Legislator Case Law & Legislation
536/2011 AI generated

536/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 536/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Νοεμβρίου 1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3143/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3582/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10 Μαΐου 2009 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

536/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο ισχυρισμός περί ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής, για να είναι παραδεκτός, πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως επίσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, διαφορετικά ο λόγος είναι αόριστος (Α.Π. 554/1995, 1316/1992).

Keywords

AI generated
damage to electrical installations business interruption normal loss of working hours weather-related loss of work suspension of benefits right to disconnect
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 536 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 536/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο

Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: της εις Κορωπί Αττικής (Θέσις Τζήμα) εδρευούσης Α.Ε με την επωνυμία "FLEXOPACK Ανώνυμη Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρία Πλαστικών" ΑΕ και τον διακριτικό τίτλο "FLEXOPACK" ΑΕ, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πάσχο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσιβλήτου: της εις Αθήνας εδρευούσης ΑΕ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (ΔΕΗ) Α.Ε", νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Πάζιο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Νοεμβρίου 1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3143/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3582/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10 Μαΐου 2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 17 Οκτωβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων αναιρέσεως α) υπό στοιχεία ΙΙΙ και VI εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ και β) υπό στοιχεία VI και VII εκ του άρθρου 559 αρ. 9 του ΚΠολΔ και την απόρριψη των λοιπών, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (Ολ.

Α.Π.18/1998). Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14 αντιστοίχως του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ.15/2000), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ' αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα.

Ο ισχυρισμός περί ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής, για να είναι παραδεκτός, πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως επίσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, διαφορετικά ο λόγος είναι αόριστος (Α.Π. 554/1995, 1316/1992).

Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297-298 του Α.Κ. και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, για να είναι ορισμένο το δικόγραφο της αγωγής αποζημιώσεως για διαφυγόντα κέρδη, πρέπει να εκτίθενται σ' αυτό τα συγκεκριμένα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί και καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια (Ολ.

Α.Π. 20/1992). Δεν είναι απαραίτητο όμως να αναγράφεται στην αγωγή και ότι ο ενάγων δεν εξοικονόμησε δαπάνη ή να αφαιρείται η εξοικονομηθείσα (Ολ. ΑΠ 20/1995), ούτε να εξειδικεύονται τα προσδίδοντα τη δυναμική του προσδοκώμενου κέρδους στοιχεία με αναφορά συγκεκριμένων συναλλαγών, προσώπων και παραστατικών. Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της από 26-11-1999 αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) του αναιρεσείοντος προκύπτει ότι εκτίθενται σ' αυτή, μεταξύ άλλων και τα εξής:

Δυνάμει έγγραφης συμβάσεως μεταξύ των διαδίκων, η αναιρεσίβλητη Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύει στην αναιρεσείουσα, που διατηρούσε βιομηχανική επιχείρηση παραγωγής και εμπορίας πλαστικών ειδών, κατά το χρονικό διάστημα από 17-10-1997 έως 20-11-1998, ηλεκτρική ενέργεια μέσης τάσεως (Μ/Τ) για τη διεκπεραίωση της παραγωγικής διαδικασίας του εργοστασίου της, αλλά κατά τις αναφερόμενες ημεροχρονολογίες εκπλήρωσε πλημμελώς τις συμβατικές υποχρεώσεις της η αναιρεσίβλητη, ήτοι η ηλεκτρική ενέργεια ήταν μη συνεχής (διακοπτόμενη) και μη σταθερής τάσης, οφειλόμενη σε υπαιτιότητα των προστηθέντων οργάνων της, με αποτέλεσμα να υποστεί η αναιρεσείουσα θετική ζημία 28.069.423 δραχμών λόγω αχρηστεύσεως υλικών και πρόσθετης απασχολήσεως εργατοτεχνιτών για τον καθαρισμό των μηχανών, αλλά και να έχει διαφυγόντα κέρδη 20.046.225 δραχμών αφενός μεν λόγω ματαιώσεως της δυνατότητας αξιοποιήσεως στην παραγωγική διαδικασία της αχρηστευθείσης, από τις διακοπές λειτουργίας του εργοστασίου, πρώτης ύλης των 63.157,5 χιλιογράμμων, η οποία κατά την πιθανή και συνήθη πορεία των πραγμάτων θα είχε αξιοποιηθεί στην παραγωγική διαδικασία και θα είχε πωληθεί προς 1.000 δραχμές ανά χιλιόγραμμο, επί των οποίων το 23% (14.526.225 δρχ) θα ήταν καθαρό κέρδος, αφετέρου δε λόγω απώλειας, για τον καθαρισμό και επαναλειτουργία των μηχανών, προγραμματισμένων 40 ωρών παραγωγής προϊόντος, κατά τις οποίες, κατά την πιθανή και συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα είχε παραχθεί προϊόν 24.000 χιλιογράμμων και θα είχε διατεθεί στην αγορά προς 1000 δραχμές ανά χιλιόγραμμο με ποσοστό κέρδους 23% (5.520.000 δραχμές), ενόψει του ότι αυτή (αναιρεσείουσα) κατείχε σημαντική θέση στην Ελλάδα στον κλάδο των πλαστικών συσκευασίας, με εξειδικευμένη τεχνογνωσία, σύγχρονο εξοπλισμό, λειτουργία του παραγωγικού τομέα της επιχειρήσεως σε 24ωρη βάση, μεγάλο κύκλο πελατών στην ημεδαπή και στην αλλοδαπή και ουδέποτε είχε μείνει αδιάθετο παραγόμενο προϊόν της.

Γι' αυτό ζητείται να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της αντισυμβατικής και αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της, να καταβάλει στην αναιρεσείουσα, πλέον του ποσού της θετικής ζημίας της και το ως άνω ποσό των διαφυγόντων κερδών της νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Με αυτό το περιεχόμενο, σύμφωνα και με τις παραδοχές του Εφετείου, η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361, 513, 543, 297, 298, 914, 346 του ΑΚ, αφού όσον αφορά ειδικότερα την αιτούμενη αρνητική ζημία της αναιρεσείουσας προσδιορίζονται τα αναγκαία, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, περιστατικά που καθιστούσαν, με βάση την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, τις ειδικές περιστάσεις και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, πιθανό το προσδοκώμενο κέρδος που απώλεσε η αναιρεσείουσα από τις διακοπές λειτουργίας του εργοστασίου της, λόγω διακοπής παροχής του ηλεκτρικού ρεύματος που της προμήθευε η αναιρεσίβλητη.

Το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι το ως άνω αγωγικό αίτημα ήταν αόριστο, διότι δεν ανέγραφε η αγωγή σε ποια αγορά θα διέθετε τα προϊόντα της η αναιρεσείουσα, τους σχετικούς πίνακες τιμών ή οικονομικές καταστάσεις της κρίσιμης περιόδου για το ύψος της τιμής πωλήσεως των προϊόντων και τα τιμολόγια για το ποσοστό κέρδους 23%, απορρίπτοντας κατά το σκέλος της αυτό την αγωγή και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση που έκρινε διαφορετικά, αξίωσε για την εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων περισσότερα από τα, σύμφωνα με αυτές, αναγκαία στοιχεία.

Επομένως, οι εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, υπό στοιχεία

ΙΙΙ και IV, λόγοι αναιρέσεως είναι βάσιμοι, ενώ δεν συγκροτούνται, με την επίκληση των ανωτέρω περιστατικών και οι προβαλλόμενες εκ του άρθρου 559 αρ. 19 και 11 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 352 παρ. 1 του ΚΠολΔ για να έχει η δικαστική ομολογία την αυξημένη αποδεικτική ισχύ, δηλαδή να παράγει πλήρη απόδειξη, πρέπει, η σχετική προς το δικαστήριο δήλωση βουλήσεως του αντιδίκου προς τον φέροντα το βάρος αποδείξεως ενός ισχυρισμού, να αποτελεί παραδοχή επιβλαβών για τον ομολογούντα πραγματικών γεγονότων, που αποτελούν προϋπόθεση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου.

Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 559 αρ. 12 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως της παραβιάσεως από το δικαστήριο των ορισμών του νόμου ως προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, απαιτείται να αναφέρονται στο αναιρετήριο: α) για την απόδειξη ποίου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίσθηκε το αποδεικτικό μέσο και η επίδραση του ισχυρισμού στην έκβαση της δίκης, β) η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε στο αποδεικτικό μέσο από το δικαστήριο, η οποία είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά καθορίζει ο νόμος και γ) το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Περαιτέρω για να στοιχειοθετηθεί ο από το άρθρο 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη από το δικαστήριο αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, πρέπει η επίκλησή τους να είχε γίνει από τον αναιρεσείοντα και να ήταν αυτά χρήσιμα προς απόδειξη γεγονότων που συγκροτούν λυσιτελή ισχυρισμό.

Τέλος από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο από αυτή προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη από το δικαστήριο πραγμάτων που προτάθηκαν προϋποθέτει, για τη συγκρότησή του, τη μη λήψη υπόψη αυτοτελών πραγματικών ισχυρισμών που θεμελιώνουν, καταλύουν ή διακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα και όχι τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα.

Με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια "από το άρθρο 559 αρ. 11, άλλως 8 & 12 ΚΠολΔ", ότι δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης με τις έγγραφες προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που συνιστούσε η παραδοχή με αυτές ότι "στα αρχεία που τηρεί η υπηρεσία μας κατά το επίδικο χρονικό διάστημα έχει καταγραφεί ότι η ενάγουσα είχε 16 διακοπές βραχείας διάρκειας, 10 διακοπές μεγάλης διάρκειας συνολικού χρόνου 836 λεπτών (συμπεριλαμβανομένων και των διακοπών στις 26-27-3-1998, οι οποίες είναι περιστατικά ανωτέρας βίας), δηλαδή του παρείχετο ηλεκτρική ενέργεια κατά το 99,854% της χρονικής περιόδου (και) στο ίδιο διάστημα συνέβησαν 3 ταχείες μεταβολές ή βυθίσεις τάσεως", παραθέτοντας στη συνέχεια δέκα διακοπές.

Κατά συνέπεια, εφόσον η αναφερόμενη ως άνω παραδοχή με τις έγγραφες στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προτάσεις της αναιρεσίβλητης, ως προς τις καταγεγραμμένες στα αρχεία της διακοπές λειτουργίας του εργοστασίου της αναιρεσείουσας δεν συνοδεύεται με συσχετισμό (και ταύτιση) του συνόλου ή μέρους αυτών με τις αναφερόμενες στην αγωγή και με την επέλευση εξαιτίας αυτών ζημίας στην αναιρεσείουσα, ενώ με το αναιρετήριο δεν γίνεται επίσης τέτοιου είδους συσχετισμός, ούτε προσδιορίζεται ποιες από τις αναφερόμενες στις έγγραφες προτάσεις της αναιρεσίβλητης διακοπές του ηλεκτρικού ρεύματος της αναιρεσείουσας έλαβε υπόψη χωρίς να προσδώσει σ' αυτές αυξημένη δύναμη, κατά το άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ και ποιες μολονότι έγινε νόμιμη επίκληση της προβαλλόμενης ομολογίας, δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο και ποια επιρροή είχε τούτο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ώστε να εκτιμηθεί, αν υπέπεσε έτσι στις αναιρετικές πλημμέλειες της παραβιάσεως των ορισμών του νόμου ως προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ή της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν αντιστοίχως, οι εκ του άρθρου 559 αρ. 12 και 11 του ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως είναι αόριστοι.

Εξάλλου, εφόσον η αποδιδόμενη στο Εφετείο πλημμέλεια δεν αναφέρεται στη μη λήψη υπόψη από την αναιρεσείουσα αυτοτελούς ισχυρισμού της, αλλά αποδεικτικού μέσου, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, όπως επίσης απαραδέκτως προβάλλεται η αναιρετική αυτή πλημμέλεια και με τον υπό στοιχείο Ιβ, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο αναιρέσεως για μη λήψη υπόψη των αναφερόμενων σ' αυτόν αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο.

Περαιτέρω ο εκ του άρθρου 559 αρ.9 και 8 του ΚΠολΔ, υπό στοιχείο Ιγ λόγος αναιρέσεως ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο το ως άνω αγωγικό αίτημα άλλως δεν έλαβε υπόψη το σχετικό λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας είναι ενόψει των ως άνω παραδοχών του Εφετείου, αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335 και 338 έως 340 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Ωστόσο δεν επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αλλά αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα επιτρεπτά κατά νόμο αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίσθηκαν νόμιμα και σε καταφατική περίπτωση ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, την 3770/27-2-2006 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα με επίκληση προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα α) σελίδες του τηρούμενου από την επιχείρησή της ειδικού βιβλίου για τις σημειούμενες σ' αυτό αιφνίδιες διακοπές της ΔΕΗ, β) 3770/2006 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών.

Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα με επίκληση προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα ως άνω έγγραφα. Επομένως ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ, υπό στοιχείο Ιβ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ' αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 1/1999, 28/1997, 12/1995). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ. ΑΠ 661/1984). Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 543, 522 παρ. 1, 298 του ΑΚ συνάγεται ότι ο πωλητής απαλλάσσεται από την υποχρέωσή του να αποζημιώσει τον αγοραστή για υπάρχον, κατά την παράδοση στον τελευταίο κινητού πράγματος, ελάττωμα, αν δεν τον βαρύνει για τούτο υπαιτιότητα.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: Δυνάμει των από 24-6-1996 και 22-12-1997 συμβάσεων παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, η εναγόμενη (ήδη αναιρεσίβλητη) ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει, κατά τους γενικούς όρους που διέπουν τις εν λόγω συμβάσεις, προς την ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) για τη λειτουργία του εργοστασίου της ηλεκτρικό ρεύμα μέσης τάσεως, πλην όμως κατά τη χρονική περίοδο από 17-10-1997 μέχρι 20-11-1998 το ηλεκτρικό ρεύμα που παρασχέθηκε σ' αυτή εμφάνισε, κατά τις αναφερόμενες στη συνέχεια περιπτώσεις, πραγματικά ελαττώματα, ήτοι διακοπτόμενη και μεταβαλλόμενη ισχύ, από υπαιτιότητα των προστηθέντων υπαλλήλων της, με αποτέλεσμα να υποστεί ζημίες η ενάγουσα στα μηχανήματα και εμπορεύματά της. "Οι αιφνίδιες διακοπές και αυξομειώσεις στην παροχή ηλεκτρικού ρεύματος προς το εργοστάσιο της ενάγουσας κατά την ως άνω χρονική περίοδο ήταν οι ακόλουθες: 1) Την 17-10-1997 σημειώθηκε διακοπή ηλεκτροδοτήσεως διαρκείας 7 λεπτών (09:45 μέχρι 09:52) λόγω πτώσεως του μετασχηματιστή 150/20 kv No 2 του Μ/Σ Μαρκόπουλου, χωρίς να αποδειχθεί ότι αυτό οφείλεται σε τυχηρό συμβάν, αφού η εναγόμενη επικαλείται άγνωστη αιτία. 2) Την 19-10-1997 σημειώθηκε (02:00) βύθιση τάσεως από βλάβη αλεξικέραυνου στον αυτομετασχηματιστή 400/150 kv στο ΚΥΤ Παλλήνης. 3)Την 30-10-1997 σημειώθηκαν δύο στιγμιαίες διακοπές ηλεκτροδοτήσεως (18:57 + 20:57) από παροδικό σφάλμα των προστηθέντων της εναγομένης. 4) Την 12-11-1997 σημειώθηκε διακοπή ενός λεπτού (14:33 μέχρι 14:34) λόγω τήξεως ασφαλείας στον Υ/Σ ΜΜ-287 από παροδικό σφάλμα των προστηθέντων της εναγομένης. 5) Την 24-11-1997 σημειώθηκαν, i) μία στιγμιαία διακοπή (10:59), ii) διακοπή 74 λεπτών (11:21 μέχρι 12:35) λόγω βλάβης στον μετασχηματιστή τάσεως στον πελάτη της εναγομένης "Χρωστική ΑΕ". (Στην περίπτωση αυτή, η ηλεκτροδότηση πελατών μέσης τάσεως γίνεται κατά ομάδες με κεντρικές παροχές, δηλαδή με ομαδοποιημένο τρόπο και τυχόν βλάβη σε έναν από τους συνδεδεμένους καταναλωτές στην ίδια γραμμή επιδρά στην τάση της γραμμής και δημιουργεί προβλήματα σε όσους συνδέονται με αυτήν, με επακόλουθο διακοπές που προκαλούνται από άλλον πελάτη να μην οφείλονται σε υπαιτιότητα των προστηθέντων της εναγομένης. 6) Την 25-11-1997 σημειώθηκε στιγμιαία διακοπή ηλεκτροδοτήσεως από παροδικό σφάλμα των προστηθέντων της εναγομένης. 7) Την 4-12-1997 σημειώθηκε διακοπή ενός λεπτού (18:15 μέχρι 18:16) οφειλόμενο σε τυχηρό περιστατικό, ήτοι σε τήξη ασφαλείας στον πελάτη της εναγομένης "Α.

Γ. & Σία" από ποντικό. 8) Την 25-12-1997 δεν σημειώθηκε διακοπή ηλεκτροδοτήσεως. 9) Την 26-1-1997 σημειώθηκε διακοπή 32 λεπτών (20:23 μέχρι 20:55) οφειλόμενη σε τήξη ασφαλείας στον πελάτη της εναγομένης "Ιππόκαμπος Κατασκευαστική ΑΕ" (Χ-2272) από βλάβη στις εσωτερικές εγκαταστάσεις αποκλειστικής ευθύνης και αρμοδιότητας της παραπάνω εταιρίας. 10) Την 29-1-1998 σημειώθηκαν δύο διακοπές ενός και δύο λεπτών (13:23 μέχρι 13:24 και 15:10 μέχρι 15:12) οφειλόμενες σε τήξη ασφαλείας στον πελάτη της εναγομένης "Σ.

Επεξεργασίες Μαρμάρων" (Χ-1796) λόγω βλάβης μετασχηματιστή εντάσεως. 11) Την 7-2-1998 σημειώθηκε, i) διακοπή 2 λεπτών (11:14 μέχρι 11:16) για την ίδια αιτία στον ίδιο πελάτη της εναγομένης, ii) διακοπή 16 λεπτών (17:50 μέχρι 18:06) κατά την τροφοδότηση των ζυγών 20 kv του Υ/Σ Μαρκόπουλου για εργασίες στο δίκτυο 150 kv από συνεργείο της μεταφοράς, όπου από υπαιτιότητα των προστηθέντων της εναγομένης υπήρξε κομμένη γέφυρα εναέριου δικτύου μέσης τάσεως. 12) Την 11-2-1998 δεν σημειώθηκε διακοπή ηλεκτροδοτήσεως. 13) Την 13-2-1998 σημειώθηκε (από 15:30 μέχρι 18:00) πτώση τάσεως από υπαιτιότητα των προστηθέντων της εναγομένης κατά την τροφοδότηση του Υ/Σ Μαρκόπουλου από τον Υ/Σ Λαυρίου για εργασίες στο δίκτυο 150 kv από συνεργείο της μεταφορά. 14) Την 24-6-1998 σημειώθηκε στιγμιαία διακοπή ηλεκτροδοτήσεως οφειλόμενη σε τήξη ασφαλείας στον πελάτη της εναγομένης "Μ.

Πλαστικά ΑΕ" (Χ-1466). 15) Την 26-6-1998 σημειώθηκε διακοπή ηλεκτροδοτήσεως 21 λεπτών (11:23 μέχρι 11:44) λόγω πτώσεως του μετασχηματιστή 150/20 kv Νο 1 του Υ/Σ Μαρκόπουλου με λειτουργία περιορισμένης ζώνης λόγω βλάβης καλωδίου μέσης τάσεως του μετασχηματιστή από υπαιτιότητα των προστηθέντων της εναγομένης. 16) Την 30-6-1998 σημειώθηκε, i) διακοπή 60 λεπτών (11:40 μέχρι 12:40), ii) διακοπή 16 λεπτών (16:40 μέχρι 16:56) λόγω ανωμαλίας στο διασυνδεδεμένο σύστημα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, οφειλόμενη σε υπαιτιότητα των προστηθέντων της εναγομένης. 17) Την 2-7-1998 σημειώθηκαν δύο στιγμιαίες διακοπές (16:35 και 16:40 λόγω παροδικού σφάλματος των προστηθέντων της εναγομένης. 18) Την 20-11-1998 σημειώθηκαν τρεις στιγμιαίες διακοπές (11:04, 12:52 και 12:40) οι δύο πρώτες οφείλονταν σε παροδικό σφάλμα των προστηθέντων της εναγομένης και η τρίτη σε πταίσμα των ίδιων προστηθέντων που δημιούργησε ανωμαλία στο διασυνδεδεμένο σύστημα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας και συνακόλουθα βύθιση της τάσεως".

Στη συνέχεια το Εφετείο, για τις ένδεκα (11) περιπτώσεις διακοπής ηλεκτρικού ρεύματος, από υπαιτιότητα των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, επιδίκασε ως αποζημίωση για θετική ζημία της αναιρεσείουσας το ποσό των 21.867,76 ευρώ, ενώ για τις πέντε (5) περιπτώσεις (24-1197, 4-12-97, 26-1-98, 29-1-98, 24-6-98) διακοπής της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος στην αναιρεσείουσα, χωρίς υπαιτιότητα των προστηθέντων οργάνων της αναιρεσίβλητης, αλλά από τυχηρά (βλάβη μετασχηματιστή τάσεως και τήξη ασφαλειών πελατών) και τις δύο (2) περιπτώσεις (25-12-97 και 11-2-98) που δεν πραγματοποιήθηκαν τέτοιες διακοπές τα αγωγικά αιτήματα αποζημιώσεως κρίθηκαν αβάσιμα.

Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 543, 522 παρ. 1, 297 και 298 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε. Ειδικότερα διέλαβε η προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς αιτιολογίες για την έλλειψη υπαιτιότητας των προστηθέντων οργάνων της αναιρεσίβλητης ως προς τις διακοπές ηλεκτρικού ρεύματος λόγω βλαβών σε εσωτερικές εγκαταστάσεις πελατών, κατά προέκταση του δικτύου παροχής ηλεκτρικού ρεύματος της ιδίας, αλλά εκτός του τομέα ευθύνης της, που αποκλείει την υποχρέωση αποζημιώσεως της αναιρεσίβλητης για ζημίες συνδεόμενων με τη βλαβείσα εγκατάσταση στην αυτή κεντρική παροχή, όπως ήταν η αναιρεσείουσα.

Επομένως οι εκ του άρθρου 1 και 19 του ΚΠολΔ υπό στοιχεία

ΙΙα και

ΙΙβ, αντίθετοι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, ενώ υπό την επίκληση των ως άνω περιστατικών οι επικουρικώς προβαλλόμενοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 και 9 του ΚΠολΔ, λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 περίπτωση γ' του ΚΠολΔ συνάγεται ότι δεν ιδρύεται ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως της επιδικάσεως μη αιτηθέντος, όταν το δικαστήριο δέχθηκε μερικώς το σχετικό αγωγικό αίτημα (ΑΠ 560/1986, 599/1995).

Με τον υπό στοιχείο V, εκ του άρθρου 559 αρ. 9 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η μομφή, ότι εσφαλμένως δέχθηκε μερικώς μόνον το αίτημα αποζημιώσεως της αναιρεσείουσας από τις διακοπές ηλεκτρικού ρεύματος της 7-2-98, 30-6-98, 2-7-98 και 20-11-98, ενώ έπρεπε να γίνει στο σύνολό του δεκτό. Επομένως, εφόσον το Εφετείο δίκασε το ως άνω αγωγικό αίτημα αποζημιώσεως και το έκανε εν μέρει δεκτό, ο ως άνω, εκ του άρθρου 559 αρ. 9 του ΚΠολΔ αντίθετος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Επίσης απαράδεκτος είναι ο ως άνω, κατά το οικείο μέρος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠλΔ λόγος αναιρέσεως υπό την επίκληση των αυτών περιστατικών. Τέλος απορριπτέος είναι ο ως άνω, κατά το οικείο μέρος του, επικουρικώς προβαλλόμενος εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα ποσά αποζημιώσεως, γιατί πλήττεται απαραδέκτως η εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που αποτελεί κύρωση της διαθετικής αρχής του άρθρου 116 ΚΠολΔ, "αίτηση" θεωρείται εκείνη που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία, όπως η αγωγή, ανταγωγή, αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, ανακοπές, ένδικα μέσα, οι στηριζόμενες σε αυτοτελές δικαίωμα δυνάμενο να ασκηθεί και με αγωγή γνήσιες ενστάσεις και οι υποχρεωτικά δικαζόμενες - και μη εξαρτώμενες από τη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου - διαδικαστικές αιτήσεις, όχι δε άλλες ενστάσεις ή αντενστάσεις, ενώ δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η παράλειψη του δικαστηρίου να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (Ολ.

ΑΠ 1205/2007, 2/1987). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δεν αποφάνθηκε στο διατακτικό ή στο αιτιολογικό με προσόντα διατακτικού επί του αυτοτελούς, με την ανωτέρω έννοια, αιτήματος ή αποφάνθηκε επί αιτήματος που δεν υποβλήθηκε ή πλέον αυτού. Στην υπόψη περίπτωση με τους υπό στοιχεία VI και VII, κατά το οικείο μέρος τους, εκ του άρθρου 559 αρ. 9 του ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, που προβλήθηκε και με λόγο εφέσεώς της κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, ότι ζήτησε αποζημίωση 9.356.763 δραχμών για διακοπές της παρεχόμενης ηλεκτρικής ενέργειας από την αναιρεσίβλητη κατά τις ημεροχρονολογίες 16-2-1998, 26-3-1998, 27-3-1998, 3-6-1998, 15-6-1998,3-7-1998, 4-7-1998, 11-8-1998, 12-8-1998.

Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα είχε ζητήσει, πλέον της αποζημιώσεως για τις διαλαμβανόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση διακοπές ηλεκτρικού ρεύματος του εργοστασίου της από υπαιτιότητα υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης και την ως άνω αποζημίωση για τις προσθέτως αναφερόμενες διακοπές ηλεκτρικού ρεύματος, με την επίκληση των ίδιων λόγων ευθύνης της αναιρεσίβλητης.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, μολονότι με λόγο έφεσης παραπονέθηκε η αναιρεσείουσα για την κατ' ουσίαν απόρριψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του ως άνω αγωγικού αιτήματος, παρέλειψε να ασχοληθεί αφήνοντας αυτό αδίκαστο. Επομένως οι ανωτέρω εκ του άρθρου 559 αρ. 9 του ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως είναι βάσιμοι.

Περαιτέρω, υπό την επίκληση των ως άνω περιστατικών οι προβαλλόμενοι σωρευτικώς, με τον υπό στοιχείο VII (τελευταίο κατά το οικείο μέρος του) εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 11 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει η η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά τα κεφάλαια αυτής, στα οποία αναφέρονται οι υπό στοιχεία α)

ΙΙΙ και IV από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., β)VI και VII από το άρθρο 559 αρ. 9 του Κ.Πολ.Δικ. λόγοι αναιρέσεως, όσον αφορά τα διαφυγόντα κέρδη από την απώλεια της δυνατότητας αξιοποίησης της πρώτης ύλης του εργοστασίου της αναιρεσείουσας κατά τα γενόμενα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως και θετική ζημία και διαφυγόντα κέρδη για το προαναφερόμενο αγωγικό αίτημα που αφέθηκε αδίκαστο, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται την από 10.5.2009 αίτηση αναιρέσεως της "FLEXOPACK ΑΕ" κατά της "Δ.Ε.Η. ΑΕ"

Αναιρεί την 3582/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών όσον αφορά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα αναιρούμενα κεφάλαια, στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 11 Απριλίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ