Legislator Case Law & Legislation
536/2015 AI generated

536/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 536/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/5/2010 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3818/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 775/2013 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/1/2014 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

536/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 513 ΑΚ με τη σύμβαση της πώλησης ο πωλητής έχει υποχρέωση να μεταβιβάσει την κυριότητα του πράγματος, που αποτελεί το αντικείμενο της πώλησης και να παραδώσει το πράγμα και ο αγοραστής έχει την υποχρέωση να πληρώσει το τίμημα που συμφωνήθηκε, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 138 παρ. 1 ΑΚ δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη.

Keywords

AI generated
abandonment of expropriation withdrawal following settlement transfer of shares non-implementation of the offending agreements nullity of agreements and decisions action for recovery of property
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 536 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 536/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Λ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Κοκοτό και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ανσάλντο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/5/2010 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3818/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 775/2013 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/1/2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 23/1/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αυτής και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους, ερήμην του δεύτερου εφεσίβλητου-καθού η ανακοπή, Δ. Μ. και μη όντος διαδίκου στην παρούσα δίκη και αντιμωλία του εκκαλούντος-ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, Χ. Κ. και του πρώτου εφεσίβλητου-καθού η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντος, Γ. Λ., υπ'αριθ.775/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς επί της από 21-11-2011 έφεσης του ανακόπτοντος Χ. Κ. κατά της υπ' αριθ.3818/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία είχε απορρίψει την από 25-5-2010 ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ κατά της επισπευδόμενης, δυνάμει του πρώτου απογράφου εκτελεστού της υπ' αριθ.1966/2009 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αναγκαστικής εκτέλεσης και συγκεκριμένα περί ακύρωσης της υπ' αριθ. 663/22-2-2010 κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας και της υπ' αριθ. 665/19-4-2010 Α' Επαναληπτικής Περίληψης για διεξαγωγή πλειστηριασμού του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείου Αθηνών Α. Γ. και αφού δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την, κατά τα παραπάνω, επισπευδόμενη εκτέλεση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ ).

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1257, 1258, 1265, 1268, 1291, 1292, 1295 ΑΚ και 993 παρ. 1 εδ. β ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαίωμα υποθήκης παρέχει στον ενυπόθηκο δανειστή, παράλληλα με την ενοχική αγωγή κατά του προσωπικού οφειλέτη του και εμπράγματη αγωγή, στην οποία υπόκειται και ο τρίτος κύριος που παραχώρησε την υποθήκη, καθώς και κάθε τρίτος που απέκτησε κυριότητα μετά την εγγραφή της υποθήκης ή της προσημείωσης ή που νέμεται με νόμιμο τίτλο το ενυπόθηκο ακίνητο.

Η εμπράγματη αυτή υποθηκική αγωγή, δηλαδή η αξίωση για αναγκαστική εκτέλεση εις βάρος του ενυπόθηκου ακινήτου μπορεί να ασκηθεί όχι μόνο από τον ενυπόθηκο δανειστή αλλά και από τον προσημειούχο, αφού η προσημείωση υποθήκης δεν είναι τίποτε άλλο παρά υποθήκη υπό αναβλητική αίρεση, η πλήρωση της οποίας ενεργεί αναδρομικώς και εάν κατά το χρόνο της κατάταξης δεν έχει τραπεί η προσημείωση σε υποθήκη, ο προσημειούχος θα καταταγεί τυχαίως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1007 παρ. 1 εδ.3 ΚΠολΔ ( ΑΠ 1134/2012).

Ενόψει των ανωτέρω, οσάκις απευθύνεται η εκτέλεση εναντίον του τρίτου που απέκτησε την κυριότητα μετά την εγγραφή της υποθήκης ή που νέμεται με νόμιμο τίτλο το ενυπόθηκο ακίνητο, αυτός έχει όλα τα υπό του δικονομικού δικαίου δικαιώματα που παρέχονται στον καθού η εκτέλεση. Έτσι δικαιούται δια της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, πέραν άλλων, να προτείνει λόγους ή ενστάσεις, που περιορίζουν ή εκμηδενίζουν την εμπράγματη ευθύνη του, όπως είναι οι ενστάσεις κατά του κύρους της απαίτησης που ασφαλίζεται με την υποθήκη.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 513 ΑΚ με τη σύμβαση της πώλησης ο πωλητής έχει υποχρέωση να μεταβιβάσει την κυριότητα του πράγματος, που αποτελεί το αντικείμενο της πώλησης και να παραδώσει το πράγμα και ο αγοραστής έχει την υποχρέωση να πληρώσει το τίμημα που συμφωνήθηκε, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 138 παρ. 1 ΑΚ δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 1, 3, 9, 11, 15, 17, 21 & 28 του ν. 5325/1932 "περί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν" ναι μεν προκύπτει ότι η ενοχή από συναλλαγματική είναι αναιτιώδης, αφού η αιτία της έκδοσής της δεν αποτελεί στοιχείο του κύρους της, όμως ο οφειλέτης, καθώς και κάθε τρίτος, που έχει έννομο συμφέρον να επικαλεσθεί το ανύπαρκτο της απαίτησης του δανειστή από τη συναλλαγματική, μπορεί να αποκαλύψει την εσωτερική (υποκείμενη ή βασική) σχέση μεταξύ δανειστή και οφειλέτη που αποτέλεσε την αιτία έκδοσης και αποδοχής της συναλλαγματικής καθώς και το ελάττωμα της αιτιώδους αυτής σχέσης, όπως την εικονικότητα αυτής, ως εκ του οποίου η απαίτηση του δανειστή στερείται νόμιμης αιτίας, oπότε, αν ο ισχυρισμός του αυτός αποδειχθεί, καθίσταται ανενεργός η αξίωση από τη συναλλαγματική και ο οφειλέτης ελευθερώνεται, αφού διαφορετικά η πληρωμή της συναλλαγματικής θα οδηγούσε σε αδικαιολόγητο σε βάρος του πλουτισμό του κομιστή της συναλλαγματικής κατά τα άρθρ. 904 επ.

ΑΚ (ΑΠ 544/1998, πρβλ. και ΑΠ 1266/2011, ΑΠ 8/1994, ΑΠ 1312/1991). Τέλος, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 465/1988).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ανακόπτων, δυνάμει του με αριθμό .../19.2.2009 συμβολαίου αγοραπωλησίας του 1 Συμ/φου Πειραιώς Γεωργίου Αφαρά, αγόρασε από τον Δ.

Μ., δεύτερο εκ των καθών, και κατέστη έτσι κύριος του με στοιχεία Δ-3 διαμερίσματος, επιφανείας 74 τ. μ. σε εσοχή (ρετιρέ), του 4ου υπέρ το ισόγειο ορόφου της πολυκατοικίας επί της οδού Αγίου Ιωάννη Ρέντη αρ. 161, στο Δήμο Πειραιώς. Το εν λόγω συμβόλαιο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιά στον τόμο ...

με α.α 344, στις 23.2.2009. Σε βάρος του δικαιοπαρόχου του ανακόπτοντος Δ. Μ., ο πρώτος εκ των καθών η ανακοπή Γ. Λ. ζήτησε και εκδόθηκε η με αριθμό 1.966/2009 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, βάσει μιας συναλλαγματικής ποσού 65.000 €, εκδόσεως του πρώτου εκ των καθών στις 12.12.2008 και αποδοχής του δευτέρου εξ αυτών αυθημερόν.

Επί του άνω μεταβιβασθέντος ακινήτου ο πρώτος εκ των καθών, κατά την ίδια ακριβώς ημέρα μεταγραφής του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου (23.2.2009), προέβη σε εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης, η οποία, στη συνέχεια, ετράπη σε υποθήκη και με την 663/ 22.2.2010 κατασχετήριά έκθεσή του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι.

Γ., επεβλήθη κατάσχεση και ορίστηκε ημέρα πλειστηριασμού η 14.4.2010. Σχετικά με την απαίτηση αυτή αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Με το από 28.7.2008 προσύμφωνο πώλησης μετοχών φέρεται να συμφωνήθηκα πώληση από τον πρώτο στον δεύτερο εκ των καθ'ων, του συνόλου των μετοχών της "OFF SHΟRE εταιρίας, με την επωνυμία "FORMWAVE LTD", αντί του ποσού των 70.000 €, που ορίστηκε να καταβληθεί σταδιακά, μέσα στο διάστημα από 15.9.2008 μέχρι 30.9.2009, οπότε, με την εξόφληση και της τελευταίας δόσης, θα προέβαινε ο πρώτος εκ των καθών στην οριστική πώληση και μεταβίβαση των μετοχών, σε εξασφάλιση δε του τιμήματος, ο πρώτος εκ των καθών εξέδωσε ισόποσες συν/κές, όπως ρητά αναφέρεται.

Επί πλέον διαλαμβάνεται στο προσύμφωνο ότι, σε περίπτωση μη πληρωμής δύο συνεχομένων δόσεων, καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το ποσό. Περιουσιακό στοιχείο της εν λόγω εταιρίας ήταν ένα σκάφος με το όνομα "VAYA CON DIOS" . Το προσύμφωνο τούτο ακολούθησε η υπογραφή του από 2.12.2008 ιδιωτικού συμφωνητικού πώλησης μετοχών, στο οποίο αναφέρεται, ότι παρατάθηκε κατά ένα και πλέον ακόμη μήνα ο χρόνος καταβολής της πρώτης δόσης του τιμήματος από 20.000 €, που είχε ήδη (προφανώς προφορικά) παραταθεί κατά δύο μήνες, ήτοι συνολικά τρεις, (η οποία τμηματική οφειλή μοιράστηκε σε 4 δόσεις των 5.00Θ €), και ότι παραδόθηκε το σύνολο των μετοχών και το σκάφος, που είναι το μοναδικό στοιχείο της εταιρίας, που ο αγοραστής (δεύτερος εκ των καθών) παρέλαβε ανεπιφύλακτα, ότι για κάθε δόση ο πρώτος εκ των καθών και εκεί πωλητής είχε εκδώσει σε βάρος του δευτέρου 11 ισόποσες συν/κές, με αντίστοιχες ημερομηνίες λήξης και ότι για το ποσό των 20.000 €, εκδόθηκαν τέσσερεις (4) ακόμη αντίστοιχες συν/κές, μετά την εξόφληση των οποίων επρόκειτο να επιστραφεί η προηγούμενα εκδοθείσα για όλο το ποσό των( 20.000 € συν/κή.

Δέκα (10) ημέρες μετά, φέρεται να υπέγραψαν οι δύο καθών το από 12.12.2008 (τρίτο) συμφωνητικό, με το οποίο συμφώνησαν ο πρώτος από τους καθών να εκδώσει και ο δεύτερος να αποδεχθεί την επίμαχη συν/κή, που θα παρέμενε στα χέρια του πρώτου, ο οποίος θα μπορούσε να συμπληρώσει το τυχόν υπόλοιπο οφειλόμενο τίμημα θέτοντας, συγχρόνως, ημερομηνία λήξης όχι "μεγαλύτερη", (όπως επί λέξει αναφέρει) των πέντε (5) ημερών από τη λήξη της δεύτερης οφειλόμενης δόσης, η καθυστέρηση των οποίων θα έχει καταστήσει έτσι απαιτητό όλο το τίμημα.

Με βάση τα άνω συμφωνηθέντα, ο πρώτος καθού, λόγω καθυστέρησης καταβολής των δόσεων, συμπλήρωσε την επίμαχη συν/κή με το ποσό αρχικά των 75.000 € το οποίο έχει διορθωθεί σε 65.000 € και ετέθη ημερομηνία λήξης η 5.1.2009, που ήταν η 5η ημέρα από τη μη καταβολή των δύο πρώτων δόσεων του τιμήματος, σύμφωνα με τα διαληφθέντα στο τελευταίο συμφωνητικό.

Στις 7. 1.2009 ο πρώτος εκ των καθών ζήτησε και εκδόθηκε η 1.966/16.2.2009 διαταγή πληρωμής, της οποίας αντίγραφο από το πρώτο απόγραφο εκτελεστό, με επιταγή προς πληρωμή επιδόθηκε στον δεύτερο στις 3.3.2009 όπως προκύπτει από την 5357β/09 έκθεση επίδοσης του άνω δικαστικού επιμελητή Α. Γ.. Αμέσως μετά την κατάθεση της άνω αιτήσεως, ο ίδιος καθού ζήτησε με την από 13.1.2009 αίτηση του να προτιμηθεί η αίτησή του και να εκδοθεί η διαταγή πληρωμής, η οποία αίτηση απορρίφθηκε με την από 19.1.2009 πράξη του αρμοδίου Δικαστή, ενώ ακολούθησε και δεύτερη αίτηση προτιμήσεως, η από 29.1.2009, στην οποία είχε επισυνάψει φωτογραφίες του ακινήτου με την ένδειξη ότι αυτό πωλείται, και μια επιστολή με ημερομηνία 10.12.2008, την οποία ο δεύτερος των καθών απηύθυνε σε εταιρία με την επωνυμία "LG CONSULTING ΕΠΕ" και με την οποία ζητούσε να του υποδείξουν αγοραστή του ακινήτου.

Έτσι, με βάση τα ανωτέρω έγγραφα έγινε δεκτή η αίτηση προτιμήσεως στις 2.2.2009 και εκδόθηκε, κατά προτίμηση, η διαταγή πληρωμής. Ο πρώτος εκ των καθών, με την από 29.12.2008 αίτηση του, είχε ήδη επιτύχει, βάσει της, με ημερομηνία εκδόσεως 2.12.2008 και λήξεως την 15.12.2008, συν/κής ποσού 5.000 €, την έκδοση της 46.189/30.12.2008 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών, δυνάμει της οποίας, κατά την ημέρα (7.1.2009) που αιτήθηκε την έκδοση της διαταγής πληρωμής, με την οποία επισπεύδεται η εκτέλεση του ακινήτου, προέβη στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, για το άνω ποσό των 5.000 € (σχ.

το με αριθμό 1245/30.3.2010 πιστοποιητικού του Υποθηκοφύλακα Πειραιά). Παρά ταύτα/δεν πρόεβη σε κατάσχεση του ακινήτου, όσο ακόμα βρισκόταν στην κυριότητα του οφειλέτη του. Το σκάφος της εταιρίας είχε εντοπιστεί από τον πρώτο εκ των καθών στο Κορωπί, σε περιοχή στάθμευσης σκαφών, το οποίο από τις προσαγόμενες φωτογραφίες φαίνεται να βρίσκεται σε άριστη πραγματική κατάσταση, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς του.

Μάλιστα, προσκομίζεται από τον τελευταίο με επίκληση η από 20.12.2012 απόδειξη του Κ. Δ., κυρίου της επιχείρησης συντήρησης σκαφών αναψυχής στο Κίτσι Κορωπίου, ποσού 3.198,00 ευρώ, που οφείλει ο δεύτερος εκ των καθών για τη στάθμευση του σκάφους, του οποίου, όπως προκύπτει από το βιβλίο στάθμευσης σκαφών, η ημερομηνία εισόδου του είναι η 15.10.2009.

Ο μάρτυρας Ι. Μ., που εξετάστηκε με επιμέλεια του πρώτου εκ των καθών ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, βεβαίωσε πως το σκάφος είναι μεγάλο και πολυτελές, αξίας 70-80.000 ευρώ, ενώ, περαιτέρω, δήλωσε άγνοια σχετικά με την αγοραπωλησία του. Από όλα τα ανωτέρω είναι προφανές ότι ο πρώτος εκ των καθών, εάν είχε πράγματι αληθή απαίτηση σε βάρος του δευτέρου, θα μπορούσε αφενός προκειμένου να επισπεύσει διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης με επιβολή κατάσχεσης, βάσει της πρώτης εκδοθείσης διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών, όπως εύλογα θα αναμενόταν να ενεργήσει ο κάθε συνετός δανειστής, που διαβλέπει να κινδυνεύει η απαίτηση του και αφετέρου, έχοντας ήδη σαφείς ενδείξεις περί της οικονομικής δυστοκίας, αλλά και της δυστροπίας του δευτέρου καθού η ανακοπή αντισυμβαλλομένου του, περί την καταβολή του τιμήματος, δοθέντος ότι, όπως αναγράφεται στα προμνημονευόμενα ιδιωτικά συμφωνητικά, δεν είχε γίνει καμιά καταβολή από τη σύνταξη του προσυμφώνου, θα μεριμνούσε για την ελάχιστη εξασφάλιση της απαίτησής του.

Αντ' αυτού, εκείνος συμφώνησε ανανέωση της οφειλής και, κυρίως, προέβη σε παράδοση των μετοχών της εταιρίας και του σκάφους, αποξενούμενος εξ ολοκλήρου των περιουσιακών του στοιχείων, μολονότι γνώριζε τον κίνδυνο μη ικανοποίησης των αξιώσεών του, δεδομένου ότι προφανώς πρόκειται για άτομο με επιχειρηματική εμπειρία και στη συνέχεια άρχισε να καταβάλει προσπάθεια να πετύχει την σύντομη έκδοση της διαταγής πληρωμής για το ποσό των 65.000 €, με βάση την συν/κή, που, να σημειωθεί, φέρει διορθώσεις, με βάση τις οποίες ο δεύτερος εκ των καθών θα μπορούσε να στηρίξει αντιρρήσεις εκ του τίτλου, πράγμα που δεν έπραξε.

Συγχρόνως, εκείνος (δεύτερος εκ των καθών) είχε προβεί σε καταχώρηση στις εφημερίδες αγγελίας πώλησης του ακινήτου, στη συνέχεια δε, στις 14.4.2010, ήτοι πολύ αργότερα από τη μεταβίβαση του ακινήτου, υπέγραψε και παρέδωσε στον πρώτο εκ των καθών απόδειξη με τη δήλωση ότι αναγνωρίζει ανεπιφύλακτα ως ισχυρή και απρόσβλητη την 1966/2009μ διαταγή πληρωμής, καταβάλλοντας συγχρόνως το ποσό των 1000 € έναντι των εξόδων της επισπευδόμενης εκτέλεσης.

Η δήλωση βέβαια αυτή, πέραν της παραγωγής δεδικασμένου, δεν έχει καμία αξία για τους καθών, αφού ο φερόμενος ως οφειλέτης πρώτος εκ των καθών στερείται οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου, όπως ο πρώτος ισχυρίζεται. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναστολής εκτελέσεως, που ο ανακόπτων κατέθεσε, με βάση την υπό κρίση ανακοπή, επί της οποίας αιτήσεως εκδόθηκε η 3.362/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, που διέταξε την αναστολή της εκτέλεσης, ο πρώτος εκ των καθών δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο αποδεικτικό της βασιμότητας- της απαίτησής του εναντίον του δευτέρου, όπως διαλαμβάνεται στο σκεπτικό της.

Περαιτέρω, τα ως άνω προσκομιζόμενα ιδιωτικά συμφωνητικά πώλησης των μετοχών δεν μπορούν να αποτελέσουν πλήρη απόδειξη της σύμβασης πώλησης των μετοχών, διότι αυτά ούτε βέβαιης χρονολογίας είναι ούτε ενισχύεται το περιεχόμενο τους από άλλα επίσημα έγγραφα (π.χ. κάποιο έγγραφο για τα ετήσια έξοδα προς τη χώρα φιλοξενίας της off shore εταιρίας ή τα πρακτικά του διοικητικού συμβουλίου της, δεδομένου ότι επρόκειτο για αλλαγή της περιουσίας και του ιδιοκτήτου των μετοχών της εταιρίας και έπρεπε συνεπώς να είχαν συνταχθεί και υπογραφεί από τα μέλη του Δ.Σ.

σύμφωνα με τη νομοθεσία που την διέπει, ενώ ακόμη στα εν λόγω συμφωνητικά δεν αναφέρεται σε κανένα σημείο η ιδιότητα του πρώτου εκ των καθών σε σχέση με την εταιρία, κλπ). Αντίθετα, στην προσκομιζόμενη με επίκληση από τον ανακόπτοντα σε επίσημη μετάφραση ετήσια δήλωση της άνω εταιρίας, η οποία είχε παραληφθεί για καταχώρηση στο αρμόδιο Αρχείο (Companies House) στην Αγγλία, σε ηλεκτρονική μορφή στις 27.3.2009 αναγράφεται ρητά ότι το μετοχικό κεφάλαιο απαρτίζεται από 1000 συνήθεις μετοχές, όπως ήταν κατά την 19.3.2009, δήλωση, που αναιρεί εξ ολοκλήρου τον ισχυρισμό περί μεταβίβασης αυτών με τα άνω ιδιωτικά συμφωνητικό, που φέρουν τις παραπάνω προγενέστερες ημερομηνίες εντός του έτους 2008 και έχουν, προφανώς, συνταχθεί με σκοπό να εμφανίσουν την απαίτηση ως αληθινή.

Επιπροσθέτως, μολονότι έχει ανευρεθεί το σκάφος, δεν προβαίνει ο πρώτος εκ των καθών στις δέουσες δικαστικές ενέργειες σε βάρος του δευτέρου, παρά την πλήρη αποδοχή της απαίτησης εκ μέρους του τελευταίου ...".

Με τα δεδομένα αυτά, δέχθηκε τελικώς το Εφετείο ότι η πώληση από τον αναιρεσείοντα προς το Δ. Μ. των μετοχών της εξωχώριας (off shore) εταιρείας με την επωνυμία "FORMWAVE LTD", περιουσιακό στοιχείο της οποίας ήταν το σκάφος με το όνομα "VAYA CON DIOS", αντί τιμήματος 70.000,00€, η οποία αποτέλεσε την αιτία έκδοσης από τον πρώτο στις 12-12-2008 και αποδοχής από το δεύτερο αυθημερόν της συναλλαγματικής, με ημερομηνία λήξης 5-1-2009, ποσού 65.000,00€, με βάση την οποία ο πρώτος εξέδωσε σε βάρος του δεύτερου την υπ' αριθ. 1966/16-2-2009 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και προέβη στις 23-2-2009 στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί ακινήτου αυτού, η οποία ετράπη σε υποθήκη και προς ικανοποίηση της απαίτησης αυτής επέσπευσε στη συνέχεια αναγκαστική εκτέλεση, δια της επιβολής αναγκαστικής κατάσχεσης στο άνω ακίνητο, το οποίο όμως αυτός είχε μεταβιβάσει, λόγω πώλησης, δυνάμει του υπ' αριθ..../19-2-2009 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς Γεωργίου Αρφαρά, που μεταγράφηκε την ίδια ημέρα εγγραφής της προσημείωσης, αλλά σε μεταγενέστερο αυτής χρόνο, δεν ήταν πραγματική, αλλά εικονική, όπως ο αναιρεσίβλητος, προέβαλε με το δεύτερο λόγο της ανακοπής του κατά της εκτέλεσης, ως αποκτήσας και νεμόμενος το ακίνητο αυτό με νόμιμο τίτλο μετά την εγγραφή της προσημείωσης υποθήκης, η οποία στη συνέχεια ετράπη σε υποθήκη και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί τα αντίθετα, δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την αναγκαστική εκτέλεση.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού στο αποδεικτικό του πόρισμα διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της εικονικότητας της αιτίας έκδοσης και αποδοχής της άνω συναλλαγματικής, δηλαδή της πώλησης εκ μέρους του αναιρεσείοντος προς το Δ. Μ. των μετοχών της εξωχώριας εταιρείας, στην κυριότητα της οποίας ανήκε το σκάφος, που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 138 ΑΚ.

Και τούτο, διότι δεν αναφέρονται με πληρότητα στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι η αιτία έκδοσης και αποδοχής της άνω συναλλαγματικής είναι όχι πραγματική αλλά εικονική, οφειλόμενη σε συμπαιγνία μεταξύ των προαναφερομένων προσώπων (αναιρεσείοντος και Δ.

Μ.) και ειδικότερα πως η εικονικότητα αυτής συνδέεται με την πώληση από το Δ. Μ. του ακινήτου κυριότητάς του προς τον αναιρεσίβλητο σε μεταγενέστερο χρόνο της έκδοσης αυτής και συγκεκριμένα στις 19-2-2009, δυνάμει του προαναφερομένου συμβολαίου, το οποίο ο τελευταίος μετέγραψε αργότερα και δη στις 23-2-2009, οπότε ο αναιρεσείων ήδη την ίδια ημέρα, αλλά σε προγενέστερο χρόνο, είχε εγγράψει επ' αυτού προσημείωση υποθήκης για την εξασφάλιση της απαίτησης του από την προαναφερόμενη υπ' αριθ. 1966/16-2-2009 διαταγή πληρωμής, που εκδόθηκε με βάση την άνω συναλλαγματική και ενώ αυτός είχε από 7-1-2009, πριν, δηλαδή, από την πώληση, εγγράψει και άλλη προσημείωση υποθήκης επί του άνω ακινήτου με βάση την υπ' αριθ.46180/30-12-2008 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που είχε εκδοθεί επί συναλλαγματικής, ποσού 5.000,00€, έκδοσης στις 2-12-2008 από τον αναιρεσείοντα και αποδοχής αυθημερόν από το Δ.

Μ., λήξης την 15-12-2008, για την ίδια αιτία με την ένδικη. Δεν αποτελούν δε επαρκή αιτιολογία για την παραδοχή της εικονικότητας της ένδικης απαίτησης και της συμπαιγνίας μεταξύ των προαναφερομένων σε βάρος του αναιρεσίβλητου οι παραδοχές προς τούτο της προσβαλλόμενης και συγκεκριμένα α) η παράλειψη επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης υπό του αναιρεσείοντος σε βάρος του Δ.

Μ. με βάση την αμέσως παραπάνω προεκδοθείσα διαταγή πληρωμής, ενόψει του μικρού ποσού αυτής και κυρίως της άμεσης εγγραφής για την εξασφάλισή της προσημείωσης υποθήκης επί του ακινήτου του τελευταίου, η οποία έκτοτε παρείχε δυνατότητα πληροφόρησης παντός ενδιαφερομένου για το βάρος αυτό, αλλά και της κατάθεσης την ίδια ημέρα της άνω εγγραφής νέας αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση την ένδικη συναλλαγματική, που αντιστοιχούσε στο υπόλοιπο του οφειλομένου τιμήματος από την προαναφερόμενη πώληση, ποσού 65.000,00€, την ικανοποίηση της οποίας με αναγκαστική εκτέλεση επί του ακινήτου του Δ.

Μ., θα μπορούσε να ματαιώσει ο αναιρεσίβλητος με την άμεση στις 19-2-2009 ή έστω την επομένη ημέρα μεταγραφή του μεταβιβαστικού προς αυτόν συμβολαίου, β) η, μετά τη σύναψη του από 28-7-2008 προσυμφώνου, κατάρτιση της οριστικής συμφωνίας μεταξύ του αναιρεσείοντος και του Δ. Μ. στις 2-12-2008 περί πώλησης των μετοχών της προαναφερόμενης εξωχώριας εταιρείας, η τροποποίηση με αυτή και στη συνέχεια με την από 12-12-2008 συμφωνία των όρων καταβολής του τιμήματος και η παράδοση των μετοχών και του σκάφους ως μοναδικού περιουσιακού στοιχείου της εταιρείας, παρόλον ότι δεν είχαν τηρηθεί οι όροι για την καταβολή μέρους του τιμήματος, όπως είχε συμφωνηθεί με το προσύμφωνο, δεδομένου ότι οι παραπάνω συμφωνίες εμπίπτουν στα πλαίσια της κατοχυρωμένης από το άρθρο 361 ΑΚ ελευθερίας των συμβάσεων και αποτελούν συνήθη συναλλακτική πρακτική, γ) το γεγονός ότι ο αναιρεσείων για την ικανοποίηση της απαίτησης του προέβη στην κατάσχεση του άνω ακινήτου και δεν προέβη στις δέουσες δικαστικές ενέργειες κατά του Δ.

Μ., ενώ είχε εξευρεθεί το σκάφος, διότι, ανεξαρτήτως του ότι δεν προσδιορίζεται ο χρόνος εξεύρεσης του σε σχέση με το χρόνο έναρξης της αναγκαστικής εκτέλεσης επί του ακινήτου και συγκεκριμένα της επιβολής της αναγκαστικής κατάσχεσης, καθώς και ποιες θα μπορούσε να είναι οι ενέργειες αυτές, ενόψει του ότι ο Δ.

Μ. αγόρασε τις μετοχές της εξωχώριας εταιρείας στην κυριότητα της οποίας ανήκε το σκάφος, ο αναιρεσείων ως ενυπόθηκος δανειστής είχε, κατ' άρθρο 993 παρ.1εδ.β ΚΠολΔ, την ευχέρεια να απευθύνει την εκτέλεση είτε κατά του ενοχικώς ευθυνομένου οφειλέτη του, Δ. Μ., είτε κατά του αναιρεσίβλητου, που είχε αποκτήσει και νεμόταν με νόμιμο τίτλο το ενυπόθηκο ακίνητο μετά την εγγραφή της προσημείωσης υποθήκης, που στη συνέχεια ετράπη σε υποθήκη και δ) η παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση " ότι σε ετήσια δήλωση της ως άνω εταιρείας ( σημ.εξωχώριας) στο αρμόδιο αρχείο (companies house) στην Αγγλία...

στις 27-3-2009 αναγράφεται ρητά ότι το μετοχικό κεφάλαιο απαρτίζεται από 1000 συνήθεις μετοχές, όπως ήταν κατά την 19-3-2009, δήλωση η οποία αναιρεί εξ ολοκλήρου τον ισχυρισμό περί μεταβίβασης αυτών με τα άνω ιδιωτικά συμφωνητικά...", διότι από το παρατιθέμενο ως άνω περιεχόμενο της δήλωσης αυτής δεν προκύπτει ότι διαλαμβάνεται η προσδιδόμενη από το Εφετείο έννοια.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος. Συνακόλουθα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης που αφορά πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Στη συνέχεια πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του ν. 4139/2013. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από αυτόν με τα παράβολα του Δημοσίου και του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., όπως αυτά αναφέρονται στην από 27-1-2014 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης που συντάχθηκε από το γραμματέα του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που δεν κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσίβλητου, λόγω της ήττας του, κατά το σχετικό περί τούτου αίτημα αυτού, όπως στο διατακτικό ειδικότερα ( αρθ. 176,183,189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από αυτόν.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Απριλίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ