο των επικαλούμενων από την εναγόμενη ιδιωτικών συμφωνητικών δανείων κατέστη γνωστό στους ενάγοντες ή ότι ενημερώθηκαν αυτοί καθ' οιονδήποτε τρόπο από την εναγόμενη για το ενδεχόμενο διακοπής της καταβολής των επικουρήσεων στο μέλλον.

Τέτοια προσωπική και ειδική ενημέρωση των εναγόντων δεν συνάγεται απαραιτήτως, ούτε από τη συνυπογραφή των εν λόγω δανείων από τον Διευθυντή της Διαχειριστικής Επιτροπής του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε. ή τη συμμετοχή εκπροσώπου των συνταξιούχων στη Διαχειριστική Επιτροπή, ούτε από τις 1.8.2008 και 3.4.2009 ανακοινώσεις της Γενικής Διεύθυνσης Ανθρωπίνου Δυναμικού, που αναρτήθηκαν στη σελίδα της Εσωτερικής Επικοινωνίας της εναγόμενης.

Συνεπώς, ευλόγως δημιουργήθηκε στους ενάγοντες, πρώην εργαζόμενους και ήδη συνταξιούχους της εναγόμενης, η πεποίθηση ότι οι επικουρήσεις θα εξακολουθούσαν να τους καταβάλλονται ανελλιπώς και στο μέλλον, παρά τις όποιες ταμειακές δυσχέρειες του Λογαριασμού, δημιουργώντας βάσιμο δικαίωμα προσδοκίας για την παροχή τους.

Ενόψει των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι από τη γενική, μακρόχρονη και ομοιόμορφη συμπεριφορά της εναγόμενης, που συνίστατο στην κάλυψη, επί έντεκα τουλάχιστον συναπτά έτη (2007-2017), των ταμειακών ελλειμμάτων του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε., ώστε να λαμβάνουν οι δικαιούχοι του τις προβλεπόμενες από τον Κανονισμό του μηνιαίες επικουρήσεις, καταρτίστηκε μεταξύ αφενός της εναγόμενης και αφετέρου των εργαζομένων της- δικαιούχων του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.- σιωπηρή συμφωνία, δυνάμει της οποίας η εναγόμενη δεσμεύτηκε να χρηματοδοτεί και στο μέλλον τον Λογαριασμό, ώστε να καθίσταται εφικτή η καταβολή των μηνιαίων επικουρήσεων τόσο στο σύνολο των δικαιούχων του Λογαριασμού, όσο και για το σύνολο των οφειλόμενων παροχών του.

Οι δε ενάγοντες, άπαντες προσληφθέντες από την εναγόμενη και ήδη εργαζόμενοι σε αυτήν προ του έτους 2007, δικαιούνται την επίδικη οικειοθελή παροχή, ανεξαρτήτως εάν εξακολουθούσαν να έχουν ενεργή σύμβαση εργασίας από την εναγόμενη ή είχαν συνταξιοδοτηθεί κατά τα έτη χορήγησής της (2007- 2017), δεδομένου ότι η εν λόγω παροχή ανάγεται σε χρόνο που οι συμβάσεις εργασίας των εναγόντων ήσαν ενεργείς, δηλαδή προ του έτους 2007, οπότε αυτοί κατέβαλαν εισφορά 3,5% επί των πάσης φύσεως μισθολογικών αποδοχών τους, συμμετέχοντας στο αποθεματικό του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε., εκ του οποίου καταβάλλονται στους ίδιους οι μηνιαίες επικουρήσεις.

Όταν επομένως τον Δεκέμβριο του 2017 η εναγόμενη διέκοψε αιφνιδίως τη χρηματοδότηση του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε., με αποτέλεσμα την άμεση διακοπή καταβολής των μηνιαίων επικουρήσεων στους ενάγοντες παραβίασε συμβατική της υποχρέωση. Επομένως, η απόφαση της εναγόμενης να σταματήσει τη χρηματοδότηση του Λογαριασμού και να παύσει μονομερώς τη χορήγηση των επικουρήσεων αποτελεί μη νόμιμη ανάκληση συμβατικής παροχής και ως εκ τούτου συνιστά αυθαίρετη αθέτηση της προαναφερόμενης σιωπηρής συμφωνίας.

Επομένως, τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εναγόμενη με τον Γ' λόγο έφεσης είναι αβάσιμα, όπως και ο εκεί προβαλλόμενος ισχυρισμός της, περί αντίθεσης της επιχειρησιακής συνήθειας και δέσμευσης της εργοδότριας για κάλυψη των ελλειμάτων του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε. στις διατάξεις των άρθρων 52 παρ. 2 Ν. 2084/1992, 21 παρ. 3 Ν. 3239/1955, 2 παρ. 3 Ν. 1876/1990 και 43 παρ. 1 Ν. 1902/1990, που απαγορεύουν στους εργοδότες να καλύπτουν τα ελλείμματα των φορέων επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης, καθώς μάλιστα τέτοιος φορέας δεν είναι ο Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε., ως προελέχθη.

Ενόψει των ανωτέρω, η εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλλει στους ενάγοντες τις προβλεπόμενες από το άρθρο 9 του Ειδικού Κανονισμού του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε. μηνιαίες επικουρήσεις, πλέον δώρων Χριστουγέννων (100% του μηνιαίου βοηθήματος), δώρων Πάσχα (50% του μηνιαίου βοηθήματος) και επιδομάτων αδείας (50% του μηνιαίου βοηθήματος, του χρονικού διαστήματος από Ιανουάριο 2018 και εντεύθεν, σύμφωνα με το αιτητικό της αγωγής και για τα ποσά που αναφέρονται σ' αυτήν και επιδικάσθηκαν με την εκκαλουμένη απόφαση....".

Κρίνοντας έτσι το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την αναιρεβαλλομένη απόφαση παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 του ν. 997/1979, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 18 παρ. 3 του ν.1902/1990, 10 παρ. 1 εδ. β' του ν. 1902/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 1976/1991, 2 παρ. 4 εδ. β' του ν. 2084/1992 και 12 του. 1405/1983, αλλά και των διατάξεων των άρθρων 361, 648, 649, 653 ΑΚ και 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, καθώς σύμφωνα με όσα δέχθηκε για την ίδρυση και τη λειτουργία του ΛΕΠΕΤΕ, καθώς και τον Κανονισμό που τον διέπει, θα έπρεπε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αν και στερούμενος νομικής προσωπικότητας, συνιστά φορέα επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης προκαθορισμένων εισφορών, ο οποίος λειτουργεί καθ' υποκατάσταση του κρατικού φορέα επικουρικής σύνταξης και ως ομόλογος αυτού, η δε μηνιαία επικούρηση, που καταβάλλεται από το ταμείο του έχει τον χαρακτήρα της επικουρικής σύνταξης και όχι εκείνον της εργοδοτικής παροχής, που μπορεί υπό συνθήκες επαναλαμβανόμενης και ανεπιφύλακτης εργοδοτικής πρακτικής, να καταστεί, ως μορφή επιχειρησιακής συνήθειας, όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας των αναιρεσιβλήτων, όπως εσφαλμένα υπέλαβε, υποπίπτοντας έτσι στην παράβαση του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Οι δε παροχές της αναιρεσείουσας προς κάλυψη των ελλειμμάτων του λογαριασμού, ανεξαρτήτως της μορφής αυτών, δόθηκαν με σκοπό την ενίσχυση του τελευταίου, συνιστούσαν δηλαδή ενίσχυση του αυτόνομου συνταξιοδοτικού ταμείου και όχι μισθολογική παροχή για την οποία η αναιρεσείουσα ανέλαβε συμβατική υποχρέωση με τη μορφή της επιχειρησιακής συνήθειας απέναντι στους αναιρεσιβλήτους.

Επομένως οι σχετικοί πρώτος και τρίτος λόγοι τη αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμοι. Περαιτέρω η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε και τη διάταξη του άρθρου 52 παρ. 2 εδ. γ του ν. 2084/1992, δεχόμενη ότι επιτρεπόταν η κάλυψη των ελλειμμάτων του ΛΕΠΕΤΕ, ενώ η χρηματοδότηση αυτού από την αναιρεσείουσα έλαβε χώρα μετά το έτος 1992, καθώς έως το έτος εκείνο ο ΛΕΠΕΤΕ δεν είχε ανάγκη και δεν έτυχε οποιασδήποτε ενισχύσεως και επομένως η ενίσχυση αυτή κατά τα έτη 2007-2017 απαγορευόταν από τον νόμο, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση για τους ως άνω λόγους της αίτησης, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καλύπτει και τον πρόσθετο αναιρετικό λόγο, αφού δε η υπόθεση δεν χρήζει περαιτέρω ερεύνης, καθ' όσον αυτά τα γενόμενα δεκτά από το Μονομελές Εφετείο ..., πραγματικά περιστατικά είχαν ακριβώς επικαλεστεί και οι αναιρεσίβλητοι προς θεμελίωση της αγωγής τους, οι δε δικονομικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις αυτής, της οποίας μετά την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αναβίωσε η εκκρεμοδικία, δεν παρουσιάζουν κενά κωλύοντα την οριστική λύση της διαφοράς, πρέπει να κρατηθεί και να εκδικασθεί η υπόθεση, να γίνει δεκτή η από 24.7.2020 έφεση του αναιρεσείοντος, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη υπ' αριθ. 706/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., καθ' ό μέρος δι' αυτής έγινε εν μέρει δεκτή η από 20.3.2019 αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως και κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων και να απορριφθεί η εν λόγω αγωγή κατά το μέρος αυτό ως μη νόμιμη.

Τέλος, πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, γιατί η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους 10°, 15°, 18η, 40° και 41η των αναιρεσιβλήτων (δηλαδή τους Δ. Κ., Σ. Κ., Γ. Κ., Α. Π. και Ν. Π.) των αναιρεσιβλήτων.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης ως προς αυτούς.

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 5317/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ... ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους.

ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την υπόθεση ως προς αυτούς.

ΔΕΧΕΤΑΙ την από 24.7.2020 και αριθ. καταθ. 52154/4128/27.7.2020 έφεση.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ' αριθ. 706/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., καθ' ο μέρος δι' αυτής έγινε εν μέρει δεκτή η από 20.3.2019 αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως και κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ως άνω από 20.3.2019 και αριθ. κατάθ. 26256/688/20.3.2019 αγωγή των αναιρεσιβλήτων. Και ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ εν όλω τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 2024.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Απρ... 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ