536/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΚατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο, ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου, ή εφάρμοσε τέτοιο κανόνα εσφαλμένα, προσδίδοντας σ' αυτόν έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει (ΟλΑΠ 7/2006).
Legislator headnote
AI generated536/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση συγκεκριμένης ζημίας, αλλά και όταν αποδέχεται την πιθανότητα προκλήσεως της ίδιας ζημίας, είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.
Full text
Απόφαση 536 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 536/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Χαραλαμπία Σίμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Ε. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Καβουριού.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. Π., συζ. Π. Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ελευθέριο Παπαδημητρίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-2-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 253/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 80/2010 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-7-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Χαραλαμπία Σίμου, ανέγνωσε την από 12-4-2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Χρυσόστομου Ευαγγέλου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και τρίτου από το άρθρο 59 ΚΠολΔ αριθ. 19 και 8 αντίστοιχα, αναιρετικών λόγων και να απορριφθούν οι λοιποί.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο, ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου, ή εφάρμοσε τέτοιο κανόνα εσφαλμένα, προσδίδοντας σ' αυτόν έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει (ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 386 του ΠΚ), προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απάτη σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενόμενη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων αναγομένων στο παρόν, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε, (ΑΠ 1516/1999), χωρίς να είναι αναγκαίο η προκληθείσα από την απατηλή συμπεριφορά ζημία να συνδέεται αποκλειστικά με ωφέλεια αντίστοιχη, που επήλθε στο πρόσωπο του εξαπατήσαντος, αφού αυτή μπορεί να αφορά και τρίτον.
Εξάλλου, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση συγκεκριμένης ζημίας, αλλά και όταν αποδέχεται την πιθανότητα προκλήσεως της ίδιας ζημίας, είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.
Περαιτέρω, σύµφωνα µε το άρθρο 45ΠΚ "αν δύο η περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιµωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειµενικά σύµπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειµενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός να θέλει ή να αποδέχεται την πραγµάτωση της αντικειµενικής υπόστασης του εγκλήµατος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συµµέτοχοι πράπουν µε δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήµατος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει την δική του δράση µε εκείνη των άλλων προς πραγµάτωση της αντικειµενικής υπόστασης του ειρηµένου εγκλήµατος.
Η σύµπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης µπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγµατώνει την όλη αντικειµενική υπόσταση του εγκλήµατος ή στο ότι το έγκληµα πραγµατώνεται µε τις συγκλίνουσες επί µέρους πράξεις των συµµετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται και οι επί µέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β' του ΑΚ προκύπτει, ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 του ΑΚ) ήταν επαρκής, ήτοι ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 468/2003).
Εφόσον οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει το εάν τα, κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας, πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 889/2000).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Το κατά νόμον δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μεσών και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ. 861/1984).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα, Ελληνικής καταγωγής, είχε εγκατασταθεί από πολλά χρόνια στην Ουτρέχτη της Ολλανδίας, όπου διατηρούσε και εκμεταλλευόταν με τον Ολλανδό σύζυγό της και την οικογένειά της μικρή ξενοδοχειακή μονάδα ... Η ενάγουσα το καλοκαίρι του 1991 επισκέφθηκε την Α.
Κ. στη ... η οποία και την φιλοξένησε στην οικία της. Εκεί γνώρισε και τους εναγόμενους. ... Η ενάγουσα σε συζητήσεις που ακολούθησαν εξέφρασε την επιθυμία της στους εναγόμενους να επιστρέψει στην Ελλάδα, αφού προηγουμένως βρει αντικείμενο ασχολίας ίδιο με αυτό που γνώριζε. Τότε οι εναγόμενοι ... κατέστρωσαν σχέδιο εξαπάτησης της ενάγουσας.
Προκειμένου δε να διευκολύνουν την πραγμάτωσή του και εκμεταλλευόμενοι της επιθυμίας της για επιστροφή στην Ελλάδα ... στενές κοινωνικές σχέσεις μαζί της. Στη συνέχεια έθεσαν σε εκτέλεση το ως άνω σχέδιο τους για εξαπάτηση της ενάγουσας και προς τούτο της παρέστησαν σε γνώση τους ψευδώς ότι ήταν μεγαλοεπιχειρηματίες με τεράστια οικονομική επιφάνεια και μεγάλη κτηματική περιουσία.
Ο μεν πρώτος ότι είχε αλυσίδα καταστημάτων εμπορίας κατεψυγμένων κρεάτων στη ... και ακίνητο μεγάλης αξίας στη νήσο ... και ότι διατηρούσε κτηματομεσιτικό γραφείο με το δεύτερο εναγόμενο στη .... Ο δεύτερος (σημ.: ο εδώ αναιρεσείων) ότι ήταν ασφαλιστής και κτηματομεσίτης με ευρύ κύκλο εργασιών εντός και εκτός Ελλάδος.
Στα πλαίσια των συζητήσεων συμφώνησαν να συνεργαστούν μελλοντικά και να αγοράσουν οικόπεδο όταν θα βρισκόταν κατάλληλο ακίνητο και σε καλή τιμή για να ανεγείρουν ξενοδοχείο με τη συμμετοχή όλων. Μετά την αναχώρηση της ενάγουσας από τη ... οι διάδικοι διατηρούσαν επικοινωνία. Τέλη Απριλίου του έτους 1992 οι εναγόμενοι επισκέφτηκαν την Ολλανδία και η ενάγουσα τους φιλοξένησε στο ξενοδοχείο της για μια περίπου εβδομάδα.
Εκεί της επανέλαβαν όσα ψευδή παραπάνω της είχαν παραστήσει και της ανέφεραν ότι υπήρχε ένα ακίνητο κατάλληλο για ανέγερση ξενοδοχείου σε τιμή ευκαιρίας αντί τιμήματος 60.000.000 δραχμών που ανήκε σε συγγενή του δεύτερου εναγόμενου που διέμενε στην Αμερική και το πουλούσε. Αυτή πείστηκε από τους εναγόμενους και τους κατέβαλε στην Ολλανδία στις 2-5-1992 το ποσόν των 51.000 φιορινιών Ολλανδίας ή 15.648,89 ευρώ ...
Η ενάγουσα πεισθείσα στις διαβεβαιώσεις τους ότι ήταν άμεση η καταβολή των χρημάτων για να μην χαθεί η ευκαιρία και επειδή αν κατέθετε τα χρήματα σε τράπεζα χρειαζόταν για την εκταμίευση τους χρονικό διάστημα 15 - 30 ημερών η ενάγουσα μετά από παραινέσεις των εναγομένων ήλθε στην Αθήνα στις 3-6-1992 και κατέβαλε στους εναγόμενους το ποσόν των 48.530 φιορινιών Ολλανδίας ήτοι 15.190,35 ευρώ καθώς και 1190 μάρκα Γερμανίας ή 418,43 ευρώ τα οποία είχε εισάγει από την Ολλανδία. ...
Στις 11-6-1992 τους κατέβαλε στην Αθήνα το ποσό των 35.120 φιορινιών Ολλανδίας ή 11.106,47 ευρώ καθώς και 1050 μάρκα Γερμανίας ή 373,75 ευρώ ... Στις 17-7-1992 τους κατέβαλε στην Αθήνα το ποσόν των 14.000 φιορινιών Ολλανδίας ή 4.476,80 ευρώ και 1000 μάρκα Γερμανίας ή 360,56 ευρώ ... Στις 20-10-1992 τους κατέβαλε στην Αθήνα το ποσό των 35.000 φιορινιών Ολλανδίας ή 11.830,87 ευρώ και 2.000 μάρκα Γερμανίας ή 760,98 ευρώ ...
Οι παραπάνω καταβολές γινόταν στα χέρια του πρώτου ο οποίος μετέβαινε στην Αθήνα είτε μόνος είτε με το δεύτερο και παρελάμβαναν τα χρήματα. Το Νοέμβριο του 1992 οι εναγόμενοι επικοινώνησαν μαζί της χωριστά ο καθένας και της ανέφεραν ότι οι μεταξύ τους σχέσεις διαταράχθηκαν και η συμφωνία δεν μπορεί να προχωρήσει.
Η ενάγουσα θορυβήθηκε και ζήτησε να μάθει για την τύχη των χρημάτων της. Ο πρώτος των εναγομένων την καθησύχασε ότι αυτά ήταν ασφαλή σε τράπεζα ... Μέρος των καταβαλλομένων χρημάτων είχαν κατατεθεί σε κοινό λογαριασμό της ενάγουσας και του εναγομένου ο ένας και στην ενάγουσα στον εναγόμενο και στο γιο του ο άλλος, στους οποίους υπήρχε το ποσόν των 3.922,57 ευρώ το οποίο ανέλαβε η ενάγουσα.
Η ενάγουσα πεισθείσα από την ψευδή εικόνα που της είχαν δώσει οι εναγόμενοι για τις οικονομικές τους δυνατότητες, δημιούργησαν σε εκείνη πεπλανημένα την εντύπωση ότι θα αγόραζαν οικόπεδο στη ... και θα ανήγειραν σε αυτό ξενοδοχείο, ενώ η αλήθεια ήταν ότι ο πρώτος διατηρούσε κατάστημα πώλησης κατεψυγμένων κρεάτων σε ακίνητο 15 τ.μ.
περίπου με κακή οικονομική κατάσταση και χωρίς ακίνητη περιουσία, αφού και στο παρελθόν είχε εμπλακεί σε οικονομικά σκάνδαλα με άλλες γυναίκες. Ο δε δεύτερος διατηρούσε ασφαλιστικό και κτηματομεσιτικό γραφείο δίπλα με αυτό του πρώτου με τον οποίο συνεργαζόταν στις κτηματομεσιτικές εργασίες και είχε μικρή οικονομική επιφάνεια.
Το ακίνητο που υπέδειξαν ανήκε στην κυριότητα συγγενή του δεύτερου που διέμενε στην Αμερική που όμως δεν το πουλούσε ο ιδιοκτήτης του και επιπλέον χαρακτηρίστηκε ως διατηρητέο το έτος 1996 και ήταν αδύνατη η μεταβίβασή του γεγονός που γνώριζαν οι εναγόμενοι, παρά ταύτα οι τελευταίοι με το πρόσχημα της αγοράς του της απέσπασαν τα παραπάνω ποσά ...
Εξ αιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφορά των εναγομένων η ενάγουσα αναγκάστηκε να επισκεφτεί την Ελλάδα στις 3-6-1992, 11-6-1992, 15-7-1992 και 20-10-1992 και κατέβαλε συνολικά για τις μεταβάσεις αυτές και την επιστροφή της το συνολικό ποσόν των 3.920 ευρώ ... Για δυο μεταβάσεις από Ουτρέχτη στο Άμστερνταμ και αεροπορικώς από Άμστερνταμ στη ...
στις 24-5-1992 και Ιανουάριο 2003 και αντίστροφα και κατέβαλε για την αιτία αυτή το συνολικό ποσόν των 2.600 ευρώ ... . Για διαμονή και ξενοδοχείο στη ... για έξι συνολικά ημέρες κατέβαλε το ποσόν των 600 ευρώ ... Από την προαναφερθείσα υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά των εναγομένων η ενάγουσα υπέστη μεγάλη στενοχώρια και ταλαιπωρία και πρέπει να της επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση λαμβανομένου υπόψη της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων μερών το ποσόν των 10.000 ευρώ.
Με τον τελευταίο λόγο της εφέσεως του ο δεύτερος των εναγομένων παραπονείται ότι κακώς απορρίφθηκε η ένσταση παραγραφής που είχε υποβάλει με τις προτάσεις του και σιγή απέρριψε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ένσταση που νομότυπα επαναφέρει. Για το λόγο αυτό πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Επειδή όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 937 Α.Κ., το βάρος αποδείξεως των στοιχείων της ενστάσεως παραγραφής της απαιτήσεως από αδικοπραξία, μεταξύ των οποίων και του στοιχείου ότι ο δικαιούχος της αποζημιώσεως ενάγων γνώριζε από ορισμένου χρονικού σημείου τη ζημία και τον υπόχρεο προς αποζημίωση για την κίνηση της προθεσμίας της παραγραφής, φέρει ο επικαλούμενος την πενταετή παραγραφή εναγόμενος ως ενιστάμενος.
Ο εναγόμενος με τις προτάσεις του πρωτοδίκως εξέθεσε ότι "Επειδή εντελώς επικουρικά η ένδικη αγωγή της ενάγουσας έχει υποκύψει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ". Όπως όμως εκτέθηκε η ένσταση αυτή είναι αόριστη (ΑΠ 1355/98). Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο σιγή απέρριψε την ένσταση αυτή δεν έσφαλε και απορριπτέος κρίνεται ο λόγος αυτός της εφέσεως του εναγομένου.
Επιπλέον η πράξη δεν υποπίπτει στην πενταετή παραγραφή που εσφαλμένα ισχυρίζεται ο εναγόμενος, αφού η πράξη η οποία του αποδίδεται φέρει κακουργηματικό χαρακτήρα και υπόκειται στη δεκαπενταετή παραγραφή, πράξη για την οποία παραπέμφθηκε να δικαστεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων όπου και αθωώθηκε.
Κατ' ακολουθία των παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η έφεση του εναγομένου Ι. Ε. ... Περαιτέρω, πρέπει να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και σε ολόκληρον καθένας να καταβάλλουν στην ενάγουσα το ποσόν των 73.364,53 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και επιπλέον να της καταβάλει ο πρώτος εναγόμενος το ποσόν των 14.673,51 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση ...".
Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα περιστατικά πληρούν το πραγματικό αυτών και συγκροτούν τη νομική έννοια της υπαίτιας αδικοπρακτικής (απατηλής) συμπεριφοράς η οποία επεδείχθη (και) υπό του αναιρεσείοντος.
Περαιτέρω δε, με τις εκτεθείσες παραδοχές του το Δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ρηθεισών διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του αδικήματος της απάτης που τέλεσε (και) ο αναιρεσείων σε βάρος της αναιρεσίβλητης.
Επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, όσον αφορά την αιτίαση ότι το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα των ψευδών παραστάσεων εκ μέρους του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη με την παραδοχή "Το ακίνητο που υπέδειξαν ανήκε στην κυριότητα συγγενή του δευτέρου που διέμενε στην Αμερική που όμως δεν το πουλούσε ο ιδιοκτήτης του και επιπλέον χαρακτηρίστηκε ως διατηρητέο το έτος 1996 και ήταν αδύνατη η μεταβίβασή του", γιατί δεν ειδικεύεται στην απόφαση πως ήταν δυνατόν να γνωρίζει - και να αποκρύψει από την ενάγουσα το έτος 1992 ότι ήταν αδύνατη η μεταβίβαση του ακινήτου, αφού κατά τις παραδοχές του αυτό κηρύχθηκε διατηρητέο το έτος 1996, είναι αβάσιμος διότι την αιτιολογία αυτή παραθέτει πλεοναστικώς και δεν ήταν απαραίτητη για την αιτιολογία της απόφασης, με συνέπεια να μην ασκεί οποιαδήποτε επιρροή στο αποδεικτικό της πόρισμα ενόψει της προηγηθείσας σαφούς παραδοχής του ότι ο ιδιοκτήτης του ακινήτου δεν το πουλούσε".
Σύμφωνα με το άρθρο 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο αυτό. Ανάμεσα στους λόγους αυτούς δεν περιλαμβάνονται και οι παραδρομές, κατά τη σύνταξη της απόφασης, εξαιτίας των οποίων έγιναν λάθη γραφικά ή λογιστικά, για τη διόρθωση των οποίων προβλέπουν ειδικώς τα άρθρα 315 του ΚΠολΔ.
Επομένως ο ίδιος λόγος κατή την αιτίασή του ότι το Εφετείο υπέπεσε με την απόφασή του στην πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 και διότι από τα κονδύλια που παραθέτει στην απόφασή του (ως καταβληθέντα στους εναγομένους, ως δαπανηθέντα από την αναιρεσίβλητη για τις μεταβάσεις και παραμονή της στην Ελλάδα και για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης) δεν προκύπτει ως άθροισμα το ποσό των 73.364,53 ευρώ αλλά αυτό των 72.764 ευρώ και συνεπώς το διατακτικό της δεν εναρμονίζεται με το σκεπτικό της, προβάλλεται απαραδέκτως αφού η πλημμέλεια αυτή της απόφασης, οφειλόμενη σε αριθμητικό λάθος, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης αλλά λόγο διόρθωσης της απόφασης.
2. Ο δεύτερος από το άρθρο 559 αριθ. 1, άλλως 19 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, µε τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόµενη απόφαση η πληµµέλεια ότι το Εφετείο, µε το να δεχθεί, µε επάλληλη αιτιολογία, ότι η αξίωση της ενάγουσας υπόκειται στην 15ετή παραγραφή, λόγω του κακουργηµατικού χαρακτήρα της πράξεως της απάτης που τέλεσαν σε βάρος της οι εναγόµενοι και µε βάση και τη σκέψη αυτή απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος ότι η αξίωση της ενάγουσας υπέκυψε στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 εδ. α' του Α.κ., παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 937 εδ. β' του Α.Κ., αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι, πλήττει την επάλληλη αιτιολογία απόρριψης της ένστασης παραγραφής, ενώ µε την κύρια αιτιολογία, η οποία δεν πλήττεται µε λόγο αναίρεσης και συνεπώς στηρίζει το πόρισµα του Εφετείου, η εν λόγω ένσταση απορρίφθηκε λόγω αοριστίας της, κατά τα προεκτεθέντα.
3. Ο λόγος από το αρθ.559 αριθ.8 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση από την εκτίμηση του συνόλου των διαλαμβανομένων στο δικόγραφο της αγωγής, προκύπτει ότι η ενάγουσα εκθέτει σ' αυτό ότι, οι εναγόμενοι παρέστησαν σ' αυτήν ψευδώς από κοινού ως αληθή τα περιστατικά που αναφέρονται ανωτέρω ως παραδοχές του Εφετείου (με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος) και έτσι την έπεισαν να τους καταβάλει τμηματικά τα αναφερόμενα επί μέρους χρηματικά ποσά και συνολικά το ποσό των 74.838,68 €, στο οποίο περιλαμβάνεται και εκείνο των 51.000 φιορινιών Ολλανδίας που ενεχείρισε στον πρώτο εναγόμενο. Ενόψει τούτων, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι ως εκ τούτου αβάσιμος ο τρίτος αναιρετικός λόγος, σύμφωνα με τον οποίο η αναιρεσίβλητη με την αγωγή της δεν απέδωσε και στον αναιρεσείοντα ευθύνη για την ζημία των 51.000 φιορινίων, για την οποία ανέφερε ως αποκλειστικά υπαίτιο τον συνεναγόμενό του Μ. Κ..
4. Ο τέταρτος από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, µε τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη κατά τον σχηµατισµό του αποδεικτικού του πορίσµατος και την υπ' αριθ. 77/1998 αµετάκλητη απόφαση του Τριµελούς Εφετείου (κακουργηµάτων) Δωδεκανήσου, µε την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε αθώος της κατηγορίας για κατά συναυτουργία µε τον συνεναγόµενό του εξαπάτηση της ενάγουσας και ένοχος απάτης ο συγκατηγορούµενός του, είναι αβάσιµος, διότι το Εφετείο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη και την ανωτέρω απόφαση, την οποία µνηµονεύει ρητά.
Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-7-2010 αίτηση του Ι. Ε. για αναίρεση της 80/2010 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Νοεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ