Supreme Court dismisses labor dispute appeal regarding evidence evaluation and irregular work hours.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision in a labor dispute involving two employees. The appellant argued that the lower court failed to consider specific evidence regarding lower wages and the legality of irregular working hours. The court ruled that these arguments concerned the evaluation of evidence rather than procedural errors, thus rejecting them as inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 560, 577 of the Code of Civil Procedure; Evidence evaluation errors are not grounds for appeal under Article 560(5) of the Code of Civil Procedure.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 535 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 535/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Τριανταφυλλιά Πατρώνα και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εμπορικής εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Ευστάθιου Μίντζια και Γεωργίου Αλεξόπουλου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Γ. Χ. του Ε., κατοίκου ... και 2) Χ. Θ. του Γ., κατοίκου ... Αττικής, που παραστάθηκ δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Κάπου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1255/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 9058/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-12-2021 αίτησή της και τους από 12-8-2022 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Τριανταφυλλιά Πατρώνα. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την, από 31.12.2021 και αριθ. κατάθ. 107189/200/3112.2021 αίτηση αναίρεσης και τους από 12.8.2022 πρόσθετους λόγους, που ασκήθηκαν παραδεκτά, εντός της οριζόμενης στη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ προθεσμίας, με ιδιαίτερο δικόγραφο, που επιδόθηκε στους αναιρεσιβλήτους την 17.8.2022, ήτοι τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν την ως άνω ορισθείσα δικάσιμο [20.9.2022], προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 9058/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί εφέσεως της αναιρεσείουσας και των προσθέτων λόγων αυτής, κατά της υπ'αριθ. 1255/2013, αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση το Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατΛ ουσία την έφεση και τους πρόσθετους λόγους της. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ), συνεκδικαζόμενη με τους πρόσθετους λόγους λόγω της συναφείας τους.
Με τη διάταξη του άρθρου 38 του Ν. 1892/1990 (ΦΕΚ Α 101), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 2 του Ν. 2639/1998 (ΦΕΚ Α 205) και συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 του Ν. 2874/ 2000 (ΦΕΚ Α 286) και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 2 του Ν. 3846/2010 (ΦΕΚ Α 66), όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 παρ. 3 Ν. 3899/2010 (ΦΕΚ Α' 212), ορίζεται στην παρ. 3 αυτού ότι: "Κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν κάθε μορφή απασχόλησης εκ περιτροπής.
Εκ περιτροπής απασχόληση θεωρείται η απασχόληση κατά λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή κατά λιγότερες εβδομάδες το/μήνα ή κατά λιγότερους μήνες το έτος ή και συνδυασμός αυτών κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας. Η παρεχόμενη από το άρθρο αυτό προστασία καλύπτει και τους απασχολούμενους με βάση τις συμφωνίες του προηγούμενου εδαφίου.
Αν περιοριστούν οι δραστηριότητες του εργοδότη, αυτός μπορεί, αντί για καταγγελία της σύμβασης εργασίας, να επιβάλλει σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης στην επιχείρησή του, η διάρκεια της οποίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους εννέα (9) μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος, μόνο εφόσον προηγουμένως προβεί σε ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 240/2006 και του Ν. 1767/1988.
Οι συμφωνίες ή οι αποφάσεις της παραγράφου αυτής γνωστοποιούνται μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την κατάρτιση ή τη λήψη τους στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας". Κατά δε την παρ. 4 του ιδίου άρθρου "Ως εκπρόσωποι των εργαζομένων για την εφαρμογή της προηγουμένης παραγράφου ορίζονται κατά την εξής σειρά προτεραιότητας:
α) οι εκπρόσωποι από την πλέον αντιπροσωπευτική συνδικαλιστική οργάνωση της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης, η οποία καλύπτει κατά το καταστατικό της τους εργαζόμενους, ανεξάρτητα από την κατηγορία, τη θέση ή την ειδικότητα τους, β) οι εκπρόσωποι των υφισταμένων συνδικαλιστικών οργανώσεων της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης, γ) τα συμβούλια εργαζομένων, δ) εάν ελλείπουν συνδικαλιστικές οργανώσεις ή συμβούλια εργαζομένων, η ενημέρωση και η διαβούλευση γίνεται με το σύνολο των εργαζομένων.
Η ενημέρωση μπορεί να γίνει με εφάπαξ ανακοίνωση σε εμφανές και προσιτό σημείο της επιχείρησης. Η διαβούλευση πραγματοποιείται σε τόπο και χρόνο που ορίζει ο εργοδότης". Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι η, εκ περιτροπής, εργασία (συμβατική ή επιβαλλομένη μονομερώς), αποτελεί ειδικότερη μορφή μερικής απασχόλησης, κατά την οποία ο μισθωτός απασχολείται στην επιχείρηση ή σε ορισμένο τμήμα αυτής λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή λιγότερους μήνες το έτος, αλλά πάντα κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας.
Βασικό εννοιολογικό γνώρισμα της, εκ περιτροπής, εργασίας είναι η εναλλαγή χρονικών διαστημάτων εργασίας και αργίας (μη εργασίας), μολονότι η λειτουργία της επιχείρησης ή τμήματος αυτής παραμένει συνεχής. Από τις ίδιες αυτές διατάξεις, συνάγεται ότι η, εκ περιτροπής, εργασία μπορεί να λάβει δύο ειδικότερες μορφές και συγκεκριμένα: 1) της συμφωνημένης (συμβατικής) εκ περιτροπής εργασίας, η οποία επιτρέπεται να συμφωνηθεί ελεύθερα με διάφορους συνδυασμούς που επιλέγουν τα μέρη, με μόνο περιορισμό της παροχής της ημερήσιας εργασίας κατά πλήρες ωράριο και 2) αυτής που εφαρμόζεται με μονομερή εργοδοτική απόφαση.
Ειδικότερα στη δεύτερη περίπτωση παρέχεται η δυνατότητα στον εργοδότη και στο πλαίσιο του διευθυντικού του δικαιώματος σε ευρεία έννοια, σε περίπτωση περιορισμού της δραστηριότητας της επιχείρησης του, να επιβάλλει στην επιχείρηση του "σύστημα εκ περιτροπής εργασίας", μέχρι εννέα μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος, με τη δυνατότητα εκ νέου επιβολής του για το επόμενο έτος (ΑΠ 1318/2019, ΑΠ 771/2017, ΑΠ 468/2012).
Προϋποθέσεις κατά την τελευταία ως άνω διάταξη του εδαφίου δ' της ως άνω παραγράφου για τη μονομερή επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας είναι: α) περιορισμός των δραστηριοτήτων του εργοδότη, β) ενημέρωση και διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων και, ελλείψει αυτών, με το σύνολο των εργαζομένων, χωρίς να είναι απαραίτητο τα μέρη να καταλήξουν σε συμφωνία, οπότε η εφαρμογή του συστήματος εκ περιτροπής εργασίας λαμβάνει χώρα με μονομερή απευθυντέα δήλωση του εργοδότη προς τους εργαζομένους, διαπλαστικού χαρακτήρα, γ) η διάρκειά της να μην είναι μεγαλύτερη από τους εννέα μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος και δ) η απόφαση του εργοδότη (όταν αυτή επιβάλλεται μονομερώς) ή η συμφωνία (όταν πρόκειται για συμβατική εκ περιτροπής εργασία) να κοινοποιηθεί εντός οκτώ (8) ημερών στην Επιθεώρηση Εργασίας.
Από το ότι η μονομερής επιβολή του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας εκ μέρους του εργοδότη προβλέπεται κατά το\/νόμο "αντί της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας", προκύπτει ότι ο περιορισμός της δραστηριότητας του εργοδότη, ανεξαρτήτως των λόγων στους οποίους οφείλεται, πρέπει να είναι τέτοιος, που θα οδηγούσε σε απολύσεις για οικονομικοτεχνικούς λόγους.
Προϋποτίθεται δηλαδή η, από τον περιορισμό της δραστηριότητας του εργοδότη, πρόκληση πλεονάζοντος προσωπικού, λόγω της μείωσης της διαθέσιμης εργασίας, ήτοι της ανάγκης του εργοδότη για παροχή εργασίας προς αυτόν. Ως εκ τούτου ο περιορισμός της δραστηριότητας δεν δικαιολογεί την επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, αν είναι εντελώς ασήμαντος, αλλά θα πρέπει αντιθέτως να πρόκειται για σημαντικό περιορισμό αυτής.
Από την πρόβλεψη δε επιβολής "συστήματος εκ περιτροπής εργασίας", αντί της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας του πλεονάζοντος προσωπικού, συνάγεται ότι το σύστημα αυτό αξιολογείται από τον νομοθέτη ως ηπιότερο μέτρο σε σχέση με την καταγγελία. Το σύστημα δε της εκ περιτροπής εργασίας που δικαιούται να επιβάλλει μονομερώς ο εργοδότης προϋποθέτει αναγκαίως εναλλαγή εργαζομένων στην ίδια επιχείρηση, στην ίδια ή περισσότερες θέσεις εργασίας σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, ενώ η λειτουργία της επιχείρησης παραμένει συνεχής.
Η εναλλαγή αυτή μπορεί να γίνεται, είτε κατά ομάδες μισθωτών, εκ των οποίων η μία θα αντικαθιστά την άλλη διαδοχικά στην απασχόληση και τη μη απασχόληση, είτε από ένα μισθωτό τη φορά, υπό την έννοια ότι κάθε φορά ένας μισθωτός θα τίθεται εναλλάξ σε υποχρεωτική αργία, ενώ ο άλλος μισθωτός θα καλύπτει κατά πλήρες ωράριο τη θέση εργασίας.
Χωρίς αυτή την εναλλάξ παροχή εργασίας, η οποία θα καταλαμβάνει το σύνολο των εργαζομένων στην επιχείρηση ή στο τμήμα αυτής που εμφανίζει σημαντικά μειωμένη δραστηριότητα, η εφαρμογή του συστήματος δεν είναι νοητή και κατά συνέπεια δεν μπορεί να επιβληθεί με μονομερή απόφαση του εργοδότη κατά το εδάφιο δ' της παρ. 3 του άρθρου 38 του Ν. 1892/1990, όπως τροποποιηθέν ισχύει.
Κατά συνέπεια, δεν είναι κατά νόμο επιτρεπτή η, εκ μέρους του εργοδότη επιβολή συστήματος εκ περιτροπής, εργασία επιλεκτικά σε συγκεκριμένους μόνο μισθωτούς, όταν οι υπόλοιποι εξακολουθούν να εργάζονται με πλήρες ωράριο. (ΑΠ 470/2018, 771/2017, ΑΠ 1252/2014, ΑΠ 969/2011). Το σύστημα της εκ περιτροπής εργασίας δεν αποκλείεται να εφαρμόζεται σε ελάχιστους εργαζόμενους ή ακόμη και σε έναν εργαζόμενο εάν είναι ο μοναδικός του Τμήματος στο οποίο εμφανίστηκε ο περιορισμός της δραστηριότητας.
Εξάλλου με το Π.Δ. 240/2006 (ΦΕΚ Α 252), που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την οδηγία 2002/14/Ε.Κ., θεσπίστηκε γενικότερα η υποχρέωση του εργοδότη για ενημέρωση και διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων για ζητήματα, όπως και η εκ περιτροπής εργασία. Η ενημέρωση αυτή, η οποία μπορεί να γίνει και με εφάπαξ ανακοίνωση σε εμφανές και προσιτό σημείο της επιχείρησης, θα πρέπει να περιέχει τους λόγους που κατά την εργοδοσία επιβάλλουν την, εκ περιτροπής εργασία, όπως στοιχεία από τα οποία προκύπτει ο σημαντικός περιορισμός της δραστηριότητας, η πιθανή διάρκειά της και το συγκεκριμένο σύστημα κατανομής της απασχόλησης που προτίθεται να εφαρμόσει ο εργοδότης.
Η διαβούλευση στη συγκεκριμένη περίπτωση συνίσταται στην ανταλλαγή απόψεων μεταξύ του εργοδότη και των εκπροσώπων των εργαζομένων ή του συνόλου αυτών σχετικά με τα μέτρα και τις αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν για την αντιμετώπιση των δυσχερειών της επιχείρησης από τη σημαντική μείωση της δραστηριότητας αυτής και ειδικότερα για τη δημιουργία συστήματος κατανομής της εναπομένουσας διαθέσιμης εργασίας στο σύνολο του προσωπικού της επιχείρησης ή του τμήματος αυτής, προκειμένου να διασωθούν έτσι οι θέσεις εργασίας.
Επομένως για την εκ μέρους του εργοδότη μονομερή επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας στους εργαζομένους κάποιας επιχείρησης ή τμήματος αυτής δεν αρκεί απλώς η εκ μέρους των τελευταίων γνώση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η επιχείρηση και μάλιστα λόγω του μικρού μεγέθους αυτής, αλλά απαιτείται η εκ μέρους του εργοδότη κατά τα ανωτέρω ενημέρωση και διαβούλευση των εργαζομένων, πριν την επιβολή του ανωτέρω μέτρου.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η νόμιμη επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας κατά την έννοια του άρθρου 7 ν. 2112/1920, διότι λαμβάνει χώρα κατ' ενάσκηση διαπλαστικού δικαιώματος του εργοδότη απορρέοντος από τον νόμο. Αν αντιθέτως δεν τηρούνται οι ανωτέρω όροι και προϋποθέσεις, δεν υφίσταται σχετικό δικαίωμα του εργοδότη για μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας, δεν επέρχεται δηλαδή αναστολή της πλήρους λειτουργίας της εργασιακής σύμβασης, με τη μείωση του χρόνου απασχόλησης και την αντίστοιχη μείωση της αμοιβής, η δε μονομερής επιβολή της συνιστά (παράνομη) βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, που λαμβάνει χώρα χωρίς τη συμφωνία των εργαζομένων και χωρίς σχετικό δικαίωμα του εργοδότη, η οποία επισύρει τις συνέπειες του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920 και των άρθρων 361, 349, 350, 656 του ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή, ο μισθωτός έχει διαζευκτικώς τις εξής δυνατότητες: α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη (άρθρο 361 ΑΚ), εφ' όσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει τη μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη και να αποχωρήσει, αξιώνοντας συγχρόνως την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης κατά το άρθρο 7 του Ν. 2112/1920 και γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους, πριν από τη μεταβολή, όρους, οπότε η μη αποδοχή τους από τον εργοδότη τον καθιστά υπερήμερο δανειστή και επέρχονται οι συνέπειες που ορίζει το άρθρο 656 ΑΚ [ΑΠ 1137/2023, 570/2021, 470/2018].
Εξ' άλλου, κατά το άρθρο 7 εδ. α' του Ν. 2112/1920 "πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλο θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν οι διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά την έννοια της διατάξεις αυτής, μονομερής μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη που γίνεται κατ' αθέτηση της εργασιακής σύμβασης, ανεξάρτητα αν αυτή είναι επωφελής ή βλαπτική για τον εργαζόμενο.
Για την εφαρμογή όμως της εν λόγω διάταξης απαιτείται η μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ' αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία. Σε περίπτωση που η ανωτέρω μονομερής μεταβολή δεν είναι αντίθετη προς το/νόμο και τους όρους της σύμβασης, και γίνεται κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, ο εργαζόμενος προστατεύεται μόνο από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος.
Ειδικότερα, ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης με βάση το διευθυντικό δικαίωμά του, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης. Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών, αλλά άλλων, άσχετων με αυτούς, επιδιώξεων του εργοδότη, τότε δεν υπάρχει χρήση αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος, τούτο δε διότι η καλή πίστη επιβάλλει στον φορέα του δικαιώματος να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκησή του και κατά το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους.
Αυτό επιβάλλεται ιδίως σε σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας, καθόσον το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη για προσδιορισμό των όρων εκπλήρωσης της παροχής από τον μισθωτό αποτελεί εξουσία αυτού, η άσκηση της οποίας υπόκειται στους περιορισμούς που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, έστω και αν η εξουσία αυτού στηρίζεται στον νόμο ή στη συμφωνία των μερών [ΑΠ 1122/2021].
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στον νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. (ΟλΑΠ 3/2020, 1/2016, 2/2013, 7/2006).
Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 5 αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης (ΑΠ 95/2017, ΑΠ 1/2016).
Δεν αποτελούν "πράγματα" οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ ΑΠ 469/1984, ΑΠ 141/2017) ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 11/2017) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 76/2016).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016, ΑΠ 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1386/2015).
Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός της αναίρεσης και στην περίπτωση κατά την οποία, το δικαστήριο της ουσίας, στα πλαίσια της αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού και προς τον σκοπό του ακριβέστερου προσδιορισμού κατά τσ/χρόνο, τόπο ή άλλων στοιχείων των εκτιθέμενων πραγματικών περιστατικών στην αγωγή, που συγκροτούν την ιστορική και νομική βάση της, διαφοροποιείται ως προς τα στοιχεία αυτά, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι η διαφοροποίηση αυτή δεν επάγεται αλλοίωση ως προς τα ουσιώδη στοιχεία του περιγραφόμενου στην αγωγή βιοτικού συμβάντος, ως γενεσιουργού αιτίας της διαγνωστέας έννομης συνέπειας (ΑΠ 195/2017).
Για να είναι ορισμένος ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν "τα πράγματα", που παρά τον^όμο δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο, παρότι είχαν προταθεί νομίμως από τον αναιρεσείοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν αν τα "πράγματα" είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 59/2020, 1218/2020, 161/2017, 173/2017, 99/2016).
Ακόμη κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως αιτιολογίες νοούνται στη διάταξη αυτή οι ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης, να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 319/2017, 1184/2015).
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ και ιδίως κατά τα εκτιθέμενα στην από 25.11.2012 αγωγή, οι ενάγοντες προσλήφθηκαν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην εναγομένη και παρείχαν τις υπηρεσίες τους σε αυτήν ως Ηλεκτρονικοί Τεχνικού Hardware από το έτος 2007 ο πρώτος και από το έτος 1998 ο δεύτερος, επί πενθήμερο επί οκτώ ώρες ημερησίως.
Ότι τον Μάιο του έτους 2012 η εναγομένη επέβαλε σε αυτούς εκ περιτροπής απασχόληση μόνο μιας ημέρας ανά εβδομάδα, ενώ από τον Ιούνιο έως και τον Αύγουστο του ιδίου έτους 2012 μία ημέρα ανά εβδομάδα επί εξάωρο ημερησίως, παρότι στους λοιπούς εργαζομένους της, επέβαλε απασχόληση πέντε ημερών ανά εβδομάδα επί εξάωρο ημερησίως.
Ότι η ως άνω επιβολή της εκ περιτροπής εργασίας ήταν μη νόμιμη, αφού δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του νόμου αλλά και καταχρηστική αφού η εξάωρη απασχόληση για μία ημέρα ανά εβδομάδα τους επιβλήθηκε για λόγους εμπάθειας και συγκεκριμένα γιατί δεν συμφώνησαν σε πενθήμερη απασχόληση επί εξάωρο ημερησίως, όπως οι λοιποί εργαζόμενοι.
Ως εκ τούτου θεωρούν ότι καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας τους και ζητούν τη νόμιμη αποζημίωση απολύσεως, ως και τα οφειλόμενα επιδόματα εορτών και αδείας του έτους 2012. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθ. 1255/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και επιδίκασε στον καθένα από αυτούς τα ποσά των 6.153,58 και 16.318,41 ευρώ και στη συνέχεια κατόπιν ασκήσεως εφέσεως η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση.
Κατά τις παραδοχές της ανωτέρω απόφασης οι ενάγοντες σε εκτέλεση των εργασιακών συμβάσεων εργάζονταν στην εναγομένη εταιρεία από την πρόσληψή τους επί πέντε [5] ημέρες την εβδομάδα και σαράντα [40] ώρες εβδομαδιαίως συνεχώς έως τον Μάιο του 2012 "οπότε η τελευταία λόγω περιορισμού των δραστηριοτήτων της πρότεινε στους εργαζομένους τη μείωση των ωρών εργασίας τους ως ηπιότερο μέτρο αντί της απόλυσής τους.
Στο πλαίσιο αυτό πραγματοποιήθηκαν διαβουλεύσεις μεταξύ της εργοδοσίας και των εργαζομένων στις 4 Μαίου 2012, στις 23 Μαίου 2012 και την 1π Ιουνίου 2012, κατά τις οποίες οι εργαζόμενοι της επιχείρησης [πλην των συγκεκριμένων δύο εδώ εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων] συμφώνησαν στην εφαρμογή μειωμένου ωραρίου 6 ωρών απασχόλησης ημερησίως και συγκεκριμένα από τις 9.00 μέχρι τις 15.00.
Εν συνεχεία λόγω της αρνήσεως των δύο εδώ εναγόντων να αποδεχθούν το ως άνω μειωμένο ωράριο, η εναγομένη αποφάσισε να θέσει αυτούς μονομερώς σε εκ περιτροπής εργασία, αρχικώς από την 116.2012 μέχρι και 30.6.2012 και ακολούθως για δύο ακόμη μήνες μέχρι και την 30.9.2012, ορίζοντας ότι θα απασχολούνται για μία μόνον ημέρα την εβδομάδα με μειωμένο ωράριο και συγκεκριμένα κάθε Παρασκευή από ώρα 9.00 έως 15.00.
Όπως συγκεκριμένα προκύπτει από τον με αριθ. 7505/1.6.2012 πίνακα προσωπικού και ωρών εργασίας της εναγομένης σε συνδυασμό και με τις με αριθ. 1131/8.6.2012 αποφάσεις μονομερούς επιβολής συστήματος εκ περιτροπής απασχόλησης, τις οποίες η εργοδότρια κοινοποίησε στην Επιθεώρηση Εργασίας ..., οι ενάγοντες ορίσθηκε ότι θα απασχολούνται μόνον κάθε Παρασκευή, δηλαδή επί μία ημέρα την εβδομάδα, επί έξι ώρες ημερησίως και 24 μηνιαίως, ενώ ότι όλοι οι υπόλοιποι εργαζόμενοι θα εργάζονται επί πέντε ημέρες την εβδομάδα, επί έξι ώρες ημερησίως, από Δευτέρα έως Παρασκευή, ήτοι επί 30 ώρες εβδομαδιαίως και 120 μηνιαίως.
Ακολούθως, οι ενάγοντες, με την από 20.6.2012 εξώδικη δήλωσή τους, που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 21.6.2012, δήλωσαν σ'αυτήν ότι θεωρούν την από 1.6.2012 μείωση των ωρών εβδομαδιαίας εργασίας τους ως μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων των εργασιακών τους συμβάσεων που ισοδυναμεί με καταγγελία της συμβάσεως εργασίας καθενός από αυτούς, ζήτησαν δε να τους καταβάλει την οφειλόμενη αποζημίωση απολύσεως...
Από τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει αναμφίβολα κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ότι η εναγομένη επικαλούμενη το άρθρο 3 εδ. δ του ν. 3846/2010 [όπως αντικ. με το άρθρο 17 παρ.1 του ν. 3899/2010] προχώρησε στην επιβολή συστήματος εκ περιτροπής απασχόλησης μόνο των εναγόντων χωρίς να τηρήσει τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις του νόμου.
Συγκεκριμένα, προέβη στην μονομερή επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας αποκλειστικά και μόνον για τους δύο ανωτέρω εργαζομένους [ενάγοντες] το οποίο προέβλεπε την απασχόλησή τους επί μία μόνον ημέρα την εβδομάδα [κάθε Παρασκευή] και μάλιστα με μειωμένο [όχι πλήρες] ωράριο εργασίας από ώρα 9.00 έως 15.00, παραβιάζοντας έτσι προεχόντως τον πρώτιστο περιορισμό που θέτει ο νόμος για την επιτρεπτή εναλλαγή ενοτήτων εργασίας και μη εργασίας, που είναι η παροχή της ημερήσιας εργασίας κατά πλήρες ωράριο...
Σε κάθε δε περίπτωση και ανεξαρτήτως της ακυρότητας ή μη της επιβολής συστήματος εκ περιτροπής εργασίας [λόγω της διπλής μείωσης τόσο του ημερήσιου όσο και του εβδομαδιαίου ωραρίου εργασίας που περιελάμβανε] εν προκειμένω η επιβληθείσα μορφή εκ περιτροπής εργασίας σε δύο μόνον μεμονωμένους εργαζομένους της επιχείρησης, με την απασχόληση αυτών επί μία μόνον ημέρα την εβδομάδα για 6 ώρες ημερησίως και συνολικά 24 ώρες μηνιαίως, σε αντίθεση με τους έτερους δώδεκα εργαζομένους οι οποίοι απασχολούνταν επί πέντε ημέρες την εβδομάδα και για έξι ώρες ημερησίως ήτοι επί 30 ώρες εβδομαδιαίως [120 μηνιαίως], περιήγαγε τους ενάγοντες εφεσίβλητους σε κατάσταση ουσιαστικής απραξίας που αφενός μεν συνιστά υποβάθμιση και ηθική μείωση αυτών, ενώ και από την άποψη των χρηματικών απολαβών το ποσό το οποίο ορίσθηκε να λαμβάνουν [195.28 ευρώ ο πρώτος και 242.95 ευρώ ο δεύτερος] δεν επαρκούσε για την κάλυψη ούτε των στοιχειωδών αναγκών διαβίωσης των ίδιων και των οικογενειών τους.
Επομένως, υπό τις παραπάνω συνθήκες η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης εργοδότριας να επιβάλει μονομερώς το συγκεκριμένο σύστημα της εκ περιτροπής απασχόλησης υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, διότι η σχετική εργοδοτική απόφαση αποδεικνύεται ότι ελήφθη όχι με γνώμονα την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας των εν λόγω δύο εργαζομένων και την προσφορώτερη οργάνωση της επιχείρησης αλλά προκειμένου να αποφύγει η εργοδότρια την καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης στους ενάγοντες η οποία λόγω των περίπου 5 ετών μέχρι τότε απασχόλησης του πρώτου και 14 ετών απασχόλησης του δεύτερου θα ήταν υψηλή.
Συνεπώς, επήλθε βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου των εναγόντων, εφόσον η εργοδότριά τους μετέβαλε μονομερώς τους όρους της συμβάσεώς τους κατά κατάχρηση του δικαιώματος της, την οποία ρητά απέκρουσαν οι ενάγοντες διαμαρτυρόμενοι όχι μόνον προφορικά αλλά και εγγράφως [με την από 20.6.2012 εξώδικη δήλωσή τους, με την προσφυγή στην επιθεώρηση εργασίας αλλά και με την κατάθεση της κρινόμενης αγωγής τους], το γεγονός δε ότι μετέβησαν στις εγκαταστάσεις της εργοδότριας μετά την 1.6.2012 μία μόνο φορά ο Γ. Χ. και δύο φορές ο Χ. Θ.... ουδόλως αποδεικνύεται ρητή ή σιωπηρή εκ μέρους των αποδοχή των νέων μονομερώς και καταχρηστικώς επιβληθέντων σε βάρος τους όρων εργασίας, όπως αβασίμως υποστηρίζει η εκκαλούσα... ".
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι εφόσον η κυρία βάση της αγωγής των αναιρεσιβλήτων βασίζονταν στη μη τήρηση των προϋποθέσεων της εκ περιτροπής απασχόλησης και την παράνομη επιβολή της, εσφαλμένα το Μονομελές Πρωτοδικείο εξέτασε τη βάση της αγωγής των αναιρεσιβλήτων περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της εργοδότριάς των δια της μονομερούς δυσμενούς μεταβολής των όρων εργασίας για λόγους εκδίκησης, γιατί η εξέταση της δεύτερης σωρευομένης βάσης της αγωγής προϋποθέτει την απόρριψη της πρώτης βάσης.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού δεν υπάγεται σε ουδεμία εκ των περιπτώσεων των λόγων αναίρεσης του άρθρου 560 αριθ. 1, 5 και 6 που επικαλείται η αναιρεσείουσα, οι οποίοι αναφέρονται στις αποφάσεις των πρωτοδικείων που εκδίδονται κατόπιν εφέσεως κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων. Εξ άλλου, επί συρροής αξιώσεων, κάθε μία εξ αυτών, μπορεί να ασκηθεί ανεξάρτητα από την άλλη με μόνη διαφορά ότι η ικανοποίηση της μιάς επιφέρει την απόσβεση της άλλης [ΑΠ 266/2020].
Απαράδεκτα είναι ακόμη όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα επί της ουσίας της υπόθεσης δηλαδή ότι οι ενάγοντες αποδέχθηκαν με δηλώσεις και ομολογίες τους την εκ περιτροπής εργασία που τους επιβλήθηκε και εσφαλμένα το Δικαστήριο κατέληξε σε αντίθετο πόρισμα, αφού σχετίζεται με την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Επί πλέον, ούτε αντιφατικές αιτιολογίες περιέχει η προσβαλλομένη απόφαση δεχόμενη ότι η αναιρεσείουσα προέβη αφενός στη μονομερή επιβολή συστήματος εκ περιτροπής απασχόλησης μόνον των δύο εναγόντων χωρίς να τηρήσει τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις με απασχόληση μόνο μία ημέρα την εβδομάδα [κάθε Παρασκευή] και με μειωμένο ωράριο έξι [6] ωρών, παραβιάζοντας τους περιορισμούς του νόμου με διπλή μείωση τόσο του ημερήσιου όσο και του εβδομαδιαίου ωραρίου [άρθρ. 38 Ν. 1892/1990, 2 παρ.3 Ν. 3846/2010, 17 παρ. 3 Ν. 3899/2010], αφετέρου ότι σε κάθε περίπτωση ακόμα και αν ήταν έγκυρη η επιβολή, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, [δηλαδή με πλήρες ημερήσιο ωράριο] το γεγονός ότι σε αντίθεση με τους άλλους δώδεκα εργαζόμενους , οι οποίοι απασχολούνταν πέντε ημέρες την εβδομάδα και για έξι ώρες ημερησίως, οι ενάγοντες απασχολούντο μόνο μία ημέρα την εβδομάδα [κάθε Παρασκευή] επί 6ωρο αποδεικνύει την εσκεμμένη υποβάθμιση, τη μείωση και την ουσιαστική απραξία τους.
Συνεπώς, η δυσμενής μεταβολή των όρων εργασίας τους εκ μέρους της εργοδότριας υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, γιατί ελήφθη όχι με σκοπό την αξιοποίηση της εργασίας τους στην προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης αλλά ουσιαστικά με σκοπό την καταγγελία των συμβάσεών τους, εξ αιτίας της μη αποδοχής εκ μέρους των του μειωμένου ωραρίου των 6 ωρών ημερησίως επί 5 ημέρες την εβδομάδα [που αποδέχθηκαν οι άλλοι εργαζόμενοι]. Δεν προέβη δε στην καταγγελία των συμβάσεών τους για οικονομικούς λόγους ήτοι την αποφυγή καταβολής αποζημιώσεων απολύσεως [αρθρ. 7 εδ. α' ν. 2112/1920. Οι ως άνω παραδοχές δεν αντιφάσκουν, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, αφού η προσβαλλομένη απόφαση δέχεται ότι συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις της μη νόμιμης επιβολής εκ περιτροπής εργασίας στους αναιρεσιβλήτους, που καθιστά την επιβολή αυτής καταχρηστική αλλά και υπέρβαση του άρθρου 281 ΑΚ ως προς τη δυσμενή μεταβολή των όρων εργασίας τους, για λόγους εμπάθειας της αναιρεσείουσας.
Με τον δεύτερο λόγο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλομένη απόφαση υπέπεσε σε πλημμέλειες εκ των αριθ. 1, 5 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, γιατί δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη ότι οι ενάγοντες αποδέχθηκαν την εκ περιτροπής εργασία και ότι ελάμβαναν αποδοχές δώρου εβδομαδιαίως και όχι εξαώρου δηλαδή αμοιβή ημερομισθίου.
Συνεπώς, η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου που έκρινε τα αντίθετα πρέπει να αναιρεθεί. Τα υποστηριζόμενα είναι απαράδεκτα, αφού ήδη με την ως άνω απόφαση κρίθηκε ότι δεν αποδείχθηκε αποδοχή της επιβληθείσας μειωμένης απασχόλησης εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων και η επιβολή της εκ περιτροπής εργασίας ήταν μη νόμιμη αλλά και καταχρηστική γιατί επιβλήθηκε για λόγους εμπάθειας στο πρόσωπο τους.
Επί πλέον οι ως άνω ισχυρισμοί δεν θεμελιώνουν πλημμέλειες εκ των ως άνω διατάξεων του άρθρου 560, αφού σχετίζονται με την ουσία της υπόθεσης και δεν αναιρούν το γεγονός της μη νόμιμης επιβολής της εκ περιτροπής απασχόλησης. Περαιτέρω, όλα όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο περί εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου στον υπολογισμό των μηνιαίων αποδοχών των αναιρεσιβλήτων είναι απαράδεκτα, αφού κατά τις παραδοχές του Μονομελούς Πρωτοδικείου "...βάσει της προϋπηρεσίας και των μηνιαίων τακτικών αποδοχών του καθενός εξ αυτών ελάμβαναν κατά τον χρόνο της καταγγελίας ..." ο πρώτος ενάγων το ποσό των 1.220,50 ευρώ και ο δεύτερος ενάγων το ποσό των 1.518,43, αλλά επικαλείται έγγραφα με πίνακες προσωπικού, που επισυνάπτει στην ένδικη αίτηση επικαλούμενη ότι η προσβαλλομένη δεν έλαβε υπόψη ότι με βάση τα έγγραφα αυτά οι αποδοχές τους ήταν χαμηλότερες, καθόσον ο λόγος αναίρεσης εκ του αριθ. 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ περί μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, δεν μπορεί να προταθεί κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων.
Ο τέταρτος λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο εσφαλμένα έκρινε αβάσιμο τον ισχυρισμό της ιδίας περί επιβεβλημένης της επιβολής του μειωμένου ημερήσιου ωραρίου για τεχνικούς λόγους και περί καταβολής αμοιβής οκταώρου εκ μέρους της δεχόμενη ότι δεν αποδείχθηκε αδυναμία λειτουργίας της επιχείρησης με πλήρες ωράριο και ότι η εκ των υστέρων πληρωμή αποδοχών προς τους εργαζομένους δεν θα μπορούσε να άρει και μάλιστα αναδρομικά τη ρητή κατά το νόμο ακυρότητα επιβολής εκ περιτροπής εργασίας με μειωμένο ημερήσιο ωράριο", σχετίζεται και αυτός με την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι απορριπτέος.
Με τον πέμπτο λόγο επικαλούμενη πλημμέλεια εκ του αριθ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα επαναλαμβάνει τα περί σιωπηρής αποδοχής της εκ περιτροπής εργασίας εκ μέρους των εναγόντων και περί καταβολής αποδοχών οκταώρου, τα οποία όπως προαναφέρθηκε σχετίζονται με την ουσία της υπόθεσης και απορρίφθησαν από την προσβαλλομένη.
Με τον έκτο λόγο υπό την ιδίαν ως άνω πλημμέλεια [άρθρ. 560 αριθ. 5] υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη το σύνολο των ενόρκω βεβαιώσεων που προσκόμισε και επί πλέον παραμόρφωσε το περιεχόμενο τους δεχόμενη όλα όσα αναφέρθηκαν εις βάρος τους.
Τέλος με τον έβδομο λόγο επικαλούμενη την ιδία πλημμέλεια υποστηρίζει, εκ νέου, ότι από τις ομολογίες των διαδίκων, τις ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν αποδεικνύεται ότι οι αναιρεσίβλητοι συμφώνησαν στην επιβολή του συστήματος εκ περιτροπής εργασίας και την απασχόλησή τους μια ημέρα ανά εβδομάδα.
Όλοι οι ως άνω ισχυρισμοί είναι απαράδεκτοι, μη νόμιμοι και απορριπτέοι, αφού δεν στοιχειοθετούν ουδεμία από τις πλημμέλειες που επικαλείται, του αρθ. 560§5 ΚΠολΔ αλλά αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και οι συναφείς πρόσθετοι λόγοι στο σύνολο τους και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, στην αναιρεσείουσα κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών [άρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ], ως ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31.12.2021 αίτηση αναιρέσεως και τους από 12.8.2022 πρόσθετους λόγους.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει το ποσό των χιλίων οκτακοσίων [1800] ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ