536/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Ιουλίου 1991 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 290/1993 προδικαστική, 83/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 14/2007 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή της ως και τους από 3 Μαρτίου 2008 προσθέτους επ' αυτής λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 1 Απριλίου 2008 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Δημάδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναίρεσης ως και την από 6 Νοεμβρίου 2008 έκθεσή του επί των προσθέτων λόγων, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης.
Legislator headnote
AI generated536/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): υπ' αριθ. .. έκθεση επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Χανίων ...) ήτοι είκοσι οκτώ (28) ημέρες πριν από τη δικάσιμο (24 ημέρες τον Μάρτιο, 4 ημέρες τον Απρίλιο καθώς οι 5-4-2008, 6-4-2008 και 7-4-2008 Σάββατο, Κυριακή και ημέρα της δικασίμου αντιστοίχως δεν υπολογίζονται κατά τα εκτεθέντα), και συνακόλουθα λόγω του εκπροθέσμου αυτών πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Full text
Απόφαση 536 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 536/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χριστίνα Σπυροπούλου.
Του αναιρεσιβλήτου:..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Καλογερά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Ιουλίου 1991 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 290/1993 προδικαστική, 83/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 14/2007 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή της ως και τους από 3 Μαρτίου 2008 προσθέτους επ' αυτής λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 1 Απριλίου 2008 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Δημάδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναίρεσης ως και την από 6 Νοεμβρίου 2008 έκθεσή του επί των προσθέτων λόγων, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ κατά την παράγραφο 2 εδ. α του άρθρου 569 ΚΠολΔ οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ως προς το ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνον με δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής προς τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1, 2 του ίδιου Κώδικα που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναιρέσεως και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Αρειος Πάγος την απορρίπτει αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι αν 0εν τηρήθηκαν και οι δύο προϋποθέσεις της ασκήσεως των προσθέτων λόγων, δηλαδή κατάθεση του δικογράφου αυτών, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη δικάσιμο της αναιρέσεως και επίδοση αυτού μέσα στην ίδια προθεσμία και όχι την ορισθείσα μετά από αναβολή ή ματαίωση της, ο Αρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους προσθέτους λόγους ως απαράδεκτους (Ολ ΑΠ 143/84).
Στην προθεσμία αυτή των τριάντα ημερών δεν υπολογίζονται οι ημέρες καταθέσεως και επιδόσεως, οι ημέρες Σάββατο και Κυριακή, οι προηγούμενες της δικασίμου καθώς και της συζητήσεως της αναιρέσεως (Ολ. ΑΠ 266/85 Α. Π 259/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, το δικόγραφο των από 3-3-2008 προσθέτων λόγων των αναιρεσειόντων κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 4-3-2008 για την δικάσιμο της υποθέσεως που ορίσθηκε στις 7-4-2008 ημέρα Δευτέρα επομένως 31 ημέρες πριν από τη δικάσιμο (7-4-2008), γιατί οι 5-4-2008, 6-4-2008 και 7-4-2008, ημέρες Σάββατο, Κυριακή και Δευτέρα (ημέρα συζητήσεως) δεν υπολογίζονται, πλην όμως η επίδοση τους έγινε στις 7-3-2008 (βλ.
υπ' αριθ. .. έκθεση επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Χανίων ...) ήτοι είκοσι οκτώ (28) ημέρες πριν από τη δικάσιμο (24 ημέρες τον Μάρτιο, 4 ημέρες τον Απρίλιο καθώς οι 5-4-2008, 6-4-2008 και 7-4-2008 Σάββατο, Κυριακή και ημέρα της δικασίμου αντιστοίχως δεν υπολογίζονται κατά τα εκτεθέντα), και συνακόλουθα λόγω του εκπροθέσμου αυτών πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Επειδή, το άρθρο 1400 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του ν. 1329/1983 ορίζει ότι "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία ή με διαθήκη των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες. Από τη διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται και επί γάμων που τελέσθηκαν και επί περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν και πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 1329/1983 (άρθρο 12 ν. 21649/1986), συνάγεται ότι η απαίτηση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ' αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αυξήσεως του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση του δικαιούχου.
Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλ' η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία). Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου γεννέσεως της αξιώσεως, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.
Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της τελικής περιουσίας θεωρείται, στην περίπτωση που ο γάμος λύθηκε ή ακυρώθηκε με δικαστική απόφαση, ο χρόνος που η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη. Ως περιουσία νοείται το σύνολο των σε χρήμα αποτιμητών εννόμων σχέσεων, μετ' αφαίρεση των χρεών. Η συμμετοχή του ενός συζύγου στην περιουσιακή επαύξηση του άλλου, μπορεί να γίνει είτε με παροχή υπηρεσιών είτε με παροχή κεφαλαίων, όταν οι παροχές αυτές δεν επιβάλλονται από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ.
Υπό την προϋπόθεση ότι επήλθε περιουσιακή επαύξηση της περιουσίας του συζύγου γεννάται η αξίωση του άλλου συζύγου για την συμμετοχή του σε αυτή. Ενόψει δε της δυσχερείας αποδείξεως της υπάρξεως και της εκτάσεως της άνω συμβολής η διάταξη του άρθρου 1400§1 εδ. β' ΑΚ θεσπίζει τεκμήριο μαχητό υπέρ του ασκούντος το σχετικό δικαίωμα συζύγου περί της υπάρξεως και του μεγέθους της συμβολής, σύμφωνα με το οποίο αυτή ανέρχεται στο 1/3 της επαυξήσεως.
Εφόσον ο ενάγων σύζυγος στηρίζει την αξίωση του προς συμμετοχή στα αποκτήματα στην τεκμαρτή και όχι στην πραγματική συμμετοχή του σε αυτά, αρκεί μόνο να επικαλεσθεί και αποδείξει την γενομένη προσαύξηση στην περιουσία του άλλου συζύγου μεταξύ των προαναφερθέντων ως άνω χρονικών σημείων. Ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή.
Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξιώσεως συμμετοχής σύζυγος είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ' αυτόν.
Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αυξήσεως της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση Εξάλλου κατά την έννοια του εδαφίου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγκειται στην ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν υφίστανται οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή αντιστρόφως, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του.
Και κατά την έννοια του εδαφίου 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, εδέχθη, ανελέγκτως, τα εξής περιστατικά: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο στα Χανιά στις 24.07.1974, από τον οποίο δεν απέκτησαν παιδιά. Από τον Οκτώβριο όμως μήνα του έτους 1982 η έγγαμη συμβίωση τους διασπάστηκε και ο γάμος τους λύθηκε με την με αριθ. 275/1988 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, που έγινε αμετάκλητη στις 06.04.1990.
Κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου τους η εκκαλούσα-εναγομένη είχε στην κυριότητα της ένα οικόπεδο εμβαδού 2835 τετρ. μ., που βρίσκεται στη θέση "..." ... της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Χανίων, επί της οδού ... αριθ. .... Επί του οικοπέδου αυτού η εκκαλούσα είχε ανεγείρει, πριν από την τέλεση του γάμου τους, τετραώροφη οικοδομή η οποία αποτελείτο, α) από έναν ημιτελή ισόγειο όροφο, επιφανείας 200 τετρ.
μ., ο οποίος (κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου της με τον ενάγοντα), βρισκόταν στο στάδιο του σκελετού από οπλισμένο σκυρόδεμα και β) από τρεις πάνω από το ισόγειο ορόφους οι οποίοι ήταν αποπερατωμένοι και χρησιμοποιούνταν από την εκκαλούσα για τη στέγαση του ιδιωτικού εκπαιδευτηρίου της. Επίσης αυτή είχε δύο σχολικά αυτοκίνητα και τον εξοπλισμό του εκπαιδευτηρίου της, περιουσία την οποία είχε αποκτήσει με δικά της χρήματα, καθώς και με τρία δάνεια τα οποία είχε λάβει από την Ιονική Τράπεζα της Ελλάδος κατά τα έτη 1969-1971, συνολικού ύψους 1.150.000 δρχ.
Η εκκαλούσα, αν και είχε μεγάλα έσοδα από τη λειτουργία του ως άνω εκπαιδευτηρίου, εν τούτοις λόγω των πολλών εξόδων και των ληξιπροθέσμων χρεών της από τα δάνεια, δεν μπορούσε να αποπερατώσει μόνη της τον ως άνω ημιτελή ισόγειο όροφο, αλλ' ούτε και να λάβει άλλο δάνειο. Για το λόγο αυτό ο εφεσίβλητος-ενάγων, που εργαζόταν ως γεωπόνος στην Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος, στον ...
Κρήτης, και μετά το γάμο τους μετατέθηκε στο ... Χανίων, ζήτησε, από τον Οικοδομικό Συνεταιρισμό Υπαλλήλων Αγροτικής Τράπεζας, του οποίου ήταν μέλος, και έλαβε δυνάμει του με αριθ. .... δανειστικού συμβολαίου του συμβ/φου Χανίων Ανδρέα Τρακάκη, τοκοχρεολυτικό δάνειο ύψους 600.000 δρχ., προς αποπεράτωση του ως άνω ημιτελούς ισογείου ορόφου της οικοδομής της συζύγου του, με εγγραφή υποθήκης επ' αυτού, εξοφλητέο σε 240 μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις των 4.244 δρχ.
η κάθε μία, που από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1980 αναπροσαρμόστηκαν στο ποσό των 4.986 δραχμών, η πρώτη των οποίων ήταν πληρωτέα τον Αύγουστο μήνα του έτους 1977. Ο εφεσίβλητος ανέλαβε το ως άνω ποσό του δανείου τμηματικά και ανάλογα με την πρόοδο των οικοδομικών εργασιών επί του πιο πάνω ακινήτου, ύστερα από προηγούμενο έλεγχο των αρμοδίων υπαλλήλων της Τεχνικής Υπηρεσίας της ΑΤΕ και συγκεκριμένα ανέλαβε, α) στις 17.12.1976 ποσό 300.000 δρχ., β) στις 24.01.1977 ποσό 200.000 δρχ., γ) στις 14.03.1977 ποσό 75.000 δρχ.
και δ) στις 23.05.1977 ποσό 25.000 δρχ. Ολόκληρο το πιο πάνω ποσό του δανείου ο εφεσίβλητος το διέθεσε για την αποπεράτωση του προαναφερθέντος ημιτελούς ισογείου ορόφου της οικοδομής της εκκαλούσας, ο οποίος και αποπερατώθηκε και χρησιμοποιήθηκε στη συνέχεια ως κατοικία τους, η δε παρακράτηση, από το μισθό του, της πρώτης τοκοχρεολυτικής δόσης του δανείου άρχισε την 01.08.1977.
Η αξία του ως άνω ημιτελούς ισογείου ορόφου, μετά της αναλογίας του επί του οικοπέδου εμβαδού 80 τετρ. μ., ανερχόταν, κατά μεν το χρόνο τέλεσης του γάμου των διαδίκων (24.07.1974), στο ποσό των 370.000 δραχμών, κατά δε το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου τους, ήτοι σε τιμές του χρόνου γέννησης της αξίωσης (06.04.1990), στο ποσό των 12.500.000 δραχμών.
Τέλος, η αξία του ως άνω ισογείου ορόφου αποπερατωμένου, κατά τον άνω χρόνο γέννησης της αξίωσης (06.04.1990), ανερχόταν στο ποσό των 25.000.000 δρχ. (200 τετρ. μ. Χ 125.000 δρχ. το τετρ. μέτρο). Ήτοι, υπήρξε αύξηση της περιουσίας της εκκαλούσας, κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον ενάγοντα, ανερχόμενη στο ποσό των 12.500.000 δρχ. (25.000.000-12.500.000).
Στην αύξηση αυτή της περιουσίας της συνέβαλε και ο ενάγων με τη λήψη του ως άνω δανείου από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και την εκ μέρους του καταβολή ποσού 256.152 δρχ. για την εξόφληση 52 τοκοχρεολυτικών δόσεων, κατά την περίοδο από 01.10.1.981 μέχρι 31.01.1986. Τις υπόλοιπες 202 τοκοχρεολυτικές δόσεις τις εξόφλησε η εκκαλούσα, τις μεν πρώτες 50, από 01.08.1977 μέχρι τις 30.09.1981, με την καταβολή του αντίστοιχου προς τούτο ποσού, συνολικού ύψους 221.066 δραχμών, τις δε υπόλοιπες στις 22.01.1986, με την καταβολή προς τον ως άνω Οικοδομικό Συν/σμό ποσού ύψους 449.606 δραχμών, με το οποίο εξόφλησε ολοσχερώς το δάνειο προκειμένου να αποδεσμεύσει το ακίνητό της από την εγγεγραμμένη επ' αυτού υποθήκη.
Η ως άνω συμβολή του ενάγοντος δεν αναιρείται από τη γενόμενη, με την από 24.02.1986 εξώδικη πρόσκληση της εναγομένης, κλήση του ενάγοντος, όπως προσέλθει στο γραφείο της πληρεξουσίου της δικηγόρου Καίτης Μαρκουλάκη, για να εισπράξει το ποσό των 252.156 δραχμών, που παρακρατήθηκε από το μισθό του, κατά το χρονικό διάστημα από 01.10.1981-31.01.1986 και την άρνηση αυτού να προσέλθει (διότι κατά τους ισχυρισμούς του οι αξιώσεις του ήταν πολύ μεγαλύτερες), αλλ' ούτε και από την επικαλούμενη από την εναγομένη παρακατάθεση του ποσού αυτού στο ΤΠΔ, δεδομένου ότι, κατ' αρθρ. 349 επ.
ΑΚ, η παρακατάθεση επιφέρει απόσβεση της ενοχής από της υπερημερίας του δανειστή, ήτοι, ύστερα από μη αποδοχή προσφερόμενης παροχής πραγματικής και προσήκουσας, περί της οποίας δεν πρόκειται, ενώ πρέπει να σημειωθεί ακόμη ότι η εκκαλούσα προέβη στην παρακατάθεση του ως άνω ποσού, δύο (2) σχεδόν χρόνια μετά την άσκηση από τον ενάγοντα της από 06.06.1984 αγωγής εναντίον της και ύστερα από παραίτηση από αυτήν, της από 04.04,1985 όμοιας, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει, για την ίδια ως άνω αιτία, το ποσό των 7.230.000 δραχμών.
Και αυτό ανεξάρτητα από το ότι η εκκαλούσα δεν επικαλείται, αλλ' ούτε και αποδεικνύεται ότι προέβη σε γνωστοποίηση της εν λόγω κατάθεσης στον εφεσίβλητο ή ότι κοινοποίησε προς αυτόν το σχετικό γραμμάτιο". Έτσι, όμως, όπως έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την παρατεθείσα ουσιαστική διαταγή του άρθρου 1400 παρ.1 εδ.β' ΑΚ.
Ειδικότερα, ενώ εδέχθη ότι η επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης από την τέλεση του γάμου μέχρι την αμετάκλητη λύση του ανήλθε στο ποσό των 12.500.000 δραχμών και ότι η μόνη συμβολή του ενάγοντος στην επαύξηση αυτή ήταν με την καταβολή του ποσού των 256.152 δραχμών αντιστοιχούντος στην υπ' αυτού εξόφληση μόνο 52 τοκοχρεολυτικών δόσεων δανείου που αυτός έλαβε από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, ενώ όλες τις υπόλοιπες δόσεις του ίδιου δανείου εξόφλησε η εναγόμενη, στη συνέχεια προσδιόρισε το ποσοστό συμμετοχής στα αποκτήματα στο 1/3 με βάση την τεκμαρτή συμμετοχή του σε αυτά, παρόλη την, κατά τις ίδιες παραδοχές, μερική ανατροπή από την εναγομένη του προαναφερθέντος μαχητού τεκμηρίου, δεδομένου ότι το ως άνω ποσό συμμετοχής υπολείπεται του 1/3 της γενομένης προσαυξήσεως.
Επομένως ο από τους αριθμούς 1 και 19 δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος. Περαιτέρω με τους πρώτο, τρίτο κατά το δεύτερο μέρος, λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 349 ΑΚ.
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απορριπτέοι, αλυσιτελώς προβαλλόμενοι, γιατί η αναφορά του Εφετείου στην εν λόγω ουσιαστική διάταξη, έγινε διηγηματικώς και στα πλαίσια της νομικής και πραγματικής επιχειρηματολογίας προς υποδήλωση της γενομένης συμβολής του ενάγοντος στην γενομένη προσαύξηση της περιουσίας της εναγομένης με την καταβολή του ανωτέρω ποσού, χωρίς να ασκεί καμιά επιρροή στην έκβαση της δίκης ή σε μεταγενέστερο χρόνο προσφορά του ανωτέρω ποσού, η οποία δεν αναιρεί την γενομένη συμβολή.
Επίσης με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί "δεν παρατίθενται σ' αυτή τα περιστατικά που δικαιολογούν την νομιμότητα της κρίσεως ότι επήλθε αύξηση της περιουσίας της εναγομένης". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, αφού στην απόφαση εκτίθενται τα εν λόγω περιστατικά.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριβ.10 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά, Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο χωρίς απόδειξη οδηγήθηκε στον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος περί της υπάρξεως της συμβολής του ενάγοντος στην επαύξηση της περιουσίας της περιουσίας της εναγομένης και της έκτασης αυτής.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, μνημονεύονται σε αυτή όλα τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα) βάσει των οποίων το Εφετείο σχημάτισε το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα. Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτός προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (Ολ.ΑΠ 2/01, 12/00). "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, προσβάλλεται ή αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη ισχυρισμό μη προταθέντα από την εναγομένη ότι αυτή προέβη στην παρακατάθεση του ποσού των 256.152 δραχμών στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων "δύο χρόνια μετά την άσκηση από τον ενάγοντα της από 6.6.84 αγωγής εναντίον της και, ύστερα από παραίτηση από αυτήν, της από 4.4.85 ομοίας".
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, γιατί ο άνω ισχυρισμός δεν συνιστά ορισμένη ένσταση ή αντένσταση κατά του δια της ενδίκου αγωγής ασκούμενου δικαιώματος, αλλ' άρνηση αυτής. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να γίνει δεκτή η αναίρεση κατά τους βάσιμους ως άνω λόγους να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τους πρόσθετους λόγους
Αναιρεί την υπ' αριθ. 14/2007 απόφαση του εφετείου Κρήτης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ