535/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated535/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν αντιθέτως η επίσπευση της συζήτησης έγινε με την επιμέλεια του αν-τιδίκου του διαδίκου που δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ή εμφανίσθηκε αλλά δεν έλαβε μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.
Full text
Απόφαση 535 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 535/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "1η Διοικητική Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Μουζουράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.M. P. του Α., κατοίκου ..., 2.Α. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 3.Β. Γ. του Μ., κατοίκου ..., 4.Β. Α. του Ν., κατοίκου ..., 5.Γ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 6.Δ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 7. Ζ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., 8.Ζ. Μ. του Α., ..., 9.Ζ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 10.Ζ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 11.Κ. - Κ. Π. του Ζ., κατοίκου ... 12.Κ. Α. του Ν., κατοίκου ..., 13.Κ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., 14.Κ. Ι. του Λ., κατοίκου ... 15.Κ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 16.Μ. Α. του Δ., κατοίκου ..., 17.Μ. Δ. του Β., κατοίκου ..., 18.Μ. Ο. του Σ., κάτοικος ..., 19.Π. Α. του Δ. - Χ., κατοίκου ... 20. Π. Δ. του Π., κατοίκου ... 21.Π. Ι. του Μ., κάτοικο ..., 22.Π. Π. του Α., κατοίκου ... 23.
Σ. Γ. του Α., κατοίκου ... 24.Σ. Δ. του Χ., κατοίκου ..., 25.Σ. Ν. του Ε., κατοίκου ..., 26.Σ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 27.Τ. Ι. του Φ., κατοίκου ..., 28.Τ. Ε. του Ε., κάτοικο ... 29.Τ. Α. του Σ., κατοίκου ..., 30.Τ.-Ζ. Ν. του Ζ., κατοίκου ... Αττικής, 31.Φ. Φ. του Γ., κάτοικο ..., 32.Χ. Α. του Ι., κατοίκου ..., 33.Χ. Ζ. του Ι., κατοίκου ..., και 34.Κ. - Λ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Τουτζιαράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/5/2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2041/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 5898/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 18/2/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.
Αν αντιθέτως η επίσπευση της συζήτησης έγινε με την επιμέλεια του αν-τιδίκου του διαδίκου που δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ή εμφανίσθηκε αλλά δεν έλαβε μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.
Στην αντίθετη περίπτωση η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία εκείνου που έχει νόμιμα κλητευθεί. Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.
Επομένως, προκειμένου περί εργατικής διαφοράς, δεν είναι επιτρεπτή η εκ μέρους του διαδίκου παροχή πληρεξουσιότητας ενώπιον του Αρείου Πάγου με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής αυτού από δικηγόρο και δη από τον ίδιο δικηγόρο στον οποίο παρέχεται η πληρεξουσιότητα.
Το ότι ο δικηγόρος είναι κατά το άρθρο 1 του Ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων" δημόσιος λειτουργός, δεν του προσδίδει παράλληλα την ιδιότητα της δημόσιας αρχής. Άλλωστε, όπου ο νομοθέτης θέλησε να παράσχει την ως άνω αρμοδιότητα και σε δικηγόρο, το όρισε ρητά, όπως στη διάταξη του άρθρου 96 παρ. 1 του ΚΠολΔ για τις ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας πολιτικές δίκες ή στη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 2 του ΚΠοινΔ για την υποβολή μήνυσης.
Εξ άλλου κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ. β του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Στην προκειμένη περίπτωση κατά τη συζήτηση κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (28 Ιανουαρίου 2020) της ένδικης από 18.2.2019 και με αριθ. κατάθ. 1711/132/18.2.2019 αίτησης αναίρεσης κατά της με αριθμό 5898/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που άσκησε η αναιρεσείουσα 1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής (Ν.Π.Δ.Δ.), η οποία στρέφεται κατά τριάντα τεσσάρων (34) συνολικά αναιρεσίβλητων [επί συνόλου 36 αρχικά εναγόντων], άπαντες οι αναιρεσίβλητοι (34 τον αριθμό) φέρονται ότι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Τουτζιαράκη με την από 27.1.2020 δήλωση του τελευταίου ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 573 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα.
Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας προκύπτει ότι οι παρασχεθείσες από τους 8ο, 9η, 11η, 12η, 14ο, 18η, 20ο, 24ο, 25ο, 27η, 30η, 31ο και 32η εξουσιοδοτήσεις φέρουν βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής των ως άνω διαδίκων από δικηγόρο και ειδικότερα από τον ως άνω δικηγόρο στον οποίο δίδεται η εντολή εκπροσώπησής τους και ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, ενώ ως προς τον 5ο εξ αυτών δεν προκύπτει από την επισκόπηση της παρασχεθείσας εξουσιοδότησης η αρχή, η οποία βεβαιώνει το γνήσιο της υπογραφής του εν λόγω διαδίκου.
Η παρασχεθείσα κατά τα ανωτέρω πληρεξουσιότητα δεν είναι νόμιμη, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και κατά συνέπεια, εφόσον οι διάδικοι αυτοί δεν μετέχουν της αναιρετικής δίκης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, θεωρούνται δικονομικά απόντες. Επίσης από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ποίος επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.
Συνακόλουθα δεν προκύπτει κλήτευση αυτών εκ μέρους της αντιδίκου τους αναιρεσείουσας, προκειμένου να παραστούν αυτοί κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά την ορισθείσα κατά τα άνω δικάσιμο. Επομένως, εφόσον οι ως άνω αναιρεσίβλητοι (14 τον αριθμό) δεν παρέστησαν προσηκόντως κατά τη συζήτηση και επίσης δεν κλητεύθηκαν νομίμως από την αντίδικο τους αναιρεσείουσα, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς, οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους και κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς, ενώ για τους παρισταμένους προσηκόντως λοιπούς αναιρεσίβλητους πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης.
Με την από 18.2.2019 και με αριθ. κατάθεσης 1711/ 132/18.2.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 5898/28.11.2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 2.1.2018 και με αρ.
κατ. 24/2/2.1.2018 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας 1ης Διοίκησης Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής και επικυρώθηκε έτσι η υπ' αριθ. 2041/28.11.2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή κατά ένα μέρος ως κατ' ουσία βάσιμη η από 24.2.2017 και υπ' αριθ. κατάθ. 2105/1032/24.2.2017 αγωγή τριάντα τεσσάρων (34) συνολικά εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, επί συνόλου 36 αρχικά εναγόντων [ως προς τους 17η και 20ο των αρχικά εναγόντων διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να προσκομισθούν οι εκεί αναφερόμενες βεβαιώσεις για την προϋπηρεσία τους] και είχαν επιδικασθεί κατά ένα μέρος καταψηφιστικά (ήτοι το ποσό των 20.000 ευρώ στον καθένα, πλην της 19ης Ο.
Μ. στην οποία επιδικάσθηκε καταψηφιστικά το ποσό των 15.324,64 ευρώ λόγω παραίτησής της στις 5.12.2016) και κατά το υπόλοιπο μέρος αναγνωριστικά τα εκεί αναγραφόμενα επί μέρους χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση, για διαφορές αποδοχών του διαστήματος από 1.5.2015 έως 30.6.2017, οφειλόμενες στη μείωση των καταβαλλομένων αποδοχών τους, κατ' εφαρμογή ρυθμίσεων του Ν. 4093/2012, που κρίθηκε ότι αντίκεινται σε διατάξεις του Συντάγματος, για μη υπολογισμό του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας με βάση το βασικό μισθό του Πρωτοδίκη και για παράλειψη εκ μέρους της εναγομένης της ένταξης αυτών ως Διευθυντών αναδρομικά από 31.12.2014, κατ' ορθή εφαρμογή του άρθρου 38 του Ν. 4368/2016.
Με την ίδια απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου απορρίφθηκε η αγωγή κατά το μέρος που αφορούσε την κατά τα άνω καταβολή μισθολογικών διαφορών για την περίοδο από 1.1.2015 έως 30.4.2015, ως παραγεγραμμένη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού αντίγραφο της προσβαλλομένης απόφασης επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 21 Ιανουαρίου 2019, όπως διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της αναίρεσης, χωρίς τούτο ν' αμφισβητείται από τους αντιδίκους της αναιρεσείουσας (άρθ. 261 εδ.
β του ΚΠολΔ), η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 18 Φεβρουαρίου 2019 (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς τους προσηκόντως παρισταμένους διαδίκους, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Με τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν από 18.4.2001 μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1) και ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2).
Με τη διάταξη του άρθρου 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β)... γ)... Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 95 παρ. 1 του Συντάγματος που αφορά τις αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκύπτει ότι διοικητικές διαφορές ουσίας, που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, είναι οι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες διοικητικών οργάνων, οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, ο νόμος οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημα του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή η αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο (ΑΕΔ 2/1993).
Εξ άλλου, σε εφαρμογή των αν-τιστοίχων Συνταγματικών ρυθμίσεων του άρθρου 94 παρ.1 και 3, όπως ίσχυαν πριν την πιο πάνω αναθεώρηση, εκδόθηκε ο Ν. 1406/1983, με τα άρθρα 1 και 9 του οποίου όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπήχθησαν από 11.6.1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 εδ.
θ' του Ν. 1406/1983, όπως στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ.3 του Ν. 2721/1999, ορίσθηκε ότι στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται ιδίως και διαφορές που αφορούν τις κάθε είδους αποδοχές (δεδουλευμένες ή μη) του προσωπικού γενικώς του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου.
Ως "αποδοχές", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα Ν.Π.Δ.Δ. με σχέση δημόσιου δικαίου. Απ' αυτό γίνεται φανερό ότι οι διαφορές που αφορούν τις αποδοχές των μισθωτών που συνδέονται με το Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α ή τα Ν.Π.Δ.Δ, όπως είναι η αναιρεσείουσα 1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής (άρθ. 1 παρ. 2 του Ν. 3329/2005), με σύμβαση ή σχέση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 11/1992, ΑΠ 533/2018, ΑΠ 22/2016, ΑΠ 1340/2014, ΑΠ 1635/2012).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 εδ. α - δ του Ν. 4238/2014 "Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.), αλλαγή σκοπού Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και λοιπές διατάξεις" (ΦΕΚ Α 38) ορίσθηκε ότι "Το σύνολο του μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (Ι.Δ.Α.Χ.) ιατρικού, οδοντιατρικού, νοσηλευτικού, επιστημονικού, παραϊατρικού, τεχνικού, διοικητικού προσωπικού των Μονάδων Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
τίθεται, αυτοδικαίως, από την ισχύ του παρόντος, σε καθεστώς διαθεσιμότητας με ταυτόχρονη κατάργηση των θέσεων που κατέχει. Οι ανωτέρω υπάλληλοι παραμένουν σε καθεστώς διαθεσιμότητας επί έναν (1) μήνα και εν συνεχεία, μετατάσσονται / μεταφέρονται, μετά από αίτησή τους, με τους όρους και τις προϋποθέσεις του επόμενου άρθρου, σε οργανικές θέσεις που συνιστώνται για το σκοπό αυτόν στις Διοικήσεις των αντίστοιχων, χωροταξικά, Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.), όπως προβλέπεται με την παρ. 4 του άρθρου 17 του ν. 4224/2013 (Α` 288).
Με απόφαση του Υπουργού Υγείας καθορίζεται η χωροταξική κατανομή, ανά Υγειονομική Περιφέρεια, των υφιστάμενων Μονάδων Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Στους υπαλλήλους που τίθενται σε καθεστώς διαθεσιμότητας καταβάλλονται τα τρία τέταρτα (3/4) των αποδοχών τους, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις...", ενώ με την παρ. 3 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι "οι διαπιστωτικές πράξεις για τη θέση σε καθεστώς διαθεσιμότητας των ανωτέρω υπαλλήλων εκδίδονται από το όργανο διοίκησης του φορέα προέλευσης".
Κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής, εκδόθηκε η με αριθ. Γ.Π./οικ 18936/26.2.2014 Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ Β 485) των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Υγείας, με την οποία συστήθηκαν και κατανεμήθηκαν ανά ειδικότητα (ιατροί) ή κλάδο (λοιπό προσωπικό) 9.930 οργανικές θέσεις, μόνιμου και με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικού, ιατρικού, νοσηλευτικού, παραϊατρικού και λοιπού προσωπικού στις επτά Διοικήσεις των Υγειονομικών Περιφερειών της χώρας.
Εξ άλλου με τη διάταξη του άρθρου 17 του ιδίου νόμου και υπό τον παράτιτλο "Κινητικότητα υπαλλήλων Ε.Ο.Π.Υ.Υ. προς Δ.Υ.Πε", όπως τα δύο πρώτα εδάφια της παρ.1 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο πρώτο υποπαρ. Ι5 του Ν. 4254/2014 (ΦΕΚ Α 85) ορίσθηκαν τα ακόλουθα: "(1). Εκ των υπαλλήλων των παραγράφων 1 και 2 του προηγούμενου άρθρου, που έχουν τεθεί σε καθεστώς διαθεσιμότητας, οι ιατροί/οδοντίατροι, μόνιμοι και Ι.Δ.Α.Χ., μετατάσσονται / μεταφέρονται αναδρομικά από την ημερομηνία λήξης του χρόνου διαθεσιμότητας, με την ίδια εργασιακή σχέση, σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, που συνιστώνται για το σκοπό αυτόν, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του προηγούμενου άρθρου, κατόπιν αιτήσεως τους, περί αποδοχής της εν λόγω θέσης, λαμβανομένων υπόψη και των ρυθμίσεων της παρ. 18 του άρθρου 32 του ν. 2190/1994, όπως ισχύει.
Το λοιπό προσωπικό των ως άνω παραγράφων 1 και 2 μετατάσσεται/μεταφέρεται, αναδρομικά από την ημερομηνία λήξης του χρόνου διαθεσιμότητας, με την ίδια εργασιακή σχέση, κατόπιν αιτήσεως τους, περί αποδοχής της εν λόγω θέσης. Η ισχύς των προηγούμενων εδαφίων αρχίζει την 4η Μαρτίου 2014. Οι ανωτέρω αιτήσεις υποβάλλονται από τους ενδιαφερομένους, εντός επτά (7) εργασίμων ημερών από την ημερομηνία έκδοσης των διαπιστωτικών πράξεων της ως άνω παραγράφου 3 του προηγούμενου άρθρου.
Οι εν λόγω αιτήσεις, οι οποίες υπέχουν θέση υπεύθυνης δήλωσης του ν. 1599/1986 (Α` 75), υποβάλλονται από τους ενδιαφερομένους στις αρμόδιες υπηρεσίες των κατά τόπους περιφερειακών διοικητικών μονάδων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., οι οποίες με ευθύνη τους τις διαβιβάζουν στις αντίστοιχες υπηρεσίες των Δ.Υ.Πε. υποδοχής, εντός τριών ημερών.
Το ιατρικό/οδοντιατρικό προσωπικό που ασκεί, παράλληλα, ελευθέριο επάγγελμα και το οποίο έχει υποβάλει αίτηση αποδοχής θέσης πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης σε Δ.Υ.Πε., οφείλει, κατά το χρόνο ανάληψης υπηρεσίας και προκειμένου να αναλάβει, να προσκομίσει στην αρμόδια υπηρεσία της Δ.Υ.Πε. υποδοχής βεβαίωση διακοπής δραστηριότητας ή εναλλακτικά, στην περίπτωση που χωρίς δική του υπαιτιότητα είναι αδύνατη η άμεση λήψη αντίστοιχης βεβαίωσης, επικυρωμένο αντίγραφο της αίτησης διακοπής δραστηριότητας προς την αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.).
Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η βεβαίωση διακοπής δραστηριότητας κατατίθεται στην αρμόδια υπηρεσία υποδοχής, από τον υπόχρεο, αμέσως μετά τη λήψη της, το αργότερο εντός μηνός από την ανάληψη υπηρεσίας, άλλως απολύονται αυτοδικαίως. (2). Σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης υποβολής της σχετικής αίτησης αποδοχής ο υπάλληλος που έχει τεθεί σε καθεστώς διαθεσιμότητας απολύεται, αυτοδικαίως, μετά την πάροδο του προκαθορισμένου χρόνου των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 16 του παρόντος. (3).
Στην περίπτωση που ο μετατασσόμενος/μεταφερόμενος υπάλληλος δεν παρουσιαστεί στην αρμόδια υπηρεσία του φορέα υποδοχής, προκειμένου να αναλάβει υπηρεσία, απολύεται αυτοδικαίως. (4). Οι πράξεις μετάταξης / μεταφοράς των εν λόγω υπαλλήλων εκδίδονται από το αρμόδιο όργανο διοίκησης του Φορέα υποδοχής". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι ιατροί / οδοντίατροι που υπηρετούσαν στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (όπως και οι μόνιμοι ιατροί), οι οποίοι αρχικά είχαν μεταφερθεί αυτοδικαίως στον Εθνικό Οργανισμό Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) από την ημερομηνία ένταξης σε αυτόν του κλάδου υγείας του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ [άρθ. 17 παρ.1 και 2 και 26 παρ. 9 του Ν. 3918/2011, όπως η τελευταία αυτή παράγραφος προστέθηκε με την παρ.21 του άρθρου 72 του Ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α 150)], στη συνέχεια μετατάχθηκαν / μεταφέρθηκαν με την ίδια εργασιακή σχέση και κατόπιν αίτησής τους στις κατά τόπους Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε), όπως στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα και σε αντίστοιχες οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης που συστήθηκαν για τον σκοπό αυτό, κατά τα ειδικότερα προβλεπόμενα στα ως άνω άρθρα 16 παρ.1 και 17 παρ.1 του Ν. 4238/2014.
Επίσης, με το άρθρο 18 του νόμου αυτού (4238/2014), ορίσθηκε ότι εντός οκταμήνου από την ολοκλήρωση της μετάταξης / μεταφοράς το ως άνω ιατρικό προσωπικό αξιολογείται και κατατάσσεται σε θέσεις κλάδου ιατρών / οδοντιάτρων του Ε.Σ.Υ. που θα ενταχθούν στο Π.Ε.Δ.Υ., ενώ με το άρθρο 21 παρ.2 του ιδίου νόμου ορίσθηκε ότι το ιατρικό / οδοντιατρικό προσωπικό, μόνιμοι και Ι.Δ.Α.Χ. (ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου) διατηρεί το σύνολο των τακτικών αποδοχών που λαμβάνουν κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού και ότι, μετά την ένταξή τους σε θέσεις του κλάδου ιατρών / οδοντιάτρων του Ε.Σ.Υ., λαμβάνουν τις αποδοχές που προβλέπονται από τις οικείες μισθολογικές διατάξεις.
Τέλος με το άρθρο 25 του ιδίου νόμου προβλέφθηκε διαδικασία αξιολόγησης από πενταμελές Συμβούλιο Αξιολόγησης ιατρών και κατάταξης αναλόγως της προϋπηρεσίας του έχοντος μεταταχθεί κατά την προαναφερθείσα διαδικασία ιατρικού προσωπικού στους βαθμούς Διευθυντή, Επιμελητή Α' ή Επιμελητή Β', προκειμένου αυτό να ενταχθεί στον κλάδο ειδικευμένων ιατρών του Ε.Σ.Υ.
Επομένως ναι μεν, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας ένταξης (κατόπιν αξιολόγησης) σε θέσεις κλάδου ιατρών /οδοντιάτρων του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.) των απασχολουμένων με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ιατρών και οδοντίατρων, που είχαν ήδη μεταταχθεί / μεταφερθεί σε οργανικές θέσεις των κατά τόπους Διοικήσεων Υγειονομικής Περιφέρειας, οι αποδοχές αυτών καθορίζονται από το ειδικό μισθολόγιο των ιατρών του Ε.Σ.Υ.
που προβλέπει η ισχύουσα εκάστοτε νομοθεσία, πλην όμως καμία από τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν προβλέπει ρητώς τη μετατροπή των οργανικών θέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των ως άνω ιατρών / οδοντιάτρων [οι οποίοι μέχρι τότε υπηρετούσαν με σχέση ιδιωτικού δικαίου αρχικά στο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.
και στη συνέχεια στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και ακολούθως εντάχθηκαν κατά τα ανωτέρω σε μονάδες παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας των ΔΥΠε], σε μόνιμες οργανικές θέσεις ιατρών / οδοντιάτρων δημοσίου δικαίου, μετά την αξιολόγηση και κατάταξή τους σε θέσεις κλάδου ιατρών / οδοντιάτρων του Ε.Σ.Υ. για τη σύσταση των οποίων (μόνιμων θέσεων) άλλωστε απαιτείται ειδική νομοθετική πρόβλεψη, κατά το άρθρο 103 παρ. 2 εδ.
α του Συντάγματος. Αντιθέτως η διάταξη του άρθρου 17 παρ.1 του Ν. 4238/2014 ρητώς ορίζει ότι η ως άνω μετάταξη / μεταφορά των ιατρών / οδοντιάτρων (μόνιμων και ΙΔΑΧ) λαμβάνει χώρα "με την ίδια εργασιακή σχέση" σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, ήτοι για μεν τους μόνιμους σε οργανικές θέσεις δημοσίου δικαίου, για δε τους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ) σε οργανικές θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Για το λόγο αυτό άλλωστε η με αριθ. Γ.Π. οικ/18936/26.2.2014 Κοινή Υπουργική Απόφαση δεν διαχώρισε αριθμητικά τις συσταθείσες 9.930 θέσεις σε θέσεις μόνιμου προσωπικού και σε θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικού, αφού κατά την έκδοσή της ήταν άδηλος ο αριθμός των ιατρών/ οδοντιάτρων - μόνιμων και Ι.Δ.Α.Χ. - που θα εντάσσονταν σε αντίστοιχες θέσεις κλάδου ιατρών του Ε.Σ.Υ.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ.4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο από τον αριθμό 4 (και όχι από τους αριθμούς 1, 8, 11 και 19) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα 1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής, επικαλούμενη ότι μετά την αξιολόγηση και ένταξη των εναγόντων - εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητων ιατρών σε θέσεις κλάδου ιατρών του Ε.Σ.Υ.
με την με αριθ. .../17.12.2014 (ΦΕΚ Β 3418) απόφαση του Διοικητή της αναιρεσείουσας, αυτοί συνδέονται έκτοτε με αυτήν με σχέση δημοσίου δικαίου, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως έκρινε ότι τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία προς επίλυση της ένδικης διαφοράς, απορρίπτοντας τον περί ελλείψεως δικαιοδοσίας λόγο της από 2.1.2018 έφεσης αυτής.
Ο λόγος αυτός, πέραν της αοριστίας του, δεδομένου ότι δεν αναφέρονται οι διατάξεις που κατά την αναιρεσείουσα μετέτρεψαν σε οργανικές θέσεις δημοσίου δικαίου εκείνες των αναιρεσίβλητων ιατρών, είναι αβάσιμος, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι, σύμφωνα με τα όσα προαναφέρθηκαν, εξακολουθούν και μετά την ανωτέρω ένταξη τους να συνδέονται με την αναιρεσείουσα με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και κατά συνέπεια τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία προς εκδίκαση της ένδικης διαφοράς, η οποία αφορά την καταβολή μισθολογικών διαφορών στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους από την εργασία τους, ως ιατρών σε μονάδες υγείας της αναιρεσείουσας.
Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ότι είχε δικαιοδοσία προς εκδίκαση της ένδικης διαφοράς, ορθώς κατά νόμο έκρινε και κατά συνέπεια ο περί του αντιθέτου ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2 και 216 παρ. 1 στοιχ. α και β του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.
Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 837/2019, ΑΠ 1864/2011, ΑΠ 329/2007 σχετ. ΑΠ 862/2015, AΠ 291/2015). Ειδικότερα, για να είναι ορισμένη, κατά το άρθρο 216 παρ.1 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648, 651, 653 και 655 του ΑΚ, η αγωγή, με την οποία ζητείται η επιδίκαση διαφορών στον ενάγοντα μισθωτό μεταξύ οφειλομένων κατά νόμο (δεδουλευμένων) και καταβληθεισών κατά την αγωγή σε αυτόν μικρότερων αποδοχών, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής η κατάρτιση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων, η ειδικότητα του ενάγοντος, η εκ μέρους αυτού παροχή της εργασίας του, ο συμβατικός ή ο κατά τις οικείες συλλογικές συμβάσεις ή κατά τις ειδικές ρυθμίσεις του νόμου οφειλόμενος μισθός του μισθωτού με αναφορά στο βασικό μισθό και τα επί μέρους επιδόματα που ανάγονται στο αντίστοιχο χρονικό διάστημα της απασχόλησης του μισθωτού στην ειδικότητα αυτή, κατά το οποίο δεν υπήρξε από το νόμο ή τα πράγματα λόγος διαφοροποίησής τους, ως και η αιτία που κατά νόμο δικαιολογεί την καταβολή των συγκεκριμένων επιδομάτων στον ενάγοντα ή τη μεταβολή του ύψους των, το χρονικό διάστημα στο οποίο αφορούν οι επίδικες διαφορές και οι προκύπτουσες από την αιτία αυτή διαφορές αποδοχών, μετ' αφαίρεση εκείνων που κατά τον ενάγοντα ήδη καταβλήθηκαν (ΑΠ 1004/2017, ΑΠ 900/2017, ΑΠ 1384/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του δικογράφου της από 10.5.2017 αγωγής, στην οποία προβαίνει ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι σε αυτό αναφέρονται το είδος της συνδέουσας τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους ιατρούς, εργασιακής σχέσης αρχικά με το Ι.Κ.Α, ακολούθως με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
και στη συνέχεια με την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα 1η Δ.Υ.Πε. Αττικής, η ειδικότητα και ο βαθμός εκάστου εξ αυτών, ο χρόνος προϋπηρεσίας αυτών σε μήνες στους πιο πάνω φορείς, ο χρόνος για την απόκτηση ειδικότητας και ο χρόνος υπηρεσίας αγροτικού ιατρού σε μήνες και συνολικά ο χρόνος προϋπηρεσίας εκάστου εξ αυτών σε έτη, το αναλογούν στα έτη αυτά ποσοστό χρονοεπιδόματος και το προκύπτον επίδομα χρόνου υπηρεσίας με βάση μισθό αναφοράς για τον υπολογισμό του χρονοεπιδόματος ύψους 2067 ευρώ (βασικός μισθός πρωτοδίκη) για τον καθένα από αυτούς και, επί πλέον, παρατίθενται οι κατ' αυτούς οφειλόμενες αποδοχές ανά μήνα με αναφορά στον βασικό μισθό, τα επί μέρους επιδόματα [(νοσοκομειακής απασχόλησης, βιβλιοθήκης και θέσης διευθυντή, οικογενειακής παροχής 35 ευρώ), μεταπτυχιακής εκπαίδευσης και τέκνων (για ορισμένους εξ αυτών) και χρόνου υπηρεσίας ανάλογα με την προϋπηρεσία τους], με βάση τα οριζόμενα από το Ν. 3205/2003 χωρίς τις περικοπές του Ν. 4093/2012, το προκύπτον άθροισμα καθώς και οι καταβληθείσες σε αυτούς επί το έλαττον αποδοχές ανά μήνα, ως και ούτω προκύπτουσα διαφορά ανά μήνα και, τέλος, το σύνολο των διαφορών μεταξύ οφειλομένων και καταβληθεισών αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1.1.2015 έως 30.6.2017, των οποίων διώκεται η επιδίκαση.
Επομένως η έχουσα το προαναφερόμενο περιεχόμενο αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, δεν απαιτείτο δε περαιτέρω εξειδίκευση του τρόπου προσδιορισμού των επί μέρους κατά τα άνω ποσών, αφού μάλιστα τα ποσά αυτά είτε προσδιορίζονται σε ορισμένο ύψος απ' ευθείας από επί μέρους διατάξεις του νόμου (βασικός μισθός και επιδόματα, πλην επιδόματος χρόνου υπηρεσίας), είτε προκύπτουν με απλό μαθηματικό υπολογισμό (επίδομα χρόνου υπηρεσίας).
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το να κρίνει ως ορισμένη την έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγή, απορρίπτοντας τον περί αοριστίας αυτής σχετικό λόγο της από 2.1.2018 έφεσης της τότε εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, δεν κήρυξε απαράδεκτο παρά το νόμο και συνεπώς δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (και όχι και από τους αριθμούς 8 και 19 του ιδίου άρθρου) δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Με τον τρίτο κατά το πρώτο αυτού σκέλος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο επιδίκασε μισθολογικές διαφορές στους αναιρεσίβλητους, καθότι μετά την ένταξη αυτών σε κλάδο ιατρών του ΕΣΥ με την με αριθ. .../17.12.2014 απόφαση του Διοικητή αυτής, οι τελευταίοι άρχισαν από 19.12.2014 να λαμβάνουν τις αποδοχές των ιατρών του ΕΣΥ, με συνέπεια η αγωγή να είναι χωρίς αντικείμενο.
Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί προεχόντως ως αλυσιτελής, διότι αντικείμενο της ένδικης διαφοράς δεν ήταν η καταβολή στους αναιρεσίβλητους των αποδοχών που προβλέπονται από το ειδικό μισθολόγιο των ιατρών του ΕΣΥ, τις οποίες αυτοί ελάμβαναν μετά την ένταξή τους στον κλάδο ιατρών του ΕΣΥ, αλλά το εάν ήταν σύμφωνες με το Σύνταγμα οι περικοπές στις αποδοχές αυτές, που προέβλεψε από 1.8.2012 η διάταξη του άρθρου πρώτου παρ.
Γ υποπαρ. Γ.1 αριθ. 27 στοιχ. α - γ του Ν. 4093/2012 και περί του εάν το επίδομα χρόνου υπηρεσίας των αναιρεσίβλητων έπρεπε ή όχι να υπολογισθεί επί του βασικού μισθού του πρωτοδίκη, ύψους 2.067 ευρώ μηνιαίως [για το τελευταίο δεν υπάρχει λόγος αναίρεσης]. Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε τον περί τούτου προταθέντα με λόγο της από 2.1.2018 έφεσης σχετικό ισχυρισμό της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, τον οποίο εξέλαβε ως ένσταση εξόφλησης (αρθ. 416 του ΑΚ), ως απαράδεκτο, καθότι δεν είχε προβληθεί πρωτοδίκως κατά τρόπο παραδεκτό και με επάλληλη αιτιολογία ως αόριστο, ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε (άρθ. 578 του ΚΠολΔ) και συνακόλουθα πρέπει ν' απορριφθεί ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο αυτού σκέλος.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης και υπό την επίκληση του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι εντός του μηνός Ιανουαρίου του 2019 και σε εκτέλεση της με αριθ. οικ/2/88420/ΔΕΠ/4.12.2018 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Οικονομικών και Υγείας (ΦΕΚ Β 5435), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 11 παρ. 2 του Ν. 4575/2018 (ΦΕΚ Α 192/14.11.2018) καταβλήθηκε στον καθένα των αναιρεσίβλητων, ιατρό του Ε.Σ.Υ.
εφάπαξ χρηματικό ποσό που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ των μηνιαίων αποδοχών που θα δικαιούνταν να λάβουν με βάση τις ισχύουσες κατά την 31.7.2012 μισθολογικές διατάξεις και των μηνιαίων αποδοχών που πράγματι τους καταβλήθηκαν με βάση τις διατάξεις του Ν. 4093/2012, με αναφορά στο χρονικό διάστημα από 13.11.2014 έως και 31.12.2016 και κατά συνέπεια οι προκύπτουσες διαφορές περιορίζονται πλέον στο χρονικό διάστημα από 1.1.2017 έως 30.6.2017 και ανέρχονται στα αναγραφόμενα στον αναιρετικό λόγο επί μέρους ποσά για κάθε αναιρεσίβλητο.
Ο λόγος αυτός, αληθώς από τον αριθμό 1 (και όχι από τον αριθμό 19) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει ν' απορριφθεί ως αλυσιτελής, διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια αναφέρεται στη μη εφαρμογή σχετικής νομοθετικής ρύθμισης (της ανωτέρω Κ.Υ.Α) που ίσχυσε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (28.11.2018), ενώ ο Άρειος Πάγος ελέγχει την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση το νόμο που ίσχυε κατά τη δημοσίευσή της, με την επιφύλαξη τυχόν αναδρομικής επέκτασης των αποτελεσμάτων του νέου νόμου και επί των ήδη τελεσιδίκως κριθέντων με σχετική διάταξη αυτού, περίπτωση περί της οποίας δεν πρόκειται.
Τελείως διαφορετικό είναι το ζήτημα συμψηφισμού (ορθότερον καταλογισμού) του κατά τα άνω εφάπαξ ληφθέντος χρηματικού ποσού στις επιδικασθείσες με την προσβαλλομένη απόφαση διαφορές, εφόσον αναφέρονται (εν όλω ή εν μέρει) στο ίδιο χρονικό διάστημα, περί του οποίου προνοεί άλλωστε η διάταξη του άρθρου 3 της ανωτέρω ΚΥΑ.
Με τη διάταξη του άρθρου πρώτου παράγραφος Γ υποπαράγραφος Γ1 υπό τον παράτιτλο "Μισθολογικές διατάξεις του δημόσιου τομέα" αριθ. 27 εδ. α, β και γ του Ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2015. Επείγοντα μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής" (ΦΕΚ Α 222) αντικαταστάθηκαν η παράγραφος 1 του άρθρου 43 [όπως η παρ.1 του άρθρου 43 του Ν.3205/2003 είχε αντικατασταθεί αρχικά με το άρθ. 6 του Ν. 3754/2009 (ΦΕΚ Α 43) και στη συνέχεια με το άρθ. 55 παρ.2 του Ν. 3918/2011 (ΦΕΚ Α 31), λόγω της θέσπισης του βαθμού του Συντονιστή - Διευθυντή] και οι παράγραφοι 3, 4 και 6 του άρθρου 44 του κεφαλαίου Γ του Ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου Ν.Π.Δ.Δ.
και Ο.Τ.Α. ..." (ΦΕΚ Α 297), [όπως η παρ. 6 είχε αντικατασταθεί αρχικά με το άρθρο 66 παρ. 33 του Ν. 3984/2011 ΦΕΚ Α 150)], και ορίσθηκε το ύψος του βασικού μισθού των ιατρών του Εθνικού Συστήματος Υγείας αναλόγως του βαθμού αυτών [Συντονιστής - Διευθυντής, Διευθυντής, Επιμελητής Α', Επιμελητής Β', Ειδικευόμενος] (με την πρώτη διάταξη) και το ύψος των χορηγουμένων σε αυτούς επιδομάτων α) νοσοκομειακής απασχόλησης, απόδοσης και ειδικών συνθηκών άσκησης ιατρικού έργου, β) πάγιας αποζημίωσης για συμμετοχή σε σεμινάρια και ενημέρωση βιβλιοθήκης, τα οποία διαφοροποιούνταν αναλόγως του βαθμού του ιατρού και του γ) επιδόματος θέσης ευθύνης στους συντονιστές διευθυντές και σε όσους διευθυντές ασκούν χρέη συντονιστή και για όσο χρόνο ασκούσαν καθήκοντα των βαθμών τους (με τη δεύτερη διάταξη) σε νέα χαμηλότερα επίπεδα σε σχέση με τα όσα ορίζονταν μέχρι τότε από τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας.
Εξ άλλου οι ιατροί που υπηρετούσαν στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (όπως και οι μόνιμοι ιατροί), αρχικά μεταφέρθηκαν αυτοδικαίως στον Εθνικό Οργανισμό Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) από την ημερομηνία ένταξης σε αυτόν του κλάδου υγείας του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και στη συνέχεια μετατάχθηκαν / μεταφέρθηκαν με την ίδια εργασιακή σχέση και κατόπιν αίτησής τους στις κατά τόπους Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε), όπως στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα και σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης που συστήθηκαν για τον σκοπό αυτό, κατά τα ειδικότερα προβλεπόμενα στα άρθρα 16 παρ.1 και 17 παρ.1 του Ν. 4238/2014.
Με το άρθρο 18 του νόμου αυτού (4238/2014) ορίσθηκε ότι εντός οκταμήνου από την ολοκλήρωση της μετάταξης / μεταφοράς το ως άνω ιατρικό προσωπικό αξιολογείται και κατατάσσεται σε θέσεις κλάδου ιατρών / οδοντιάτρων του Ε.Σ.Υ. που θα ενταχθούν στο Π.Ε.Δ.Υ., ενώ με το άρθρο 21 παρ.2 του ιδίου νόμου ορίσθηκε ότι το ιατρικό / οδοντιατρικό προσωπικό, μόνιμοι και Ι.Δ.Α.Χ. (ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου) διατηρεί το σύνολο των τακτικών αποδοχών που λαμβάνουν κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού και ότι, μετά την ένταξή τους σε θέσεις του κλάδου ιατρών / οδοντιάτρων του Ε.Σ.Υ., λαμβάνουν τις αποδοχές που προβλέπονται από τις οικείες μισθολογικές διατάξεις.
Κατά συνέπεια μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας ένταξης (κατόπιν αξιολόγησης) σε θέσεις κλάδου ιατρών /οδοντιάτρων του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.) των απασχολουμένων με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ιατρών και οδοντίατρων, που είχαν ήδη μεταταχθεί / μεταφερθεί σε οργανικές θέσεις των κατά τόπους Διοικήσεων Υγειονομικής Περιφέρειας, οι αποδοχές αυτών καθορίζονται από το ειδικό μισθολόγιο των ιατρών του Ε.Σ.Υ.
που προβλέπει η ισχύουσα εκάστοτε νομοθεσία. Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι, πέραν των μειώσεων των αποδοχών τους που προβλέφθηκαν με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου πρώτου παράγραφος Γ υποπαράγραφος Γ1 αριθ. 27 εδ. α, β και γ του Ν. 4093/2012, οι ως άνω ιατροί, όπως και οι εργαζόμενοι στον δημόσιο τομέα υπάλληλοι και λειτουργοί, είχαν κατά το παρελθόν υποστεί και άλλες περικοπές των αποδοχών τους προς αντιμετώπιση της οξύτατης δημοσιονομικής κρίσης που αντιμετώπιζε η χώρα με προηγούμενα νομοθετήματα, οι οποίες (προηγούμενες μειώσεις) κρίθηκαν συνταγματικά ανεκτές και συμβατές με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ Υπόθεση Κ.
και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδας, ΟλΣτΕ 668/2012, ΟλΕλΣυν 1388/2018, ΑΠ 1460/2018, ΑΠ 1147/2015). Στην ένδικη υπόθεση, επί της από 10.5.2017 αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων [επί συνόλου 36 αρχικά εναγόντων], ιατρών που εργάζονταν με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου αρχικά στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, στη συνέχεια στον Ε.Ο.Π.Π.Υ και τέλος στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα 1η ΔΥΠε Αττικής, μετά την μετάταξη / μεταφορά τους σε αυτήν και την ένταξη τους σε θέσεις κλάδου ιατρών του Ε.Σ.Υ, με την οποία διωκόταν η επιδίκαση (μεταξύ άλλων) σε αυτούς για τη χρονική περίοδο από 1.1.2015 έως 30.6.2017 των διαφορών μεταξύ των λαμβανομένων αποδοχών τους πριν τις πιο πάνω περικοπές που επιβλήθηκαν με την ως άνω διάταξη του άρθρου πρώτου παράγραφος Γ υποπαράγραφος Γ1 αριθ. 27 εδ.
α, β και γ του Ν. 4093/2012 και των καταβαλλομένων σε αυτούς από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα αποδοχών μετά τις πιο πάνω περικοπές, οι οποίες (περικοπές) είχαν ήδη κριθεί αντισυνταγματικές με αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εκδόθηκε αρχικά η με αριθ. 2041/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε κατά ένα μέρος την πιο πάνω αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσία και ειδικότερα για το χρονικό διάστημα από 1.5.2015 έως 30.6.2017, κρίνοντας ότι οι επιβληθείσες με την πιο πάνω διάταξη του Ν. 4093/2012 περικοπές των αποδοχών των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων αντίκεινται σε διατάξεις του Συντάγματος και επιδίκασε κατά ένα μέρος καταψηφιστικά και κατά το υπόλοιπο μέρος αναγνωριστικά τα εκεί αναγραφόμενα ποσά (στα οποία περιλαμβάνονται και οι διαφορές αποδοχών λόγω των πιο πάνω περικοπών), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Με την ίδια απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή για το διάστημα από 1.1.2015 έως 30.4.2015 ως παραγεγραμμένη. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, κατόπιν άσκησης της από 2.1.2018 (αρ. κατ. 24/2/2.1.2018) έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας 1ης ΔΥΠε Αττικής, δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι από τις συνδυαζόμενες διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 5, 25 παρ. 1 και 4, 79 παρ.1 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος προκύπτει ότι ναι μεν σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημοσίων δαπανών που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού, ιδίως όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο, λόγω της άμεσης εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των επιβαλλομένων σε βάρος τους μέτρων για τον περιορισμό του δημοσίου ελλείμματος, πλην όμως η δυνατότητα αυτή δεν μπορεί να είναι απεριόριστη, αλλά έχει ως όριο τις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες επιτάσσουν όπως το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων τόσο στο δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, ως επίσης και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, δεδομένου μάλιστα ότι η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών είναι προς όφελος όλων.
Και τούτο διότι, ενόψει και της καθιερουμένης στο άρθρο 25 παρ.4 του Συντάγματος αξίωσης του Κράτους να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση και τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, ώστε η σωρευτική επιβάρυνση αυτών να είναι ιδιαίτερα μεγάλη και να είναι πλέον εμφανής η υπέρβαση των ορίων της αναλογικότητας και της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών, αντί της προώθησης διαρθρωτικών μέτρων και της είσπραξης φορολογικών εσόδων, από τη μη εφαρμογή των οποίων ευνοούνται κυρίως άλλες κατηγορίες πολιτών, από την ασυνέπεια των οποίων στο πεδίο εκπλήρωσης των φορολογικών τους υποχρεώσεων προκαλείται σε μεγάλο βαθμό η δυσμενής οικονομική συγκυρία.
Δέχθηκε επίσης ότι με το Ν. 1397/1983 "Εθνικό Σύστημα Υγείας", έχει θεσπισθεί ιδιαίτερο μισθολογικό καθεστώς των ιατρών του κλάδου Ε.Σ.Υ., με τη θέσπιση ειδικού προς τούτο μισθολογίου, αποτελουμένου από το βασικό μισθό, αναλόγως του βαθμού του ιατρού, τα διάφορα επιδόματα, αποζημιώσεις και προσαυξήσεις. Ότι για τη διαμόρφωση του πιο πάνω ειδικού μισθολογίου, λήφθηκαν υπόψη οι ειδικότερες συνθήκες άσκησης του ιατρικού έργου, η ανάγκη για διαρκή εκπαίδευση του ιατρού στην επιστήμη του, η μεγάλη διάρκεια της πανεπιστημιακής του εκπαίδευσης σε σχέση με άλλους επιστήμονες, η πολύχρονη μεταπτυχιακή εκπαίδευση για τη λήψη ειδικότητας και ο περισσότερος χρόνος εργασίας συγκριτικά με άλλους κλάδους της διοίκησης.
Ότι με το άρθρο 6 του Ν. 3754/2009 και στη συνέχεια με το άρθρο 55 παρ.2 του Ν. 3918/2011 (ενόψει θέσπισης βαθμού συντονιστή - διευθυντή) αντικαταστάθηκε το άρθρο 43 του Ν. 3205/2003 και αναμορφώθηκαν από 1.1.2009 οι βασικοί μισθοί των ιατρών στα εκεί αναφερόμενα επίπεδα και ειδικότερα ο βασικός μηνιαίος μισθός του Διευθυντή ορίσθηκε σε 2.054 ευρώ, του Επιμελητή Α' σε 1.759 ευρώ, του Επιμελητή Β' σε 1.468 ευρώ και του Ειδικευόμενου σε 1.027 ευρώ.
Ότι πέραν του βασικού μισθού καταβάλλονταν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 44 του Ν. 3205/2003, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 του Ν. 3759/2009 επίδομα χρόνου υπηρεσίας, επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών, επίδομα νοσοκομειακής απασχόλησης, απόδοσης και ειδικών συνθηκών που είχε ορισθεί για τους βαθμούς του Διευθυντή (και του Συντονιστή - Διευθυντή), Επιμελητή Α', Επιμελητή Β' και Ειδικευόμενου σε 450, 389, 327 ευρώ και 355 ευρώ, πάγια αποζημίωση για συμμετοχή σε σεμινάρια και ενημέρωση βιβλιοθήκης που είχε ορισθεί για τους βαθμούς του Διευθυντή (και του Συντονιστή - Διευθυντή), Επιμελητή Α', Επιμελητή Β' και Ειδικευόμενου σε 339, 293, 247 ευρώ και 185 ευρώ και επίδομα θέσης για του διευθυντές ύψους 235 ευρώ και το 40/100 αυτού για τους Επιμελητές Α', εφόσον τους απονέμεται ο τίτλος του Αναπληρωτή Διευθυντή.
Ότι ακολούθως έλαβαν χώρα οι αναφερόμενες στην απόφαση μειώσεις αποδοχών με τους Ν. 3833/2010, 3845/2010, 3986/2011 και 4002/2011. Ότι στη συνέχεια με το άρθρο πρώτο παρ. Γ υποπ. Γ1 αριθ. 27 του Ν. 4093/2012 αντικαταστάθηκε εκ νέου η διάταξη του άρθρου 43 του Ν. 3205/2003 και ο βασικός μηνιαίος μισθός του Διευθυντή μειώθηκε σε 1.580 ευρώ, του Επιμελητή Α' σε 1.513 ευρώ, του Επιμελητή Β' σε 1.321 ευρώ και του Ειδικευόμενου σε 1.007 ευρώ.
Ότι με την ίδια διάταξη του Ν. 4093/2012 αντικαταστάθηκαν οι παρ. 3, 4 και 6 του άρθρου 44 του Ν. 3205/2003, όπως η τελευταία (παρ. 6) είχε ήδη αντικατασταθεί με το άρθ. 66 παρ.33 του Ν. 3984/2011 και μειώθηκαν για τους βαθμούς του Διευθυντή (και του Συντονιστή - Διευθυντή), Επιμελητή Α', Επιμελητή Β' και Ειδικευόμενου τα εκεί προβλεπόμενα επιδόματα α) νοσοκομειακής απασχόλησης, απόδοσης και ειδικών συνθηκών σε 238, 205, 174 ευρώ και 190 ευρώ αντίστοιχα, β) πάγιας αποζημίωσης για συμμετοχή σε συνέδρια και ενημέρωση βιβλιοθήκης σε 225, 195, 164 και 123 ευρώ αντίστοιχα και γ) θέσης ευθύνης για τους Συντονιστές - Διευθυντές και σε όσους διευθυντές ασκούν χρέη Συντονιστή και για όσο χρόνο ασκούν τα καθήκοντα των βαθμών τους σε 156 ευρώ.
Ότι με τις πιο πάνω διατάξεις ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η χώρα εξακολουθεί να έχει προβλήματα με την φορολογική συμμόρφωση, την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, την περαιτέρω μείωση των αποδοχών των μισθοδοτουμένων από το Δημόσιο υπαλλήλων και λειτουργών με βάση τα ειδικά μισθολόγια.
Ότι, αν και επρόκειτο για διαφορετικές κατηγορίες λειτουργών ή υπαλλήλων, με διαφορετικά καθήκοντα και αποστολή, ο νομοθέτης αντιμετώπισε αυτές συλλήβδην ως ενιαίο οικονομικό μέγεθος, στο οποίο υπολογιζόμενο ως σύνολο έπρεπε να μειωθεί το μέγεθός του κατά 10%, στο πλαίσιο επιχειρουμένης μείωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος, χωρίς να λάβει υπόψη του τους λόγους για τους οποίους είχε θεσπισθεί ιδιαίτερο μισθολόγιο για καθεμία από τις ως άνω κατηγορίες λειτουργών ή υπαλλήλων.
Ότι με βάση το εξισωτικό αυτό κριτήριο θεσπίσθηκαν μεγαλύτερα ποσοστά μείωσης (άνω του 10%) στα μισθολόγια όπου το ύψος των αποδοχών ήταν γενικά μαθηματικώς υψηλότερο και μικρότερα ποσοστά σε εκείνα στα οποία το ύψος των αποδοχών ήταν μαθηματικώς χαμηλότερο, εντός δε του ιδίου μισθολογίου μειώθηκαν κατά μεγαλύτερο ποσοστό οι αποδοχές των όσων κατείχαν υψηλότερους βαθμούς στην ιεραρχία.
Ότι κατ' εφαρμογή του αμιγώς αριθμητικού αυτού κριτηρίου, με τις ρυθμίσεις του άρθρου πρώτου παράγραφος Γ υποπαράγραφος Γ1 αριθ. 27 του Ν. 4093/2012 επιβλήθηκαν οι ανωτέρω μειώσεις στο μηνιαίο βασικό μισθό και στα επιδόματα νοσοκομειακής απασχόλησης, απόδοσης και ειδικών συνθηκών άσκησης του ιατρικού έργου, πάγιας αποζημίωσης για συμμετοχή σε σεμινάρια και ενημέρωση βιβλιοθήκης των αποδοχών των ιατρών του ΕΣΥ.
Ότι στις επίδικες μειώσεις που επήλθαν με το Ν. 4093/2012, πρέπει να συνυπολογισθεί η πλήρης κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας με το νόμο αυτό, οι διαλαμβανόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση μειώσεις που είχαν επιβληθεί διαδοχικώς κατά το παρελθόν με τους νόμους 3833/2010, 3845/2010, και 4002/2011, καθώς και με άλλες μειώσεις του εισοδήματος αυτών που επιβλήθηκαν την περίοδο της κρίσης με παράπλευρα νομοθετήματα (επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης με το Ν. 3986/2011, σταδιακή μείωση αφορολόγητου, αύξηση συντελεστών φορολογίας εισοδήματος, αύξηση συντελεστών φόρου προστιθέμενης αξίας).
Ότι ούτε από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του Ν. 4093/2012, ούτε από το κείμενο του εγκριθέντος με το νόμο αυτό Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής, ούτε από το κείμενο του εγκριθέντος με το Ν. 4046/2012 Μνημονίου Συνεννόησης προκύπτει ότι κατά τον προσδιορισμό του ύψους των πιο πάνω περικοπών λήφθηκαν υπόψη, πέραν του ως άνω καθαρώς αριθμητικού και ως εκ τούτου προδήλως απρόσφορου κριτηρίου, τα ως άνω στοιχεία, και ειδικότερα δεν προκύπτει ότι εκτιμήθηκαν ειδικά οι επιπτώσεις από τις μειώσεις αυτές στη λειτουργία του Ε.Σ.Υ.
ούτε αν οι εκ των μειώσεων επιπτώσεις είναι μικρότερες ή μεγαλύτερες από το προκύπτον οικονομικό όφελος, ούτε αν θα μπορούσαν να ληφθούν άλλα μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος με μικρότερο κόστος για το ιατρικό προσωπικό. Ούτε επίσης εξετάσθηκε εάν μετά τις πιο πάνω περικοπές, οι αποδοχές των ιατρών παραμένουν επαρκείς για την αντιμετώπιση του κόστους διαβίωσης των.
Ότι, αντιθέτως, όπως συνάγεται από το προσηρτημένο στο Ν. 4046/2012 Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής, ένας εκ των λόγων για τους οποίους κρίθηκε αναγκαία η λήψη μέτρων, περιλαμβανομένων και των νέων μειώσεων των αποδοχών των ιατρών του Ε.Σ.Υ. ήταν η αδυναμία είσπραξης φορολογικών εσόδων.
Ότι οι συγκεκριμένες μειώσεις των αποδοχών των ιατρών του ΕΣΥ που επήλθαν με το νόμο αποκλειστικά με βάση το καθαρώς αριθμητικό κριτήριο, συνυπολογιζόμενες με την πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας, τις υπόλοιπες μειώσεις που είχαν επιβληθεί διαδοχικά στις αποδοχές αυτών και τις αλλεπάλληλες φορολογικές επιβαρύνσεις, υπερβαίνουν λόγω του σωρευτικού τους αποτελέσματος και της έκτασης αυτών τα όρια που θέτουν οι συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, δεδομένης και της χρονίζουσας αδυναμίας της προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και της είσπραξης ληξιπρόθεσμων οφειλών, συνεπεία της οποίας κρίθηκαν και πάλι αναγκαίες, μεταξύ άλλων οι επίδικες νέες μειώσεις των αποδοχών των ιατρών.
Ότι, αν και η επίτευξη των στόχων του μεσοπρόθεσμου προγράμματος, ήτοι η εκπλήρωση των προϋποθέσεων που τίθενται ως προαπαιτούμενα για τη συνέχιση της χρηματοδότησης του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής δικαιολογούν κατ' αρχήν τη λήψη μέτρων περιστολής των δαπανών, με τη μείωση του μισθολογικού κόστους του προσωπικού του Δημοσίου προς κάλυψη τμήματος του δημοσιονομικού κενού του προγράμματος προσαρμογής, το οποίο κυρίως προέκυψε λόγω της αποτυχίας είσπραξης των προβλεπόμενων φορολογικών εσόδων προηγουμένων και της αδυναμίας προώθησης διαρθρωτικού χαρακτήρα μεταρρυθμίσεων, δεν αρκούν για να καταστήσουν συνταγματικά ανεκτές τις συγκεκριμένες περικοπές.
Ότι, ανεξαρτήτως του ότι το δημόσιο συμφέρον για την εξυπηρέτηση του οποίου επιβλήθηκαν οι νέες μειώσεις δεν ήταν τόσο έντονο, όσο εκείνο που δικαιολογούσε την υιοθέτηση των αρχικών μέτρων των νόμων 3833/2010 και 3845/2010, που λήφθηκαν προ του κινδύνου άμεσης χρεωκοπίας και εξόδου της χώρας από την ευρωζώνη, οι επίμαχες περικοπές συνιστούν μέτρο που λαμβάνεται μεν για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, πλην όμως επιβαρύνουν και πάλι την ίδια κατηγορία πολιτών, κατά παράβαση της κατά το άρθρο 25 παρ. 4 υποχρέωσης όλων των πολιτών για εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης.
Ότι οι περικοπές αυτές δεν μπορούν να δικαιολογηθούν εκ μόνου του λόγου ότι αποτελούν τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών, διότι τούτο αποτελεί αναγκαία, όχι όμως και επαρκή συνθήκη για τη συνταγματικότητά τους.
Ότι η συνταγματικότητα των μέτρων αυτών δεν μπορεί να στηριχθεί στη μεγαλύτερη της αναμενόμενης ύφεση της ελληνικής οικονομίας, που κατέστησε επιβεβλημένη τη λήψη νέων μέτρων, όχι όμως αναγκαίως την εκ νέου περιστολή του μισθολογικού κόστους, ούτε στην αυξημένη αποτελεσματικότητα αυτών, καθότι δεν μπορεί να δικαιολογήσει την κατ' επανάληψη επιβάρυνση των ιδίων προσώπων.
Ότι ναι μεν με την με αριθ. 2012/2011/ΕΕ απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προβλέφθηκε μείωση κατά 12% κατά μέσο όρο των ειδικών μισθών του δημόσιου τομέα, για τους οποίους δεν ισχύει το ίδιο μισθολόγιο, πλην όμως ο νομοθέτης κατά την άσκηση της εθνικής δημοσιονομικής πολιτικής στο πλαίσιο εκπλήρωσης των διεθνών υποχρεώσεων της χώρας, δεν απαλλάσσεται από την τήρηση των προαναφερόμενων συνταγματικών διατάξεων και αρχών.
Με το πιο πάνω σκεπτικό και με παραπομπή σε αποφάσεις της πλειοψηφίας της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΟλΣτΕ 431/2018, ΟλΕλΣυν 7412/2015) που είχαν κρίνει ομοίως με παρόμοιες σκέψεις, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι οι μειώσεις των αποδοχών των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, που επιβλήθηκαν από 1.8.2012 με τη διάταξη του άρθρου πρώτου παράγραφος Γ υποπαράγραφος Γ1 αριθ. 27 εδ. α, β και γ του Ν. 4093/2012 και μάλιστα αναδρομικά από 1.8.2012, αντίκεινται προς τις συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 5 και 25 παρ. 4, καθώς και προς τις αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη και ως εκ τούτου είναι ανίσχυρες. Στη συνέχεια απέρριψε τον περί αντιθέτου λόγο της από 2.1.2018 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας 1ης ΔΥΠε Αττικής και την έφεση στο σύνολό της, επικυρώνοντας έτσι την ομοίως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία είχε επιδικάσει στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους κατά ένα μέρος καταψηφιστικά και κατά το υπόλοιπο μέρος αναγνωριστικά τα εκεί αναγραφόμενα ποσά (στα οποία περιλαμβάνονται και οι διαφορές αποδοχών λόγω των πιο πάνω περικοπών) σε βάρος της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο αυτού σκέλος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί τ' ανωτέρω και ν' αποφανθεί ότι οι επιβληθείσες από 1.8.2012 με τη διάταξη του άρθρου πρώτου παράγραφος Γ υποπαράγραφος Γ1 αριθ. 27 εδ.
α, β και γ του Ν. 4093/2012 μειώσεις αποδοχών των αναιρεσίβλητων αντιβαίνουν στα άρθρα 4 παρ. 5 και 25 παρ.4 του Συντάγματος, καθώς και προς τις αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, παραβίασε ευθέως την ανωτέρω διάταξη και τις πιο πάνω Συνταγματικές διατάξεις, από τις οποίες και για όσα ειδικότερον διαλαμβάνονται στον ως άνω αναιρετικό λόγο δεν προκύπτει η παραβίασή τους με τη νομοθέτηση των πιο πάνω μειώσεων.
Ενόψει των προεκτεθέντων, ο ως άνω λόγος αναίρεσης, το μεν δημιουργεί ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, διότι η περί τούτου κρίση αφορά όχι μόνο τους αναιρεσίβλητους, αλλά μεγάλο αριθμό ιατρών που απασχολούνται με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου σε φορείς παροχής υπηρεσιών υγείας, όπως είναι οι Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών όλης της χώρας, όπου έχουν ανακύψει αντίστοιχες διαφορές, πολλές των οποίων εκκρεμούν στα δικαστήρια της ουσίας, το δε διότι ανακύπτει ζήτημα συμβατότητας προς το Σύνταγμα της πιο πάνω διάταξης του άρθρου πρώτου παράγραφος Γ υποπαράγραφος Γ1 αριθ. 27 εδ.
α, β και γ του Ν. 4093/2012, με την οποία νομοθετήθηκαν οι προβλεπόμενες από αυτές μειώσεις αποδοχών των ιατρών και ειδικότερα της συμβατότητας αυτής με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 5 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος, καθώς και προς τις αρχές της ισότητας στα δημόσια βάρη και της αναλογικότητας, λόγω μάλιστα και της διαμορφωθείσας υπέρ της άποψης της αντισυν-ταγματικότητας της διάταξης αυτής νομολογίας των λοιπών Ανωτάτων Δικαστηρίων της χώρας.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο αυτού σκέλος να παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 563 παρ.2 περ. β και γ του ΚΠολΔ και 23 παρ.1 και 2 εδ. γ περ. β του κυρωθέντος με το Ν. 1756/1988 Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης, όσον αφορά τους 5ο, 8ο, 9η, 11η, 12η, 14ο, 18η, 20ο, 24ο, 25ο, 27η, 30η, 31ο και 32η των αναιρεσίβλητων.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τους αναιρεσίβλητους αυτούς.
Απορρίπτει τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο κατά το πρώτο αυτού σκέλος και τέταρτο λόγους αναίρεσης της με αριθ. 5898/28.11.2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους.
Παραπέμπει στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο αυτού σκέλος, κατά της ιδίας ως άνω με αριθ. 5898/28.11.2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Απριλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ