Supreme Court allows appeal against labor court judgment for failure to properly assess evidence regarding a counterclaim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the first appeal ground against a labor court judgment for failing to properly assess evidence regarding a counterclaim. The appellants argued that the lower court incorrectly dismissed their claim for damages without sufficient reasoning, while the appellees contended the dismissal was legally sound. The court ruled that the appellate court's finding of an arbitrary inadmissibility constituted a procedural error requiring remittal for re-evaluation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561, 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must accept an appeal ground alleging arbitrary inadmissibility if the lower court's assessment of evidence was flawed, necessitating remittal for a new trial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 535 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 535/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2)Π. Σ., κατοίκου ... Αμφότεροι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Μαντά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. (A.) Κ. (K.) του Ν. (D.), κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...". Ο πρώτος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σπανό, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Λαδά και Κλεάνθη Ρούσσου, οι oποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-10-2016 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, την από 19-1-2016 αγωγή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών" της ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, την από 27-10-2016 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσείουσας, την από 5-1-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 5-1-2017 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή προσώπου που δεν διάδικος στη δίκη αυτή, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1653/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 4475/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσειόντων με την από 1-2-2022 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την από 1.2.2022 και με αριθ. κατάθ. 777/72/2.2.2022 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ` αριθ. 4475/2.11.2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που αποφάνθηκε επί των εξής εφέσεων: 1) από 23.11.2017 και με αριθμό κατ. 600875/506628/27.11.2017 έφεσης των εναγομένων α) ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και β) Π.
Σ. κατά των ι) Α. Κ., ιι) της παρεμπιπτόντως εναγομένης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "..." και ιιι) Α. Π., 2) από 25.11.2017 και με αριθμό κατ. 602867/506777/1.12.2017 έφεσης του εναγομένου Ε. Σ. κατά του ενάγοντος Α. Κ. και 3) από 4.12.2017 και με αριθμό κατ. 604141/506880/5.12.2017 έφεσης του ενάγοντος Α. Κ. κατά των εναγομένων ι) Π.
Σ., ιι) της εταιρίας με την επωνυμία "..." και ιιι) Ε. Σ.. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου α) έγιναν τυπικά δεκτές και οι τρεις εφέσεις, β) απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 23.11.2017 και με αριθμό κατ. 600875/506628/27.11.2017 έφεση, γ) απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 25.11.2017 και με αριθμό κατ. 602867/506777/1.12.2017 έφεση, δ) έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 4.12.2017 και με αριθμό κατ. 604141/506880/5.12.2017 έφεση, ε) εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση κατά το κεφάλαιό της που αφορά στην τοκοφορία του επιδικασθέντος συνολικά ποσού των 80.780 ευρώ και στ) ορίσθηκε ότι οφείλεται στον ενάγοντα ο νόμιμος τόκος υπερημερίας επί του παραπάνω ποσού από την επίδοση της από 12.3.2012 και με αριθμό κατ. 52546/2012 αγωγής.
Με την εκκαλουμένη με αριθμό 1653/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είχε γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση των εναγομένων (μεταξύ των οποίων και οι αναιρεσείοντες) να καταβάλουν, εις ολόκληρο ο καθένας, στον ενάγοντα 60.780 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι (μεταξύ των οποίων και οι αναιρεσείοντες) να καταβάλουν, εις ολόκληρο ο καθένας, στον ενάγοντα, 20.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον αυτή κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 2.2.2022, ενώ δεν προκύπτει επίδοση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, που δημοσιεύθηκε στις 2.11.2021 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
2. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ` όψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθ` ενός από αυτά, κατ` αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσεώς του.
Το δικαστήριο της ουσίας δεν αποκλείεται να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ` του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, εφ` όσον μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ ΑΠ 14/2005 και 2/2008, ΑΠ 895/2011).
Ειδικώς, όσον αφορά αμετάκλητη αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αφορώσα τους διαδίκους του πολιτικού, αυτή δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή του αθωωθέντος από την αστική ευθύνη, ακόμη και αν ταυτίζονται τα πραγματικά περιστατικά της αστικής δίκης με αυτά της προηγηθείσας ποινικής τοιαύτης, το πολιτικό δικαστήριο, όμως, έχει υποχρέωση, να συνεκτιμήσει την αμετάκλητη αθωωτική απόφαση, λόγω της σοβαρότητας του αποδεικτικού αυτού στοιχείου και να την αξιολογήσει, ως ισχυρό τεκμήριο, χωρίς να διαλαμβάνει κρίσεις που να σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα ή να προβαίνει σε οποιαδήποτε ερμηνεία ως προς τους λόγους απαλλαγής του κατηγορουμένου, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβητήσεως της ορθότητας της απαλλακτικής απόφασης (Ολ.Α.Π. 4/2020, ΑΠ 7/2022, ΑΠ 408/2021, ΑΠ 964/2020, Α.Π. 68/2020, Α.Π. 365/2019, Α.Π. 125/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων προσελήφθη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως εργάτης καλουπώματος, από τον τρίτο εναγόμενο, όταν ο τελευταίος ανέλαβε, ως υπεργολάβος, την κατασκευή του οπλισμένου σκυροδέματος οικοδομής σε οικόπεδο που ανήκε κατά ποσοστό 50% στον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος είχε αναθέσει στη δεύτερη εναγόμενη, ως εργολήπτρια εταιρία, την εκτέλεση όλων των απαιτούμενων εργασιών για την ανέγερση της εν λόγω, επταώροφης με δύο υπόγεια οικοδομής.
Στις 27/1/2011 και περί ώρα 11.00, ενώ ο ενάγων εκτελούσε εργασίες καλουπώματος στην ταράτσα της ως άνω οικοδομής και συγκεκριμένα καλούπωνε την απόληξη του κλιμακοστασίου και του φρεατίου του ανελκυστήρα αυτής, το μαδέρι που πατούσε - το οποίο ήταν παλαιό, έφερε μία ρωγμή κατά μήκος και είχε στερεωθεί πρόχειρα, σε απόσταση από το διπλανό μαδέρι, με αποτέλεσμα να μην καλύπτεται η διατομή του φρεατίου -, χρησιμοποιώντας το ως (αυτοσχέδιο) δάπεδο εργασίας, έσπασε, με συνέπεια αυτός να βρεθεί στο κενό, να πέσει από τον έβδομο όροφο στο δεύτερο υπόγειο της οικοδομής, πάνω σε μια σανιδένια ράμπα και να τραυματιστεί πολύ σοβαρά.
Ειδικότερα, ο ενάγων υπέστη βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, πολλαπλά κατάγματα πλευρών δεξιού ημιθωρακίου και θλάσεις πνευμόνων νοσηλεύτηκε, δε, αρχικά, στο Γενικό Νοσοκομείο Νίκαιας, στη μονάδα εντατικής θεραπείας και κατόπιν στο Ιατρικό Κέντρο Παλαιού Φαλήρου, όπου του εφαρμόστηκε σωλήνας κλειστής θωρακικής παροχέτευσης, σύστοιχα του αιμοπνευμονοθώρακα που είχε υποστεί από το ατύχημα (στη δεξιά πλευρά) και μηχανική υποστήριξη της αναπνοής του.
Εν συνεχεία, μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Άγιος Σάββας, στο οποίο νοσηλεύτηκε στη μονάδα εντατικής θεραπείας, όπου οι γιατροί επιμελήθηκαν των βλαβών του στο κεφάλι, τον θώρακα και τους πνεύμονες, μέχρι τις 16/2/2011, οπότε μεταφέρθηκε, ξανά, στο Γενικό Νοσοκομείο Νίκαιας και πάλι στη μονάδα εντατικής θεραπείας, όπου συνεχίστηκε η θεραπεία της κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης και των πολλαπλών, θλάσεων των πνευμόνων, ενώ στις 15/3/2011 εισήλθε σε ειδικό κέντρο αποκατάστασης.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το από 25/4/2014 πόρισμα της Αρμόδιας Επιτροπής του Υποκαταστήματος του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ της Τοπικής Μονάδας Υγείας Περιστερίου, ο ενάγων, εξαιτίας της κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης που υπέστη από την πτώση του, παρουσίασε υπολειμματικά στοιχεία δεξιού ημισώματος, καθώς και βραδυψυχισμό, με συνέπεια την αναπηρία του κατά ποσοστό 80%, ως εκ του ατυχήματος της 27/1/2011, η κατάσταση, δε, της υγείας του προκύπτει και από άλλες γνωματεύσεις από Δημόσια Νοσοκομεία, που αυτός προσκομίζει και επικαλείται, στις οποίες αναφέρεται η κρανιοεγκεφαλική κάκωσή του ως αιτία για την υπολειμματική νευρολογική συνδρομή με ημιπάρεση, τη δυσχέρεια ορθοστασίας και βάδισης και τις ψυχοδιανοητικές διαταραχές, εκ των οποίων πάσχει, καθώς και για την ανικανότητά του προς εργασία.
Ακολούθως, προέκυψε ότι το ως ανωτέρω εργατικό ατύχημα θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί εάν για τις εργασίες καλουπώματος της απόληξης του φρεατίου του ανελκυστήρα υπήρχε ασφαλές δάπεδο εργασίας. Συγκεκριμένα, τα μαδέρια που συνιστούσαν το δάπεδο εργασίας έπρεπε να μην είναι παλαιά και να μη φέρουν ρωγμές, επίσης, να τοποθετούνται κατά πλάτος σε επαφή (χωρίς κενά) και με τρόπο ώστε να καλύπτεται όλο το άνοιγμα ανάμεσα στα στηρίγματα, προσέτι να προσηλώνονται μεταξύ τους κατάλληλα προς αποφυγή ολίσθησης και να συνδέονται από την κάτω πλευρά τους και κάθετα προς τον τοίχο με ζεύγματα (κλάπες), ώστε να είναι αδύνατη η ανομοιόμορφη κάμψη τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 1 του Π.Δ. 778/1980, σε συνδυασμό με το άρθρο 34 παρ. 3 του Π.Δ. 1073/1981, η παράλειψη, δε, τήρησης των προδιαληφθεισών νομοθετικών διατάξεων συνιστά βαρύτατη αμέλεια, καθότι συναρτάται προς την υποχρέωση εξασφάλισης της υγείας και της σωματικής ακεραιότητας των εργαζομένων από τον εργοδότη, με τη λήψη κάθε αναγκαίου μέτρου (άρθρα 7 Π.Δ. 17/1996, 32 Ν. 1568/1985), υπαίτιος, δε, στην προκειμένη περίπτωση, τυγχάνει ο τρίτος εναγόμενος, υπεργολάβος, επικεφαλής του συνεργείου και εργοδότης του ενάγοντας και τούτο ανεξαρτήτως της απουσίας του (δικαιολογημένης ή όχι) από το εργοτάξιο την ημέρα του ατυχήματος, αφού ουδέποτε τηρούνταν τα ως άνω μέτρα ασφαλείας, με ευθύνη του τρίτου εναγομένου, ο οποίος δεν είχε υποδείξει στους εργάτες τον ως ανωτέρω, ασφαλή τρόπο εργασίας, εάν και όφειλε, κατά το νόμο (άρθρο 111 § 3 ΠΔ 1073/1981), να το πράξει, ο δε ενάγων είχε δουλέψει σε όλα τα επίπεδα της οικοδομής πάνω σε ένα μαδέρι και όχι σε ασφαλές δάπεδο εργασίας, δεν προκύπτει, άλλωστε, τυχόν δικό του πταίσμα, ο ισχυρισμός, δε, πως ευθύνεται ο ίδιος για την πτώση του, επειδή πήδηξε πάνω στο μαδέρι, με αποτέλεσμα να το σπάσει, κρίνεται αβάσιμος, αφενός, διότι ο ενάγων ήταν αρκετά έμπειρος ώστε να αποφύγει μια τόσο επικίνδυνη ενέργεια και, αφετέρου, γιατί ουδείς λόγος υπήρχε να πηδήξει στο μαδέρι, αφού αυτό απείχε, μόλις, σαράντα εκατοστά από το επίπεδο της ταράτσας, ενώ δεν αποδεικνύεται ότι είχαν δοθεί ατομικά μέσα προστασίας στους εργαζομένους, όπως κράνη ή ιμάντες και άρα δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι υπήρχε υπαιτιότητα του ενάγοντος επειδή δεν φορούσε κράνος.
Περαιτέρω, αναφορικά με την ευθύνη των άλλων εναγόμενων, επισημαίνεται πως η μεν δεύτερη εναγομένη, εργολήπτρια εταιρία, η οποία είχε αναθέσει την εκτέλεση τμήματος του επίδικου έργου - και συγκεκριμένα την κατασκευή του οπλισμένου σκυροδέματος της ανεγειρόμενης οικοδομής - στον τρίτο εναγόμενο, ως υπεργολάβο, είναι συνυπεύθυνη με αυτόν σε ό,τι αφορά στη μη τήρηση, εν προκειμένω των μέτρων ασφαλείας, κατά τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του νόμου 1396/1983, η υπ' όψιν, δε, ανάθεση δεν απάλλαξε τη δεύτερη εναγόμενη από την υποχρέωσή της κατ' αρθρ. 111 παρ. 3 Π.Δ. 1073/1981 να καθοδηγεί διαρκώς τους εργαζόμενους δια των νομίμων εκπροσώπων της, για τα μέτρα ασφαλείας που απαιτούνταν σε κάθε φάση εργασίας, όπερ, όμως, ουδαμώς έπραξε, υφιστάμενης άραγε - και γι' αυτόν τον λόγο - υπαιτιότητάς της για το εργατικό ατύχημα τού ενάγοντος, εν σχέσει, δε, με τον πρώτο εναγόμενο, κύριο του έργου, σημειώνεται ότι και αυτός ευθύνεται, ως προστήσας, για την ως άνω παράνομη παράλειψη της δεύτερης εναγόμενης εταιρίας - και τούτο ανεξάρτητα από την ύπαρξη τυχόν και δικού του πταίσματος, καθόσον, ως πολιτικός μηχανικός, είχε επιφυλάξει για τον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη του έργου.
Τέλος, ο ενάγων, λόγω του πόνου, της στεναχώριας και της ταλαιπωρίας που του προξένησε ο τραυματισμός του, υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι δικαιούται, ως χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 90.000 ευρώ, του επιδίκασε, δε, τελικά, το ποσό των 80.780 ευρώ, αφού αφαίρεσε το ποσό των 9.220 ευρώ, που του είχε καταβάλει η δεύτερη εναγόμενη από αυτήν την αιτία - ορθά, δεν αφαίρεσε το καταβληθέν ποσό των 9.212,23 ευρώ, εφόσον αφορούσε σε άλλη αιτία (έξοδα νοσηλείας) -, το ποσό, δε, των 90.000 ευρώ κρίνεται εύλογο και από το παρόν Δικαστήριο - παρότι έγινε δεκτό πως δεν υπήρξε πταίσμα από πλευράς ενάγοντος, σε αντίθεση με το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δέχθηκε ότι βαρύνει υπαιτιότητα και αυτόν, κατά ποσοστό 20%, σημειωτέον, δε, ότι το Δικαστήριο τούτο θα επιδίκαζε μικρότερο ποσό από την εν λόγω αιτία εάν είχε δεχτεί και πταίσμα του παθόντος, κατέληξε, δε, στο ίδιο συμπέρασμα με το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ως προς το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης, κατόπιν διαφορετικών, εν σχέσει με την υπαιτιότητα, παραδοχών -, λαμβάνοντας υπόψη τις εν γένει συνθήκες του ατυχήματος, το είδος του τραυματισμού του ενάγοντος, την εντεύθεν αναπηρία και την επιγενόμενη ανικανότητά του προς εργασία, την ηλικία και την οικογενειακή του κατάσταση, κατά το χρόνο του ατυχήματος (ήταν 47 ετών, έγγαμος με δύο ανήλικα τέκνα 14 και 15 ετών), καθώς και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μερών, το ως άνω, δε, ποσό πρέπει να λάβει ο ενάγων με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της από 12/3/2012 (αρ,κατ, 52540/2012) όμοιας αγωγής του στους εναγομένους, που είχε απορριφθεί για τυπικούς λόγους (άρθρο 340 ΑΚ).
Κατ' ακολουθίαν όλων των προεκτεθέντων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την από 18/10/2016 (αρ. κατ. 09752/2016) αγωγή του εκκαλούντος της από 4/12/2017 έφεσης, ως νόμω και ουσία βάσιμη και υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 20.000 ευρώ, αναγνώρισε, δε, ότι του οφείλουν το ποσό των 60.780 ευρώ, εις ολόκληρον έκαστος - προσέτι, απέρριψε τις συνεκδικασθείσες προσεπικλήσεις / παρεμπίπτουσες αγωγές (και την αγωγή του ΙΚΑ) -, έσφαλε, μόνο, ως προς το χρονικό σημείο από το οποίο και εξής οφείλονται τόκοι επί του παραπάνω συνολικού ποσού των 80,780 ευρώ, ορίζοντας, ως χρονικό σημείο έναρξης της τοκοφορίας, την επίδοση της υπό κρίση αγωγής, αντί της επιδόσεως της από 12/3/2012 (αρ.
κατ. 52546/2012) όμοιας αγωγής του ενάγοντας κατά των εναγόμενων, που είναι το σωστό, δεκτού γενομένου ως βάσιμου του σχετικού λόγου της έφεσης του ενάγοντος, κατά τα λοιπά, δε, σε ορθό αποτέλεσμα οδηγήθηκε, έστω και με διαφορετική αιτιολογία και άρα οι λόγοι - πλην του ως άνω λόγου - όλων των εφέσεων, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο από τους εκκαλούντες, τυγχάνουν αβάσιμοι κι απορριπτέοι κατά τα προδιαληφθέντα - ειδικώς, δε, οι λόγοι της από 23/11/2017 (αρ.
κατ. 9495/ 2017) έφεσης που αφορούν στην απόρριψη των προσεπικλήσεων των εκκαλούντων με αιτήματα αποζημίωσης κατά της ασφαλιστικής εταιρίας "..." και κατά του Α. Π., ως επιβλέποντος το έργο μηχανικού, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας, καθώς αναφέρεται μόνο ότι "όχι ορθά" απορρίφθηκαν οι προσεπικλήσεις, δίχως να αποδίδεται συγκεκριμένο σφάλμα στην εκκαλούμενη απόφαση - και συνεπώς πρέπει, αφού αντικατασταθεί η αιτιολογία της εκκαλουμένης αποφάσεως, ως ανωτέρω, να απορριφθούν οι από 23/11/2017 (αρ.
κατ. 9495/2017) και από 25/11/2017 (αρ. κατ. 9497/2017) εφέσεις κατ' ουσίαν (άρθρο 534 ΚΠολΔ), να επιβληθεί, δε, κατ' άρθρο 183 ΚΠολΔ, η δικαστική δαπάνη των εφεσίβλητων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας στους εκκαλούντες, κατά το διατακτικό, η δε από 4/12/2017 (αρ. κατ. 9494/2017) έφεση του ενάγοντος να γίνει δεκτή και κατ' ουσίαν και, εν συνεχεία, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, κατά το υπ' όψιν κεφάλαιό της, που αφορά στην έναρξη της τοκοφορίας του ως άνω επιδικασθέντος ποσού, να οριστεί, δε, κατόπιν, ότι οφείλεται στον ενάγοντα ο νόμιμος τόκος υπερημερίας από την επίδοση της από 12/3/2012 (αρ.
κατ. 52546/2012) όμοιας αγωγής του στους εναγόμενους". 3. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος αυτού, οι αναιρεσείοντες επικαλούμενοι έλλειψη ευθύνης στην επέλευση του ατυχήματος, αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπ` όψη του, άλλως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπ` όψη του, μεταξύ άλλων εγγράφων, και την επικληθείσα νομίμως και προσκομισθείσα από αυτούς υπ` αριθ. 18485, 24185/1.3.2017 απόφαση του Γ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκαν αθώοι, ο δεύτερος αναιρεσείων Π.
Σ., ομόρρυθμος εταίρος και διαχειριστής της ήδη πρώτης αναιρεσείουσας εταιρίας με την επωνυμία "..." και ο (αρχιτέκτονας - μηχανικός) Α. Π. (μη διάδικος στην αναιρετική δίκη), της αποδιδόμενης σε αυτούς πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεους σε ιδιαίτερη επιμέλεια, σε βάρος του πρώτου αναιρεσίβλητου.
Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, στο συμπέρασμά του περί της αποκλειστικής υπαιτιότητας των εναγομένων στην επέλευση του ως άνω εργατικού ατυχήματος κατέληξε σύμφωνα με τη διαλαμβανόμενη στην απόφασή του βεβαίωση, αφού έλαβε υπ` όψη "όλα ανεξαιρέτως, τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται".
Από τη γενική όμως αυτή βεβαίωση του Εφετείου, σε συνδυασμό με τις λοιπές αιτιολογίες της απόφασης, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ` όψη και την προαναφερθείσα υπ` αριθ. 18458, 24185/1.3.2017 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, εφόσον δεν προβαίνει σε καμιά αναφορά ή σχολιασμό αυτής, όπως προέβη για άλλα αποδεικτικά μέσα, παρά την ιδιαίτερη αποδεικτική της σπουδαιότητα, για την απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού, περί της ευθύνης των εναγομένων στην επέλευση του ως άνω εργατικού ατυχήματος και της συνακόλουθης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς αυτών.
Παρά το γεγονός ότι το Εφετείο, δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενο και συμπέρασμα της ποινικής απόφασης και μπορούσε να καταλήξει (όπως και κατέληξε) σε αντίθετο με την τελευταία πόρισμα, εν όψει της σοβαρότητας του εν λόγω αποδεικτικού στοιχείου, έπρεπε να το αντικρούσει. Την ως άνω ποινική απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 23.11.2017 και με αριθμό κατ. 600875/506628/27.11.2017 έφεσης των ήδη αναιρεσειόντων (βλ.
τέλος της σελ. 2 και σελίδα 3 της έφεσης), καθώς και των από 1.3.2019 προτάσεων ενώπιον του Εφετείου των ήδη αναιρεσειόντων (βλ. σελίδα 20 των προτάσεων), είχαν επικαλεσθεί αυτοί και προσκομίσει νόμιμα και παραδεκτά, κατά τη διάταξη του άρθρου 529 του ΚΠολΔ για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καθ` όσον αυτή εκδόθηκε, όπως εξ αυτής προκύπτει, την 1.3.2017, δηλαδή μετά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (31.1.2017).
Επομένως, σύμφωνα και προς τα εκτεθέντα στη μείζονα πρόταση, ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ` του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, ως προς το τρίτο του σκέλος, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. 4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 520 παρ. 1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει τα κατά τα άρθρα 118 - 120 στοιχεία και τους λόγους της έφεσης, ήτοι τις πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες συνίστανται σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου ή σε ορισμένες περιπτώσεις και του ίδιου του εκκαλούντος.
Οι λόγοι της έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να μπορεί να οριοθετηθεί η εξουσία του εφετείου, ενόψει, μάλιστα, της διάταξης του άρθρου 522 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση (και τους τυχόν πρόσθετους λόγους αυτής) και να είναι σε θέση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να κρίνει για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, αλλά και να μπορεί ο εφεσίβλητος να αμυνθεί, αποκρούοντας και ανασκευάζοντας αυτούς.
Οι αόριστοι λόγοι έφεσης εξομοιώνονται με ανύπαρκτους και απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (ΑΠ 1130/2015, ΑΠ 1709/2013, ΑΠ 297/2013, ΑΠ 864/2010). Ειδικότερα, όταν αποδίδεται στην εκκαλουμένη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της έφεσης ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και τα περιστατικά που κατά τον εκκαλούντα στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια (ΑΠ 1657/2002).
Εάν όμως αποδίδεται στην εκκαλουμένη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, ο σχετικός λόγος έφεσης επαρκώς προσδιορίζεται εκ της μνείας ότι από την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων οδηγήθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, ενώ δεν είναι αναγκαία η εξειδίκευση των επί μέρους σφαλμάτων περί την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρο 522 ΚΠολΔ), είναι υποχρεωμένο να κρίνει την ορθότητα του διατακτικού της εκκαλούμενης απόφασης μετά από καθολική εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης και όχι μόνο με βάση τα μερικότερα παράπονα του εκκαλούντος που συνδέονται με αυτή, τούτο δε επανεκτιμά εξ υπαρχής την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού (ΑΠ 129/2022, ΑΠ 574/2018, ΑΠ 738/2013, ΑΠ 1213/2013).
Εξάλλου, ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου, ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας έκρινε αόριστους και, κατά συνέπεια, απαράδεκτους τους λόγους έφεσης, ενώ οι λόγοι ήταν ορισμένοι και παραδεκτοί (ΑΠ 574/2022, Α.Π. 202/2019, ΑΠ 575/2018, Α.Π. 803/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο αναίρεσης και κατά το τέταρτο σκέλος του, προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι παρά το νόμο απέρριψε ως αόριστο και απαράδεκτο τον πέμπτο λόγο της από 23.11.2017 έφεσής τους, με τον οποίο παραπονούνταν ότι, κατά πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, η πρωτόδικη απόφαση απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την προσεπίκλησή τους και την ενωμένη με αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή τους κατά της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", ενώ έπρεπε να δεχθεί αυτόν ως κατ' ουσία βάσιμο και να υποχρεώσει την προσεπικαλουμένη - παρεμπιπτόντως εναγομένη να τους καταβάλει όποιο ποσό αυτοί θα υποχρεωθούν να καταβάλουν στον ενάγοντα και μέχρι του ποσού των 50.000 ευρώ.
Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Ειδικότερα, από το δικόγραφο της ένδικης έφεσης, που παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκειμένου να διαπιστωθεί η βασιμότητα του προβαλλόμενου πιο πάνω λόγου αναίρεσης, προκύπτει ότι σε αυτό διαλαμβάνονται, προς θεμελίωση του ανωτέρω πέμπτου λόγου της έφεσης, τα ακόλουθα: "Διότι όχι ορθά απέρριψε την προσεπίκλησή μας με αίτημα αποζημίωσης κατά της "..." σε σχέση με την αγωγή του Α.
Κ. εναντίον μας, ενώ αυτή ήτο καθ' όλα νόμιμη και βάσιμη και συνακόλουθα όχι ορθά δεν υποχρέωσε την ασφαλιστική εταιρία να μας καταβάλει παν ό,τι ηθέλαμε υποχρεωθεί να καταβάλουμε στον α' εφεσίβλητο (κατά κεφάλαιο, τόκους και δικαστικά έξοδα) και μέχρι του ποσού των 50.000 ευρώ, εντόκως δε από της καταβολής".
Έτσι, από το ως άνω περιεχόμενο του εφετηρίου δικογράφου προκύπτει ότι ο ανωτέρω λόγος της έφεσης ήταν επαρκώς ορισμένος. Ειδικότερα, ήταν ορισμένος διότι, η πλημμελής εκτίμηση των αποδείξεων, ως λόγος έφεσης, επαρκώς προσδιορίζεται εκ της μνείας ότι από την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο αποτέλεσμα και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την προσεπικληση και την ενωμένη με αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των επιμέρους σφαλμάτων ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναφέρονται στην προεκτεθείσα μείζονα σκέψη της παρούσας, το Εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε τον πέμπτο λόγο της έφεσης ως αόριστο και εντεύθεν ως απαράδεκτο, ακολούθως δε απέρριψε την έφεση, ως προς το λόγο αυτό, υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου.
5. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο του σκέλος, καθώς και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το τέταρτο σκέλος του και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, αναφορικά με τους αναιρεσείοντες και τους αναιρεσίβλητους και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ τη με αριθμό 4475/2.11.2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αναφορικά με τους αναιρεσείοντες και τους αναιρεσίβλητους. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Απριλίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ