Supreme Court dismisses appeal for failure to cite substantive law and provide sufficient reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding property rights and adverse possession. The appellant argued that the lower court violated substantive law by failing to provide adequate reasoning for the defendants' inaction over decades. However, the Court ruled that the appeal was inadmissible because it did not specify which substantive legal provisions were violated nor did it sufficiently detail the factual premises of the lower court's decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 445, 457, 458 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 1, number 1 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on violation of substantive law is inadmissible if the appellant fails to cite the specific provisions violated and fails to provide sufficient reasoning regarding the factual premises of the lower court's decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 535 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 535/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Σ. του Π. και Ζ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πουλιάκα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Κ. του Ι. και Χ., κατοίκου …, 2) Ε. Κ. του Ι. και Χ., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Κρανιδιώτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-6-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 108/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 76/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-10-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 445, 457 παρ. 1, 2 και 458 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η επίκληση και προσκομιδή ιδιωτικού εγγράφου προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει ισχυρισμό του διαδίκου ως προς τη γνησιότητα του εγγράφου. Εφόσον η γνησιότητα αναγνωρισθεί ή αποδειχθεί, το ιδιωτικό έγγραφο αποτελεί πλήρη απόδειξη, ως προς το ότι η δήλωση, που περιέχει, προέρχεται από τον εκδότη του. Αντίθετα, ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της δηλώσεως, επιτρέπεται ανταπόδειξη, ακόμη και χωρίς να προσβληθεί το έγγραφο ως πλαστό (ΑΠ 1930/2013). Περαιτέρω, η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται μόνο σε περίπτωση που ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε είναι ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή, κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις για τη μη τήρησή τους. Αντίθετα, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, αν παραβιάσθηκαν κανόνες του δικονομικού δικαίου, ήτοι κανόνες που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικής προστασίας. Υπό την έννοια αυτή, δεν είναι κανόνες ουσιαστικού δικαίου οι διατάξεις των άρθρων 432, 435, 446, 457 και 460 επομ. για την αποδεικτική δύναμη των εγγράφων (ΑΠ 621/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο από το άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση της διάταξης του άρθρου 457 παρ 2 και 3 ΚΠοΛΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι μολονότι, τόσο με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όσο και με αυτές ενώπιον του Εφετείου αμφισβήτησε τη γνησιότητα των προσκομισθέντων από τους αντιδίκους του ιδιωτικών συμφωνητικών μίσθωσης για τα έτη 1983 έως και 1998 και, συγκεκριμένα, την υπογραφή του σ'αυτά, το Εφετείο δεν αναγνώρισε ότι στην προκείμενη περίπτωση το βάρος απόδειξης της γνησιότητας της υπογραφής του στα άνω έγγραφα έφεραν οι αντίδικοί του και ενεργώντας εσφαλμένα και αντίθετα στο νόμο δεν αποφάνθηκε για την άνω άρνησή του και θεώρησε απορριπτέα ως απαράδεκτη την ένσταση πλαστότητας που υπέβαλε, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στην κρίση ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρχε μισθωτική σχέση και ότι η εκμετάλλευση του επίδικου ακινήτου από αυτόν γινόταν μέχρι το 1998, με βάση τη σχέση αυτή και ότι έκτοτε μέχρι το 2016 υπήρχε κακή πίστη από την πλευρά του, έτσι ώστε να οδηγηθεί το Εφετείο στην απόρριψη της ένστασής του περί παραγραφής του δικαιώματος των αντιδίκων του.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, γιατί η διάταξη του άρθ. 457 § 2, 3 ΚΠολΔ που φέρεται ότι παραβιάστηκε είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου.
2. Περαιτέρω, τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την, εν γένει, επαγγελματική ενασχόληση και μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (άρθρο 336 παρ. 4ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, μετά τη διαπίστωση της βασιμότητάς τους, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (άρθρα 559 αρ. 1β, 560 αρ. 1βΚΠολΔ, ΟλΑΠ 10/2005), μπορούν να αποτελέσουν λόγο αναίρεσης μόνο κατά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου (ΟλΑΠ 23/1988).
Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναίρεσης, όταν χρησιμεύουν για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτίμηση αποδείξεων (ΑΠ 586/2019), την ερμηνεία της δικαιοπραξίας ή για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων (ΟλΑΠ 10/2005). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, να αναφέρονται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, τα διδάγματα της κοινής πείρας, που παραβιάσθηκαν, ο κανόνας δικαίου στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και ο τρόπος παραβίασής τους (ΑΠ 286/2020).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων, από την επίκληση, κατ' εκτίμηση, της πλημμέλειας από το άρθ. 559 αρ. 1 β' ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου.
Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι <το δικάσαν δικαστήριο χρησιμοποίησε εσφαλμένα τα διδάγματα της κοινής πείρας, όταν εδέχθη τον ισχυρισμό των αντιδίκων ότι μετά τον θάνατο του πατέρα τους, το έτος 1984, ο πρώτος εξ' αυτών δήθεν ήλθε στη νήσο …, προκειμένου να με συναντήσει και να υπογράψουμε ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, την στιγμή που όπως οι ίδιοι οι αντίδικοι αναφέρουν μέχρι τότε και οι συνεννοήσεις για την υποτιθέμενη μίσθωση γίνονταν μέσω της Β.
Κ.. Μάλιστα, το δικαστήριο προσπέρασε το καίριο ζήτημα, ήτοι ότι αν και οι αντίδικοι ισχυρίζονται ότι δήθεν ήλθαν σε επαφή μαζί μου για την υποτιθέμενη σύναψη των μισθωτηρίων, εντούτοις δεν είχαν προβεί καν στην αποδοχή της κληρονομιάς του πατέρας τους, ενέργεια που έπραξαν 15 έτη μετά (το έτος 1983 απεβίωσε ο πατέρας των αντιδίκων και η πράξη αποδοχής κληρονομιάς χρονολογείται το 1998).
Ενώ λανθασμένη είναι και η εκτίμηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας εκ μέρους του δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό δικαστηρίου, όταν δέχεται τη ύπαρξη μισθωτηρίων, την γνησιότητα των οποίων έχω ρητά αμφισβητήσει, χωρίς την ύπαρξη ΚΑΝΕΝΟΣ αποδεικτικού μέσου από το οποίο να προκύπτει καταβολή μισθώματος, όπως λ.χ.
καταθετήριο σε τραπεζικό λογαριασμό, μνεία του τρόπο καταβολής του μισθώματος στα μισθώματα, έγγραφη απόδειξη είσπραξης μισθώματος η ακόμη και σχετική αναφορά κάποιων εκ των μαρτύρων. Δοθέντος δε ότι οι αντίδικοι σε κανένα σημείο των δικογράφων τους δεν κάνουν αναφορά για τον τρόπο που τους κατέβαλα το υποτιθέμενο μίσθωμα.
Περαιτέρω δε, το δικαστήριο δεν εκτίμησε ορθώς τα διδάγματα της κοινής πείρας δεχόμενο τον ισχυρισμό ότι έντεκα έτη μετά την δήθεν συνεχιζόμενη μισθωτική σχέση που επικαλούνται οι αντίδικοι και χωρίς να αναφέρεται ότι είχε υποπέσει στην αντίληψη τους κάποια διάθεση καταπάτησης του ακινήτου από πλευράς μου, μου ζητήθηκε δήθεν η υπογραφή της προσκομιζόμενης από αυτούς υπεύθυνης δήλωσης στην οποία δήθεν αποδέχτηκα ότι δεν έχω ουδεμία αξίωση στο επίδικο κτήμα.
Σ' αυτή την περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο θα έπρεπε να είχε καταλήξει στο ότι δεν συνάδει με την λογική και στα διδάγματα της κοινής πείρας η υπογραφή της συγκεκριμένης υπεύθυνης δήλωσης, καθώς στις περιπτώσεις μισθωτικής σχέσης, η ύπαρξη και μόνο του συμφωνητικού μίσθωσης καταδεικνύει ότι ο μισθωτής δεν έχει ουδεμία αξίωση επί του μισθίου, πέραν αυτής περί παραδόσεως της χρήσης αυτού από τον εκμισθωτή.
Επιπρόσθετα, ενάντια στα διδάγματα της κοινής πείρας είναι και οι ισχυρισμοί που δέχτηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ήτοι ότι από το έτος 1999 έως και το 2009 καταπατούσα το επίδικο ακίνητο, και ότι οι αντίδικοι δεν προέβησαν σε καμία απολύτως ενέργεια προκειμένου να προστατεύσουν την περιουσία τους, παρά μόνο το έτος 2009, οπότε και ισχυρίζονται ότι περιορίστηκαν απλά σε μία προφορική προειδοποίηση, ενώ χρειάστηκαν επιπλέον ακόμη 7 έτη για να κινηθούν δικαστικά εναντίον μου.
Όλα τα ανωτέρω την στιγμή μάλιστα που οι ίδιοι οι αντίδικοι συνομολογούν ότι στην περίπτωση του κ. Μ., ύστερα από το δωρητήριο συμβόλαιο που εμφάνισε και την σχετική δήλωση του στο Κτηματολογικό Γραφείο Θήρας δήθεν τον ενημέρωσαν ότι θα κινηθούν δικαστικά εναντίον του, ενώ στην δική μου περίπτωση, όπου δήθεν καταπατούσα το επίδικο κτήμα, και είχα ομοίως προβεί σε σχετική υποβολή δήλωσης στο Εθνικό Κτηματολόγιο, δηλώνουν το πρόδηλα αντιφατικό ήτοι ότι δεν ήταν σε θέση να κινηθούν δικαστικά νωρίτερα λόγω του ξαφνικού και άδικου χαμού του ανήλικου υιού του πρώτου εξ' αυτών.
Επιπλέον το δικάσαν δικαστήριο δεν εκτίμησε ορθά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αφού δεν αξιολόγησε ως έπρεπε το γεγονός ότι πράγματι εγώ ήμουν αυτός που δήλωσα πρώτος το επίδικο στο Εθνικό Κτηματολόγιο το έτος 1996, ενώ οι αντίδικοι προέβησαν σε ένσταση τρία έτη μετά την ως άνω δήλωση μου. Μάλιστα, "συμπτωματικά" τα μισθωτήρια που προσκομίζει η άλλη πλευρά φτάνουν χρονικά μέχρι και το 1999, δοθέντος ότι δήθεν μετά την ενέργεια μου αυτή, δεν συνέχισαν την μεταξύ μας μισθωτική σχέση, χωρίς όμως να αιτιολογούν επαρκώς από που προκύπτουν τα ανωτέρω, και γιατί τελικά, αφού όπως δηλώνουν γνώριζαν ότι "συνεχίζω να καταπατώ" την ιδιοκτησία τους, δεν ενήργησαν άμεσα ώστε να την προστατεύσουν ήδη από το 1999, ήτοι πριν τον άτυχο χαμό του υιού του πρώτου εξ' αυτών.
Σε όλα τα ανωτέρω αναλυτικώς αναφερόμενα σημεία, λοιπόν, το δικάσαν δικαστήριο χρησιμοποίησε εσφαλμένα τα διδάγματα της κοινής πείρας, με αποτέλεσμα να κατατείνει στο συμπέρασμα αρχικά ότι το επίδικο δεν μου ανήκε και ότι το νεμόμουν χωρίς την άδεια των υποτιθέμενων ιδιοκτητών - αντίδικων μου από το 1998, και όχι από το 1980 όπως πραγματικά συνέβη, αφού δέχτηκε ότι το ως άνω διάστημα είχα μισθωτική σχέση μαζί τους, καταλήγοντας ότι η ένδικη αξίωση των αντιδίκων δεν έχει υποπέσει στην εικοσαετή παραγραφή>.
Όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον τα εκτιθέμενα περιστατικά δεν αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής με την έννοια που προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη αλλά ανάγονται στην εσφαλμένη, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, υπό την έννοια της άνω διάταξης νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.
ΑΠ 3/1997), δηλαδή οι ισχυρισμοί, που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ.ΑΠ 2/1989). Επομένως, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 2166/2009).
Για την πληρότητα δε του συγκεκριμένου από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, αν το παράπονο συνίσταται στη μη λήψη υπόψη πραγμάτων, που προτάθηκαν, πρέπει στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται ποια ήταν τα πράγματα, τα οποία, παρά το νόμο, το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά και ποια επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/2005) Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 KΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 793/2015), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 § 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Συνεπώς, για να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει σε κάθε περίπτωση ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός του ίδιου του αναιρεσείοντος και δεν αρκεί να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα απ` αυτόν με επίκληση έγγραφα. Συνακόλουθα, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ούτε η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο (ΑΠ 867/1988), αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (ΟλΑΠ 2/1989, 14/2004) ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή, σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας (ΑΠ 1058/1998) και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά (ΑΠ 839/2010), για οποιονδήποτε τυπική ή ουσιαστική αιτία (ΟλΑΠ 12/1991).
Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ 8β ΚΠοΛΔ. Ειδικότερα υποστηρίζει ότι δεν έλαβε υπόψη του, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την εν μέρει παραδοχή της ένδικης διεκδικητικής κυριότητας ακινήτου και αποζημίωσης αγωγής τους εξής ισχυρισμούς του :1) ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν γνώριζαν καν την πραγματική έκταση του ακινήτου που διεκδικούν και ενημερώθηκαν το πρώτον από την ένορκη βεβαίωση της θυγατέρας του μετά την επίδοση της ένδικης αγωγής, 2) όλους τους ισχυρισμούς του που αφορούν άρνηση της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, που είχε προβάλλει με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μολονότι νόμιμα τους επανέφερε με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου με περίληψη αυτών στις σελίδες 6-12 ,3) την ένσταση απαραδέκτου του αιτήματος για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που προέβαλε νόμιμα και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας αφού δεν προέβη σε παράνομη πράξη για να προκαλέσει βλάβη στους αναιρεσίβλητους που να δικαιολογεί την αποζημίωσή τους δεδομένου ότι νέμεται το επίδικο ακίνητο λόγω άτυπης δωρεάς πλέον τα ων 39 ετών με διάνοια κυρίου, χωρίς να οχληθεί από τους αναιρεσίβλητους 4) την ένσταση συμψηφισμού που προέβαλε νομότυπα με τις προτάσεις του και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας για δαπάνες από την φροντίδα του επίδικου ακινήτου, αναφορικά με τις απαιτήσεις των αναιρεσιβλήτων για ωφελήματα του κτήματος.
Όσον αφορά τους υπ' αριθμούς 1, 2 και 3 ισχυρισμούς αυτοί αποτελούν άρνηση της ένδικης αγωγής και, ως εκ τούτου, δεν συνιστούν <πράγματα>, κατά την έννοια του αρ 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και συνεπώς κατά το μέρος αυτό ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Σχετικά με τον με αριθμό 4 ισχυρισμό που συνιστά <πράγμα> κατά την έννοια του νόμου, από την παραδεκτή επισκόπηση (αρθ. 561 παρ 1 ΚΠοΛΔ) των προτάσεων του εναγόμενου-εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου, (αφού τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ούτε επικαλείται ούτε προσκομίζει ο ίδιος), προκύπτει ότι γίνεται όλως αορίστως αναφορά στις προτάσεις που προσκόμισε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, θεωρώντας αυτές ως αναπόσπαστο κομμάτι των προτάσεών του ενώπιον του Εφετείου, χωρίς να γίνεται σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεών του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (άρθ 240 ΚΠοΛΔ), στις οποίες περιέχεται η ένσταση συμψηφισμού, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. Επομένως, το Εφετείο που δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς (μεταξύ των οποίων και την πιο πάνω επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα ένσταση) του εναγομένου που δεν επαναφέρθηκαν παραδεκτά ενώπιόν του, δεν υπέπεσε στην από το άρθρ. 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια και συνεπώς, ως προς το μέρος αυτό ο λόγος αναίρεσης πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμος.
4. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι'αυτά. Η χρησιμότητα της τελευταίας περίπτωσης του λόγου αυτού εκμηδενίστηκε μετά την κατάργηση της προδικαστικής από το ν 2915/2001, αφού ήδη η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει, ενώ διαγράφηκε και η σχετική φράση "ή δεν διέταξε απόδειξη γι'αυτά", με το άρθ. 17 § 2 του ίδιου πιο πάνω νόμου.
Επίσης, ο λόγος, αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ουσία της υπόθεσης με βάση τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σε αυτή (ΑΠ 76/2013). Εξάλλου, ως "πράγματα", κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση και όχι οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης, ούτε εκείνοι που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 247/2012).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιο "πράγμα", υπό την προαναφερθείσα έννοια, λήφθηκε υπόψη χωρίς απόδειξη και ποια η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό(ΑΠ 138/2010). ). Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα", κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015).
Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα εξής :< Το επίδικο είναι ένα αγροτεμάχιο (αμπέλι), εμβαδού 2.032 τμ, το οποίο βρίσκεται στη θέση "ΠΟΣΤΑ-Αγία Μαρίνα" της περιφέρειας …. της νήσου …., εμφαίνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΗΘΙΚΑΜΝΞΟΠΡΑ στο από Αυγούστου 1993 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Μ.
Ι. Κ. και συνορεύει ανατολικά σε πρόσωπο Ο-Ξ μήκους 1,40 μ. με επαρχιακή οδό πλάτους έξι (6) μέτρων, βορειοανατολικά σε πρόσωπα Ξ-Ν μήκους 10 μέτρων, Ν-Μ μήκους 9,50 μέτρων και Μ-Λ μήκους 5,10 μέτρων με επαρχιακή οδό πλάτους έξι (6) μέτρων, βορειοδυτικά σε πρόσωπο Ο-Π μήκους 19,00 μέτρων και Π-Ρ μήκους 17,50 μέτρων με δρόμο πλάτους τριών (3) μέτρων, βόρεια σε πρόσωπο Ρ-Α μήκους 5,90 μέτρων με δρόμο πλάτους τριών (3) μέτρων, νοτιοανατολικά σε πλευρές Λ-Κ μήκους 4,10 μέτρων, Κ-Ι μήκους 18,50 μέτρων, Ι-Θ μήκους 13 μέτρων και Θ-Η μήκους 11,20 μέτρων με ιδιοκτησία Γ.
Α., νότια σε πλευρά Η-Ζ μήκους 6,40 μ. με ιδιοκτησία Γ. Α. και δυτικά-νοτιοδυτικά σε πρόσωπο Ζ-Ε μήκους 13,30 μέτρων, Ε-Δ μήκους 9,30 μέτρων, Δ-Γ μήκους 8,30 μέτρων, Γ-Β μήκους 6,70 μέτρων και Β-Α μήκους 23 μέτρων με δρόμο πλάτους δύο μέτρων. Το ακίνητο αυτό περιήλθε στον πρώτο ενάγοντα κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου και στη δεύτερη ενάγουσα σε ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου, από κληρονομιά του πατέρα τους Ι.
Κ. του Ε. (το λοιπό 2/8 εξ αδιαιρέτου κληρονομήθηκε από τη μητέρα των διαδίκων Χ. χήρα Ι. Κ.), την οποία αποδέχθηκαν δυνάμει της υπ' αριθμ…./…-7-1998 πράξης δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Σπεράντζας-Πετρίνας Κωνστάντε, που μεταγράφηκε νόμιμα. Στη συνέχεια ο πρώτος ενάγων απέκτησε τα 2/8 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου, από τη μητέρα του, δυνάμει του υπ' αριθμ…./…-3-2001 συμβολαίου γονικής παροχής της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου και έτσι ο πρώτος ενάγων κατέστη συγκύριος, συννομέας και συγκάτοχος του επιδίκου κατά ποσοστό 62,50% και η δεύτερη ενάγουσα κατά ποσοστό 37,50 %.
Το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει στο δικαιοπάροχο πατέρα τους από άτυπη δωρεά από τον πατέρα του Ε. Κ., πριν το έτος 1940. Εξάλλου, απεδείχθη ότι οι ενάγοντες και ο δικαιοπάροχός τους ασκούσαν με καλή πίστη και διανοία κυρίου, όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής, όπως εκμίσθωση και επίβλεψη, για χρόνο μεγαλύτερο της 20ετίας, προσμετρώντας στο χρόνο νομής τους το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου τους και έτσι απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου, εκτός του παραγώγου τρόπου και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία.
Περαιτέρω, απεδείχθη ότι δυνάμει προφορικών συμβάσεων μίσθωσης που είχαν καταρτιστεί μεταξύ του πατέρα των εναγόντων και του εναγομένου, για τις οποίες μεσολαβούσε η Β. Κ., μητριά του πατέρα των εναγόντων, το επίδικο εκμισθωνόταν στον εναγόμενο. Μετά το θάνατο του πατέρα τους, που συνέβη στις 23-1-1983 οι ενάγοντας συνέχισαν την εκμίσθωση του επιδίκου στον εναγόμενο, με έγγραφα μισθωτήρια και ειδικότερα εκμίσθωσαν το επίδικο δυνάμει α) του από 4-8-1984 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης για τέσσερα έτη αντί μισθώματος 1.000 δρχ ετησίως, β) του από 4-8-1988 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης για τέσσερα έτη αντί μισθώματος 1.000 δρχ ετησίως, γ) του από 31-7-1993 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης για ένα έτος αντί μισθώματος 1.000 δρχ ετησίως, δ) του από 31-7-1994 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης για ένα έτος αντί μισθώματος 1.000 δρχ ετησίως, ε) του από 31-7-1995 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης για ένα έτος αντί μισθώματος 1.000 δρχ ετησίως, στ) του από 31-7-1996 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης για ένα έτος αντί μισθώματος 1.000 δρχ ετησίως, ζ) του από 31-7-1997 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης για ένα έτος αντί μισθώματος 1.000 δρχ ετησίως.
Αξίζει να σημειωθεί ότι στις 31-7-1995 ο εναγόμενος υπέγραψε μία υπεύθυνη δήλωση, στην οποία βεβαιώνει ότι στο επίδικο ακίνητο είναι μισθωτής και δεν έχει καμία αξίωση για το ακίνητο αυτό. Μετά τη λήξη του τελευταίου ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης δεν καταρτίστηκαν άλλες έγγραφες συμβάσεις μίσθωσης και οι ενάγοντες, ανακοίνωσαν στον εναγόμενο ότι δεν επιθυμούν την περαιτέρω εκμίσθωση του επιδίκου και επομένως πρέπει αυτός να σταματήσει την καλλιέργειά του.
Όμως, ο εναγόμενος, παρά την αντίρρηση των εναγόντων να συναινέσουν σε παράταση της μίσθωσης, εκμεταλλευόμενος την απουσία τους, αφού οι ενάγοντες διέμεναν μόνιμα στην Αθήνα, μετά τις 1-8-1998 εισήλθε στο ακίνητο, συνέχισε να το καλλιεργεί και να συλλέγει τους καρπούς του (σταφύλια), νεμόμενος πλέον αυτό με διάνοια κυρίου και κακή πίστη, αφού γνώριζε ότι το επίδικο ανήκει στους ενάγοντες, από τους οποίους μέχρι τότε το εκμίσθωνε και αφαίρεσε αυθαίρετα τη νομή του επιδίκου από αυτούς χωρίς τη θέλησή τους.
Επιπλέον, ο εναγόμενος το έτος 1999, προκειμένου να σφετεριστεί το επίδικο ακίνητο, το δήλωσε στο Εθνικό Κτηματολόγιο ως δικό του, όπως προκύπτει από τον υπ' αριθμ. πρωτ. … / ….-5-1999 Απόσπασμα Προσωρινών Κτηματολογικών Στοιχείων, πλην όμως οι ενάγοντες που δήλωσαν και αυτοί το ακίνητο στο Εθνικό Κτηματολόγιο αντελήφθησαν την ενέργεια αυτή του εναγομένου και άσκησαν την υπ' αριθμ.πρωτ…./…-7-1999 ένστασή τους, η οποία έγινε δεκτή με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί το ακίνητο στο όνομά τους με ΚΑΕΚ …/…/….
Επίσης, απεδείχθη ότι το ακίνητο αυτό νεμόταν και κατείχε ο εναγόμενος διανοία κυρίου και κακή πίστη και χωρίς νόμιμο τίτλο από τις 1-8-1998 έως την άσκηση της αγωγής (11-7-2016) , ήτοι δια χρονικό διάστημα μικρότερο των είκοσι ετών, ώστε δεν κατέστη κύριος του ακινήτου αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Ο εναγόμενος προβάλλει στην ένσταση ιδίας κυριότητας ισχυριζόμενος ότι α)το ακίνητο αυτό νέμεται και κατέχει από το έτος 1980 με καλή πίστη και διανοία κυρίου και περιήλθε σ' αυτόν με άτυπη δωρεά από τη Β.
Κ., μητριά του πατέρα των εναγόντων, ενώ ουδέποτε υπήρξε μισθωτής του επιδίκου, β) δεν υπάρχουν μισθωτήρια συμβόλαια, από το έτος 1983 έως το έτος 1998, την ύπαρξη των οποίων αμφισβητεί, ισχυρίζεται δε ότι η υπογραφή του είναι πλαστή, αφού δεν έχει υπογράψει αυτά τα έγγραφα, γ)επιπλέον δε, ισχυρίζεται ότι η ένδικη αξίωση έχει υποκύψει στην εικοσαετή παραγραφή, αφού από το έτος 1980, που απέκτησε τη νομή του επιδίκου με καλή πίστη και διανοία κυρίου, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας.
Οι ισχυρισμοί αυτοί του εναγομένου είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθόσον από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει α) ότι η Β. Κ. αφενός δεν ήταν κυρία του επιδίκου και αφετέρου ουδόλως μεταβίβασε αυτό στον εναγόμενο με άτυπη δωρεά, διότι δυνάμει του υπ' αριθμώ …/…-2-1985 δωρητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θήρας Μαρίας Μητροπία, η άνω Β.
Κ. μεταβίβασε το άνω ακίνητο στον Μ. Ε. Μ., ο οποίος στη συνέχεια, αντιλαμβανόμενος ότι το επίδικο δεν ήταν της κυριότητας της δωρεοδόχου του, δεν υπέβαλε δήλωση ή ένσταση στο Εθνικό Κτηματολόγιο για την κυριότητά του, β) η σχετική ένσταση πλαστότητάς του είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού αυτός δεν προσκόμισε, ως είχε υποχρέωση, τα αποδεικτικά έγγραφα της ενστάσεως του, ούτε ανέφερε ονομαστικώς τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, σύμφωνα με την διάταξη του προεκτεθέντος άρθρου 463 ΚΠολΔ, σε κάθε δε περίπτωση τα ανωτέρω επτά μισθωτήρια και η υπεύθυνη δήλωση έχουν την υπογραφή του εναγομένου, όπως εμφαίνεται με σαφήνεια, αφού οι υπογραφές όλες στα άνω έγγραφα είναι οι ίδιες και επιπλέον είναι όμοιες με τις υπογραφές του εναγομένου στην κοινοποίηση της εξώδικης δήλωσης των εναγόντων και στην κοινοποίηση της αγωγής ,όπως τούτο εμφαίνεται στις υπ' αριθμ. 1212/10-10-2016 και 946/11-7- 2016 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αιγαίου Σ.
Ι., χωρίς να χρειάζεται γραφολογική πραγματογνωμοσύνη λόγω της ευκρίνειας των άνω υπογραφών, γ) η κατάληψη του ακινήτου χωρίς τη συγκατάθεση των εναγόντων έγινε μετά τον Αύγουστο του 1998 και όχι έτος 1980, οπότε ο εναγόμενος ήταν μισθωτής του ακινήτου, καλλιεργώντας και νεμόμενος αυτό χωρίς διάνοια κυρίου, και επομένως η ένδικη αξίωση δεν έχει υποκύψει σε εικοσαετή παραγραφή, αφού από το έτος 1998 έως την άσκηση της αγωγής (11-7-2016) δεν έχει παρέλθει εικοσαετία.
Σημειώνεται ότι ο εναγόμενος στις προτάσεις του εκθέτει ότι "αναφέρεται και στις προτάσεις που προσκόμισε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, θεωρώντας αυτές ως αναπόσπαστο κομμάτι των παρουσών προτάσεών του". Όμως η γενική με τις προτάσεις αναφορά σε όλα όσα περιέχονται στις προτάσεις του πρώτου βαθμού, δεν συνιστά νόμιμη κατ' άρθρο 240 ΚΠολΔ και παραδεκτή προβολή των ισχυρισμών ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, αφού έπρεπε να αναφέρει μία σύντομη περίληψη αυτών...
και επομένως άλλοι ισχυρισμοί που είχε προβάλλει ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου δεν έχουν νομίμως επαναφερθεί προς κρίση. Επιπλέον η κυριότητα του επιδίκου, οι συμβάσεις μίσθωσης αλλά και η κατάληψη του επιδίκου από τον εναγόμενο μετά το 1998-1999 αποδεικνύονται και από τις καταθέσεις των μαρτύρων Ν.
Α. του Μ., Ε. Α. του Ι., Ι. Α. του Ν., Μ. Κ. του Ι. και Ε. Β. του Μ., οι οποίες δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων Μ. Κ., νύφης του εναγομένου, που καταθέτει μόνο από όσα της έχει διηγηθεί ο εναγόμενος, χωρίς να έχει δική της άποψη και Μ. Ν., θυγατέρας του εναγομένου, η οποία μη πειστικά καταθέτει ότι το ακίνητο περιήλθε στον πατέρα της από τη Β.
Κ. με άτυπη δωρεά. Είναι βέβαια αληθές, ότι οι ενάγοντες μετά την επιτυχή έκβαση της ένστασής τους στο Κτηματολόγιο εφησύχασαν και αδράνησαν ως προς την εκμετάλλευση (μίσθωση) και επίβλεψη του ακινήτου τους, πλην όμως αυτό οφείλεται στο γεγονός του θανάτου του τέκνου του πρώτου εξ αυτών σε τροχαίο ατύχημα το έτος 2004 και στη μόνιμη διαμονή τους στην Αθήνα, σε κάθε περίπτωση όμως, η νομή του ακινήτου από τον εναγόμενο δεν εκτείνεται σε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας ώστε να αποκτήσει την κυριότητα αυτού με έκτακτη χρησικτησία.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι ο εναγόμενος είναι κύριος του επιδίκου, κάνοντας δεκτή την ένσταση ιδίας κυριότητάς του και απορρίπτοντας ως αβάσιμη την αγωγή, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, δεκτού γενομένου ως βάσιμου του πρώτου λόγου έφεσης και για το λόγο αυτό πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και να ερευνηθεί η ένδικη αγωγή.
Περαιτέρω, απεδείχθη ότι ο εναγόμενος κατά τη διάρκεια του φυσικού εξουσιασμού του επιδίκου οικειοποιήθηκε τα ωφελήματά του (ήτοι τους καρπούς του, τα σταφύλια από την καλλιέργεια του επιδίκου ως αμπέλου) και οι ενάγοντες έχουν παρεπόμενες αξιώσεις κατά του εναγομένου για τα ωφελήματα αυτά, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι ο εναγόμενος απέκτησε τη νομή κακόπιστα με παράνομη πράξη, αφαιρώντας αυτήν χωρίς τη θέληση των εναγόντων, καταλαμβάνοντας αυθαίρετα το επίδικο εκμεταλλευόμενος την απουσία τους και δεδομένου ότι πρόκειται για καρπούς που αναλώθηκαν, η υποχρέωση του εναγομένου συνίσταται σε αποκατάσταση της αξίας τους, ενώ οι ενάγοντες έχουν αξίωση ακόμη και αν οι ίδιοι δεν τους συνέλεγαν.
Εξάλλου, απεδείχθη ότι ο εναγόμενος καλλιεργεί το επίδικο ακίνητο ως αμπέλι κατά τα έτη 1999 έως 2015, όπως και ο ίδιος παραδέχεται στις προτάσεις του, συλλέγοντας τους καρπούς του αμπελιού για την παραγωγή κρασιού. Η παραγωγή του επιδίκου ανέρχεται στα 300 κιλά το στρέμμα, ήτοι 600 κιλά περίπου για το επίδικο, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ.πρωτ…./…-8-2014 βεβαίωση της Ένωσης Συνεταιρισμών Θηραϊκών Προϊόντων, αλλά και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και η αξία τους ανέρχεται σε μέσο όρο 0,30 λεπτά το κιλό, ήτοι στο ποσό των 180 ευρώ το έτος (0,30 ευρώ X 600 κιλά), τα δε ωφελήματα που απέκτησε ο εναγόμενος συλλέγοντας τους καρπούς του επιδίκου ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 3.060 ευρώ (180 ευρώ ετησίως X 17 έτη), τα οποία οφείλει να αποδώσει στους ενάγοντες, και δη για τα έτη 2011 έως και 2015 κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, λόγω της παράνομης και αυθαίρετης κατάληψης του ακινήτου με κακή πίστη και με πρόθεση σφετερισμού του και για τα υπόλοιπα έτη κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού λόγω του ότι κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος των εναγόντων.
Από το ποσό αυτό ο εναγόμενος οφείλει να αποδώσει στον μεν πρώτο ενάγοντα το ποσό των 1.912,50 ευρώ (ποσοστό συγκυριότητας 62,50 %), στη δε δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 1.147,50 ευρώ (ποσοστό συγκυριότητας 37,50 %). Εξάλλου, απεδείχθη ότι οι ενάγοντες λόγω της σε βάρος του αδικοπραξίας και δη λόγω της παράνομης κατάληψης του ακινήτου τους και της προσβολής της ιδιοκτησίας τους στενοχωρήθηκαν και υπέστησαν ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας, λαμβανομένου υπόψη του είδους της προσβολής, της υπαιτιότητας του εναγομένου, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, πρέπει να επιδικαστεί σ' αυτούς ως ηθική βλάβη το ποσό των 1.000 ευρώ στον καθένα, με αποτέλεσμα η τελική αποζημίωση για τους ενάγοντες να ανέρχεται στο ποσό των 2.912,50 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα και στο ποσό των 2.147,50 ευρώ για τη δεύτερη ενάγουσα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη έφεση πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 108/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, να κρατηθεί και να δικαστεί η ένδικη αγωγή, να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, να αναγνωριστεί η συγκυριότητα των εναγόντων επί του επιδίκου ακινήτου, κατά ποσοστό 62,50% εξ αδιαιρέτου στον πρώτο και κατά ποσοστό 37,50% εξ αδιαιρέτου στη δεύτερη, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και κάθε τρίτος που κατέχει το επίδικο ακίνητο να τους το αποδώσει, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 2.912,50 ευρώ και το ποσό των 2.147,50 ευρώ στη δεύτερη ενάγουσα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής...>.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση από τον αρ 10 του άρθρου 559 ΚΠοΛΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι1) το επίδικο ακίνητο περιήλθε στους αναιρεσίβλητους από κληρονομιά του πατέρα τους Ι. Κ., στον οποίο είχε περιέλθει με άτυπη δωρεά από τον πατέρα του Ε. Κ., 2) οι ενάγοντες και ο δικαιοπάροχός τους διενεργούσαν πράξεις νομής στο επίδικο, πλέον της εικοσαετίας, προσμετρώντας στο χρόνο νομής τους και αυτόν του δικαιοπαρόχου τους 3) την ύπαρξη μισθωτικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων.
Ο λόγος, αυτός είναι αβάσιμος, αφού από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ουσία της υπόθεσης, με βάση τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σε αυτή και, δη, τις …/…-11-2016,…/….-11-2016,…./…-11-2016 ένορκες βεβαιώσεις της συμ/φου Θήρας Ειρήνης Βαζάλη, την …/…-11-2016 ένορκη βεβαίωση της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας-Ελένη Παπαγιάννη, την …/….-10-2016 ένορκη βεβαίωση του Ειρηνοδικείου Αθηνών,...τις …,…/…-10-2016 ένορκες βεβαιώσεις της συμβολαιογράφου Θήρας Χριστίνας Βισβίκη,..., τις ….,…,…/…-7-1999 ένορκες βεβαιώσεις της συμβολαιογράφου Θήρας Μαρίας-Ρίτσα Μιτροπία που λήφθηκαν στο πλαίσιο άλλης δίκης και λήφθηκαν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια, τις φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε και τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1633/09) Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/08).
Σύμφωνα, δε, με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1 στοιχ. β, 240, 453, 524 παρ. 1 και 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, το δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη του, όσα αποδεικτικά μέσα προσκομίστηκαν νόμιμα, εφ` όσον, παράλληλα, υπάρχει σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, ώστε, να προκύπτει με βεβαιότητα η ταυτότητά τους (AΠ 363/2017).
Η επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων σε προηγούμενη συζήτηση, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων (ΟλΑΠ 9/2000, ΟλΑΠ 14/2005). Γενική αναφορά στις προτάσεις του Εφετείου, σύμφωνα με την οποία προσκομίζονται εκ νέου, όσα έγγραφα προσκομίστηκαν με τις πρωτόδικες προτάσεις, όπου γίνεται σαφής επίκληση των εγγράφων αυτών, που ενσωματώθηκαν στις προτάσεις του Εφετείου δεν αρκεί (ΟλΑΠ 9/2000).
Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 374/2012).
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ 11γ ΚΠολΔ καθόσον δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά έγγραφα που επικαλέστηκε με τις προτάσεις ενώπιον του (στις 2-6 σελίδες αυτών) και προσκόμισε νόμιμα, από τα οποία μπορεί να αντιληφθεί κάποιος ότι προέβη εκτός από την καλλιέργεια του επίδικου ακινήτου σε όλες τις πράξεις νομής που τελεί κάθε νόμιμος ιδιοκτήτης ακινήτου .Ειδικότερα ,ότι δεν έλαβε υπόψη του τη δήλωση στοιχείων ακινήτων του Ε9 των ετών 1997και 2016,το αντίγραφο του αμπελουργικού μητρώου Θήρας, με το οποίο αποδεικνύεται η δήλωση του ακινήτου του από το έτος 2003 που δημιουργήθηκε το αντίστοιχο τμήμα στη νήσο Θήρα, την από 3-11-1996 αίτηση του ενώπιον του Κτηματολογίου Θήρας, η οποία έλαβε αριθ. πρωτ … και στοιχεία ΚΑΕΚ … για το τμήμα με το οποίο ήταν ενωμένο το επίδικο όταν του το παραχώρησε η Β. Κ. και τα οποία πλέον χωρίζονται από το δρόμο προς το Οινοποιείο, την με αριθ. πρωτ…./…-11-1996 αίτησή του ενώπιον του Κτηματολογίου Θήρας η οποία έλαβε ΚΑΕΚ …,τις ένορκες βεβαιώσεις των Ι. Δ., και Χ. Ζ. που δόθηκαν πολλά χρόνια πριν την κατάθεση της ένδικης αγωγής, δηλαδή, τις …/1999 και …/1999 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμ/φου Μαρίας Ρίτσας Εμμανουήλ Μητροπία καθώς και αυτές της νύφης του Μ. Κ. και της θυγατέρας του Μ. Ν..
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή σχετική διαβεβαίωση, που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη οι …/…-11-2016,…./….-11-2016,…/…-11-2016 ένορκες βεβαιώσεις της συμ/φου Θήρας Ειρήνης Βαζάλη, η …/…-11-2016 ένορκη βεβαίωση της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας-Ελένη Παπαγιάννη, η …/…-10-2016 ένορκη βεβαίωση του Ειρηνοδικείου Αθηνών,...οι …,…/…-10-2016 ένορκες βεβαιώσεις,..., οι …,…,…/…-7-1999 ένορκες βεβαιώσεις της συμβολαιογράφου Θήρας Μαρίας-Ρίτσα Μιτροπία που λήφθηκαν στο πλαίσιο άλλης δίκης και λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια, οι φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε και τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαέστηκαν ...,αλλά και από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως και δη από τις σκέψεις και παραδοχές της, που αφορούν τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, για την απόδειξη των οποίων επικαλείται τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, καθορίζοντας τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στην έκβαση της δίκης ενώ αναφέρει ρητά τόσο τις ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμ/φου Θήρας Μαρίας-Ρίτσα Μιτροπία που λήφθηκαν στο πλαίσιο άλλης δίκης, αλλά και αυτές της νύφης του και θυγατέρας του ενώπιον της συμβολαιογράφου Θήρας Χριστίνας Βισβίκη.
Η αιτίαση ότι η κρίση του Εφετείου είναι εσφαλμένη, γιατί από τα άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι τυγχάνει αποκλειστικός κύριος του επιδίκου κτήματος, έχοντας συμπεριφερθεί ως τέτοιος με απτές αποδείξεις σε βάθος των 36τελευταίων ετών είναι απαράδεκτη, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου (άρθ 561 παρ 1 ΚΠοΛΔ).
6. Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559ΚΠοΛΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε η δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999, 26/2004).
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή, για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Επίσης, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται ότι η πρασβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, ο προταθείς αυτοτελής ισχυρισμός και τα θεμελιούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, καθώς και οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟΛΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).
Με τον τελευταίο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ 19 ΚΠοΛΔ, "καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το διάστημα των17 ετών κατά το οποίο δέχεται ότι οι αντίδικοι "εφησύχασαν και αδράνησαν ως προς την εκμετάλλευση (μίσθωση) και επίβλεψη του ακινήτου τους".
Πιο αναλυτικά, η αναιρεσιβαλλόμενη στην σελίδα 11 αναφέρει ότι ο λόγος που οι αντίδικοι αδράνησαν για το χρονικό διάστημα από το 1999 (οπότε και υπέβαλαν ένσταση ενώπιον του Εθνικού Κτηματολογίου) έως και το 2016 (οπότε και άσκησαν την ένδικη αγωγή τους), ήταν το γεγονός του θανάτου του τέκνου του πρώτου εξ' αυτών σε τροχαίο ατύχημα το έτος 2004, καταλήγοντας στο ότι "...σε κάθε περίπτωση όμως, η νομή του ακινήτου από τον εναγόμενο δεν εκτείνεται σε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, ώστε να αποκτήσει την κυριότητα αυτού με έκτακτη χρησικτησία.".
Ειδικότερα, η αιτιολογία που προέβαλαν οι αναιρεσίβλητοι και δέχτηκε το δικάσαν Δικαστήριο προκειμένου να αιτιολογήσουν την δεδομένη αδράνεια τους είναι ανεπαρκής, δεδομένου ότι αφενός δεν καλύπτει το διάστημα των πέντε (5) ετών ήτοι από το 1999 έως και το 2004, ήτοι πριν το τραγικό συμβάν, αφετέρου δεν δύναται να καλύψει ούτε το χρονικό διάστημα ύστερα από αυτό και σε βάθος δωδεκαετίας, τόσο για την δεύτερη των αντιδίκων, όσο και για τον πρώτο, ο οποίος δήλωσε ευθαρσώς στο δικόγραφο του ότι το έτος 2009 μετέβη στη νήσο …., προκειμένου να διευθετήσει το ζήτημα, τι τον εμπόδισε λοιπόν, να απευθυνθεί σε κάποιον νομικό και για την δικαστική προστασία αφού όπως ισχυρίζεται, έκανε την αρχή ταξιδεύοντας δήθεν από την … μέχρι την … για να με συναντήσει, ενώ από την άλλη μεριά, ο συλλογισμός αυτός δεν κατατείνει μόνο στο καίριο ζήτημα της στοιχειοθέτησής των προϋποθέσεων της έκτακτης χρησικτησίας, όπου αποκλειστικά τον αποδίδει η προσβαλλόμενη, αλλά και στην αποδοχή των εν γένει αγωγικών ισχυρισμών των αντιδίκων περί δήθεν ύπαρξης δικαιώματος συγκυριότητας σε αυτούς με παράγωγο τρόπο, ο οποίος σε καμία περίπτωση δεν αποδεικνύεται εάν εξετάσει κανείς με προσοχή την συμπεριφορά των αντιδίκων μου καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, πολλώ δε μάλλον την επί μακρό χρόνο αδράνεια τους να διαφυλάξουν το δικαίωμα κυριότητας που επικαλούνται επί του επίδικου.
Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι δεν έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί δεν καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, ούτε με πληρότητα και σαφήνεια, τόσο τον επικαλούμενο από τους αντιδίκους παράγωγο τρόπο κυριότητας όσο και την απόκτηση αυτής μέσω της έκτακτης χρησικτησίας, με αποτέλεσμα η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση να στερεί νόμιμης βάσης, δοθέντος ότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και πάσχει εκ πλαγίου παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων του ΑΚ, είναι δε εσφαλμένη γιατί με αυτή παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου".
Ο λόγος είναι απαράδεκτος καθόσον δεν αναφέρει: α) ποιες είναι οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν εκ πλαγίου και β) τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, παρά μόνον αποσπασματικά και κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος. Κατόπιν τούτων πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθ. 495 παρ 3 ΚΠοΛΔ)και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των ανιρεσιβλήτων λόγω της ήττας του (αρθρ. 176, 183 και 191 παρ 2 ΚΠοΛΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-10-2019 αίτηση αναίρεσης του Α. Σ. κατά της 76/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 26 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ