Legislator Case Law & Legislation
536/2017 AI generated

536/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 536/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

536/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το δεύτερο αυτό εδάφιο της παραγράφου 5 δεν τροποποιήθηκε έκτοτε και μέχρι τη λήξη της τραπεζικής αργίας. Με την επακολουθήσασα από 30-6-2015 πράξη νομοθετικού περιεχομένου (ΦΕΚ Α 66/30-6-2015) προστέθηκε μόνο στην παρ. 5 τρίτο εδάφιο, με το οποίο ορίζονται ποινικές κυρώσεις για όποιον "κατά τη διάρκεια της τραπεζικής αργίας αρνείται την πληρωμή με τα μέσα που προβλέπονται στις περιπτώσεις β), γ) και δ) της παραγράφου 2 του άρθρου πρώτου".

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 536 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 536/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ltd" που εδρεύει στην ... και διατηρεί εγκατεστημένο γραφείο στο ... Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λεβέντη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Λειβιδιώτου-Σαξώνη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-2-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6405/2013 του ίδιου δικαστηρίου και 215/2015 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-9-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου ανέγνωσε α) την από 8-3-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου κατ' αμφότερα τα σκέλη του και του δευτέρου κατά το δεύτερο σκέλος του και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αίτησης και β) την από 24-3-2016 συμπληρωματική της έκθεση, με την οποία εξέθεσε ότι το αίτημα του αναιρεσίβλητου που υποβλήθηκε με τις από 10-3-2016 προτάσεις του, μετά τη σύνταξη της ανωτέρω εκθέσεώς της, υποβάλλεται εκτός σταδίου δίκης και προώρως, ενόψει του ότι κρίνεται αναγκαία κατά τούτο η εκατέρωθεν των διαδίκων ακρόαση. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο πρώτο της από 28-6-2015 πράξης νομοθετικού περιεχομένου (ΦΕΚ Α 65/28-6-2015), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 44 παρ. 1 του Συντάγματος λαμβάνοντας υπόψη την έκτακτη περίπτωση εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης να προστατευθεί το ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα και η ελληνική οικονομία από την έλλειψη ρευστότητας, ορίσθηκε στην παρ. 1 εδ.

α και γ αυτού ότι: "Η χρονική περίοδος από 28 Ιουνίου έως και 6 Ιουλίου κηρύσσεται τραπεζική αργία" (εδ. α) και "Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών η ως άνω χρονική περίοδος δύναται να συντμηθεί ή να παραταθεί" (εδ. γ), στη δε παρ. 5 εδ. β αυτού ότι: "Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα... αναστέλλονται οι δικαστικές προθεσμίες".

Το δεύτερο αυτό εδάφιο της παραγράφου 5 δεν τροποποιήθηκε έκτοτε και μέχρι τη λήξη της τραπεζικής αργίας. Με την επακολουθήσασα από 30-6-2015 πράξη νομοθετικού περιεχομένου (ΦΕΚ Α 66/30-6-2015) προστέθηκε μόνο στην παρ. 5 τρίτο εδάφιο, με το οποίο ορίζονται ποινικές κυρώσεις για όποιον "κατά τη διάρκεια της τραπεζικής αργίας αρνείται την πληρωμή με τα μέσα που προβλέπονται στις περιπτώσεις β), γ) και δ) της παραγράφου 2 του άρθρου πρώτου".

Στη συνέχεια κατ' εξουσιοδότηση της ρηθείσας από 28-6-2015 πράξης νομοθετικού περιεχομένου, όπως τροποποιήθηκε με την από 30-6-2015 όμοια, εκδόθηκαν: α) η Γ.Δ.Ο.Π.0000937ΕΞ 2015/Χ.Π. 2255 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β 1391/6-7-2015), με την οποία παρατάθηκε έως και 8 Ιουλίου 2015 η διάρκεια της ρηθείσας τραπεζικής αργίας, β) η Γ.Δ.Ο.Π.0000945ΕΞ 2015/Χ.Π. 2261 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β 1420/8-7-2015), με την οποία παρατάθηκε έως και 13 Ιουλίου 2015 η διάρκεια αυτής, δ) η Γ.Δ.Ο.Π.0000966ΕΞ2015/Χ.Π. 2297 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β 1460/13-7-2015), με την οποία παρατάθηκε έως και 15 Ιουλίου 2015 η διάρκεια αυτής.

Ακολούθησε η από 14-7-2015 πράξη νομοθετικού περιεχομένου (ΦΕΚ Α 79/14-7-2015), με την οποία και αφού λήφθηκαν υπόψη οι υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση της εν λόγω από 28-6-2015 πράξης νομοθετικού περιεχομένου, παρατάθηκε με το άρθρο πρώτο (παρ. 1) έως και 16 Ιουλίου 2015 η διάρκεια της εν λόγω τραπεζικής αργίας.

Τέλος με την Γ.Δ.Ο.Π.0000989ΕΞ2015/ Χ.Π. 2314 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β 1482/16-7-2015), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της ίδιας από 28-6-2015 πράξης νομοθετικού περιεχομένου όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τις ρηθείσες όμοιες πράξεις και αφού λήφθηκαν υπόψη οι κατ' εξουσιοδότηση αυτής εκδοθείσες άνω υπουργικές αποφάσεις, παρατάθηκε έως και 19 Ιουλίου 2015 η διάρκεια της εν λόγω τραπεζικής αργίας, ενώ με την 49214/21-7-2015 κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών ανεστάλη έως 31 Ιουλίου 2015 η υποχρέωση έκδοσης και κατάθεσης εκ μέρους των δικηγόρων ή των διαδίκων, μεταξύ άλλων, πάσης φύσεως παραβόλων και εξόδων σχετικά με την άσκηση και εκδίκαση ενδίκων μέσων, με την 57382/31-7-2015 όμοια κοινή υπουργική απόφαση παρατάθηκε η ισχύς της προηγουμένης (49214/21-7-2015) μέχρι 31-8-2015 και με την 57384/31-8-2015 όμοια κοινή υπουργική απόφαση παρατάθηκε η ισχύς αυτής έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2015.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής σε σχέση με το εμπρόθεσμο ή μη της άσκησης της υπό κρίση από 5-9-2015 αίτησης για αναίρεση της 215/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς: Η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε νομίμως στις 3-7-2015 στον παραστάντα ως πληρεξούσιο δικηγόρο της ήδη αναιρεσείουσας στην κατ' έφεση δίκη και αντίκλητο αυτής Γ.

Π., δικηγόρο Πειραιώς (βλ. την 7709Γ/3-7-2015 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πειραιώς Φ. Λ.-Χ.). Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε με κατάθεση στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 15-9-2015 (βλ. την υπάρχουσα κάτω από το δικόγραφό της από 15-9-2015 πράξη κατάθεσής της), ήτοι κατ' αρχήν μετά την πάροδο της οριζόμενης από το άρθρο 564 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

προθεσμίας από την επίδοσή της, που είναι τριακονθήμερη δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα αλλοδαπή εταιρεία είναι νομίμως εγκατεστημένη στην Ελλάδα (α.ν. 89/1967). Πλην όμως, ήδη από την κατά τις 3-7-2015 επίδοση της προσβαλλόμενης στην αναιρεσείουσα, ήταν σε ισχύ η ρηθείσα από 28-6-2015 πράξη νομοθετικού περιεχομένου με την οποία θεσπίσθηκε αναστολή των δικαστικών προθεσμιών κατά την κηρυχθείσα με αυτήν χρονική περίοδο τραπεζικής αργίας, κατά δε τη διαδρομή της ανωτέρω τριακονθήμερης προθεσμίας εκδόθηκαν και ίσχυσαν οι ρηθείσες πράξεις νομοθετικού περιεχομένου και οι κατ' εξουσιοδότηση της πρώτης από αυτές εκδοθείσες ως άνω υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες παρατάθηκε κατ' επανάληψη η τραπεζική αργία μέχρι τις 19-7-2015, χωρίς όμως να γίνεται οποιαδήποτε συμπλήρωση ή τροποποίηση αυτής ως προς τη διαληφθείσα στην παρ. 5 εδ.

β του άρθρου πρώτου αυτής, ως άνω αναστολή των δικαστικών προθεσμιών, η οποία (αναστολή) ως εκ τούτου εξακολούθησε να ισχύει καθ' όλη τη διάρκεια αυτής αλλά και μετά από αυτήν, αφού μέχρι τις 30-9-2015 εξακολούθησε και η ισχύς της ρηθείσας 49214/2015 υπουργικής απόφασης. Ενόψει αυτών και του ότι κατά το άρθρο 147 παρ. 2 K.Πολ.Δ.

το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου δεν υπολογίζεται για την ανωτέρω προθεσμία άσκησης αναίρεσης, καθίσταται σαφές ότι η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε τελικά εμπροθέσμως, χωρίς συνυπολογισμό, κατά τη διαδρομή της προθεσμίας, του χρόνου αναστολής των δικαστικών προθεσμιών.

Συνεπώς ο ισχυρισμός περί απαραδέκτου της υπό κρίση αίτησης λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, τον οποίο προέβαλε ο αναιρεσίβλητος με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες από 10-3-2016 έγγραφες προτάσεις του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός ο οποίος στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή.

Περαιτέρω από τα άρθρα 591 παρ. 1 περ. β, 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 περ. δ Κ.Πολ.Δ. (όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή) προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, δηλαδή απαιτείται σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ως "γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (Α.Π. 72/2016).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ. (όπως ίσχυε πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή) είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο ως υπεράσπιση κατά της έφεσης, 2) γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269, δηλαδή:

α) αν το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως από δικαιολογημένη αιτία, β) αν προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα, γ) αν αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου (χωρίς πλέον την πρόσθετη προϋπόθεση να κρίνει το δικαστήριο ότι ο διάδικος δεν γνώριζε ούτε μπορούσε να πληροφορηθεί έγκαιρα την ύπαρξη του εγγράφου, η οποία απαλείφθηκε με το άρθρο 27 ν. 3994/2011).

Το απαράδεκτο δε της προβολής αυτής λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι: α) όλοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί στη διαδικασία εκδικάσεως των εργατικών διαφορών πρέπει να προτείνονται κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, β) στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται για πρώτη φορά η προβολή των ισχυρισμών αυτών μόνο αν συντρέχουν οι προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο προτείνων αυτές διάδικος (Α.Π. 105/2017, 9/2014).

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση της προσβαλλόμενης και των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα σχετικά με τον εδώ ερευνώμενο πρώτο αναιρετικό λόγο:

Με την από 4-2-2013 αγωγή του ο ήδη αναιρεσίβλητος ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εργοδότριά του να του καταβάλει το ποσό των 29.373,88 ευρώ, ως οφειλόμενο μερίδιο από σχηματισθέν αποθεματικό κεφάλαιο, το οποίο αρνήθηκε να του καταβάλει κατά το χρόνο αποχωρήσεώς από αυτήν λόγω συνταξιοδοτήσεώς του.

Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η εναγομένη, εκτός από τη γενική άρνηση της αγωγής, προέβαλε ισχυρισμούς για αοριστία του δικογράφου της και για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος, οι οποίοι καταχωρήθηκαν στα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως αυτού και αναπτύχθηκαν με τις προτάσεις της.

Με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η αγωγή έγινε δεκτή στο σύνολό της και κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη άσκησε την από 10-2-2014 έφεσή της, με τον πρώτο λόγο της οποίας ισχυρίσθηκε κατά λέξη τα εξής: "Διότι η εκκαλουμένη, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση και των εγγράφων αποδείξεων και των μαρτυρικών καταθέσεων...

δέχθηκε ότι ο ενάγων δικαιούται να λάβει το ποσόν των ευρώ 29.373,88, ως αναλογία αποθεματικού κεφαλαίου... Όμως αν η εκκαλουμένη ερμήνευε και εφάρμοζε ορθώς τον νόμο και αν εκτιμούσε ορθώς τις αποδείξεις έπρεπε να δεχθεί ότι ο ενάγων δεν εδικαιούτο να λάβει το ποσόν αυτό και μάλιστα για την επικαλούμενη αιτία και τούτο διότι:

α) ουδεμία συμβατική υποχρέωση της εταιρείας μας για σχηματισμό τέτοιου είδους αποθεματικού κεφαλαίου υπέρ του ενάγοντος υπήρξε ποτέ, β) την 1-2-1988 ο ενάγων δεν ανήκε καν στο προσωπικό μου, γ)... δ) στην έγγραφη ατομική σύμβαση εργασίας του... δεν περιλαμβάνεται κανένας όρος περί σχηματισμού αποθεματικού κεφαλαίου, ε) κατά την αποχώρησή του λόγω συνταξιοδότησης την 6-2-2008 ο ενάγων έλαβε το συνολικό ποσό των ευρώ 23.578,80 και υπέγραψε ανεπιφυλάκτως δήλωση και εξοφλητική απόδειξη, αναφέροντας μεταξύ άλλων κατά λέξη και τα ακόλουθα: "...Έλαβα από την εταιρεία ...

Ltd το ποσόν των ευρώ 23.578,80 (αριθμητικώς και ολογράφως)... Με το παρόν δηλώνω επίσης, ρητά και ανεπιφύλακτα, ότι έχω εξοφληθεί πλήρως και ολοσχερώς από την ανωτέρω εταιρεία, από μισθούς, υπερωρίες, επιδόματα, αμοιβές κλπ και ότι ουδεμία απαίτηση έχω εναντίον της από την ανωτέρω αιτία ή οποιαδήποτε άλλη αιτία, συμπεριλαμβανομένης και οποιασδήποτε αξίωσης για λήψη οιασδήποτε μορφής αποθεματικού κεφαλαίου εν όλω ή εν μέρει, αφού ουδέποτε απέκτησα τέτοιο δικαίωμα...

και ότι είμαι πλήρως εξοφλημένος και ικανοποιημένος". στ) ουδεμία τέτοιας μορφής πάγια τακτική της επιχειρήσεως έναντι όλων των εργαζομένων υπήρξε ή υπάρχει, εφαρμόσθηκε ή εφαρμόζεται...". Εξ άλλου με το δεύτερο λόγο της ανωτέρω έφεσής της η εναγομένη ισχυρίσθηκε κατά λέξη ότι: "Διότι η εκκαλουμένη, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση και κυριολεκτικώς παραμόρφωση του περιεχομένου της συγκεκριμένης προαναφερομένης εγγράφου αποδείξεως...

και παρότι ορθώς δέχθηκε ότι η απόληψη αναλογίας αποθεματικού κεφαλαίου συνιστά χρηματική παροχή υπέρτερη των νομίμων αποδοχών του ενάγοντος από την οποία εγκύρως χωρεί παραίτηση, εν τούτοις δέχθηκε εσφαλμένως ότι δήθεν η υπογραφή της παραπάνω δήλωσης δεν ήταν προϊόν ελεύθερης βούλησης του ενάγοντος...

και ότι δήθεν από τη διατύπωση της δήλωσης αυτής υφίσταται ασάφεια και αμφιβολία ως προς την παροχή από την οποία ο ενάγων φερόταν ότι παραιτήθηκε, με αποτέλεσμα η παραίτηση να καθίσταται δήθεν άκυρη...". Ο ανωτέρω ισχυρισμός που προτάθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του εφετείου με τους προαναφερθέντες (πρώτο και δεύτερο) λόγους έφεσης ήταν απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος διότι η τότε εκκαλούσα δεν επικαλέσθηκε κάποιον από τους αναφερόμενους στην αρχή αυτής της σκέψης νόμιμους λόγους παραδεκτής βραδείας προβολής του, μόνο δε με το αναιρετήριο ισχυρίζεται το πρώτον ότι ο ισχυρισμός αυτός ήταν παραδεκτός σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 αριθ. 3 σε συνδυασμό με 269 παρ. 2 περ.

γ Κ.Πολ.Δ., όπως τότε ίσχυαν, δηλαδή διότι αποδεικνυόταν εξ εγγράφων. Σε κάθε περίπτωση ο προαναφερθείς ισχυρισμός, και αν ακόμα γινόταν δεκτό ότι είχε προταθεί παραδεκτά, ήταν απορριπτέος ως αόριστος αφού από το περιεχόμενό του δεν προέκυπτε με σαφήνεια αν με αυτόν επιχειρήθηκε η θεμελίωση ένστασης (επιγενόμενης) εξόφλησης ή παραίτησης του ενάγοντος από δικαιούμενη υψηλότερη των νομίμων αποδοχών παροχή αποθεματικού κεφαλαίου, την οποία μάλιστα η ίδια η εναγομένη ισχυρίσθηκε ότι ο ενάγων δεν εδικαιούτο να λάβει.

Η αοριστία αυτή επιτείνεται από το γεγονός ότι με τις από 5-11-2014 έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του εφετείου η εναγομένη (τότε εκκαλούσα) χαρακτήρισε τον ανωτέρω ισχυρισμό της ως άρνηση της αγωγής και ειδικότερα ισχυρίσθηκε ότι: "Προς απόδειξη των ισχυρισμών μας στους οποίους στηρίζεται η αιτιολογημένη άρνηση της ένδικης αγωγής, προσκομίσαμε: (α)... (β)... (γ)... (δ) το έγγραφο υπολογισμού της αποζημίωσης...

που έλαβε ο ενάγων από την εταιρεία μας την 6-2-2008 που αποχώρησε λόγω συνταξιοδότησης..., (ε) το από 8-10-2009 έγγραφο της εξοφλητικής απόδειξης-δήλωσης που υπέγραψε ανεπιφυλάκτως ο ενάγων... (στ)... (ζ)... (η) το από 11-8-2011 έγγραφο της δεύτερης εξοφλητικής απόδειξης-δήλωσης που υπέγραψε ανεπιφυλάκτως ο ενάγων...".

Συνεπώς το εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό εν μέρει ως κατ' ουσίαν αβάσιμο και εν μέρει ως απαραδέκτως προταθέντα για πρώτη φορά ενώπιόν του, ορθώς κατά το αποτέλεσμα έκρινε. Γι' αυτό πρέπει να αντικατασταθούν οι αιτιολογίες της προσβαλλομένης στο σχετικό σημείο τους με τις πιο πάνω και να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναίρεσης (άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.) και κατά τα τρία σκέλη του, με τα οποία η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες: α) της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου του ανωτέρω ισχυρισμού της (άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ.), β) της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη του ίδιου ισχυρισμού της (άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ.) και γ) της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων (εγγράφων) που η ίδια επικαλέσθηκε και προσκόμισε για την απόδειξη της βασιμότητάς του (άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ.).

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ: "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.

Α.Π. 7/2002). Εξ άλλου μόνη η μακρά αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και αν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι αυτός δε θα ασκήσει το δικαίωμά του, δεν καθιστά τη μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης του δικαιώματος, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, έτσι ώστε η με τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε να συνεπάγεται επαχθείς, όχι δε κατ' ανάγκην και αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, για την αποτροπή των οποίων κρίνεται, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, επιβεβλημένη η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος.

Περαιτέρω η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος προϋποθέτει τη γέννηση και την ύπαρξή του.

Συνεπώς η επίκληση περιστατικών, η αλήθεια των οποίων αποκλείει τη γέννηση ή συνεπάγεται την κατάλυση του δικαιώματος δεν θεμελιώνει και ένσταση καταχρηστικής άσκησής του αλλά είτε συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της στηριζόμενης στο δικαίωμα αυτό αγωγής είτε θεμελιώνει άλλη παρακωλυτική ή καταλυτική του δικαιώματος ένσταση (Α.Π. 1799/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προέβαλε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, την οποία ανέπτυξε με τις από 25-9-2013 έγγραφες προτάσεις της που υπέβαλε ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου και είχε κατά λέξη ως εξής: "Ο ενάγων ομολογεί ότι αποχώρησε λόγω συνταξιοδότησης την 6-2-2008.

Η αγωγή του επιδόθηκε την 6-2-2013, δηλαδή την τελευταία ακριβώς ημέρα πριν από τη συμπλήρωση πενταετίας από τη λήξη της σύμβασής του. Περαιτέρω, μετά την αποχώρησή του και την καταβολή της αποζημίωσής του, υπέγραψε χωρίς να διατυπώσει καμμιά επιφύλαξη, όρο ή πολύ περισσότερο εναντίωση, έγγραφη δήλωση στην εξοφλητική αυτή απόδειξη, σύμφωνα με την οποία "...ουδεμία απαίτηση έχει (κατ' εμού) από την ανωτέρω αιτία ή οποιαδήποτε άλλη αιτία, συμπεριλαμβανομένης και οποιασδήποτε αξίωσης για λήψη οιασδήποτε μορφής αποθεματικού κεφαλαίου εν όλω ή εν μέρει, αφού ουδέποτε απέκτησε τέτοιο δικαίωμα ή κατ' άλλης εταιρείας του ιδίου ομίλου εταιρειών ή κατά οιουδήποτε άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου έχοντος άμεση ή έμμεση σχέση με αυτές και ότι είναι πλήρως εξοφλημένος και ικανοποιημένος".

Η ευθεία, άμεση και καθαρή αυτή δήλωση του ενάγοντος σχετικά με την επίδικη αξίωση, σε συνδυασμό με την μακροχρόνια αδράνειά του να διεκδικήσει αυτήν δικαστικώς ή ακόμα και εξωδίκως, συνιστά γνήσια περίπτωση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος αγωγής, αιτία για την οποία η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού προδήλως ο ενάγων αν και γνώριζε και είχε μάλιστα δηλώσει σε ανύποπτο χρόνο ότι στερείται του δικαιώματος αυτού, έσπευσε να το δικεδικήσει".

Με αυτό το περιεχόμενο ο ανωτέρω ισχυρισμός ήταν απορριπτέος ως μη νόμιμος, δεδομένου ότι τα περιστατικά που επικαλέσθηκε η εναγομένη για τη θεμελίωσή του, αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούσαν την άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 Α.Κ. Ειδικότερα η μεν υπογραφή από τον ενάγοντα έγγραφης εξοφλητικής απόδειξης σύμφωνα με την οποία ουδεμία απαίτηση έχει κατά της εναγομένης συνιστά επίκληση ανυπαρξίας του δικαιώματός του και ενδεχομένως θα μπορούσε να θεμελιώσει άρνηση της αγωγής ή ένσταση εξόφλησης ή παραίτησης από το δικαίωμά του κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, σε καμία περίπτωση όμως δεν μπορεί να θεμελιώσει ένσταση καταχρηστικής άσκησης αυτού, η οποία προϋποθέτει υπαρκτό δικαίωμα κατά τα προεκτεθέντα.

Εξ άλλου μόνη η επίκληση της μακράς αδράνειας του δικαιούχου δεν καθιστά την άσκηση του δικαιώματος αυτού καταχρηστική κατά τα ωσαύτως προεκτεθέντα.

Συνεπώς το εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, ορθώς κατά το αποτέλεσμα έκρινε. Γι' αυτό πρέπει να αντικατασταθούν οι αιτιολογίες της προσβαλλομένης στο σχετικό σημείο τους με τις πιο πάνω και να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αναίρεσης (άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.) και κατά τα δύο σκέλη του, με τα οποία η αναιρεσείουσα επικαλείται αφενός μεν ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλομένης κατά την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού (άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.), αφετέρου δε παρά το νόμο μη λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου (εγγράφου) που η ίδια επικαλέσθηκε και προσκόμισε για την απόδειξη της βασιμότητάς του (άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ.).

Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-9-2015 αίτηση για αναίρεση της 215/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ