536/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 -5-2003 αγωγή των 1ου, 2ου, 3ης και 4ης ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1504/2004, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση και 669/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7 Απριλίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν ο αναιρεσείων και οι 1ος, 2ος, 3η και 4η των αναιρεσιβλήτων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 22 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων που παραστάθηκαν την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated536/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τις ανωτέρω δύο διατάξεις θεσπίζεται αφενός μεν η ακυρωσία και αφετέρου η ανυπαρξία διαιτητικής απόφασης, όταν η διαφορά για την οποία αποφάνθηκαν οι διαιτητές δεν έχει υπαχθεί στη δικαιοδοσία τους. Το πότε η διαιτητική απόφαση είναι ακυρώσιμη και πότε ανύπαρκτη, εξαρτάται από τη συνομολόγηση συμφωνίας για διαιτησία.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 536 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 536/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος : Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Σταματόπουλο, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων : 1) Ψ1, 2) ...., 3) ....,4) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάμπρο Μακρυγιάννη, 5) ...., 6) .... και 7) ..... ως κληρονόμων της αποβιωσάσης ...., 8) ..... και 9) Της Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία " ..... ", η οποία τελεί υπό εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 -5-2003 αγωγή των 1ου, 2ου, 3ης και 4ης ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1504/2004, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση και 669/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7 Απριλίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν ο αναιρεσείων και οι 1ος, 2ος, 3η και 4η των αναιρεσιβλήτων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 22 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων που παραστάθηκαν την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις εκθέσεις επίδοσης ....(αναφέρονται 6 εκθέσεις) του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..... στη δεύτερη και την τρίτη από τις οποίες προσαρτώνται, στη δεύτερη η από 18-10-2006 απόδειξη παραλαβής από τον αρμόδιο αξιωματικό του Αστυνομικού Τμήματος .... του δικογράφου που θυροκολήθηκε και η από 18-10-2006 βεβαίωση περί αποστολής της ταχυδρομικής ειδοποίησης που ορίζει το άρθρο 128 παρ. 4 γ ΚΠολΔ και στην τρίτη η από 18-10-2006 απόδειξη παραλαβής από τον αρμόδιο αξιωματικό του Αστυνομικού Τμήματος ....
του δικογράφου που θυροκολήθηκε και η από 18-10-2006 βεβαίωση περί αποστολής της προοαναφερόμενης ταχυδρομικής ειδοποίησης και τις οποίες (εκθέσεις επίδοσης) προσκομίζει ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση από 7-4-2005 αίτηση αναίρεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αυτής, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης, με κλήση προς τους πέμπτη, έκτο, έβδομη, όγδοο και ένατη από τους αναιρεσιβλήτους, για να παραστούν κατά τη συζήτησή της, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σ΄ αυτούς.
Όμως οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 εδ.
α΄ και γ΄ ίδιου Κώδικα).
ΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 897 αριθμ. 4 του ΚΠολΔ, η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί, ολικά ή εν μέρει, μόνο με δικαστική απόφαση, αν εκείνοι που την εξέδωσαν ενέργησαν υπερβαίνοντας την εξουσία που τους παρέχει η συμφωνία για τη διαιτησία ή ο νόμος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 901 παρ. 1 στοιχείο α' του ΚΠολΔ, μπορεί να επιδιωχθεί με αγωγή ή ένσταση η αναγνώριση της ανυπαρξίας διαιτητικής απόφασης, πλην άλλων περιπτώσεων, και αν δεν συνομολογήθηκε συμφωνία διαιτησίας.
Με τις ανωτέρω δύο διατάξεις θεσπίζεται αφενός μεν η ακυρωσία και αφετέρου η ανυπαρξία διαιτητικής απόφασης, όταν η διαφορά για την οποία αποφάνθηκαν οι διαιτητές δεν έχει υπαχθεί στη δικαιοδοσία τους. Το πότε η διαιτητική απόφαση είναι ακυρώσιμη και πότε ανύπαρκτη, εξαρτάται από τη συνομολόγηση συμφωνίας για διαιτησία.
Έτσι, αν οι διαιτητές στηρίζουν την εξουσία τους σε ανύπαρκτη συμφωνία για διαιτησία, τότε η απόφασή τους είναι και αυτή ανύπαρκτη. Αν, αντίθετα, οι διαιτητές αντλούν μεν την εξουσία τους από υπαρκτή συμφωνία, αλλά την επέκτειναν και στην επίλυση διαφορών, οι οποίες με το συνυποσχετικό δεν έχουν υπαχθεί στη δικαιοδοσία τους, ή βάσει του νόμου πλέον αποκλείονται από τη δικαιοδοσία τους, τότε η απόφασή τους είναι όχι ανύπαρκτη, αλλ' ακυρώσιμη.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 871 ΚΠολΔ, διαιτητές μπορούν να οριστούν ένας ή περισσότεροι, καθώς και ολόκληρο δικαστήριο, αλλά δεν μπορούν να οριστούν διαιτητές οι ανίκανοι για δικαιοπραξία, όποιοι έχουν περιορισμένη ικανότητα για δικαιοπραξία, όποιοι από καταδίκη έχουν στερηθεί την άσκηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων και τα νομικά πρόσωπα.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 902 ΚΠολΔ, "στα επιμελητήρια, στα χρηματιστήρια αξιών και εμπορευμάτων και στις επαγγελματικές ενώσεις προσώπων οι οποίες αποτελούν νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου μπορούν, με προηγούμενη γνωμοδότηση του διοικητικού τους συμβουλίου, να οργανώνονται μόνιμες διαιτησίες, με διατάγματα που εκδίδονται ύστερα από πρόταση του υπουργού της δικαιοσύνης και του υπουργού που έχει την εποπτεία του επιμελητηρίου, του χρηματιστηρίου ή της ένωσης". (παρ. 1). "Τα διατάγματα της παρ. 1 ορίζουν ποιες διαφορές μπορούν να υπαχθούν στη διαιτησία κάθε επιμελητηρίου, χρηματιστηρίου ή ένωσης, καθώς και τις λεπτομέρειες για την οργάνωση της διαιτησίας" (παρ. 2).
Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων, με τις οποίες οριοθετείται και ο κύκλος των προσώπων που μπορούν να οριστούν διαιτητές, σαφώς προκύπτει, αφενός μεν ότι ο νόμος δεν απαιτεί να συντρέχουν στο πρόσωπο του διαιτητή ορισμένες ιδιότητες και αφετέρου ότι επιτρεπτή είναι η επιλογή, ως διαιτητών, μόνο φυσικών προσώπων.
Έτσι, διαιτητές δεν μπορούν να οριστούν τα νομικά πρόσωπα, οποιαδήποτε και αν είναι η φύση τους. Όμως, κατ' εξαίρεση, στα επιμελητήρια, στα χρηματιστήρια αξιών και εμπορευμάτων και στις επαγγελματικές ενώσεις προσώπων οι οποίες αποτελούν νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου, μπορούν να οργανώνονται μόνιμες διαιτησίες, με διατάγματα που εκδίδονται κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 902 παρ. 1 ΚΠολΔ, τα οποία ορίζουν και ποιες διαφορές μπορούν να υπαχθούν στη διαιτησία του καθενός από τα νομικά αυτά πρόσωπα.
Ενόψει, λοιπόν, της πιο πάνω εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 902 ΚΠολΔ, αλλά και εκείνης του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "ύστερα από πρόταση του αρμόδιου Υπουργού επιτρέπεται η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων, με ειδική εξουσιοδότηση νόμου και μέσα στα όριά της...", εκδόθηκε το π.δ. 723/1979 "περί συστάσεως παρά τω Τεχνικώ Επιμελητηρίω της Ελλάδος μονίμου διαιτησίας", στο άρθρο 1 του οποίου ορίζονται τα ακόλουθα: "Συνιστάται παρά τω τεχνικώ επιμελητηρίω της Ελλάδος (ΤΕΕ) μόνιμος διαιτησία προς επίλυσιν τεχνικών διαφορών" (παρ. 1). "Ως τεχνικαί διαφοραί νοούνται αι πάσης φύσεως διαφοραί αι προερχόμεναι εκ συμβάσεων μελέτης, εκτελέσεως, συντηρήσεως, λειτουργίας ή πάσης ετέρας αναλόγου επεμβάσεως επί τεχνικών έργων, κατασκευών, εγκαταστάσεων και εν γένει επί θεμάτων εμπιπτόντων εις τας επιστημονικάς γνώσεις ή εμπειρίας των μελών του ΤΕΕ" (παρ. 2).
Επομένως, στη μόνιμη διαιτησία του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος, βάσει των πιο πάνω εξουσιοδοτικών διατάξεων, μπορούν να υπάγονται προς επίλυση μόνο "τεχνικές διαφορές", με την προαναφερόμενη έννοια που το ίδιο το 723/1979 π.δ/γμα ορίζει. Ο νομοθέτης υπήγαγε μόνο τις διαφορές αυτές στη μόνιμη διαιτησία του ΤΕΕ, διότι απέβλεψε στις ειδικές επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις και εμπειρίες των μελών του.
Έτσι, αποκλείεται η υπαγωγή στη διαιτησία αυτή άλλων διαφορών, που δεν είναι "τεχνικές", αφού αυτές κείνται πέραν της προαναφερόμενης εξουσιοδότησης, αλλά και πέραν της ρητής εξαιρετικής ρύθμισης του άρθρου 1 παρ.2 του ν.δ. 723/1979. Τέτοιες άλλες (μη τεχνικές) προδήλως είναι και οι διαφορές, οι οποίες ανακύπτουν από την αμφισβήτηση για τη σύναψη ή το περιεχόμενο μιας σύμβασης ή την προβολή ισχυρισμού περί εικονικότητας μιας σύμβασης, αφού για την επίλυσή τους απαιτούνται ιδιαίτερες γνώσεις της νομικής επιστήμης.
Επομένως, αν, με συμφωνία, υπαχθεί στη μόνιμη διαιτησία του ΤΕΕ οποιαδήποτε άλλη διαφορά, που δεν είναι τεχνική, κατά την παραπάνω έννοια, η σχετική διαιτητική απόφαση είναι ακυρώσιμη, γιατί, οι διαιτητές που την εξέδωσαν, στηρίχθηκαν μεν σε υπαρκτή συμφωνία, αλλά υπερέβησαν την εξουσία που τους έχει παράσχει ο νόμος.
Τέλος, οι προαναφερόμενες διατάξεις, με τις οποίες θεσπίζεται η ανυπαρξία και η ακυρωσία των διαιτητικών αποφάσεων, είναι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, η δε παραβίασή τους ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα:
Ο ενάγων Ψ1 και οι, πρώτος των εναγομένων, Χ1, (ήδη αναιρεσείων), ....., το Φεβρουάριο του 1969, τον Ιανουάριο του 1972, και τον Ιανουάριο του 1975, συνέστησαν τρεις ομόρρυθμες εταιρίες, από τις οποίες η πρώτη, υπό την επωνυμία "...... ΟΕ" λύθηκε στις 31.1.1972, η δεύτερη με την επωνυμία "..... " λύθηκε στις 16.1.1973 και η τρίτη από αυτές με την επωνυμία "...... ",, λύθηκε στις 27-2-1991, λόγω καταγγελίας εκ μέρους του πρώτου των εναγομένων και έκτοτε τελεί υπό εκκαθάριση.
Σκοπός δε των εν λόγω ομόρρυθμων εταιριών ήταν η ανάληψη σύνταξης ή εκτέλεσης πάσης φύσεως τεχνικών μελετών ή κατασκευών ιδιωτικών και δημοσίων έργων, ενώ σύμφωνα με ειδική ρήτρα του καταστατικού τους, κάθε διαφορά ή διένεξη μεταξύ των εταίρων, θα λυνόταν διαιτητικώς, με απόφαση του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος.
Επειδή μεταξύ των εταίρων, και ειδικότερα μεταξύ του νυν εναγομένου Χ1 και του ενάγοντος Ψ1, ανέκυψαν διαφωνίες, γεννήθηκαν έριδες και διενέξεις ως προς τις εταιρικές σχέσεις, και συγκεκριμένα ως προς τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν από την κοινή επιχειρηματική δραστηριότητά τους, ο εναγόμενος αυτός, μετά τη λύση και της τελευταίας ομόρρυθμης εταιρίας, ενόψει της περί διαιτησίας ρήτρας τού από 3-1-1975 καταστατικού της ως άνω εταιρίας, απηύθυνε ενώπιον της Μόνιμης Διαιτησίας του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, την από 11.5.1994 αγωγή του, κατά των νυν εναγόντων (ήδη αναιρεσιβλήτων) στην οποία εξέθετε ότι στο τέλος του 1969 συμφώνησε με τον ενάγοντα αδελφό του Ψ1, αυτός ως πολιτικός μηχανικός και εκείνος ως υπομηχανικός, να συνεργαστούν με οποιαδήποτε τυπική ή άτυπη νομική μορφή, σε όλα τα αντικείμενα της ειδικότητάς τους (μελέτες, επιβλέψεις, εργολαβίες κ.λ.π.), και γενικά σε κάθε επιχειρηματική δραστηριότητα, μετέχοντας στις κερδοζημίες σε όλες τις εργασίες που θα αναλάμβαναν από κοινού ή κατά μόνας, κατά ποσοστό 50% ο καθένας, κατά δε το χρόνο της διακοπής της συνεργασίας τους, θα διένεμαν την από τη δραστηριότητά τους κτηθείσα περιουσία, λαμβάνοντας ο καθένας τους το 50%, ασχέτως σε τίνος την κυριότητα θα ευρίσκοντο τα από τη συνεργασία τους αποκτηθέντα περιουσιακά στοιχεία.
Ότι τυπικά και για φορολογικούς μόνον λόγους, συμφώνησαν να συστήνουν προσωπικές εταιρίες, στις οποίες εκτός αυτών των ιδίων, που θα ήσαν οι ουσιαστικοί και πραγματικοί μέτοχοι, μόνοι δικαιούχοι και υπόχρεοι, των από την κοινή δραστηριότητα γεννώμενων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, θα μετείχαν φιλικά και συγγενικά πρόσωπα της απόλυτης εμπιστοσύνης τους.
Ότι στα πλαίσια αυτής της συμφωνίας τους, συνέστησαν τις προαναφερθείσες ομόρρυθμες εταιρίες και απέκτησαν τα αναφερόμενα στην αγωγή περιουσιακά στοιχεία, τα οποία, κατά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα, ανήκουν στον ίδιο (Χ1) και στον Ψ1, κατά ποσοστό 50% στον καθένα τους, και ότι οι εναγόμενοι αμφισβητούν τα περιουσιακά στοιχεία κινητά και ακίνητα (διαμερίσματα, εργοταξιακός και λοιπός εξοπλισμός, αυτοκίνητα κ.λ.π.) που αποκτήθηκαν με χρήματα τής υπό εκκαθάριση τελούσας ομόρρυθμης εταιρίας ή με χρήματα των λυθεισών εταιριών τους, των οποίων δεν έγινε διανομή περιουσίας και τα οποία ανήκουν κατά ποσοστό 50% στον ίδιο, και κατά το υπόλοιπο ποσοστό στον πρώτο των εναγόντων της κρινόμενης αγωγής.
Με βάση αυτά τα περιστατικά, ο ενάγων ζήτησε από τη Μόνιμη Διαιτησία του Τ.Ε.Ε.: α) να αναγνωριστεί το έγκυρο της συμφωνίας που συνήψε με τον πρώτο των καθ' ων, και υλοποιήθηκε με τις συστάσεις των εταιριών, και να αναγνωριστεί ότι, οτιδήποτε περιουσιακό στοιχείο κινητό ή ακίνητο, αποκτήθηκε από της ενάρξεως της συνεργασίας του με τον πρώτο των εναγομένων, και με χρήματα της κοινής επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, ασχέτως στο όνομα τίνος αποκτήθηκε, αποτελεί κοινή περιουσία αυτών και μόνον, και ανήκει κατά ποσοστό 50% στον καθένα τους, β) να αναγνωριστεί ότι με χρήματα της κοινής επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, αποκτήθηκαν μεταξύ άλλων, και τα αναφερόμενα στην αγωγή περιουσιακά στοιχεία, μέχρι και το καλοκαίρι του 1989, που αποφάσισαν να προβούν στην επί μέρους εκκαθάριση των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων, τη διανομή της κοινής τους περιουσίας, και την αλλαγή του τρόπου συνεργασίας τους, γ) να προσδιοριστεί ότι οι δυο μερίδες τους (Χ1 και Ψ1 ) αποτελούμενες από τα αναφερόμενα στην αγωγή ακίνητα, είναι ισάξιες και διανέμονται συμψηφιστικά, δ) να αναγνωριστεί ότι οι αναφερόμενοι στην αγωγή λογαριασμοί, ανεξάρτητα στο όνομα που έχουν εκδοθεί, του ανήκουν κατά ποσοστό 50% και ε) να υποχρεωθούν ο 1ος, 2ος και 3η των εναγομένων, να του καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας τους ως αποζημίωση, λόγω της εις βάρος της αδικοπραξίας, το ποσό των 58.500.000 δραχμών και να αναγνωριστεί ότι οι ίδιοι του οφείλουν το εκ ποσοστού 15% κέρδος, που του αναλογεί επί των πιστοποιήσεων ενός εκάστου των αναφερόμενων στην αγωγή έργων.
Το ως άνω Διαιτητικό Δικαστήριο, συνεχίζει το Εφετείο, παρά την υπό του ήδη ενάγοντος προβληθείσα ένσταση περί αναρμοδιότητάς του, εξεδίκασε την ανωτέρω αγωγή και επ' αυτής εξέδωσε την 9/2003 απόφασή του, με την οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, αναγνωρίζοντας ότι "...μεταξύ του Χ1 και Ψ1 υπήρξε συμφωνία περί διανομής μεταξύ των, του αποτελέσματος της κοινής επιχειρηματικής δραστηριότητας, κατά 50% στον καθένα, ότι οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο αποκτήθηκε από την κοινή επιχειρηματική δραστηριότητα των δύο (Ψ1 και Χ1) αποτελεί κοινή περιουσία των ως άνω δύο και ανήκει κατά ποσοστό 50% στον καθένα, και ότι οι λοιποί εταίροι που εμφανίζονται στα διάφορα εταιρικά είναι εικονικοί και ότι πραγματικοί εταίροι είναι μόνο οι ως άνω δύο Ψ1και Χ1, πλην του ..... , ο οποίος μετείχε της ομόρρυθμης εταιρίας που συστήθηκε με το από 1-1-1970 εταιρικό ο οποίος ήτο πραγματικός εταίρος....ότι με χρήματα της κοινής επιχειρηματικής δραστηριότητας τού ενάγοντος Χ1 και του πρώτου των εναγομένων Ψ1, αποκτήθηκαν μέχρι και το καλοκαίρι του 1989, τα πάγια στοιχεία (αυτοκίνητα, μηχανήματα και άλλα διάφορα μηχανήματα) και ότι αυτά ανήκαν κατά 50% στον ενάγοντα και κατά 50% στον πρώτο των εναγομένων, τα εν λόγω μηχανήματα είναι τα ακόλουθα....5...ότι ο συμψηφισμός των περιουσιακών στοιχείων που αναφέρονται στο ιστορικό και ο οποίος γίνεται δεκτός αφορά περιουσιακές μερίδες που είναι μεταξύ τους ισάξιες".
Τα υπό στοιχεία δ΄, ε΄ και στ΄ αιτήματα της αγωγής, απορρίφθηκαν από το διαιτητικό δικαστήριο ως αόριστα. Όμως, δέχτηκε το Εφετείο, από το όλο περιεχόμενο και αίτημα τής ως άνω αγωγής, το σκεπτικό και το διατακτικό της 9/2003 διαιτητικής απόφασης, φανερό καθίσταται ότι η ενώπιον του ανωτέρω διαιτητικού δικαστηρίου αχθείσα, κατ' επίκληση του όρου 12 του από 3.1.1975 συμφωνητικού συστάσεως Ομορρύθμου εταιρίας, από τον ενάγοντα Χ1 ιδιωτική διαφορά, δεν έχει τον χαρακτήρα της "τεχνικής διαφοράς", όπως η έννοια αυτή ορίζεται στη παράγραφο 2 του άρθρου 1 του ΠΔ 723/1979, εφόσον τα επίδικα ζητήματα, ως εκτίθενται στην αγωγή και από το διαιτητικό δικαστήριο κρίθηκαν, δεν εμπίπτουν στις επιστημονικές γνώσεις και εμπειρίες των μελών του Τ.Ε.Ε.
Ειδικότερα, δεν μπορεί να συνιστά τεχνική διαφορά, προερχόμενη από σύμβαση μελέτης, εκτέλεσης, συντήρησης, λειτουργίας ή επέμβασης επί τεχνικών έργων κατασκευών και εγκαταστάσεων το γεγονός: α) αν συνήφθη μεταξύ των Ψ1 και Χ1 προφορική συμφωνία για κοινή επιχειρηματική δραστηριότητα και συμμετοχή στα αποκτήματα αυτών, κατά ποσοστό 50% από τον καθένα τους, β) αν αυτή η συμφωνία υλοποιήθηκε με τη σύσταση των προαναφερόμενων ομόρρυθμων εταιριών, γ) αν οι από 25.6.1969, 3.1.1972 και 3.1.1975 συμβάσεις συστάσεως ομόρρυθμων εταιριών και οι επακολουθήσασες τροποποιητικές αυτών ήταν εικονικές ως προς την εταιρική ιδιότητα των λοιπών πλην των Χ1 και Ψ1 μελών, δ) αν τα αναφερόμενα στην αγωγή περιουσιακά στοιχεία μέχρι και το έτος 1982 αποκτήθηκαν από κοινή επιχειρηματική δραστηριότητα των ανωτέρω δύο διαδίκων, ε) αν έγινε εκκαθάριση και διανομή των αποκτηθέντων μέχρι και το έτος 1989 και στ) αν έγινε συμψηφισμός εκατέρωθεν των περιουσιακών στοιχείων που αναφέρονται στην αγωγή.
Επίσης ούτε το γεγονός, ότι οι εκ των διαδίκων Χ1 και Ψ1 , έχουν την ιδιότητα του πολιτικού μηχανικού ο πρώτος και του υπομηχανικού ο δεύτερος, και οι υπ' αυτών συσταθείσες ως άνω ομόρρυθμες εταιρίες, ως σκοπό είχαν την ανάληψη συντάξεως ή εκτελέσεως πάσης φύσεως τεχνικών μελετών ή κατασκευών ιδιωτικών ή δημοσίων έργων, προσδίδει στις επίδικες διαφορές το χαρακτήρα και την ιδιότητα των τεχνικών διαφορών.
Τέτοιας μορφής και φύσεως διαφορές, θα μπορούσαν να ήταν αυτές που θα προέκυπταν με τους ως άνω διαδίκους και τις εταιρίες τους με τρίτους, κατά την εκτέλεση των σχετικών συμβάσεων (συντάξεως τεχνικών μελετών ή εκτελέσεως έργων) αναφορικώς με τα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις, με τυχόν ελλείψεις ή ελαττώματα τέτοιων έργων και μελετών και εν γένει με κάθε ζήτημα που γεννάται από αυτού του είδους συμβάσεις, που όμως η ενασχόληση μ' αυτές, απαιτεί και οπωσδήποτε προϋποθέτει, τις ειδικές επιστημονικές γνώσεις και εμπειρία των μελών του Τ.Ε.Ε.
Οι ως άνω ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου υπό των διαδίκων αχθείσες διαφορές περί την ύπαρξη ή μη προφορικών μεταξύ τους συμφωνιών, περί την εικονικότητα συμβάσεων, περί την απόκτηση περιουσίας από κοινή επιχειρηματική δραστηριότητα, περί την κυριότητα επί ορισμένων πραγμάτων και περί άλλων συναφών θεμάτων κανένα απολύτως στοιχείο ή χαρακτηριστικό της τεχνικής διαφοράς δεν έχουν.
Έτσι, συνεχίζει το Εφετείο, τα μέλη του Διαιτητικού Δικαστηρίου του ΤΕΕ, που εξέδωσαν την πιο πάνω 9/2003 απόφαση, ενήργησαν υπερβαίνοντας την εξουσία που τους έχει παράσχει ο νόμος. Και με τις σκέψεις αυτές, το Εφετείο, αφού δέχτηκε την από 2-5-2003 αγωγή των ήδη τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος και των λοιπών αναιρεσιβλήτων ακύρωσε τη διαιτητική αυτή απόφαση.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, αφού πράγματι, σύμφωνα πάντοτε με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η διαφορά που επέλυσαν τα μέλη του Διαιτητικού Δικαστηρίου του ΤΕΕ δεν ήταν τεχνική, δεν παραβίασε καμμία από τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε οποιαδήποτε άλλη από αυτές των άρθρων 867 επ.
ΚΠολΔ που επικαλείται ο αναιρεσείων και ο περί του αντιθέτου μοναδικός από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατ΄ ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7 Απριλίου 2005 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 669/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ