536/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/10/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 940/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5406/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21/2/2013 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated536/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 2/2011 ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθ. 48 §3 ν.δ. 496/1974, ΑΠ 1047/2012, ΑΠ 123/2011).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 536 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 536/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Κωνσταντίνο Παπασταματίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Α., 2) Β. Α., 3) Χ. Β., 4) Φ. Γ., 5) Σ. Γ., 6) Η. Γ., 7) Κ. Ζ., 8) Κ. Κ., 9) Α. Κ., 10) Ε. Κ., 11) Γ. Κ., 12) Δ. Κ.,13) Δ. Λ., 14) Ε. Μ., 15) Δ. Π., 16) Α. Π.-Γ., 17) Ξ. Σ., 18) Μ. Σ., 19) Μ. Σ., 20) Δ. Χ., 21) Α.-Α. Χ., 22) Ν. Χ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Νικολουτσόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ" που εδρεύει στην Αγία Παρασκευή και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Μπάτσου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/10/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 940/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5406/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21/2/2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Παπασταματίου ανέγνωσε την από 3/1/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 90 §3 του ν.2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", που εφαρμόζεται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 ν.δ. 31/1968, 56 ν.δ 496/1974, 304 Π.Δ. 40/1995 και 276 παρ. 1 ν.3463/2006, η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλου του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από τη γένεσή της, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρ. 91 εδ.
α' του ιδίου νόμου με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων σαφώς προκύπτει, ότι με την πρώτη απ' αυτές ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης.
Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με την διάταξη του άρθρ. 91 εδ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του δημοσίου κ.λ.π. από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από την ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων διατυπώνεται στο άρθ. 91 εδ.
α' και επομένως κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, Ολ.ΑΠ 29/2006). Η προβλεπόμενη από τη προαναφερθείσα διάταξη του άρθρ. 90 §3 ν.2362/1995 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου και των ΟΤΑ βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει κατ' άρθρ. 250 αρ. 6 και 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρο 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων (Ολ.ΑΠ 3/2006, 23/2004, 11/2003) και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου και των ΟΤΑ, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι δημότες με την καταβολή φόρων τελών και λοιπών υπέρ αυτών (ΟΤΑ) επιβαρύνσεων (Ολ.ΑΠ 38/2005) και συνεπώς η διάταξη αυτή δεν αντίκειται α) στην κατά το άρθρ. 4 §1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, ούτε στην αποτελούσα ειδικότερη μορφή και εκδήλωση αυτής και καθιερούμενη με το άρθρ. 22 §1 εδ.
β' αυτής αρχή της ίσης αμοιβής ή παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας (ΑΕΔ 1/2012), β) στις διατάξεις του άρθρ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης (που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1474) που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, στην οποία περιλαμβάνεται όχι μόνο τη από το άρθ. 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.ΑΠ 40/1998), αφού οι διατάξεις αυτές εμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί τα ενοχικά ακόμη δικαιώματα και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους, ενώ εξάλλου και από τη διάταξη του άρθ. 1 §2 του ως άνω Πρωτοκόλλου προκύπτει ότι και αυτό αναγνωρίζει ευθέως το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, εάν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνο προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει κατά τα προεκτιθέντα, και η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου και των ΟΤΑ (Ολ.
ΑΠ 2/2011 ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθ. 48 §3 ν.δ. 496/1974, ΑΠ 1047/2012, ΑΠ 123/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας μεταξύ των άλλων δέχθηκε τα ακόλουθα: Με την 34100/1999 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ 2131 Β) που εκδόθηκε μετά την 2701/1999 απόφαση του Δ.Σ. του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.) και κατ' εφαρμογή των προβλεπομένων στο άρθρο 20 παρ. 1 και 15 του ν.2639/1998 καταρτίστηκε πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στη φύλαξη σχολείων 2.700 ανέργων, αποφοίτων λυκείου, ηλικίας 25-64 ετών ....
Κατόπιν τούτων, αφού επιλέχθηκαν, σύμφωνα με το άρθρο 5 των προγραμματικών συμβάσεων, οι 145 δικαιούχοι ΟΤΑ στους οποίους συμπεριλαμβάνεται ο δεύτερος των εναγομένων ... Δήμος Αγίας Παρασκευής και οι δικαιούχοι άνεργοι, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι - εκκαλούντες, καταρτίστηκαν μεταξύ αφενός της ΕΕΤΑΑ και ήδη πρώτης εφεσίβλητης και του ΟΤΑ "Δήμος Αγίας Παρασκευής" και αφετέρου των εναγόντων του από 5.3.2001 συμφωνητικού συνεργασίας για τους 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 16, 18, 19, 20, 21 και 22 από αυτούς και τα από 6.6.2001, 21.5.2001 και 16.5.2001 συμφωνητικού συνεργασίας για τους 3, 15 και 17 από αυτούς αντίστοιχα με ισχύ έως 31.1.2002.
Με αυτά τα συμφωνητικά οι ενάγοντες ανέλαβαν την υποχρέωση να συμμετάσχουν σε επιμορφωτική συνάντηση για θέματα φύλαξης σχολικών κτιρίων και στη συνέχεια να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία, απασχολούμενοι ως φύλακες, σε βάρδιες, έως 8 ώρες την ημέρα και 22 ημέρες το μήνα, που μπορεί να εμπίπτουν σε αργίες και Σαββατοκύριακα.
Με τα ίδια συμφωνητικά ο Δήμος ανέλαβε την υποχρέωση: 1) Να προβεί στην επιλογή των σχολικών κτιρίων στο πλαίσιο του προγράμματος και να ενημερώσει εγγράφως την ΕΕΤΑΑ και να κατανείμει τους ασκούμενους σε αυτά, σύμφωνα με τις προδιαγραφές που θέτει το πρόγραμμα ....... Οι συμβάσεις αυτές ανανεώθηκαν μετά τη λήξη τους με όμοιες, διάρκειας επίσης ορισμένου χρόνου, δηλαδή από 1.2.2002 έως 30.6.2002, και 1.7.2002 έως 28.2.2003, από 1.3.2003 έως 31.12.2003, από 1.1.2004 έως 30.6.2004, από 1.7.2004 έως 31.12.2004, από 1.1.2005 έως 31.3.2005, από 1.4.2005 έως 31.5.2005 ......
έως 13.7.2006. Το ημερομίσθιο των εναγόντων καθορίστηκε στο ποσό των 35,22 ευρώ.... Ενόψει όλων των παραπάνω, ο μόνος εργοδότης των εναγόντων ήταν ο εναγόμενος Δήμος, μεταξύ δε των διαδίκων (εναγόντων - εναγομένου Δήμου) καταρτίστηκε εξ αρχής, για τα πιο πάνω χρονικά διαστήματα, μη απαγορευόμενες αλλά επιτρεπόμενες από το νόμο συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, παραταθείσες με παρόμοιες συμβάσεις και όχι συμβάσεις έργου ή μαθητείας και μάλιστα γνήσιας, οπότε οι ενάγοντες δικαιούνται, ευθέως από το νόμο, επιδόματα εορτών, τα οποία δεν τους καταβλήθηκαν καθώς και αποζημίωση λόγω μη λήψης κανονικής αδείας.
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στον εναγόμενο Δήμο στις 15.11.2007 (βλ. τη σχετική έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών … με αριθμό .../15.11.2007). Είχε όμως προηγηθεί στις 31.12.2005 η κατάθεση προς τον εναγόμενο Δήμο από τους ενάγοντες, πλην του 5ου, 14ης και 19ου από αυτούς, αίτησης διαμαρτυρίας, που έλαβε αριθμ.
πρωτ. 28010/30.12.2005, με την οποία ζητούσαν την καταβολή των μέχρι το χρονικό εκείνο σημείο αξιώσεών τους από την παροχή εργασίας τους για όλες τις πιο πάνω αιτίες, ενώ ακολούθησε στις 17.12.2006 η κατάθεση προς τον εναγόμενο Δήμο και νέας αίτησης διαμαρτυρίας, που έλαβε αριθμ. πρωτ. 34409/27.12.2006 με το ίδιο περιεχόμενο και αίτημα, από όλους πλέον τους ενάγοντες, δηλαδή συμπεριλαμβανομένων του 5ου, 14ης και του 19ου από αυτούς.
Επομένως, με αυτά τα δεδομένα, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, οι ένδικες αξιώσεις όλων των εναγόντων των ετών 2002 και 2003 για επίδομα εορτών Πάσχα που ήταν καταβλητέο την 30η Απριλίου του αντίστοιχου έτους, του έτους 2002 για αποζημίωση αδείας, που ήταν καταβλητέα την τελευταία το αργότερο ημέρα του αντίστοιχου έτους, και των ετών 2001 και 2002 για επίδομα εορτών Χριστουγέννων, που ήταν καταβλητέο την 31η Δεκεμβρίου του αντίστοιχου έτους, έχουν υποπέσει κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου, στην διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν.2362/1995 - της οποίας χρονικό σημείο έναρξης είναι η γένεση κάθε αντίστοιχης αξίωσης - όσον δε αφορά τον 5ο, 14η και 19ο των εναγόντων, στην εν λόγω διετή παραγραφή έχουν επιπλέον υποπέσει οι ένδικες αξιώσεις τους του έτους 2004 για επίδομα εορτών Πάσχα (που ήταν καταβλητέο στις 30.4.2004) και του έτους 2003 για αποζημίωση άδεις και επίδομα εορτών Χριστουγέννων (που ήταν καταβλητέα στις 31.12.2003).
Ακολούθως το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ως Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση επιδίκασε στον καθένα των εναγόντων τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά, πλην των παραγραφέντων ως άνω αξιώσεών τους για τα έτη 2001-2004.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφαση του ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 90 §3 του ν.2362/1995 και δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 4 §1 και 22 §1 του Συντάγματος και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, όπως με το μοναδικό λόγο αναίρεσης από το άρθρο 560 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες. Επομένως απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο λόγος αυτός της αναίρεσης.
Κατόπιν αυτού πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου μειωμένη κατ' άρθρον 28 §2 ν.3463/2006.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-2-2013 αίτηση αναιρέσεως των Α. Χ., Α. Β. κ.λ.π. (22) κατά της υπ' αριθμ. 5406/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει σε εννιακόσια (900) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ