Legislator Case Law & Legislation
536/2022 AI generated

536/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 536/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευστάθιο Νίκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Γεωργία Κατσιμαγκλή και Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

536/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Γ. του Β., ο οποίος ωστόσο δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη δικάσιμο αυτή και ο οποίος συνδέεται με την δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία " ..." με το δεσμό της απλής ομοδικίας. Κατά συνέπεια, αφού ο ως άνω πρώτος των αναιρεσιβλήτων, Λ. Γ. του Β.

Keywords

AI generated
excessive speed traffic violation extreme speeding offence road traffic safety regulations driving whilst disqualified motorway vignette
AI generated
550/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε στο Δικαστήριο ότι παραιτείται από το δικόγραφο της από 11-1-2013 αίτησης αναίρεσης, ως προς την Β' αναιρεσίβλητη: Ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε." που εδρεύει στην …, και συνεχίζει τη δίκη ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους.
408/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
1460/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/2/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, την από 10/8/2001 αγωγή του πρώτου των ως άνω ανιρεσιβλήτων και την από 24/10/2001 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε πρόσθετη παρέμβαση νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 486/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 561/2005 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/4/2007 αίτησή του.
417/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-3-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:3357/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 664/2012 μη οριστική και 5675/2012 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-8-2013 αίτησή της.
605/2011
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 536 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 536/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευστάθιο Νίκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Γεωργία Κατσιμαγκλή και Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Ο. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Πικράκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Λ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 650/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 85/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-8-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Ευστάθιο Νίκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 1 ΚΠολΔ "Αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι". Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί ( ΑΠ 12/2020 , ΑΠ 548/2020, ΑΠ 418/2019, ΑΠ 1049/2017, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 242/2015) .Εξάλλου κατά την §3 εδ. β` ίδιου άρθρου, όπως προστέθηκε με το άρθρο 62 Ν. 4139/ 2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. ( ΑΠ 13/2020 ) .

Στην προκείμενη περίπτωση, από την υπ'αριθμ. 9911/23-3-2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Κρήτης με έδρα το Πρωτοδικείο Ρεθύμνου Ε. Π., που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων , προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 7-8-2018 αίτησης αναίρεσης, κατά της με αριθμό 85/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, με την στη συνέχεια αυτής υπ'αρ. 605/ 18-9-2020 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Δ'Τμήματος αρμοδίου για την εκδίκαση της παρούσας αίτησης αναίρεσης, την από 18-9-2020 πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας (24-9-2021) προς συζήτηση της προκείμενης υπόθεσης, μαζί με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος, στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων , Λ.

Γ. του Β., ο οποίος ωστόσο δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη δικάσιμο αυτή και ο οποίος συνδέεται με την δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία " ..." με το δεσμό της απλής ομοδικίας. Κατά συνέπεια, αφού ο ως άνω πρώτος των αναιρεσιβλήτων, Λ. Γ. του Β.

δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 24-09-2021, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του , σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες.

Η κρινόμενη από 7-8-2018 (αρ. πρωτ. 42/11-10-2018) αίτηση αναίρεσης, κατά της με αριθμό 85/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διατάξεων του άρθρου 681 Α'επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν καταργηθούν δυνάμει του άρθρου τέταρτου του άρθρου 1 του ισχύοντος από 1.1.2016 Ν. 4335/2015, και όπως εφαρμόζονται στην προκείμενη υπόθεση, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου ένατου του άρθρου 1 του ίδιου ως άνω Ν. 4335/2015 [καθόσον η ένδικη από 30-9-2011 και με αρ.καταθ.

Γ.Α./6312/ΕΓα/320/ 2011 αγωγή κατατέθηκε στις 4-10-2011, ήτοι πριν τις 1-1-2016, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), προ πάσης επιδόσεως, εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 564 παρ. 3 ( όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015) διετούς (καταχρηστικής) προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 ΚπολΔ, που αρχίζει από την γενόμενη στις 16-4-2018 δημοσίευση της περατώνουσας τη δίκη προσβαλλόμενης απόφασης.

Πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 309/2019 ). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 49/2019, ΑΠ 309/2019, ΑΠ 804/2017, ΑΠ 52/2016, ΑΠ 848/2015, ΑΠ 869/2013), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 49/2019, ΑΠ 309/2019, ΑΠ 301/2018, ΑΠ 1685/2017, ΑΠ 1500/2002, ΑΠ 1070/2001).

Περαιτέρω, από τα άρθρα 12 και 19 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 12 ΚΟΚ "1. Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.

Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή, να επιδεικνύουν ιδιαίτερη προσοχή στα παιδιά, τα πρόσωπα που χρειάζονται βοήθεια, ως οι τυφλοί, που χρησιμοποιούν λευκή ράβδο και οι υπερήλικες και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο ή ανησυχία στους λοιπούς χρήστες των οδών ή τους κατοικούντες πλησίον αυτών.".

Κατά το άρθρ. 19 παρ. 1, "1. ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς ", κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "2. Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατά από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν." , ενώ κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, " 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές, πλησίον των σχολείων, πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων, στις απότομες κατωφέρειες, πλησίον των μέσων μαζικής μεταφοράς, που σταθμεύουν για να αποβιβάζουν ή επιβιβάζουν επιβάτες, κατά τις νυκτερινές ώρες, σε περίπτωση ομίχλης, βροχής, χιόνων, παγετού και γενικά όταν το οδόστρωμα είναι ολισθηρό.

Την αυτή επίσης υποχρέωση έχει κατά τη διέλευσή του από στενές διόδους και αν η διασταύρωσή του με άλλα οχήματα καθίσταται δυσχερής, όταν υπάρχουν ζώα επί της οδού που παρουσιάζουν σημεία ταραχής, κατά τη διέλευσή του από κατοικημένες περιοχές, αν πεζοί, που βρίσκονται στην τροχιά του, καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας.........".

Εξάλλου , κατά το άρθρο 17 του ΚΟΚ " §1. Ο οδηγός επιτρέπεται να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα μόνον εφόσον μπορεί να το κάνει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας και εφόσον προειδοποιήσει έγκαιρα γι` αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 2 του παρόντος Κώδικα........... §3. Το προσπέρασμα απαγορεύεται γενικά στις εξής περιπτώσεις:

α)........... β) .............γ) Όταν η λωρίδα κυκλοφορίας, την οποία θα χρησιμοποιήσει ο οδηγός κατά το προσπέρασμα, δεν είναι ελεύθερη σε αρκετή απόσταση μπροστά του, κατά τρόπο ώστε, λαμβανομένης υπόψη της διαφοράς ταχύτητας του οχήματός του, κατά το χρόνο του προσπεράσματος, και εκείνης των οχημάτων, τα οποία προτίθεται να προσπεράσει, να μην εκθέσει σε κίνδυνο ή παρεμποδίσει τους ερχόμενους αντίθετα.........5.

Ο οδηγός, κατά το προσπέρασμα, υποχρεούται να αφήνει στο όχημα το οποίο προσπερνά αρκετό χώρο παραπλεύρως ". Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005, ΑΠ 49/2019).

Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 49/2019,ΑΠ 199/2018, ΑΠ 147/2018, ΑΠ 349/2014).

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση αυτή παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη, κατ` άρθρ. 561 παρ. 1 KΠολΔ, από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων ( ΑΠ 15/2021 ,ΑΠ 415/2018, ΑΠ 686/2010, ΑΠ 2095/2009).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 49/2019).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006, ΑΠ 49/2019).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 49/2019, ΑΠ 147/2018, ΑΠ 91/2017, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015).

Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης με την πληττόμενη 85/2018 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " ...3. Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος και την ανωμοτί εξέταση του δευτέρου εναγομένου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του ίδιου Δικαστηρίου, από τις φωτογραφίες των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 αρ. 3, 448 παρ. 2, 457 παρ. 4 ΚΠολΔ) και από όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, μεταξύ των οποίων και εκείνα της ποινικής δικογραφίας που εκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Στις 8-10-2009 και περί ώρα 23 :00, ο πρώτος εναγόμενος Γ. Λ. , οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, έβαινε επί της Νέας Εθνικής Οδού Σητείας - Χανίων με κατεύθυνση προς Ηράκλειο, κινούμενος στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με κανονική για τις συνθήκες της οδού ταχύτητα.

Φθάνοντας στο ύψος του 145ου χιλιομέτρου της ως άνω οδού, όπου το πλάτος του οδοστρώματος είναι 15,4 μέτρα, η δε οδός ευθεία σε αρκετά μεγάλη απόσταση και τα δύο ρεύματα πορείας χωρίζονται μεταξύ τους από τσιμεντένιο διάζωμα ασφαλείας, κάθε δε ένα εκ των αντιθέτων ρευμάτων κυκλοφορίας φέρει δύο λωρίδες, προκειμένου να προσπεράσει λεωφορείο, το οποίο προπορευόταν και έχοντας πρόθεση να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας του, αφού βεβαιώθηκε ότι μπορούσε να προβεί στην ανωτέρω ενέργεια χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση τυχόν λοιπών χρηστών της οδού, καθόσον διαπίστωσε ότι σε αρκετή απόσταση δεν υπήρχε πίσω του άλλο όχημα, εκτέλεσε τον ελιγμό αυτόν και κατέλαβε την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας κινούμενος στο κέντρο αυτής (σε απόσταση ένα μέτρο περίπου από την διαχωριστική νησίδα και ένα µέτρο περίπου από την διακεκοµµένη διαγράµµιση.

Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, και ενώ ο πρώτος πρώτος εναγόµενος εκινείτο στην αριστερή λωρίδα του ρεύµατος πορείας του, ο ενάγων οδηγώντας την µε αριθµό κυκλοφορίας ... δίκυκλη µοτοσικλέτα ιδιοκτησίας του έβαινε στην ίδια ως άνω νέα Ε.Ο. Σητείας - Χανίων κινούµενς οµόρροπα µε τον πρώτο εναγόµενο, κατεύθυνση δηλαδή προς Ηράκλειο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας ακολουθώντας τον πρώτο εναγόµενο σε μεγάλη απόσταση.

Καθ' ον χρόνον ο πρώτος εναγόµενος εκινείτο στο µέσον της αριστερής λωρίδος κυκλοφορίας και αφού προηγουμένως είχε διενεργήσει τον ελιγµό από την δεξιά στην αριστερή λωρίδα, ο ενάγων, ο οποίος εκινείτο µε υπερβολική για τις συνθήκες της οδού ταχύτητα, και δη, µε ταχύτητα άνω των 100 χλµ/ώρα, που υπερέβαινε το ανώτατο εκεί επιτρεπόμενο όριο των 90 χιλ/ώρα, και ενώ, λόγω της αυξημένης ταχύτητας, µε την οποία εκινείτο, είχε προσεγγίσει το όχημα του πρώτου εναγόµενου σε απόσταση μικρή, από έλλειψη της απαιτουµένης κατά την οδήγηση επιµελείας και προσοχής του µέσου συνετού οδηγού, επεχείρησε να προσπεράσει το προπορευόµενο Ι.Χ.Ε.

αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόµενος, παρόλο που είχε στενέψει επικίνδυνα ο ελεύθερος χώρος µεταξύ του Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου και του διαχωριστικού διαζώµατος. Στην προσπάθειά του αυτή ο ενάγων κινήθηκε εντελώς αριστερά και βρέθηκε µεταξύ του διαχωριστικού διαζώµατος των δύο ρευµάτων κυκλοφορίας και του αυτοκινήτου του πρώτου εναγοµένου, λόγω δε της ανεπαρκείας ελευθέρου χώρου για ασφαλή προσπέραση, προσέκρουσε αρχικά µε την δεξιά πλευρά της µοτοσικλέτας του και συγκεκριµένα µε την δεξιά πλευρά του φτερού αυτής στο πίσω αριστερό φτερό του Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου και στην συνέχεια κινήθηκε ευθεία µεταξύ του αυτοκινήτου και του διαζώµατος, χαράσσοντας το αυτοκίνητο στην αριστερή πλευρά του και ερχόµενος σε επαφή µε το τσιµεντένιο διάζωµα. Η επαφή της µοτοσικλέτας τόσο με το αυτοκίνητο όσο και µε το διάζωµα είχε σαν αποτέλεσµα ο ενάγων να απωλέσει την ισορροπία του, να επιπέσει στο οδόστρωµα συρόµενος σε ευθεία πορεία σε απόσταση περί τα 6 µέτρα έµπροσθεν του αυτοκινήτου και να τραυµατιστεί.

Τα προεκτιθέµενα πραγµατικά περιστατικά προκύπτουν τόσο από την ανωµοτί κατάθεση του πρώτου εναγοµένου στο πρωτοβάθµιο δικαστήριο και την από 2-5-2010 χωρίς όρκο προανακριτική κατάθεση του ίδιου . όσο και από την από 8-10-2009 έκθεση αυτοψίας και το συνοδεύον αυτή πρόχειρο σχεδιάγραμμα που συνέταξε ο Αρχ/κας του Τµήµατος Τροχαίας Ηρακλείου Π.

Α.. Τα ανωτέρω αποδειχθέντα δεν αναιρούνται από την ένορκη κατάθεση ενώπιον του πρωτοβάθµιου Δικαστηρίου του µάρτυρος του ενάγοντος Γ. Ρ., την οποία το Δικαστήριο δεν κρίνει πειστική, καθόσον ο ανωτέρω δεν ήταν αυτόπτης µάρτυς του ατυχήµατος. Με τα δεδοµένα αυτά το ένδικο ατύχηµα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος οδηγού της µοτοσικλέτας.

Ειδικότερα, η αµέλεια του ενάγοντος συνίσταται στο ότι αυτός δεν επέδειξε κατά την οδήγηση την απαιτούµενη επιµέλεια του µέσου συνετού οδηγού, καθόσον όφειλε να οδηγεί την µοτοσικλέτα του µε σύνεση και διαρκώς τεταµένη την προσοχή του (αρθρ. 12 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ.). Όφειλε, επίσης, να κινείται µε ταχύτητα κάτω από το επιτρεπόµενο στην οδό όπου εκινείτο ανώτατο όριο των 90 χιλιοµέτρων ανά ώρα και όχι µε ταχύτητα, που υπερέβαινε αρκετά το ανωτέρω όριο, λαµβανοµένης υπόψη της ταχύτητας που απορροφήθηκε από την επαφή της µοτοσικλέτας µε αυτοκίνητο και µε το τσιµεντένιο διάζωµα και της εκτάσεως των υλικών ζηµιών που προκλήθηκαν στο όχηµά του (αρθρ. 19 παρ. 3 και 20 παρ. 2 του Κ.Ο.Κ.).

Τέλος, όφειλε, πριν επιχειρήσει την προσπέραση, να βεβαιωθεί ότι µπορεί να πράξει τούτο χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας και να προσπεράσει το προπορευόµενο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο από τα δεξιά, εφόσον η δεξιά λωρίδα ήταν ελεύθερη, καθόσον ο οδηγός αυτού (πρώτος εναγόμενος) εκινείτο στην αριστερή λωρίδα (ταχείας κυκλοφορίας), Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι εξ αιτίας του αιφνίδιου ελιγμού του πρώτου εναγομένου προς τα αριστερά προσέκρουσε το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του Ι.X.E αυτοκινήτου στο εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσικλέτας του (ενάγοντος), με αποτέλεσμα να εκτραπεί αυτή από την πορεία της και να επιπέσει στο διαχωριστικό διάζωμα, δεν αποδείχθηκε, καθόσον από τις προσκομιζόμενες εκατέρωθεν φωτογραφίες δεν διαπιστώνονται ίχνη προσκρούσεως στην εμπρόσθια αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του εναγομένου, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων.

Αντιθέτως, το Ι.X.E αυτοκίνητο φέρει υλικές ζημίες κατά μήκος της αριστερής του πλευράς από το ύψος του αριστερού καθρέπτη και πίσω (βαθούλωμα στην πίσω αριστερή πλευρά του, συνεχή χαραγή κατά μήκος της ίδιας πλευράς που καταλαμβάνει τις δύο αριστερές πόρτες και θραύση του αριστερού καθρέπτη), ενώ η μοτοσικλέτα φέρει ζημίες στην αριστερή της πλευρά, οι οποίες προέκυψαν από την επαφή της με το διαχωριστικό διάζωμα.

Σημειώνεται ότι από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες δεν μπορούν να διαπιστωθούν οι βλάβες της μοτοσικλέτας στην δεξιά της πλευρά. Ο πρώτος εναγόμενος δεν βαρύνεται με αμέλεια, δεδομένου ότι αυτός εκινείτο κανονικά στο μέσον της αριστερής λωρίδος του ρεύματος πορείας του, έχοντας προηγουμένως ενεργήσει ελιγμό προς τα αριστερά, αφού βεβαιώθηκε ότι μπορούσε να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των τυχόν λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι ενδέχετο να κινούνται πίσω ή πλάι του, προέβη, μάλιστα, στον ελιγμό αυτό σε χρονικό σημείο που η μοτοσικλέτα εκινείτο σε μεγάλη απόσταση όπισθεν αυτού.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση κατέληξε στην κρίση ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια τόσο του ενάγοντος όσο και του πρώτου εναγομένου και προσδιόρισε το ποσοστό της αμελείας σε 65 % για τον οδηγό του ΙΧ.Ε. αυτοκινήτου (πρώτο εναγόµενο) και σε 35% για τον οδηγό της µοτοσικλέτας (ενάγοντα), έσφαλε στην εκτίµηση των αποδείξεων.

Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιµος, ο σχετικός λόγος της εφέσεως των εναγοµένων και να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιµος ο λόγος εφέσεως του ενάγοντος, µε τον οποίο ο τελευταίος υποστηρίζει ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήµατος είναι ο πρώτος εναγόµενος. ". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης με την πληττόμενη 85/2018 απόφασή του α) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την υπ'αρ.

κατάθ. 415/17-12-2014 έφεση του ενάγοντος (τώρα αναιρεσείοντος) και β) δέχθηκε ως τυπικά και ουσιαστικά βάσιμη, την υπ'αρ. κατάθ. 416/17-12-2014 έφεση των εναγομένων (τώρα αναιρεσίβλητων) κατά της πρωτόδικης 650/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που είχε κρίνει άλλως και συγκεκριμένα είχε κρίνει ότι το ένδικο ατύχημα οφειλόταν σε συγκλίνουσα αμέλεια τόσο του ενάγοντος και δη κατά ποσοστό 35% , όσον και του πρώτου εναγόμενου και δη κατά ποσοστό 65%.

Ήδη, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 3 εδαφ. γ και 19 παρ. 1 και 3του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), διέλαβε δε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα για την υπαιτιότητα ή μη του πρώτου εναγόμενου (ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου), σε σχέση με την ένδικη σύγκρουση, κατέληξε δε στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος είναι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων , οδηγός της ανήκουσας σε αυτόν (αναιρεσείοντα) με αριθμό κυκλοφορίας ...

δίκυκλης μοτοσικλέτας και όχι ο πρώτος εναγόμενος , οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου , που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην δεύτερη εναγόμενη - δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία .Ότι ειδικότερα Α) η προσβαλλόμενη διέλαβε αντιφατική αιτιολογία ως προς το πλάτος καθεμιάς από τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας του δρόμου , στο οποίο έγινε το ένδικο ατύχημα και ιδίως ως προς το πλάτος της λωρίδας κυκλοφορίας στην οποία έγινε η ένδικη σύγκρουση, λαμβανομένου υπόψη ότι η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι το αυτοκίνητο του (πρώτου εναγόμενου - ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου) εκινείτο στο μέσο της αριστερής λωρίδας, εξειδικεύοντας ότι αυτό κινείτο σε απόσταση ενός μέτρου από την διαχωριστική νησίδα των δύο αντίθετων ρευμάτων κυκλοφορίας, παρότι, όπως (κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντα) προέκυπτε από το διάγραμμα της τροχαίας, η αριστερή διαγράμμιση της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας απέχει 0,70 μ.

από την διαχωριστική νησίδα των δύο αντίθετων ρευμάτων κυκλοφορίας, το δε πλάτος της λωρίδας της ήταν 3,80 μέτρα , γεγονός που είχε άλλωστε ο ενάγων αναφέρει στην ένδικη αγωγή του, ώστε το αυτοκίνητο του πρώτου εναγόμενου εκινείτο σε απόσταση μόλις 30 εκατοστών από την αριστερή πλευρά της αριστερής λωρίδας (1,00 μείον 0,70 ίσον 0,30 μέτρα ) και όχι στο μέσον αυτής όπως αντιφατικά δέχθηκε η προσβαλλόμενη , Β) ότι η προσβαλλόμενη διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθόσον α) δεν ανέφερε εάν ο πρώτος εναγόμενος αντελήφθη την κίνηση της μοτοσικλέτας του ενάγοντος πίσω από το αυτοκίνητό του (όπου δέχεται ότι κινείτο) ούτε εάν έκανε τον ενδεδειγμένο ελιγμό (κίνηση προς τα δεξιά) ώστε να διέλθει ευχερώς και ακίνδυνα η μοτοσικλέτα του ενάγοντος από την αριστερή πλευρά της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας, καθώς και ότι β) διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε σχέση με την κίνηση της μοτοσικλέτας του ενάγοντος με ταχύτητα άνω των 100 χιλιομέτρων την ώρα και πίσω από το αυτοκίνητο του πρώτου εναγόμενου, ενώ στην πραγματικότητα (κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντα) η μοτοσικλέτα του ενάγοντος προηγείτο, το δε αυτοκίνητο του πρώτου εναγόμενου αιφνιδίως μπήκε από το δεξιό στο αριστερό ρεύμα όπου κινείτο ο ενάγων , αλλά και ότι διέλαβε γ) αντιφατικές αιτιολογίες και συγκεκριμένα ενώ δέχθηκε ότι η μοτοσικλέτα του ενάγοντος έβαινε με ταχύτητα άνω των 100 χιλιομέτρων την ώρα , διέλαβε ταυτοχρόνως παραδοχές που παραπέμπουν σε κανονική ταχύτητα της μοτοσικλέτας, σαφώς κάτω της επιτρεπόμενης ταχύτητας των 90 χιλιομέτρων την ώρα, Γ) ότι η προσβαλλόμενη διέλαβε με αντιφατική αιτιολογία αφενός ότι η μοτοσικλέτα του ενάγοντος προσέκρουσε με το εμπρόσθιο φτερό της στο οπίσθιο και αριστερό φτερό του αυτοκινήτου του πρώτου εναγόμενου, αφετέρου ότι η μοτοσικλέτα του ενάγοντος δεν φέρει ζημιές στην δεξιά πλευρά της, παρότι (κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντα) στην πραγματικότητα το αυτοκίνητο του πρώτου εναγόμενου προσέκρουσε με τον αριστερό καθρέπτη του στο πλαστικό περίβλημα του τιμονιού της μοτοσικλέτας του ενάγοντος και από αυτό προκλήθηκε η εκτροπή της.

Κατά το μέρος που με τον ως άνω λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη διέλαβε Α) αντιφατική αιτιολογία ως προς το πλάτος καθεμιάς από τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας του δρόμου και δέχθηκε ότι το αυτοκίνητο του πρώτου εναγόμενου δεν κινείτο σε απόσταση 30 εκατοστών από την αριστερή πλευρά της αριστερής λωρίδας, αλλά ( κινείτο ) στο μέσον αυτής, Β) ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε σχέση με την κίνηση της μοτοσικλέτας του ενάγοντος με ταχύτητα άνω των 100 χιλιομέτρων την ώρα και πίσω από το αυτοκίνητο του πρώτου εναγόμενου, ενώ στην πραγματικότητα (κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντα) η μοτοσικλέτα του ενάγοντος προηγείτο , το δε αυτοκίνητο του πρώτου εναγόμενου αιφνιδίως μπήκε από το δεξιό στο αριστερό ρεύμα όπου κινείτο ο ενάγων , Γ) αντιφατική αιτιολογία ως προς την πρόσκρουση της μοτοσικλέτας του ενάγοντος με το εμπρόσθιο φτερό της στο οπίσθιο και αριστερό φτερό του αυτοκινήτου του πρώτου εναγόμενου, ενώ (κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντα) στην πραγματικότητα το αυτοκίνητο του πρώτου εναγόμενου προσέκρουσε με τον αριστερό καθρέπτη του στο πλαστικό περίβλημα του τιμονιού της μοτοσικλέτας του ενάγοντος και από αυτό προκλήθηκε η εκτροπή της, ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης πλήττει την ανέλεγκτη, κατ` άρθρ. 561 παρ. 1 KΠολΔ, από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων, ώστε, συνακόλουθα , κατά το μέρος του αυτό, ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα και με τα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη της παρούσας αναφερθέντα.

Κατά τα λοιπά ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος καθόσον με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές του , το Μονομελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης με την πληττόμενη 85/2018 απόφασή του δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου, τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 3 εδαφ.

γ και 19 παρ. 1 και 3του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), που παρατέθηκαν στην μείζονα σκέψη, ενώ διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το αν οι διατάξεις αυτές εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 297,298,300,330 και 914 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 12παρ. 1 ,16, 17 παρ. 3 εδαφ.

γ και 19 παρ. 1 και 3του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), καθόσον ενώ δέχθηκε ότι το ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος κινείτο στο μέσο της αριστερής λωρίδας αντί του επιβαλλόμενου άκρως δεξιού αυτής και ότι δεν αντιλήφθηκε την κίνηση της μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο ενάγων, εντούτοις εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 297,298,300,330 και 914 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 12παρ. 1 ,16, 17 παρ. 3 εδαφ.

γ και 19 παρ. 1 και 3του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), και (εσφαλμένα) δέχθηκε ότι ουδεμία υπαιτιότητα ή συνυπαιτιότητα βάρυνε τον πρώτο εναγόμενο για το ένδικο τροχαίο ατύχημα. Ο προαναφερόμενος δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος , καθόσον με αυτόν, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκαν οι προαναφερόμενοι κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στην πραγματικότητα πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την ανέλεγκτη, κατ` άρθρ. 561 παρ. 1 KΠολΔ, από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων .

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ` του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δ.

υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. Α.Π. 2/2008, ΑΠ 548/2021), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (ΑΠ 548/2021 , Α.Π. 107/2016, Α.Π. 793/2015, Α.Π 50/2013).

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και την διάκριση από ποία από αυτά προκύπτει άμεση και από ποία έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που λήφθηκαν υπόψη.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεώς του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Μόνο αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 548/2021 , Α.Π. 128/2013, Α.Π. 1569/2010, Α.Π. 600/2010, Α.Π. 259/2009). Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ( ΑΠ 548/2021 , Α.Π. 1569/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ` του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. με την αιτίαση ότι α) δεν καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις (αφού άλλωστε δεν την ανέφερε ειδικά στα έγγραφα που έλαβε υπόψη της) την προσκομισθείσα με επίκληση από τον ενάγοντα με αριθμό 4326/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου με την οποία ο πρώτος εναγόμενος καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως έξι μηνών , ως υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος ότι β) δεν καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι έλαβε υπόψη του την ( καταχωρηθείσα στην ως άνω με αριθμό 4326/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου) και περιλαμβανόμενη στην υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, κατάθεση του τώρα ενάγοντος - αναιρεσείοντος στο ποινικό δικαστήριο, την οποία όφειλε να αντικρούσει λόγω της αντίθεσής της με την κρίση του , ότι γ) δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη την από 16-11-2009 έκθεση ένορκης κατάθεσης του τώρα ενάγοντος - αναιρεσείοντος ενώπιον του ανθυπαστυνόμου Α.

Α. στο Α.Τ. Σητείας ,ότι δ) δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη την νομίμως προσαχθείσα κατάθεση του μάρτυρός του Γ. Ρ. (καταχωρηθείσα στο υπ'αρ. 650/2014 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου) που δόθηκε κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αγωγής, προς απόδειξη των ισχυρισμών του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα, άλλως συνυπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου - ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου.

Ο ερευνώμενος τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και δη από τη ρητή διαβεβαίωση αυτής ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα, ως προς τις συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα, έλαβε υπόψη, " .......την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος και την ανωμοτί εξέταση του δευτέρου εναγομένου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του ίδιου Δικαστηρίου,...

τις φωτογραφίες των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 αρ. 3, 448 παρ. 2, 457 παρ. 4 ΚΠολΔ) και ... όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, μεταξύ των οποίων και εκείνα της ποινικής δικογραφίας που εκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.... " , σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής προκύπτει, χωρίς κανένα δισταγμό, ότι το Δικαστήριο εκείνο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα προαναφερόμενα α) με αριθμό 4326/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, β) την κατάθεση του τώρα ενάγοντος - αναιρεσείοντος στο ποινικό δικαστήριο, γ) την από 16-11-2009 έκθεση ένορκης κατάθεσης του τώρα ενάγοντος - αναιρεσείοντος ενώπιον του ανθυπαστυνόμου Α.

Α. στο Α.Τ. Σητείας και δ) την νομίμως προσαχθείσα κατάθεση του μάρτυρός του Γ. Ρ. ( καταχωρηθείσα στο υπ'αρ. 650/2014 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου ) που δόθηκε κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αγωγής, των οποίων άλλωστε δεν επιβάλλεται η ειδική μνεία ούτε η χωριστή αξιολόγηση εκάστου εξ αυτών , όπως και ανωτέρω στη μείζονα σκέψη της παρούσας αναφέρθηκε.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον, όταν το δικαστήριο κατά προφανή παρανόηση δηλαδή μη ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ.

Κ.Πολ.Δ. εγγράφου, δέχθηκε ως μνημονευόμενα σ` αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο αυτό, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικώς στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον αναιρετικό αυτό λόγο (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 600/2021 , ΑΠ 17/2011).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για την βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως κ.λπ., στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σε αυτό, από τη συνεκτίμηση δε αυτή οδηγήθηκε σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή εκείνος που προβάλλει ότι εχώρησε παραμόρφωση του εγγράφου ( ΑΠ 600/2021 , ΑΠ 484/1997, ΑΠ 715/1995, ΑΠ 1006/1994).

Και τούτο επειδή η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας, που έχει εξαχθεί από την συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων είναι κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.. αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ 600/2021 , ΑΠ 1124/2012, ΑΠ 185/1993).

Εν προκειμένω με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 20 KΠολΔ, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο α) με το να δεχθεί ότι η οδηγούμενη από τον αναιρεσείοντα δίκυκλη μοτοσικλέτα " προσέκρουσε αρχικά με τη δεξιά πλευρά του φτερού της στο πίσω αριστερό φτερό του ΙΧΕ αυτοκινήτου.....

και στη συνέχεια ....χαράσσοντας το αυτοκίνητο στην αριστερή πλευρά του " και με να δεχθεί ότι η επίδικη σύγκρουση έγινε κατά τα αναλυτικά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αναφερόμενα και δεν έγινε κατά τον τρόπο που ανέφερε ο ενάγων στην αγωγή του , β) με το να δεχθεί ότι ο ενάγων οδηγούσε την δίκυκλη μοτοσικλέτα του με ταχύτητα ανώτερη της επιτρεπόμενης των 90 χιλιομέτρων την ώρα, ενώ στην έκθεση αυτοψίας δε αναφέρεται κάτι τέτοιο , αντίθετα , γ) με το να δεχθεί ότι το οδηγούμενο από τον πρώτο αναιρεσίβλητο ΙΧΕ αυτοκίνητο προηγείτο της μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο ενάγων , ότι κινείτο πολύ πριν την σύγκρουση στην αριστερή λωρίδα και ότι αυτό προκύπτει και από την έκθεση αυτοψίας και το συνοδευτικό της τροχαίο σχεδιάγραμμα , υπέπεσε στην πλημμέλεια του ανωτέρω άρθρου διότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προσκομισθέντων από τον ενάγοντα από 9-10-2009 έκθεσης αυτοψίας της Τροχαίας και συνοδεύοντος αυτή τροχαίου σχεδιαγράμματος , λαμβανομένου υπόψη ότι 1) στην από 9-10-2009 έκθεσης αυτοψίας της Τροχαίας αναγράφεται με την επικεφαλίδα "Επιφάνειες των οχημάτων που συγκρούστηκαν και βλάβες αυτών " αναφέρεται : " Το (α) όχημα στην αριστερή πλευρά του και το (β) όχημα στην έμπροσθεν και αριστερή ", (όπου το (α) όχημα είναι το ΙΧΕ αυτοκίνητο του πρώτου εναγόμενου και το (β) όχημα η δίκυκλη μοτοσικλέτα του ενάγοντος ,ότι 2) στην από 9-10-2009 έκθεσης αυτοψίας της Τροχαίας δεν αναγράφεται ότι ο ενάγων οδηγούσε την δίκυκλη μοτοσικλέτα του με ταχύτητα ανώτερη της επιτρεπόμενης των 90 χιλιομέτρων την ώρα, αντίθετα από τα αναφερόμενα σε αυτήν και στο συνοδεύον αυτή τροχαίο σχεδιάγραμμα (έλλειψη ιχνών πεδήσεως ή συρσίματος, μικρή απόσταση από το σημείο συγκρούσεως μέχρι την τελική θέση της μοτοσικλέτας του ενάγοντος) προκύπτει κατά τον ενάγοντα - αναιρεσειοντα ταχύτητα πολύ μικρότερη των 90 χιλιομέτρων την ώρα, καθώς και ότι 3) από το συνοδευτικό της από 9-10-2009 έκθεσης αυτοψίας τροχαίο σχεδιάγραμμα δεν προκύπτει ότι το οδηγούμενο από τον πρώτο αναιρεσίβλητο ΙΧΕ αυτοκίνητο προηγείτο της μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο ενάγων, κινούμενο πολύ πριν την σύγκρουση στην αριστερή λωρίδα, αφού η στο εν λόγω τροχαίο σχεδιάγραμμα αναφορά Α,Α1 :

Αρχική πορεία και τελική θέση του αυτοκινήτου του αυτοκινήτου και η σημείωση στη θέση Α της αρχικής πορείας αυτού είναι προφανές (κατά τον αναιρεσείοντα) ότι σημειώθηκε αποκλειστικά για να δείξει την κατεύθυνση της πορείας του (προς Χανιά) και όχι για να δείξει τη θέση της στο οδόστρωμα , αν δηλαδή κινείτο στην αριστερά ή τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας .Ότι με τις παραμορφώσεις αυτές η προσβαλλόμενη κατέληξε σε κρίση διαφορετική σε σχέση με την αποκλειστική υπαιτιότητα ή συνυπατιότητα του πρώτου εναγόμενου σε σχέση με το ένδικο τροχαίο ατύχημα , από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή ο αναιρεσείων.

Ο ως άνω τέταρτος και τελευταίος λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθ` όσον με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση διαγνωστικό σφάλμα κατά την ανάγνωση των παραπάνω από 9-10-2009 έκθεσης αυτοψίας και του συνοδεύοντος αυτή τροχαίου σχεδιαγράμματος , αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση και αξιολόγηση του περιεχομένου τους, οι οποίες δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο, καθώς και διότι υπό την επίκληση της παραπάνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το προαναφερόμενο ουσιώδες ζήτημα (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ..) . Άλλα και εάν ήθελε θεωρηθεί παραδεκτός ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ` όσον το Εφετείο στην κρίση του για την έλλειψη οιασδήποτε υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσίβλητου για το ένδικο τροχαίο ατύχημα, δεν κατέληξε στηριζόμενο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα επίμαχα έγγραφα, αλλά μετά από συνεκτίμησή τους με άλλα της ίδιας αποδεικτικής ισχύος και αξιολόγησης αποδεικτικά μέσα. Επομένως, και ο τέταρτος, από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚπολΔ, λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

Μετά από αυτά, και μη υπάρχοντος προς εξέταση άλλου λόγου αναίρεσης, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Τέλος, ο αναιρεσείων , που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της παριστάμενης δεύτερης των αναιρεσιβλήτων , που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-8-2018 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης στο Εφετείο Ανατολικής Κρήτης 42/11-10-2018 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 85/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2022.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ