Supreme Court allows appeal against bank judgment due to erroneous burden of proof allocation regarding signature authenticity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Third Instance Court's decision, which had rejected the heirs' objection to a payment order. The heirs argued that the bank incorrectly shifted the burden of proving the authenticity of signatures onto them, despite the bank initiating the payment order based on those documents. The Court ruled that the bank, as the party submitting the documents, must bear the burden of proving their genuineness, making the lower court's rejection of the objection legally erroneous.
Legislator headnote
AI generatedArticles 338, 559 of the Code of Civil Procedure; The burden of proving the authenticity of documents submitted by a party to initiate a payment order rests with that party, not the opposing party who contests the genuineness.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 535 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 535/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1 'Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Λέκκα, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αγγελική Τζαβάρα - Εισηγήτρια και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Σ. χήρας Γ. Α., 2) Ε. Α. του Γ., 3) Σ. Α. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Περίανδρο Τσιτσικα και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "... Α.Ε.", που εδρεύει στην .. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σιάρκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/3/2016 ανακοπή του Γ. Α., ο οποίος απεβίωσε στις 7/11/2008 και την δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, ήδη αναιρεσείουσες, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3154/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1451/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 28/7/2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ'αριθμ.1451/2016 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, δεχόμενο την από 28-11-2014 έφεση της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, αφού εξαφάνισε ως προς αυτή την εκκαλούμενη 3154/2013 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την 2588/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, δικάζοντας επί της από 14-3-2006 ανακοπής του ήδη αποβιώσαντος δικαιοπαρόχου των αναιρεσειουσών Γ. Α. κατά της εκδοθείσας, με αίτηση της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας, 520/2006 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απέρριψε την ανακοπή αυτή ως προς την τελευταία (αναιρεσίβλητη) και επικύρωσε την ανακοπτόμενη Διαταγή Πληρωμής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 338 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποία διώκεται η δικαστική διάγνωση.
Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει το διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής προϋπόθεσης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.
Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης, έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης. (άρθρο 14Ι του ν. 2915/2001) και την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ σε όλες τις υποθέσεις. Αντίθετα, αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στη περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας.
Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 692/2008, ΑΠ 897/2009, ΑΠ 683/2010).
Ειδικότερα, κατά τη διάταξη το άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, που θεμελιώνει λόγο αναίρεσης, νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους απόδειξης, που προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης περί αποδείξεως.
Τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται, μετά την κατάργηση του άρθρου 341 ΚΠολΔ, με το αρθρ. 5 του ν. 2195/2001, από τα δικαστήρια της ουσίας, ενώπιον των οποίων, σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ. 7 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το αρθρ. 12 του ν. 2915/2001 και τυγχάνει εφαρμογής και στη δευτεροβάθμια δίκη (αρθρ. 524 παρ. 1 ΚΠολΔ), η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο (ΑΠ 1001/2012, ΑΠ 1710/2012, ΑΠ 485/2010 Α.Π 344/2007).
Έτσι, εφόσον μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης, με τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 2915/2001, οπότε η έννοια του υποκειμενικού βάρους απόδειξης απώλεσε τη σημασία της, ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, περιορίζεται πλέον μόνο όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών (ΑΠ 658/2014).
Σε κάθε όμως περίπτωση, για τη στοιχειοθέτηση του λόγου αυτού αναίρεσης, απαιτείται να απορρίφθηκε ο πραγματικός ισχυρισμός του διαδίκου, στον οποίο εσφαλμένα επιβλήθηκε το βάρος απόδειξης, ως αναπόδεικτος από έλλειψη ή ανεπάρκεια των αποδείξεων και όχι γιατί οι αντίθετες αποδείξεις που προσκομίσθηκαν θεωρήθηκαν επαρκείς από το δικαστήριο προς απόδειξη του αντιθέτου του εν λόγω ισχυρισμού, ο οποίος και απορρίφθηκε για το λόγο αυτό, διότι στην τελευταία περίπτωση η τυχόν εσφαλμένη κατανομή του βάρους απόδειξης στερείται έννομης σημασίας και ως εκ τούτου ελλείπει το έννομο συμφέρον του διαδίκου που επιβαρύνθηκε με την απόδειξη να προβάλει την αιτίαση αυτή (ΑΠ 2305/2009).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 457 παρ. 1 του ΚΠολΔ τη γνησιότητα ιδιωτικού εγγράφου, εφόσον αμφισβητείται, πρέπει να την αποδείξει εκείνος που το επικαλείται και το προσάγει, εκτός αν είναι τόσο φανερά αλλαγμένο,ώστε το δικαστήριο να μπορεί να διαπιστώσει αμέσως και ασφαλώς ότι δεν είναι γνήσιο, κατά δε τη διάταξη της παραγ. 2 του αυτού άρθρου εκείνος, κατά του οποίου προσάγεται το ιδιωτικό έγγραφο, οφείλει να δηλώσει αμέσως αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής, διαφορετικά το έγγραφο θεωρείται αναγνωρισμένο και κατά τη διάταξη της παραγ. 3 του ίδιου άρθρου, αν αναγνωριστεί ή αποδειχθεί η γνησιότητα της υπογραφής, θεωρείται ότι έχει διαπιστωθεί η γνησιότητα του περιεχομένου, με την επιφύλαξη της προσβολής του ως πλαστού.
Από τις ως άνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 455, 458, 460, 461 και 463 του ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα: Τα ιδιωτικά έγγραφα, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει επί δημοσίων εγγράφων, δεν έχουν το τεκμήριο της γνησιότητας. Η επίκληση και προσαγωγή από διάδικο ιδιωτικού εγγράφου, για άμεση ή έμμεση, (ως δικαστικό τεκμήριο), απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, ενέχει και ισχυρισμό της γνησιότητάς του, την οποία οφείλει ο ίδιος να αποδείξει, σύμφωνα με το άρθρο 338 ΚΠολΔ, όταν αμφισβητηθεί από τον αντίδικό του, καθόσον η αμφισβήτηση της γνησιότητας αυτού αποτελεί άρνηση (ΑΠ 20/2017, ΑΠ 279/2011). Έτσι, εφόσον το έγγραφο είναι ενυπόγραφο, αδιάφορο αν φέρει την υπογραφή εκείνου, κατά του οποίου προσάγεται ή τρίτου, η αμφισβήτηση της γνησιότητας αναφέρεται στην υπογραφή του εγγράφου και η απόδειξη της γνησιότητας της υπογραφής δημιουργεί αμάχητο τεκμήριο για τη γνησιότητα του υπερκείμενου περιεχομένου του εγγράφου, που καλύπτεται από την υπογραφή, το οποίο τεκμήριο ανατρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού (ΑΠ 1088/2014, ΑΠ 575/2010, ΑΠ 1338/2008). Τούτο δε διότι η προσβολή του εγγράφου ως πλαστού αναφέρεται στο περιεχόμενο του εγγράφου, ενώ η αμφισβήτηση της γνησιότητας ενός ιδιωτικού εγγράφου μόνο στην υπογραφή του.
Κατ'ακολουθία των ανωτέρω, στη σχετική με την ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ δίκη, αν η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε με βάση ιδιωτικά έγγραφα (όχι με πιστωτικούς τίτλους), στηρίζεται στην αμφισβήτηση της γνησιότητας της υπογραφής του ανακόπτοντος οφειλέτη στα έγγραφα αυτά, ο καθού η ανακοπή δανειστής φέρει το βάρος απόδειξης αυτής (γνησιότητας) κατ'άρθρο 457 παρ.1 ΚΠολΔ, αφού η αμφισβήτηση της υπογραφής του εκδότη στα ιδιωτικά έγγραφα, στα οποία δεν ισχύει το κατ'αρθρο 455 του ιδίου Κώδικα τεκμήριο της γνησιότητας των δημοσίων εγγράφων, αποτελεί απάντηση στους ισχυρισμούς του αντιδίκου, υπό την έννοια του άρθρου 261 και όχι ένσταση κατά το άρθρο 262 ΚΠολΔ.
Στη συγκεκριμένη υπόθεση, από την παραδεκτή κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αρχικός ανακόπτων (δικαιοπάροχος των αναιρεσειουσών), Γ. Α., με την ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από 4-3-2006 ανακοπή του κατά της εκδοθείσας, μετά από αίτηση της καθ'ης η ανακοπή (ήδη αναιρεσίβλητης) τραπεζικής εταιρείας, υπ'αριθμ.520/2006 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που τον υποχρέωσε να καταβάλει στην τελευταία, σε ολόκληρο με την ομόρρυθμη εταιρεία "...
ΟΕ", τον Χ. Κ. και Θ. Μ., το ποσό των 534.412,02 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, για απαίτησή της, πηγάζουσα από την υπ'αρ….05/8-12-1999 σύμβαση πιστώσεως από ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ αυτής (αναιρεσίβλητης Τράπεζας) και της άνω ομόρρυθμης εταιρείας και τις υπ'αρ.305/1/6-5-2000 και 305/2/11-10-2002 αυξητικές της συμβάσεις, όπου φέρεται να έχει συμβληθεί ο ίδιος ως εγγυητής των ομόρρυθμων εταίρων της προαναφερόμενης εταιρείας, προέβαλε, κατά τη σαφή νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου του δικογράφου της, αμφισβήτηση της γνησιότητας των φερόμενων ως δικών του υπογραφών, επί των ανωτέρω δύο αυξητικών συμβάσεων και του από 12-7-2004 εγγράφου αναγνώρισης του χρεωστικού υπολοίπου του αλληλόχρεου λογαριασμού, ζητώντας για το λόγο αυτό την ακύρωση της ανακοπτόμενης Διαταγής Πληρωμής.
Η ανακοπή αυτή έγινε αρχικά δεκτή, ως προς την αναιρεσίβλητη, με την 3154/2013 οριστική απόφαση του Πρωτοβάθμιου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την 2588/2014 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου και στη συνέχεια, μετά την παραδοχή της από 28-11-2014 έφεσης της ήδη αναιρεσίβλητης και εξαφάνιση ως προς αυτή της εκκαλούμενης απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, απορρίφθηκε κατ'ουσία με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη του όλα τα κατ'είδος αναφερόμενα μέσα, απέρριψε το περιεχόμενο σε αυτή (ανακοπή) ισχυρισμό του ανακόπτοντος περί αμφισβήτησης της γνησιότητας των υπογραφών του στα επίμαχα έγγραφα, βάσει των οποίων εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, με τις εξής αιτιολογίες: "Περαιτέρω, όσον αφορά τις πρόσθετες πράξεις της αρχικής σύμβασης πιστώσεως και το έγγραφο της αναγνώρισης του καταλοίπου του αλληλόχρεου λογαριασμού, που φέρουν τη μονογραφή του ανακόπτοντος, δεν βεβαιώθηκε από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι η μονογραφή του είναι πλαστή, όπως αυτός ισχυρίζεται με την ανακοπή, δεδομένου ότι δεν απέκρουσε με εξώδικη απάντηση τη γνωστοποίηση του χρεωστικού υπολοίπου που περιελάμβανε και τις πρόσθετες πράξεις, ούτε άλλωστε προέβη σε απόκρουση αυτής με κάποιο άλλο αδιαμφισβήτητο ρητό τρόπο.
Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω,ο ανακόπτων, ο οποίος φέρει το βάρος αποδείξεως των πραγματικών ισχυρισμών των θεμελιωτικών των λόγων της ανακοπής του, δεν απέδειξε.....την πλαστότητα των υπογραφών του στις πρόσθετες πράξεις και στα έγγραφα αναγνώρισης του καταλοίπου του αλληλόχρεου λογαριασμού, ενέχεται ως εγγυητής έναντι της καθής για την πληρωμή του καταλοίπου".
Με την κρίση του όμως αυτή το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, διότι, εφόσον ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειουσών αρχικός ανακόπτων Γ. Α. αμφισβήτησε τη γνησιότητα των υπογραφών του στα επίμαχα ιδιωτικά έγγραφα, βάσει των οποίων εκδόθηκε η ανακοπτόμενη Διαταγή πληρωμής, με την απόδειξη αυτής (γνησιότητας) βαρύνεται πλέον, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η προσκομίζουσα αυτά, για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, καθής η ανακοπή αναιρεσίβλητη δανείστρια και όχι ο ανακόπτων αντίδικός της, (που αμφισβήτησε τη γνησιότητα των υπογραφών του επί τούτων), στον οποίο εσφαλμένα επέβαλε το σχετικό βάρος απόδειξης, με συνέπεια, εξαιτίας της εσφαλμένης κατανομής αυτού, (βάρους απόδειξης) να προβεί στην απόρριψη των θεμελιωτικών των λόγων της ανακοπής του πραγματικών ισχυρισμών, τους οποίους έκρινε αναπόδεικτους, από έλλειψη και ανεπάρκεια των αποδείξεων, μετακυλίοντας έτσι τελικά στον ανακόπτοντα το βάρος απόδειξης τούτων.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.13 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται κατ'εκτίμηση του περιεχομένου του, αντίστοιχες αιτιάσεις, είναι βάσιμος και ενόψει της αναιρετικής εμβέλειας αυτού στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης.
Συνακόλουθα τούτων, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια, πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του ν. 4139/2013, Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η απόδοση στις αναιρεσείουσες του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ που καταβλήθηκε από αυτές με τα παράβολα του Δημοσίου και του ΤΑ.ΧΔΙΚ, όπως αυτά αναφέρονται στην υπ' αριθμ.718/2016 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης, που συντάχθηκε από τη γραμματέα του Εφετείου Αθηνών. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσιβλήτης, λόγω της ήττας της, κατά το σχετικό περί τούτου νόμιμο αίτημα αυτών (άρθρ: 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ.1451/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση Διατάσσει την απόδοση στις αναιρεσείουσες του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από αυτές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000)ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Μαΐου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ