Supreme Court dismisses appeal due to vague grounds failing to specify which of 20 statutory appeal reasons are alleged.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Athens Court of Appeal regarding the invalidity of a handwritten will. The appellant argued the lower court's decision lacked legal basis due to contradictory reasoning, but the court found the appeal grounds insufficiently specific. The court ruled that the appeal failed to identify which of the twenty statutory appeal reasons under Article 559 of the Code of Civil Procedure were being invoked, rendering the complaint inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 571, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal must specifically identify the statutory grounds for review; vague allegations failing to pinpoint the exact article violated are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 536 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 536/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Λ. του Σ., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαδημητρίου και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. θυγ. Β. Χ., κατοίκου …, 2) Ε. θυγ. Π. Θ., συζ. Ν. Τ., κατοίκου ... Αττικής, 3) Ε. θυγ. Β. Χ., συζ. Β. Ρ., κατοίκου ... Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Σφυρή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-05-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4309/2013, 1215/2017 μη οριστικές, 3218/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3636/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-01-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 24-01-2020 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 3636/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων ,κατά την τακτική διαδικασία, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία την έφεση του εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος κατά της αριθμ.3218/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί ως ουσία βάσιμη την από 19/05/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων για την αναγνώριση ως άκυρης, αλλιώς ως ακυρώσιμης της ένδικης από 05-04-2006 ιδιόγραφης διαθήκης του αποβιώσαντος θείου τους Γ. Λ.. Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ).
[Α1] Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1718 ΑΚ, η διαθήκη, για την οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757, είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 3 ΑΚ, ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης τους. Στην αμέσως πιο πάνω διάταξη προβλέπονται δύο περιπτώσεις ανικανότητας προς σύνταξη διαθήκης, δηλαδή α) η έλλειψη συνείδησης των πράξεων, η οποία υπάρχει όταν το πρόσωπο από αίτιο νοσηρό ή μη (όπως μέθη, ύπνωση κλπ.) δεν έχει τη δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης που συντάσσει, καθώς και την ικανότητα να συλλάβει τη σημασία των επί μέρους διατάξεων της διαθήκης, χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη συνείδησης του εξωτερικού κόσμου ή πλήρης έλλειψη της λειτουργίας του νου και β) η ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη.
Ως ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη, νοείται ειδικότερα κάθε διαταραχή που μειώνει σημαντικά την ικανότητα για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, όταν, δηλαδή εξαιτίας της διαταραχής αυτής αποκλείεται κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του διαθέτη με λογικούς υπολογισμούς, καθόσον ο τελευταίος κυριαρχείται από παραστάσεις, αισθήματα, ορμές ή επιρροές τρίτων. (ΑΠ913/2019).
Οι ασθένειες που μπορούν να οδηγήσουν στην πιο πάνω διαταραχή είναι οι γνωστές ψυχώσεις, όπως π.χ. η μανιοκατάθλιψη, η σχιζοφρένεια, οι παράνοιες, αλλά και οργανικοψυχικές παθήσεις, όπως η γεροντική άνοια, όταν από αυτήν προκαλείται μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νού σε βαθμό που να αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης.
Η απλή νοητική μείωση, που συχνά συνοδεύει τη γήρανση είναι φαινόμενο απολύτως φυσιολογικό και η επίκληση και απόδειξή της δεν δικαιολογεί, από μόνη της, ανικανότητα προς σύνταξη διαθήκης (ΑΠ 237/2017). Η ανικανότητα κρίνεται κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ενώ η μεταγενέστερη επέλευσή της ή η ύπαρξή της σε προγενέστερο χρόνο δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή.
Στην περίπτωση ειδικά που ο διαθέτης πάσχει από ψυχική ή διανοητική διαταραχή, αν μεν πρόκειται για πάθηση περιοδικού ή παροδικού χαρακτήρα, απαιτείται και πάλι να αποδειχθεί η ψυχική ή διανοητική διαταραχή του διαθέτη κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, αν όμως πρόκειται για πάθηση μη ιάσιμη ή βαριά ψυχική διαταραχή, αρκεί η απόδειξη ότι ο διαθέτης κατά την εποχή περίπου της σύνταξής της διαθήκης "όχι ακριβώς και κατά το χρόνο σύνταξής της" έπασχε από μόνιμη πνευματική νόσο (ΑΠ 489/2018).
[Α2] Κατά το άρθρο 559 αρ. 1α' ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Εξάλλου, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 παρ.1 εδάφ. β' ΚΠολΔ., λόγο αναίρεσης, μόνον, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς (ΑΠ 45/2019, 2345/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
«| […] Ο Γ. Λ. θείος των εναγουσών ως σύζυγος της αδελφής της μητέρας τους και αδελφός του εναγομένου απεβίωσε στις 25-06-2009 στην Αθήνα. Με την από 14-12-2003 ιδιόγραφη διαθήκη του που δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθμ. 1456/26-2-2010 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κύρια με τα υπ' αριθ 536/26-2-2010 πρακτικά και απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, εγκατέστησε κληρονόμο του σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του τη σύζυγό του Αρ.
και σε περίπτωση προαποβιώσεως της τις ενάγουσες ανιψιός επ' αδελφή της συζύγου του. Η σύζυγός του κληρονομουμένου προαποβίωσε αυτού στις 12-05-2005 και σύμφωνα με την ανωτέρω διαθήκη ο κληρονομούμενος κληρονομείται από τις ενάγουσες ανηψιές της συζύγου του που νομιμοποιούνται ενεργητικά και έχουν άμεσο έννομο συμφέρον προς άσκηση της ένδικης αγωγής απορριπτόμενης ως αβασίμου της ενστάσεως περί ελλείψεως ενεργητικής αυτών νομιμοποιήσεως και ελλείψεως εννόμου συμφέροντος την οποία πρότεινε ο εναγόμενος - εκκαλών ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και ήδη επαναφέρει με σχετικό λόγο έφεσης ,αφού σε περίπτωση αναγνώρισης της ακυρότητας της νεότερης από 05-04-2006 ένδικης ιδιόγραφης διαθήκης η κληρονομιά περιέρχεται στις ενάγουσες, ως εγκατάστατες με την από 14-12-2003 προγενέστερη ιδιόγραφη διαθήκη.
Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι οι ενάγουσες δεν νομιμοποιούνται ενεργητικά για την άσκηση της ένδικης αγωγής διότι η από 14-12-2003 η ιδιόγραφη διαθήκη με την οποία αυτές κατέστησαν τιμώμενες είναι ακυρώσιμη, λόγω απειλής, ως προϊόν ψυχολογικής βίας εκ μέρους των εναγουσών προς τον διαθέτη για να καταστούν τιμώμενες είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής εφόσον δεν έχει απαγγελθεί ακυρότητα της προγενέστερης αυτής διαθήκης, το κύρος της οποίας δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης.
Η παρεμπίπτουσα έρευνα του κύρους της προγενέστερης διαθήκης ουδόλως σχετίζεται με την εγκυρότητα της μεταγενέστερης ένδικης διαθήκης, διότι τα περιστατικά ακυρότητας αυτής που επικαλούνται οι ενάγουσες είναι διαφορετικά και αυτοτελή από εκείνα της ακυρωσίας της προγενέστερης που εκθέτει ο εναγόμενος, ο οποίος άλλωστε έχει εγκατασταθεί μοναδικός κληρονόμος του διαθέτη με την τελευταία χρονικά ένδικη διαθήκη με την οποία σιωπηρώς ανακαλείται η προγενέστερη.
Μετά το θάνατο αυτής (συζύγου του) οι ενάγουσες ανέλαβαν τη φροντίδα του θείου τους, προσέλαβαν οικιακή βοηθό για να τον περιποιείται, η οποία διέμενε μαζί του συνέχεια και αυτές τον επισκέπτονταν τακτικά. Ο ανωτέρω αποβιώσας με την από 05-04-2006 επίδικη ιδιόγραφη διαθήκη του που δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθ 4144/25- 6-2010 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εγκατέστησε κληρονόμο του τον εναγόμενο αδελφό του, και σε περίπτωση προαποβιώσεως αυτού τα τέκνα αυτού (αδελφού του) Σ.
και Σ.. Ο πραγματογνώμονας Ιατρός Νευρολόγος Ψυχίατρος Ε. Τ. στην από 28-12-2017 και υπ' αριθ. …/2018 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης αναφέρει ότι ο Γ. Λ. κατά το χρόνο σύνταξης της από 05-04-2006 ιδιόγραφης διαθήκης εμφάνιζε σημαντικό βαθμό διατάραξης των πνευματικών του λειτουργιών, δηλαδή έπασχε από ανοϊκή συνδρομή με προεξάρχον σημείο τις κυμαινόμενες διαταραχές της μνήμης και του χωροχρονικού προσανατολισμού.
Κατά περιόδους ο ασθενής βρισκόταν σε βαθμό διατάραξης της συνείδησης, ώστε να είναι δυσχερής η δυνατότητα να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο των επιχειρούμενων δικαιοπραξιών και να διαμορφώσει τη βούλησή του με λογικούς υπολογισμούς. Επίσης ο εν λόγω πραγματογνώμονας αναφέρει ότι κατά το έτος 2001 ο (ασθενής) κληρονομούμενος νοσηλεύθηκε στο ΓΝΑ "..." από 10-02-2001 έως 21-02-2001 μετά από αγγειακό εγκεφαλικό συμβάν.
Στο ενημερωτικό σημείωμα εξόδου αναφέρονται αφασιακές διαταραχές και ήπια δεξιά ημιπάρεση τώρα σε βελτίωση συνεπεία αιμορραγικής βλάβης αριστερού κροταφικού λοβού. Ο Νευρολόγος Ψυχίατρος Κ. Ζ. στην από 19-10-2006 ιατρική του γνωμάτευση αναφέρει ότι ο Γ. Λ. πάσχει από ανοϊκή συνδρομή τύπου Alzheimer. Ετέθη υπό φαρμακευτική αγωγή με Exelon, και δεν είναι σε θέση να διευθετήσει τις οικονομικές του συναλλαγές μόνος του.
Ο Νευρολόγος Ψυχίατρος Χ. Β., ο οποίος εξέτασε τον κληρονομούμενο κατόπιν αιτήσεως του εναγομένου στην από 27-12-2006 ψυχιατρική του γνωμάτευση αποφαίνεται ότι ο Γ. Λ. πάσχει από πνευματική νόσο και συγκεκριμένα από άνοια προχωρημένου βαθμού. Η νόσος αυτή του αποκλείει τη χρήση του λογικού, είναι μόνιμος (ανίατος) και καθιστά τον πάσχοντα ανίκανο να επιμελείται μόνος εν όλω τις υποθέσεις του.
Η δε ψυχίατρος Α. Κ. στην από 28-12-2006 ιατρική της βεβαίωση αποφαίνεται ότι ο κληρονομούμενος παρουσιάζει ανοϊκόμορφες εκδηλώσεις με διαταραχές προσανατολισμού στο χώρο, χρόνο, σύγχυση, αδυναμία αναγνώρισης προσώπων ακόμα και οικείων. Έντονες διαταραχές μνήμης (πρόσφατης αλλά και του παρελθόντος). Επίσης η εν λόγω ψυχίατρος αναφέρει ότι ο (Γ.) Λ.
υπέστη εγκεφαλικό αιμάτωμα στον αριστερό κροταφικό λοβό με αφασικές εκδηλώσεις το 2001, έκτοτε δεν μπορεί να διαχειρισθεί "το καλό του εαυτού του". Στο από 07-03-2007 πιστοποιητικό νοσηλείας του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών "..." αναφέρεται ότι ο Γ. Λ. νοσηλεύθηκε στην οικεία Νευρολογική κλινική από 07-03-2007 μέχρι 09-03-2007 πάσχων από βαρεία ανοϊκή κατάσταση εξελισσόμενη από ετών.
Εκ του γενομένου ελέγχου που περιελάμβανε CT εγκεφάλου, η οποία έδειξε ισχαιμική λευκοεγκεφαλοπάθεια, παλαιά μικρά έμφρακτα στην περικοιλιακή λευκή ουσία, παλαιά ισχαιμική αλλοίωση στο φλοιό αριστερά βρεγματικά με έλξη του σύστοιχου ινιακού κέρατος και φλοιώδη και εγκεφαλική ατροφία. Ο ασθενής αδυνατεί να αυτοεξυπηρετηθεί και να προβεί σε δικαιοπραξία.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στην 23-05-2006 αίτησή του ο εναγόμενος προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών ανέφερε ότι ο αδελφός του Γ. Λ. είχε νοσηλευθεί στο παρελθόν στο νοσοκομείο ... λόγω εγκεφαλικού επεισοδίου και ότι τώρα διαπίστωσε ότι δεν έχει δυνατότητα μνήμης προσώπων και γεγονότων του παρελθόντος αλλά ούτε και του παρόντος χρόνου.
Είναι άβουλος και επιθετικός. Δεν λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή ούτε έχει ελεγχθεί από ιατρό (ψυχίατρο) για τη θεραπεία του. Στη συνέχεια ο κληρονομούμενος με την η υπ' αριθ 192/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών υποβλήθηκε σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης και διορίστηκε δικαστικός συμπαραστάτης αυτού ο εναγόμενος αδελφός του.
Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται πειστικά από την από 23-05-2018 έκθεση του τεχνικού συμβούλου του εναγομένου Π. Θ. ψυχιάτρου, ο οποίος αναφέρει ότι η δικαιοπρακτική ικανότητα του διαθέτη την περίοδο σύνταξης της επίδικης διαθήκης δεν επιδέχεται αμφισβήτηση χωρίς όμως να τεκμηριώνει και να αντικρούει με πειστικά επιχειρήματα τη γνώμη του αυτή.
Από όλα τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι ο κληρονομούμενος κατά το χρόνο σύνταξης της επίδικης διαθήκης έπασχε από ανοϊκή νόσο, η οποία του περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βουλήσεώς του και συνεπώς ήταν ανίκανος να συντάξει διαθήκη. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε όμοια δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και ο σχετικός λόγος της έφεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Εξάλλου από όλο το προσκομιζόμενο αποδεικτικό υλικό, το Δικαστήριο έχει σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση για την κατάσταση της υγείας του κληρονομούμενου κατά το χρόνο σύνταξης της επίδικης διαθήκης και δεν απαιτείται να διεξαχθεί νέα πραγματογνωμοσύνη. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε όμοια δεν έσφαλε και ο σχετικός λόγος της έφεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος |».
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, μεταξύ άλλων, δέχθηκε, ότι ο αποβιώσας στις 25-06-2009 θείος των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων Γ. Λ., κατά την κατάρτιση της επίμαχης από 05-04-2006 ιδιόγραφης διαθήκης του, έπασχε από τη νόσο της άνοιας, η οποία ασθένεια σε συνδυασμό και με εγκεφαλικό επεισόδιο που είχε υποστεί στο παρελθόν, του προκάλεσε απώλεια μνήμης προσώπων και γεγονότων, που του περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του και τον καθιστούσε ανίκανο να συντάξει διαθήκη, μετά δε από αυτό, επικύρωσε την εκκαλούμενη απόφαση που είχε αναγνωρίσει ως άκυρη, κατ'άρθρο 1719 περ.γ'ΑΚ, την άνω διαθήκη, αφού απέρριψε τους σχετικούς λόγους της έφεσης του εναγομένου- αναιρεσείοντος.
Έτσι, που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1719 αριθμ. 3 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, οι δε, περί του αντιθέτου, διαλαμβανόμενες στον πρώτο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις από τον αριθμό 1α'του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμες. Περαιτέρω, με τον ίδιο ως άνω πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 εδάφιο β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, με το να εφαρμόσει την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1719 αριθμ. 3 ΑΚ, περί ανικανότητας του διαθέτη για σύνταξη διαθήκης και να υπαγάγει τα πραγματικά περιστατικά στον κανόνα αυτό παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας ,σύμφωνα με τα οποία "η συναισθηματική νόσος, τέτοια δε είναι η άνοια, δεν δημιουργεί ψυχική διαταραχή και δεν επιφέρει στέρηση της χρήσης του λογικού".
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι, προεχόντως, απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση με αυτόν αιτιάσεις δεν συνιστούν δίδαγμα της κοινής πείρας ,υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά συμπέρασμα του αναιρεσείοντος για τη στήριξη των απόψεών του ότι ο διαθέτης ήταν ικανός για τη σύνταξη της ένδικης διαθήκης (ΑΠ 1662/2012, ΑΠ 1072/2006).
Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 1 εδάφ. β' ΚΠολΔ., πλήττεται η, κατά κανόνα, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση περί πραγματικών γεγονότων του Δικαστηρίου της ουσίας.
[Β] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Διαφορετικά, με αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου, ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος (ΟλΑΠ 32/1996). Η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα δεν είναι επιτρεπτή. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Για την πληρότητα του άνω λόγου πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο:
1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και, μάλιστα, ενάριθμα (ΑΠ 120/2017), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 1040/2010),
2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης,
3)ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και
4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ ΑΠ 20/2005).
Τέλος, η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ 1265/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι στερείται νόμιμης βάσης, διότι έχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος ,εξαιτίας της αοριστίας του, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ενάριθμα σε ποιο λόγο αναιρέσεως υπάγονται οι επικαλούμενες με αυτόν αιτιάσεις, από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται με τους αριθμούς 1 έως και 20 στο άρθρο 559 ΚΠολΔ. Εξάλλου, εάν ήθελε εκτιμηθεί ότι αποδίδει στην προσβαλλομένη την από τον αριθμό 19 πλημμέλεια είναι και πάλι αόριστος, διότι δεν διαλαμβάνονται σ'αυτόν, με πληρότητα, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την αναγνώριση της ακυρότητας της ένδικης διαθήκης, παρά μόνο, εκθέτει, μία αποσπασματική, κατ'επιλογή του, παραδοχή, που δεν αρκεί για να στηρίξει τον προβαλλόμενο αναιρετικό λόγο.
Κατόπιν τούτων, η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ.ε'ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 01-01-2016) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων,που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-01-2020 αίτηση για αναίρεση της 3636/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς ΕφετείουΑθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ