Legislator Case Law & Legislation
536/2020 AI generated

536/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 536/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Κωνσταντίνα Αλεβιζοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

536/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α και γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 536 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 536/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2'Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Κωνσταντίνα Αλεβιζοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: (ΣΥΝΟΛΟ 167) κατοίκου/κατοίκων. Οι 14ος, 33ος, 39η, 50η, 55ος, 72η, 102η, 104ος, 106η, 107ος, 117η, 122ος, 135ος, 144η, 150η,153η, 159ος, 165η, 167ος και 168ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Δημήτριο - Ελευθέριο Τάγαρη και Σπυρίδωνα Τσαντίνη, με δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.,οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων:1)Του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής", που εδρεύει στο Δήμο Αθηναίων, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή αυτού, 2) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "2η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου", που εδρεύει στον Πειραιά Αττικής, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή αυτού, 3)Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "4η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Μακεδονίας και Θράκης", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή αυτού, 4)Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "5η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Θεσσαλίας & Στερεάς Ελλάδας", που εδρεύει στο Μεζούρλο Λάρισας, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον αυτού, 5)Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "6η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πελοποννήσου, Ιονίων Νήσων, Ηπείρου και Δυτικής Ελλάδας", που εδρεύει στην Πάτρα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή αυτού, 6)Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), που εδρεύει στο Δήμο Αμαρουσίου Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρόεδρο αυτού, 7)ενιαίου νομικού προσώπου δημοσίου (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών Ο Ευαγγελισμός - Οφθαλμιατρείο Αθηνών- Πολυκλινική", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον διοικητή αυτού, και 8)νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφαλίσεως" και ήδη "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης - Ε.Φ.Κ.Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή αυτού.

Το 1ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Μουζουράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Το 2ο εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Ριζάκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Το 3ο δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Το 4ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Δοξαρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις. Το 5ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Μελέτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Το 6ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ολυμπία Παναγιωτοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Το 7ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ασπασία Παπαδημητροπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις και το 8ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Καράβελα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/06/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 203/2007 του ίδιου Δικαστηρίου, 6525/2009 του Εφετείου Αθηνών και 1602/2017 του Εφετείου Αθηνών, διορθωτική αυτής. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4/4/2019 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αυτοπροσώπως παραστάς πληρεξούσιος του 5ου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α και γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση: Α) από την υπ' αριθμό … έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Ι. Μ., την οποία προσκομίζουν οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 4.4.2019 και με αριθ. κατάθ. 3423/290/2019 αίτησης αναίρεσης, με την οποία ζητείται η αναίρεση της με αριθμό 1602/2017 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την δικάσιμο της 11ης Φεβρουαρίου 2020, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε με την επιμέλεια αυτών νόμιμα και εμπρόθεσμα προς το τρίτο των αναιρεσίβλητων Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "4η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Μακεδονίας και Θράκης" (άρθ. 126 παρ.1 περ. γ και 129 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Εφόσον το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία αυτού.

Β) Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης, το τέταρτο των αναιρεσίβλητων Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "5η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας" εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Ευαγγελία Δοξαρά, που κατέθεσε και τις από 11.2.2020 προτάσεις.

Προς απόδειξη της παρασχεθείσας εντολής και πληρεξουσιότητας στην ως άνω δικηγόρο για την εκπροσώπηση του εν λόγω αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ. κατά την αναιρετική δίκη, προσκομίζεται το με αριθ. πρωτ. … "πληρεξούσιο" έγγραφο του Διοικητή του ως άνω Ν.Π.Δ.Δ. προς την εν λόγω δικηγόρο να παρασταθεί και εκπροσωπήσει αυτό κατά την εκδίκαση της ως άνω αίτησης αναίρεσης, υπό την επίκληση της διάταξης του άρθρου 3 παρ. 5 εδ. 29 του Ν. 3329/2005, όπως ισχύει μετά το Ν. 3527/2007.

Η διάταξη όμως αυτή του άρθρου 3 παρ. 5 εδ. 29 του Ν. 3329/2005 (ΦΕΚ Α 81), - με τον οποίο ιδρύθηκαν οι Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών ως αυτοτελή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (άρθ. 1 παρ. 2 αυτού) - , όπως αυτή αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου τρίτου παρ. 9 του Ν. 3527/2007 (ΦΕΚ Α 25), η οποία ορίζει ότι ο Διοικητής της Υγειονομικής Περιφέρειας έχει τις αρμοδιότητες (μεταξύ άλλων) της εκπροσώπησης της Δ.Υ.Πε.

δικαστικώς και εξωδίκως, του διορισμού πληρεξουσίων δικηγόρων και της δυνατότητας ανάθεσης της εκπροσώπησης σε ένα εκ των Υποδιοικητών της Δ.Υ.Πε., αφορά ως εκ του περιεχομένου της τον καθορισμό του οργάνου της Δ.Υ.Πε. που έχει την αρμοδιότητα διορισμού πληρεξουσίων δικηγόρων για την εκπροσώπηση αυτής ενώπιον των δικαστηρίων και δεν τροποποιεί ως προς τις Δ.Υ.Πε.

τη διάταξη του άρθρου 96 παρ. 3 του ΚΠολΔ, που καθορίζει κατά τρόπο αποκλειστικό ("μόνο") τον τύπο της παροχής πληρεξουσιότητας σε δικηγόρο κατά την ενώπιον του Αρείου Πάγου αναιρετική διαδικασία. Η τελευταία αυτή διάταξη, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017, ορίζει ως τύπο παροχής της κατά τα άνω πληρεξουσιότητας τη συμβολαιογραφική πράξη ή την προφορική δήλωση του διαδίκου ή του εκπροσωπούντος αυτό οργάνου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή, επί εργατικών διαφορών, το ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Επομένως, εφόσον δεν έχει χορηγηθεί νομίμως πληρεξουσιότητα στην ως άνω δικηγόρο σύμφωνα με τον οριζόμενο στο άρθρο 96 παρ. 3 του ΚΠολΔ τύπο, γεγονός που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθ. 104 του ΚΠολΔ), το τέταρτο αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ο νόμος ορίζει και θεωρείται δικονομικά απόν.

Εξ άλλου από την υπ' αριθμό … έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λάρισας Δ. Τ., την οποία προσκομίζουν οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 4.4.2019 και με αριθ. κατάθ. 3423/290/2019 αίτησης αναίρεσης, με την οποία ζητείται η αναίρεση της με αριθμό 1602/2017 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την δικάσιμο της 11ης Φεβρουαρίου 2020, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε με την επιμέλεια αυτών νόμιμα και εμπρόθεσμα προς το τέταρτο των αναιρεσίβλητων Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "5η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας" (άρθ. 126 παρ.1 περ. γ και 129 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Εφόσον το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. δεν έλαβε μέρος με τον τρόπο που ο νόμος ορίζει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία αυτού.

Γ) Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης, το πέμπτο των αναιρεσίβλητων Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "6η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πελοποννήσου, Ηπείρου, Ιονίων Νήσων και Δυτικής Ελλάδας" εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Μελέτη, που κατέθεσε και τις από 14.2.2020 προτάσεις.

Προς απόδειξη της παρασχεθείσας εντολής και πληρεξουσιότητας στον ως άνω δικηγόρο για την εκπροσώπηση του εν λόγω αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ. κατά την αναιρετική δίκη, προσκομίζεται το με αριθ. … πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου … Βασιλικής Παπαγεωργίου, το οποίο όμως έχει χορηγηθεί από τον εκπροσωπούντα το ως άνω Ν.Π.Δ.Δ.

Διοικητή αυτού και στο πλαίσιο της αρμοδιότητας του (άρθ. 3 παρ. 5 αριθ. 29 του Ν. 3329/2005, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο τρίτο παρ. 9 του Ν. 3527/2007) μετά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και μάλιστα μετά την πάροδο της τριήμερης προθεσμίας για εκατέρωθεν αντικρούσεις. Σημειώνεται ότι δεν είχε ζητηθεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ούτε χορηγηθεί από το δικαστήριο προθεσμία κατά το άρθρο 105 του ΚΠολΔ για τη συμπλήρωση της ως άνω έλλειψης, ως προς την παροχή πληρεξουσιότητας στον εν λόγω δικηγόρο.

Κατά συνέπεια, εφόσον δεν είχε χορηγηθεί νομίμως ρητή πληρεξουσιότητα στον πιο πάνω δικηγόρο από το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. προηγουμένη της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, γεγονός που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθ. 104 του ΚΠολΔ), το τελευταίο δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ο νόμος ορίζει και θεωρείται δικονομικά απόν.

Εξ άλλου από την υπ' αριθμό … έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο … Τ. Κ., την οποία προσκομίζουν οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 4.4.2019 και με αριθ. κατάθ. 3423/290/2019 αίτησης αναίρεσης, με την οποία ζητείται η αναίρεση της με αριθμό 1602/2017 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την δικάσιμο της 11ης Φεβρουαρίου 2020, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε με την επιμέλεια αυτών νόμιμα και εμπρόθεσμα προς το πέμπτο των αναιρεσίβλητων Ν.Π.Δ.Δ. "6η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πελοποννήσου, Ηπείρου, Ιονίων Νήσων και Δυτικής Ελλάδας" (άρθ. 126 παρ.1 περ.

γ και 129 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Εφόσον το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. δεν έλαβε μέρος με τον τρόπο που ο νόμος ορίζει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία αυτού.

Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με το οποίο ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται και με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Εξ άλλου κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι εάν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003, ΟλΑΠ 9/1992).

Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 1374/2017, ΑΠ 526/2016, ΑΠ 1622/2013, ΑΠ 453/2011, ΑΠ 340/2011). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ.

β του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 260 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ΚΠολΔ, εάν δεν εμφανισθεί στη δίκη και ο αντίδικος του κατά τα άνω απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου ή εμφανισθεί, αλλά δεν μετάσχει κανονικά στη συζήτηση, η συζήτηση της υπόθεσης ως προς τους εν λόγω διαδίκους ματαιώνεται.

Στην προκειμένη περίπτωση η επίσπευση της συζήτησης της ένδικης από 4.4.2019 και με αριθ. κατάθ. 3423/290/2019 αίτησης αναίρεσης, με την οποία ζητείται η αναίρεση της με αριθμό 1602/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (11 Φεβρουαρίου 2020), έλαβε χώρα με την επιμέλεια όλων των αναιρεσειόντων (168 τον αριθμό), όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με αριθ.

… , … , … , … , … , … , … και … εκθέσεις επίδοσης αυτής προς τα αναιρεσίβλητα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) των δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο … . Ι. Γ. (οι πρώτη, δεύτερη, έβδομη και όγδοη), στο Πρωτοδικείο … Ι. Μ. (η τρίτη), στο Πρωτοδικείο … Δ. Τ. (η τέταρτη), στο Πρωτοδικείο … Τ. . Κ. (η πέμπτη) και στο Πρωτοδικείο … Δ.

Μ. (η έκτη), κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτών Δημητρίου - Ελευθερίου Τάγαρη. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στην ως άνω ορισθείσα δικάσιμο, οπότε αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι 14ος, 33ος, 39η, 50η , 55ος, 72η, 102η, 104ος, 106η, 107ος, 117η, 122ος, 135ος, 144η, 150η, 153η, 159ος, 165η, 167ος και 168ο των αναιρεσειόντων, ενώ παρέστησαν οι λοιποί αναιρεσείοντες, εκπροσωπηθέντες από τον πιο πάνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους και τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σπυρίδωνα Τσαντίνη.

Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο ως άνω δικηγόρος που έδωσε την παραγγελία για τις ως άνω επιδόσεις είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και από τους απολιπομένους ως άνω αναιρεσείοντες, αφού δεν προσκομίζονται έγγραφες περί τούτου εξουσιοδοτήσεις των εν λόγω διαδίκων προς τον ως άνω δικηγόρο με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του εντολέως από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικά προς αυτόν πληρεξούσια.

Κατά συνέπεια ακύρως αυτοί επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Ούτε επίσης προκύπτει η εκ μέρους κάποιου εκ των αντιδίκων τους Ν.Π.Δ.Δ. κλήτευση αυτών, προκειμένου να παραστούν αυτοί κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά την ορισθείσα κατά τα άνω δικάσιμο. Επομένως, εφόσον οι ως άνω απολιπόμενοι αναιρεσείοντες δεν επέσπευσαν νομίμως τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης, ούτε κλητεύθηκαν νομίμως κατά τη συζήτηση από κάποιο εκ των αντιδίκων τους, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς, οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες και α) να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς κατά το μέρος που η αναίρεση στρέφεται κατά των παρισταμένων 1ου, 2ου, 6ου, 7ου και 8ου των αναιρεσίβλητων Ν.Π.Δ.Δ και β) να κηρυχθεί ματαιωθείσα η συζήτηση ως προς αυτούς κατά το μέρος που η αναίρεση στρέφεται κατά των δικονομικά απόντων 3ου, 4ου και 5ου των αναιρεσίβλητων Ν.Π.Δ.Δ., ενώ για τους παρισταμένους προσηκόντως λοιπούς αναιρεσείοντες πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης.

Κατά το άρθρ. 62 εδ.α ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρ. 73 ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρ. 35 ΑΚ).

Εξ άλλου κατά το άρθρ. 313 παρ. 1 εδ. δ ΚΠολΔ η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη διεξαχθείσα στο όνομα ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που αποβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη (ΟλΑΠ 27/1988). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη, που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, είναι απαράδεκτη και πρέπει αυτή να είχε ασκηθεί από τους κληρονόμους του, όπως για την αναίρεση ειδικότερα ορίζει το άρθρ. 556 παρ. 1 του ΚΠολΔ.

Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε στο όνομα διαδίκου, ο οποίος είχε ήδη αποβιώσει κατά την άσκησή της, ήτοι κατά το χρόνο κατάθεσης αυτής στη γραμματεία του εκδώσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου (άρθ. 495 παρ.1 του ΚΠολΔ), είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή του ίδιου του υποκειμένου της διαδικαστικής πράξης (ΑΠ 45/2018, ΑΠ 1611/2011, ΑΠ 448/2011, ΑΠ 1641/2006). Στην περίπτωση αυτή, στάδιο συνέχισης της δίκης από τους κληρονόμους του ήδη αποβιώσαντος αναιρεσείοντος, είτε αυτοβούλως με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου ότι συνεχίζουν τη δίκη, είτε με κλήτευση αυτών εκ μέρους του αντιδίκου τους, δεν υφίσταται, διότι οι διατάξεις των άρθρων 286, 287, 290 και 291 του ΚΠολΔ προϋποθέτουν επελθόντα θάνατο του διαδίκου μετά την άσκηση της διαδικαστικής πράξης, ήτοι εν προκειμένω μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, και κατά συνέπεια αυτοί απαραδέκτως συμμετέχουν στη δίκη, ως κληρονόμοι του προαποβιώσαντος διαδίκου (ΑΠ 1681/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας και ειδικότερα από τα προσκομιζόμενα από τους αναιρεσείοντες έγγραφα προκύπτει ότι ο δέκατος πέμπτος (15ος) των αναιρεσειόντων Δ. Κ. αποβίωσε στις 4 Ιανουαρίου 2018 (βλ. με αριθ. … ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξίαρχου Κερατσινίου - Δραπετσώνας), ήτοι σε χρόνο πριν την άσκηση της ένδικης από 4 Απριλίου 2019 και με αριθ. 3423/290/2019 αίτησης αναίρεσης, που κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου στις 4 Απριλίου 2019.

Επομένως η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αναφορικά με τον δέκατο πέμπτο των αναιρεσειόντων Δ. Κ. λόγω έλλειψης του υποκειμένου στην άσκησή της. Η εκ μέρους των κληρονόμων του ως άνω θανόντος (συζύγου και τέκνων) και υπό την ιδιότητά τους αυτή παροχή ρητής πληρεξουσιότητας στους παραστάντες κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως άνω πληρεξούσιους δικηγόρους, δυνάμει σχετικών εγγράφων εξουσιοδοτήσεων, που φέρουν βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής αυτών από το Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών Κερατσινίου - Δραπετσώνας, για την παράσταση αυτών κατά τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης κατά την ορισθείσα ή μετ' αναβολή δικάσιμο και για την έγκριση των γενομένων από τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδικαστικών πράξεων, δεν ασκούν έννομη επιρροή, ούτε καθιστούν έγκυρη την ανοιγείσα με την αίτηση αναίρεσης δίκη, λόγω του προηγηθέντος θανάτου του ως άνω διαδίκου.

Με την από 4 Απριλίου 2019 και με αριθ. κατάθ. 3423/290/4.4.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 1602/4.4.2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην του τρίτου, έβδομου και όγδοου των τότε καθών η αίτηση διόρθωσης Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "4η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Μακεδονίας και Θράκης", ήδη τρίτου των αναιρεσίβλητων, του Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών Ο Ευαγγελισμός - Οφθαλμιατρείο Αθηνών - Πολυκλινική", ήδη έβδομου των αναιρεσίβλητων και του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης", - του οποίου οιονεί καθολικός διάδοχος από 1.1.2017 τυγχάνει το όγδοο των αναιρεσίβλητων Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 51 του Ν. 4387/2016 (ΦΕΚ Α 85) - και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η ασκηθείσα από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες (168 τον αριθμό) από 22.1.2015 και με αριθ. κατάθ. ΒΑΒ 646/28.12.2015 αίτηση διόρθωσης της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθ. 6525/2009 απόφασης του ιδίου δικαστηρίου.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 319, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ), ενόψει του ότι οι αποφάσεις που εκδίδονται επί αιτήσεων διόρθωσης δεν υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας. Σημειώνεται δε ότι η αίτηση αναίρεσης παραδεκτώς στρέφεται κατά του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης", κατ' εκτίμηση του οικείου δικογράφου, όπως συνάγεται από τη μνεία της φράσης "και ήδη ΕΦΚΑ" [τεθείσας αμέσως μετά την επωνυμία του αρχικά ογδόου των καθών η αίτηση διόρθωσης Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία ΙΚΑ - ΕΤΑΜ], αφού ο ΕΦΚΑ κατέστη από 1.1.2017, ήτοι πριν την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, οιονεί καθολικός διάδοχος του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και ως εκ τούτου νομιμοποιείται παθητικά στην άσκησή της.

Επομένως πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς τις λοιπές προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής.

Από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και ήσαν αντίδικοι του αναιρεσείοντα, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνο εναντίον εκείνων απ` αυτούς ως προς τους οποίους επιδιώκεται με αυτήν και με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειες είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται κατ` εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορούν οι αποδιδόμενες μ` αυτήν πλημμέλειες και ως προς τους οποίους, επομένως, δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η απόφαση, ακόμα και εάν ευδοκιμήσουν οι λόγοι αυτοί (ΑΠ 465/2019, ΑΠ 1542/2018, ΑΠ 2080/2017, ΑΠ 4/2015, ΑΠ 125/2006, ΑΠ 731/2005, ΑΠ 443/2005).

Περαιτέρω με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ. α και γ του Ν. 4368/2016 (ΦΕΚ Α 21) και προς άρση σχετικών αμφισβητήσεων, προστέθηκε παρ. Α στο άρθρο 29 παρ.1 του Ν. 3918/2011 (ΦΕΚ Α 31), - με τον οποίο συνεστήθη Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), ήδη έκτο των αναιρεσίβλητων - και αντικαταστάθηκε η παρ. 9 του άρθρου 33 του ιδίου Ν. 3918/2011 και μάλιστα αναδρομικά από 1.1.2012.

Ειδικότερα με τις διατάξεις αυτές ορίσθηκε με την πρώτη ότι η καθολική διαδοχή του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ως προς τις υπηρεσίες και αρμοδιότητες που αφορούν αποκλειστικά παροχή υπηρεσιών υγείας σε είδος καταλαμβάνει και το πάσης φύσεως προσωπικό, εφόσον μεταφέρεται στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και με την τελευταία ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες που αφορούν μόνο το προσωπικό που μεταφέρθηκε σε αυτόν και ότι δικαστικές αποφάσεις που αφορούν προσωπικό που δεν μεταφέρθηκε στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ακόμη και εάν οι σχετικές δίκες διεξήχθησαν από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., εκτελούνται αναδρομικά σε βάρος του προϋπολογισμού του φορέα κοινωνικής ασφάλισης, στον οποίο, πριν από την ένταξη στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

ανήκε το προσωπικό. Συνακόλουθα, αναφορικά με το με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατρικό προσωπικό, που είχε προσληφθεί από το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. και απασχολείτο σε αυτό και που ουδέποτε εντάχθηκε στον Ε.Ο.Π.Π.Υ. για το λόγο ότι είχε αποχωρήσει της υπηρεσίας του από το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. πριν τη σύσταση του πιο πάνω Οργανισμού, νομιμοποιούμενος παθητικά προς άσκηση αίτησης αναίρεσης από ενάγοντες - ιατρούς της κατηγορίας αυτής κατ' απόφασης εκδοθείσας με αρχικά εναγόμενο το ΙΚΑ - Ε.Τ.Α.Μ.

και συνακόλουθα και κατ' απόφασης απορρίψασας την αίτηση διόρθωσης της πρώτης, μετά την έναρξη ισχύος του έχοντος από 1.1.2012 αναδρομική δύναμη άρθρου 53 παρ.2 στοιχ. γ του Ν. 4238/2016, - και σε αντίθεση με τα όσα είχαν γίνει νομολογιακά δεκτά πριν τη θέσπιση της διάταξης αυτής, κατ' εφαρμογή των άρθρων 29 παρ.1 και 33 παρ. 9 του Ν. 3918/2011 υπό την αρχική διατύπωσή τους (ΣτΕ 4137/2015, σχετ.

ΑΠ 1165/2014) - είναι πλέον ο φορέας κοινωνικής ασφάλισης στον οποίο απασχολείτο το εν λόγω προσωπικό και συγκεκριμένα το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. και ήδη ο Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.), ως οιονεί καθολικός του διάδοχος, μετά την έναρξη λειτουργίας του τελευταίου ως φορέα κοινωνικής ασφάλισης από 1.1.2017, ο οποίος συνεστήθη ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με το άρθρο 51 του Ν. 4387/2016 (ΦΕΚ Α 85).

Επομένως, κατά το μέρος που η αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά του όγδοου των αναιρεσίβλητων Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.)", ως οιονεί καθολικού διαδόχου του αρχικά ογδόου των καθών η αίτηση διόρθωσης Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης", η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, καθότι σε αυτήν δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά θεμελιωτικά της παθητικής νομιμοποίησης του πιο πάνω Ν.Π.Δ.Δ., όπως ορθώς επισημαίνεται με τις προτάσεις του τελευταίου που αμφισβητεί την παθητική του νομιμοποίηση, και ειδικότερα δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο εάν και ποίοι συγκεκριμένα εκ των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων ιατρών με αναφορά των στοιχείων τους, είχαν αποχωρήσει της υπηρεσίας από το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.

πριν τη σύσταση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ [και πότε], ούτως ώστε να νομιμοποιείται παθητικά ως προς αυτούς (μόνο) και για αξιώσεις των τελευταίων, ως οιονεί καθολικός διάδοχος του αρχικά εναγομένου - καθού η αίτηση διόρθωσης Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., το όγδοο των αναιρεσίβλητων Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.)".

Σημειώνεται ότι, αντιθέτως, σε σχέση με τα λοιπά αναιρεσίβλητα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο με αναφορά στα στοιχεία τους ποίοι εκ των αναιρεσειόντων μετατάχθηκαν / μεταφέρθηκαν κατ' εφαρμογή των άρθρων 16 παρ. 1 και 17 παρ.1 του Ν. … /2014 (ΦΕΚ Α … ) στην 1η Δ.Υ.Πε. Αττικής, στην 2η Δ.Υ.Πε.

Πειραιώς και Αιγαίου, στην 4η Δ.Υ.Πε. Μακεδονίας και Θράκης, στην 5η Δ.Υ.Πε. Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδος, στην 6η Δ.Υ.Πε. Πελοποννήσου, Ηπείρου, Ιονίων Νήσων και Δυτικής Ελλάδας, ποίοι παρέμειναν στον Ε.Ο.Π.Π.Υ. μετά την αυτοδίκαιη μεταφορά τους σε αυτόν από το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. κατ' εφαρμογή του άρθρου 26 παρ. 9 του Ν. 3918/2011 που προστέθηκε με το άρθ. 72 παρ.21 του Ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α 150) και ποίοι εντάχθηκαν στο προσωπικό του γενικού νοσοκομείου Αθηνών (Ν.Π.Δ.Δ.) "Ο Ευαγγελισμός - Οφθαλμιατρείο Αθηνών - Πολυκλινική" κατ' εφαρμογή του άρθρου 32 παρ. 1, 2, 3 και 6 του Ν. 3918/2011 σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ.1 του Ν. 4052/2012, το σύνολο των οποίων όμως (165) δεν καλύπτει το σύνολο (168) των αναιρεσειόντων.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 4.4.2019 αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του όγδοου των αναιρεσίβλητων Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.)", ως οιονεί καθολικού διαδόχου του αρχικά εναγομένου Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ, και να καταδικασθούν οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων αυτού, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας αυτών (άρθ. 176 του ΚΠολΔ).

Κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη του άρθρο 315 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αν από παραδρομή, κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο, που την έχει εκδώσει, μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως, να τη διορθώσει με νέα απόφασή του.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι είναι δυνατό να γίνει διόρθωση των σφαλμάτων της απόφασης, που οφείλονται στην ασυμφωνία μεταξύ αυτών που προδήλως θέλησε το δικαστήριο, όπως τούτο συνάγεται από το περιεχόμενό της προς διόρθωση απόφασης σε συνδυασμό και με άλλα στοιχεία που ορίζουν το περιεχόμενό της, όπως πρακτικά, προτάσεις ή δικόγραφα των διαδίκων, και εκείνων που έχουν διατυπωθεί στο διατακτικό της, έστω και αν από τη διόρθωση της ανακρίβειας της διατύπωσης του διατακτικού επέρχεται μεταβολή σε αυτό (ΟλΑΠ 29/2004, ΟλΑΠ 30/2004).

Αρκεί η μεν παραδρομή στην οποία οφείλονται τα λάθη να προκύπτει προδήλως από την όλη διάρθρωση της απόφασης και των συμβάντων κατά τη σύνταξή της, η δε διόρθωση να μην σχετίζεται με την ουσία της υπόθεσης, ούτε να αλλοιώνει την έννοια της απόφασης και να μεταβάλλει ή ανακαλεί το περιεχόμενό της (ΟλΑΠ 17/2017).

Αντικείμενο, επομένως, της αίτησης διόρθωσης μπορεί να αποτελέσουν μόνο ακούσιες πλημμέλειες που παρεισέφρησαν κατά τη σύνταξη ή καθαρογραφή της απόφασης και όχι διαγνωστικά σφάλματα του δικαστηρίου, ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης και την εκτίμηση των αποδείξεων, τα οποία σχετίζονται με την ουσία της υπόθεσης και μεταβάλλουν ή αλλοιώνουν ηθελημένα το περιεχόμενό της απόφασης.

Τα σφάλματα αυτά διορθώνονται μόνο με προσβολή της απόφασης με ένδικα μέσα (ΟλΑΠ 17/2017, ΑΠ 266/2019, ΑΠ 1703/2006, ΑΠ 1672/2001). Κατά συνέπεια είναι επιτρεπτή η διόρθωση και στην περίπτωση που το δικαστήριο παρέλειψε να περιλάβει διάταξη στο διατακτικό του ως προς ορισμένο αίτημα, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ασχολήθηκε στο αιτιολογικό του με το αίτημα αυτό (ΑΠ 413/2006).

Όταν το δικαστήριο άφησε αδίκαστο αίτημα του διαδίκου, με το οποίο δεν ασχολήθηκε ούτε στο αιτιολογικό, ούτε στο διατακτικό της απόφασης, δεν χωρεί διόρθωση, αφού για την έρευνα αυτού θα απαιτηθεί ιδιαιτέρα διάγνωση, η οποία δεν συντελείται στο πλαίσιο της διαδικασίας διόρθωσης (ΑΠ 1679/2009, ΑΠ 1721/2009, ΑΠ 1321/2000).

Εξ άλλου δεν υπάρχει ασυμφωνία από παραδρομή μεταξύ ηθελημένης και διατυπωθείσας δικαιοδοτικής κρίσης, επιδεκτική διόρθωσης, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, όταν η παραδρομή ανάγεται στα διηγηματικώς αναφερόμενα περιστατικά που δεν στηρίζουν το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 22/2004, ΟλΑΠ 5/1992), όπως συμβαίνει με την έκθεση στην απόφαση του περιεχομένου της αγωγής, περιέχοντος και αίτημα για το οποίο όμως η απόφαση δεν ασχολήθηκε καθόλου ούτε στο αιτιολογικό (μέσω της έρευνας του παραδεκτού, του νόμιμου και του κατ' ουσία βάσιμου του αιτήματος), ούτε στο διατακτικό αυτής (ΑΠ 413/2006).

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 319 του ΚΠολΔ η απόφαση που εκδίδεται σε αίτηση για διόρθωση ή ερμηνεία μιας απόφασης μπορεί να προσβληθεί με όλα τα ένδικα μέσα, με τα οποία θα μπορούσε να προσβληθεί η απόφαση της οποίας ζητήθηκε η διόρθωση [ή η ερμηνεία], με εξαίρεση την ανακοπή ερημοδικίας, και κατά συνέπεια αυτή προσβάλλεται και με αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 1833/2012), ανεξαρτήτως αν η αίτηση διόρθωσης έγινε δεκτή ή απορρίφθηκε.

Η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 315 (και του άρθρου 316) του ΚΠολΔ είναι δικονομικού δικαίου και κατά συνέπεια η παραβίασή της ελέγχεται από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται μόνο (και) αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο (ΑΠ 1291/2019, ΑΠ 851/2014, ΑΠ 212/2012, ΑΠ 682/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες - αιτήσαντες τη διόρθωση και ήδη αναιρεσείοντες (168 τον αριθμό) άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του αρχικά εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. την από 22.6.2005 και με αριθ. κατ. 86372/2088/2006 αγωγή τους, με την οποία ισχυρίσθηκαν ότι συνδέονται με το εναγόμενο με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι δυνάμει αυτών προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στο εναγόμενο, απασχολούμενοι ως ιατροί στις Τοπικές Μονάδες Υγείας του τελευταίου, ασκώντας τα σχετικά με τον κλάδο και την ειδικότητα του καθενός καθήκοντα.

Ότι, αν και λόγω της σχέσης εργασίας τους με το εναγόμενο δικαιούνται το προβλεπόμενο από το άρθρο 8 παρ. 7 περ. α του Ν. 2470/1997 και στη συνέχεια από το άρθρο 8 Α παρ. 5 του Ν. 3205/2003 νοσοκομειακό επίδομα, το τελευταίο αρνείται να τους καταβάλει τα αντιστοιχούντα σε αυτό χρηματικά ποσά. Ζήτησαν δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα από αυτούς το χρηματικό ποσό των 11.280,83 ευρώ που αντιστοιχεί στο επίδομα αυτό για την περίοδο από 15.5.2001 έως 30.6.2006 νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και να αναγνωρισθεί ότι είναι δικαιούχοι του πιο πάνω επιδόματος και ότι το εναγόμενο οφείλει να εντάξει το επίδομα αυτό, ύψους 240 ευρώ μηνιαίως για τον καθένα, στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές των για το διάστημα από 1.7.2006 και εφεξής.

Η αγωγή αυτή συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά τη δικάσιμο της 7.7.2006 και επ' αυτής εκδόθηκε η με αριθ. 203/22.1.2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ανεστάλη η συζήτηση της αγωγής ως προς την 106η των εναγόντων, λόγω εκκρεμοδικίας, και απορρίφθηκε η αγωγή ως προς τους λοιπούς ενάγοντες, το μεν ως νομικά αβάσιμη κατά την κύρια βάση της (δυνάμει των ως άνω διατάξεων του νόμου και εκείνης του άρθρου 2 του Ν. 3235/2004 για το διάστημα μετά τις 18.2.2004) και κατά την δεύτερη επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της, το δε ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά την κύρια (για το διάστημα μέχρι τις 18.2.2004) και κατά την πρώτη επικουρική (για όλο το επίδικο διάστημα) βάση της, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν όλοι οι ενάγοντες (168 τον αριθμό) με την από 5.2.2007 και με αριθ. κατ. 1149/2007 έφεσή τους, επί της οποίας εκδόθηκε κατά την αυτή διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, η προς διόρθωση με αριθ. 6525/19.11.2009 απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση ως προς την 106η εκκαλούσα - ενάγουσα και ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τον 168ο εκκαλούντα - ενάγοντα, ενώ έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η έφεση ως προς τους λοιπούς εκκαλούντες - ενάγοντες, εξαφανίσθηκε η αντιθέτως αποφανθείσα οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και το Εφετείο, αφού κράτησε την υπόθεση ως προς τους λοιπούς ενάγοντες, δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη κατά την κύρια αυτής βάση (ευθέως εκ του νόμου για το διάστημα μετά τις 18.2.2004 και με βάση την συνταγματική αρχή της ισότητας για το προηγούμενο διάστημα) ως προς όλους τους άνω ενάγοντες, πλην των 102ης, 158ης, 160ης, 161ης, 162ου, 163ης και 164ης των εναγόντων, ως προς τους οποίους τη δέχθηκε εν μέρει, και υποχρέωσε το εναγόμενο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ να καταβάλει σε όλους τους άνω ενάγοντες το ποσό των 11.280, 83 ευρώ στον καθένα που αντιστοιχούσε στο νοσοκομειακό επίδομα της περιόδου από 15.5.2001 έως 30.6.2006, πλην των 102ης, 158ης, 160ης, 161ης, 162ου, 163ης και 164ης των εναγόντων ως προς τους οποίους υποχρέωσε το εναγόμενο να τους καταβάλει τα εκεί αναφερόμενα μικρότερα χρηματικά ποσά, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Σημειώνεται ότι η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη της κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης που άσκησε το εναγόμενο - εφεσίβλητο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. με την με αριθ. 1973/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στην απόφασή του αυτή δεν περιέλαβε στο διατακτικό διάταξη σχετική με το αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής ν' αναγνωρισθεί ότι οι ενάγοντες είναι δικαιούχοι του πιο πάνω επιδόματος που το εναγόμενο οφείλει να εντάξει στις τακτικές των αποδοχές από 1.7.2006 και εφεξής.

Λόγω της έλλειψης αυτής του διατακτικού όλοι οι ενάγοντες - εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες (168 τον αριθμό) ζήτησαν με την από 22.1.2015 και με αριθ. κατ. ΒΑΒ 646/2015 αίτηση διόρθωσης ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου τη διόρθωση (συμπλήρωση) του διατακτικού της με αριθ. 6525/2009 απόφασης ως προς το ως άνω αναγνωριστικό αίτημα, διότι κατά τους ισχυρισμούς τους το Εφετείο με την πιο πάνω απόφασή του, ενώ έκρινε επί της αγωγής με το ως άνω περιεχόμενο την οποία δέχθηκε στο σύνολό της ως νόμιμη και κατ' ουσία βάσιμη, παρέλειψε από προφανή παραδρομή να περιλάβει στο διατακτικό του διάταξη και περί του ως άνω αναγνωριστικού αιτήματος.

Όπως όμως προκύπτει από το περιεχόμενο της εν λόγω με αριθ. 6525/2009 απόφασης, το δικαστήριο που την εξέδωσε δεν ασχολήθηκε καθόλου με το αναγνωριστικό αίτημα της ως άνω αγωγής, ούτε στο αιτιολογικό, ούτε στο διατακτικό αυτής. Μόνη η έκθεση του περιεχομένου της αγωγής στην απόφαση αυτή, στο οποίο (περιεχόμενο) περιέχεται και το αίτημα αυτό, δεν διαφοροποιεί τ' ανωτέρω, καθότι το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με το αίτημα αυτό στο αιτιολογικό του μέσω της έρευνας του παραδεκτού, του νόμιμου και του κατ' ουσία βάσιμου αυτού, με συνέπεια μόνη η έκθεση του περιεχομένου της αγωγής να μην μπορεί να επιστηρίξει σχετική διάταξη στο διατακτικό.

Αλλά ούτε και από τη μνεία της φράσης "στο σύνολό της την αγωγή" που περιέχεται στη διάταξη του διατακτικού "Δέχεται στο σύνολό της την αγωγή ως προς όλους, πλην των 102ης, 158ης, 160ης, 161ης, 162ου, 163ης και 164ης των εναγόντων ως προς τους οποίους δέχεται αυτήν εν μέρει" μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετο συμπέρασμα, διότι η διάταξη αυτή ως εκ του περιεχομένου της συναρτάται άμεσα με την επομένη διάταξη του διατακτικού για την επιδίκαση των εκεί αναγραφομένων ποσών στους ενάγοντες και συνακόλουθα αναφέρεται μόνο στο καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής.

Τούτο δε επιρρωνύεται και από τη σχετική αναφορά στο 16ο φύλλο του αιτιολογικού της ως άνω προς διόρθωση απόφασης, ως προς την παραδοχή της αγωγής κατά το καταψηφιστικό της αίτημα (εν όλω και εν μέρει κατά τα άνω). Έρευνα δε του παραδεκτού, του νόμιμου και του κατ' ουσία βάσιμου του σχετικού αναγνωριστικού αιτήματος δεν συνιστά η μνεία σε σημεία του αιτιολογικού της με αριθ. 6525/2009 απόφασης ότι το επίδικο νοσοκομειακό επίδομα δικαιούνται οι ενάγοντες με βάση την αρχή της ισότητας έως την 17.2.2004 και ευθέως εκ του νόμου για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 18.2.2004 "και εφεξής" ή η μνεία ότι το επίδομα αυτό ανέρχεται στο ποσό των 240 ευρώ μηνιαίως από 1.1.2004 "και εφεξής", καθότι η αναφορά αυτή αφορά, ως εικός, τη νομική βασιμότητα της αγωγής για το επίδικο μέχρι τις 30.6.2006 χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε η καταβολή του νοσοκομειακού επιδόματος.

Κατά συνέπεια δεν είναι επιτρεπτή η στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 315 του ΚΠολΔ διόρθωση της άνω με αριθ. 6525/2009 απόφασης με τη συμπλήρωση του διατακτικού της με νέα διάταξη αναφερομένη στο ως άνω αναγνωριστικό αίτημα. Δεν γεννάται δε ζήτημα αντίφασης δεδικασμένων, το οποίο προϋποθέτει την έκδοση δύο τελεσίδικων δικαστικών αποφάσεων για την ίδια έννομη σχέση ή συνέπεια που να αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Ούτε συντρέχει περίπτωση παράβασης του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι η κατά τα άνω ερμηνεία του άρθρου 315 του ΚΠολΔ τυγχάνει κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων τυπολατρική, εμποδίζοντας στην ουσία την εξέταση του σχετικού αιτήματος, μέσω της αίτησης διόρθωσης, διότι η έστω από παραδρομή άφεση αδίκαστου αιτήματος με την απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν μπορεί μεν να διορθωθεί ως προς τούτο κατά τα ήδη προεκτεθέντα με αίτηση διόρθωσης, πλην όμως η σχετική πλημμέλεια μπορεί να προσβληθεί με αίτηση αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ, του δε πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με έφεση, εντός των κατά νόμο προθεσμιών.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που με αντίστοιχες σκέψεις σχετικά με το άρθρο 315 του ΚΠολΔ απέρριψε την από 22.1.2015 και με αριθ. κατ. ΒΑΒ 646/2015 αίτηση διόρθωσης της με αριθ. 6525/2009 απόφασης αυτού, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη δικονομικού δικαίου διάταξη του άρθρου 315 του ΚΠολΔ και κατά συνέπεια δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου που προβλέπεται από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Επομένως ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας των (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των δεύτερου, έκτου και έβδομου των αναιρεσίβλητων Ν.Π.Δ.Δ. (πέραν του όγδοου των αναιρεσίβλητων Ν.Π.Δ.Δ.

όπως προαναφέρθηκε), που παρέστησαν με ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν χωριστές προτάσεις το καθένα. Αντιθέτως δεν γεννάται ζήτημα επιδίκασης δικαστικών εξόδων για το πρώτο των αναιρεσίβλητων, που παραστάθηκε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ότι δεν θα εμφανισθεί κατά την εκφώνηση (άρθ. 242 παρ.2 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς άρθρο 573 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα) και δεν κατέθεσε προτάσεις, με συνέπεια να μην έχει υποβληθεί από αυτό αίτημα καταδίκης των αναιρεσειόντων στην πληρωμή των δικαστικών του εξόδων (άρθ. 106 του ΚΠολΔ) και για το τρίτο, τέταρτο και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων, λόγω της πραγματικής (το τρίτο) και πλασματικής ερημοδικίας (τα λοιπά) αυτών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους 14ο, 33ο, 39η, 50η , 55ο, 72η, 102η, 104ο, 106η, 107ο, 117η, 122ο, 135ο, 144η, 150η, 153η, 159ο, 165η, 167ο και 168ο των αναιρεσειόντων.

Κηρύσσει ματαιωθείσα τη συζήτηση ως προς τους αναιρεσείοντες αυτούς, κατά το μέρος που η αναίρεση στρέφεται κατά των δικονομικά απόντων 3ου, 4ου και 5ου των αναιρεσίβλητων Ν.Π.Δ.Δ.

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τους αναιρεσείοντες αυτούς, κατά το μέρος που η αναίρεση στρέφεται κατά των παρισταμένων 1ου, 2ου, 6ου, 7ου και 8ου των αναιρεσίβλητων Ν.Π.Δ.Δ.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 4.4.2019 αίτηση αναίρεσης της με αριθ. 1602/4.4.2017 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους παριστάμενους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του δευτέρου, έκτου, εβδόμου και όγδοου των αναιρεσίβλητων Ν.Π.Δ.Δ., τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ για το καθένα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ