535/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Κωνσταντίνο Πιτταρά - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated535/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αμοιβή αυτή, σύμφωνα με τα όσα ίσχυαν κατά το κρίσιμο εδώ χρόνο, πριν δηλαδή από την κατάργηση των υποχρεωτικών ελαχίστων ορίων αμοιβής των μηχανικών με το άρθρο 7 του ν. 3919/2011, δεν επιτρεπόταν να είναι κατώτερη από τα ελάχιστα όρια της νόμιμης αμοιβής που καθορίζονται από τις διατάξεις του π.δ. 696/1974,όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα (ΑΠ 1113/2017, ΑΠ 82/2016, ΑΠ 77/2011, ΑΠ 648/2010).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 535 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 535/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Κωνσταντίνο Πιτταρά - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", και το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπάκο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2)Π. Σ. Π., κατοίκου ..., και 3)Δ. Τ. του Χ., κατοίκου .... Το 1ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Ζηβοπούλου και οι 2ος και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγγελο Αγγελόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/10/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 200/2012 του ίδιου Δικαστηρίου, 114/2014 μη οριστική και 44/2015 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 16/6/2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Πιτταράς ανέγνωσε την από 17/10/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι ο λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 16.6.2015 αίτηση προσβάλλονται οι 114/2014 και 44/2015 , παρεμπίπτουσα και οριστική αντίστοιχα , αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, οι οποίες εκδόθηκαν αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας. Με την πρώτη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις έγινε δεκτή η έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της 200/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, εξαφανίστηκε η ανωτέρω πρωτόδικη απόφαση και διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο κατ' άρθρο 254 ΚΠολΔ , ενώ με την δεύτερη έγινε εν μέρει δεκτή η αναφερόμενη κατωτέρω αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και επιδικάστηκαν σ' αυτούς, με τις ιδιότητες που ενεργούν, για αμοιβή μηχανικών τα αναφερόμενα ειδικότερα στην απόφαση αυτή ποσά. Η αίτηση στρέφεται κατ' αποφάσεων δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, των οποίων δεν προκύπτει επίδοση ( άρθρα 552, 553 παρ. 1, 556 παρ. 1 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ ). Επομένως, εφόσον έχει καταβληθεί και το κατά νόμο παράβολο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 ν. 335/2015 και ίσχυε κατά τον χρόνο άσκησης της αναίρεσης), πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτή και να ερευνηθούν περαιτέρω οι λόγοι που περιέχονται σ' αυτήν ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους ( άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ , ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτο από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (Ολ ΑΠ 18/1998, ΑΠ 225/2014, 119/2014),ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς. 8 ή 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1152/2015 και 449/2014).
Περαιτέρω, η σύμβαση με την οποία ανατίθεται σε μηχανικό η εκπόνηση μελέτης και η επίβλεψη οικοδομικού έργου, φέρει τον χαρακτήρα της μίσθωσης έργου, βάσει της οποίας ο μηχανικός αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, εκπονώντας την αναληφθείσα μελέτη και επιβλέποντας τις οικοδομικές εργασίες (ΑΚ 681), και δικαιούται να λάβει τη συμφωνημένη αμοιβή (ΑΚ 694).
Η αμοιβή αυτή, σύμφωνα με τα όσα ίσχυαν κατά το κρίσιμο εδώ χρόνο, πριν δηλαδή από την κατάργηση των υποχρεωτικών ελαχίστων ορίων αμοιβής των μηχανικών με το άρθρο 7 του ν. 3919/2011, δεν επιτρεπόταν να είναι κατώτερη από τα ελάχιστα όρια της νόμιμης αμοιβής που καθορίζονται από τις διατάξεις του π.δ. 696/1974,όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα (ΑΠ 1113/2017, ΑΠ 82/2016, ΑΠ 77/2011, ΑΠ 648/2010).
Αν δεν συμφωνήθηκε αμοιβή, ο μηχανικός δικαιούται επίσης την καθοριζόμενη από το ανωτέρω π.δ. 696/1974, ( ΑΠ 1699/2007, 1415/2005 ). Την αμοιβή, σύμφωνα με το άρθρο 1 του π.δ. 48/1994, μπορεί να αξιώσει είτε το Τεχνικό Επιμελητήριο, ως υποκαθιστάμενο στα δικαιώματα του μηχανικού κατά τις διατάξεις του β.δ. της 30/31-5-1956 και του άρθρου 2 παρ. 2 του π.δ 242/1984, είτε ο ίδιος ο μελετητής και επιβλέπων μηχανικός (ΑΕΔ 26/1993, ΑΠ 1415/2005).
Περαιτέρω, στο δικόγραφο της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση αμοιβής για την επίβλεψη οικοδομικού έργου, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 118, 216 και 680 ΚΠολΔ, να περιέχονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη θεμελίωσή της και την ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, δηλαδή η κατάρτιση της σύμβασης κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, η εκτέλεση του έργου που ανατέθηκε (επίβλεψη), η παράδοση του τελευταίου και η αμοιβή που συμφωνήθηκε ή που από τον νόμο προκύπτει, καθώς και όλα τα στοιχεία που απαιτούνται από τον νόμο για τον προσδιορισμό της αμοιβής του μηχανικού και, εφόσον πρόκειται για περισσότερες εργασίες ή έργα που αμείβονται με διαφορετικό τρόπο το καθένα, να παρατίθεται πίνακας των επί μέρους εργασιών ή έργων με την αμοιβή που δικαιούται για κάθε εργασία ή έργο και με το άθροισμα των αμοιβών αυτών και να γίνεται επίκληση των στοιχείων που απαιτούνται για τον υπολογισμό κάθε αμοιβής ( Α.Π.1152/2015 ).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη από 20.10.2010 αγωγή, οι ενάγοντες και τώρα αναιρεσίβλητοι , από τους οποίους το πρώτο ( Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος) ενεργεί ως υποκατάστατο του δευτέρου (Π. Π.), διπλωματούχου μηχανικού ,που τυγχάνει μέλος του , ενώ ο τρίτος (Δ. Τ.) τυγχάνει πολιτικός υπομηχανικός, ισχυρίζονται ότι στις 14.9.2000 η εναγομένη, η οποία έφερε τότε την επωνυμία " ...
ΑΕ", συνήψε με τον δεύτερο και τον τρίτο απ' αυτούς σύμβαση έργου , με την οποία η εναγομένη ανέθεσε στους αφετέρου συμβαλλομένους την επίβλεψη όλων των οικοδομικών εργασιών αρμοδιότητας πολιτικού μηχανικού, που θα εκτελούνταν για να κατασκευαστεί η αναφερόμενη ... σε οικόπεδο της εναγομένης , που βρίσκεται στη θέση … Πατρών.
Ότι η αμοιβή του δευτέρου και του τρίτου ορίστηκε στο 1,5% επί του εργολαβικού ανταλλάγματος ( προϋπολογισμού ) του έργου , πλέον ΦΠΑ 23%, και συμφωνήθηκε ότι θα καταβάλλεται τμηματικά με την πρόοδο των εργασιών. Ότι με την αναφερόμενη σύμβαση μεταξύ της εναγομένης-εργοδότιδας και της εργολήπτριας εταιρείας "...
A.E." το εργολαβικό αντάλλαγμα (προϋπολογισμός του έργου ορίστηκε στις 5.420.000 δραχμές, ήδη 15.906.089,5 ευρώ, και επαναλήφθηκε η προαναφερόμενη συμφωνία ότι η αμοιβή του δευτέρου και του τρίτου των εναγόντων ανέρχεται στα 1,5% επί του εργολαβικού ανταλλάγματος , δηλαδή σε 81.300.000 δραχμές ή 238.591,34 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 23%.
Ότι το επίμαχο έργο εκτελέστηκε πράγματι υπό την επίβλεψη του δευτέρου και του τρίτου των εναγόντων και οι εργασίες περατώθηκαν στις 4.7.2006 , οπότε το έργο παραδόθηκε και παραλήφθηκε από την εναγομένη. Ότι η τελευταία, από το παραπάνω ποσό της αμοιβής των δευτέρου και του τρίτου, κατέβαλε σ' αυτούς 80.560 ευρώ και έτσι απομένει οφειλόμενο υπόλοιπο ποσού 158.031,34 ευρώ , πλέον ΦΠΑ 23%.Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη, βάσει των διατάξεων περί ενδοσυμβατικής ευθύνης άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να καταβάλει, στο πρώτο ως υποκατάστατο του δευτέρου , και στον τρίτο των εναγόντων το ως άνω οφειλόμενο υπόλοιπο των 158.031,34 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 23%, κατά το ήμισυ στον καθένα, με τον νόμιμο τόκο, όπως στην αγωγή ειδικότερα εκτίθεται.
Με το περιεχόμενο αυτό, η υπόψη αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα αναγκαία για τη θεμελίωσή της στοιχεία, δηλαδή την κατάρτιση της σύμβασης κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, την εκτέλεση του έργου που ανατέθηκε ( επίβλεψη), την παράδοση του τελευταίου και την αμοιβή που συμφωνήθηκε καθώς και τα στοιχεία που απαιτούνται για τον προσδιορισμό της αμοιβής του μηχανικού (μνεία ορισμένου ποσοστού επί του προϋπολογισμού του έργου και αναφορά του προκαθορισμένου ύψους του προϋπολογισμού).
Ενόψει τούτων το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη 114/2014 παρεμπίπτουσα απόφασή του στην ίδια κρίση κατέληξε και, απορρίπτοντας ως αβάσιμη την ένσταση της εναγομένης περί αοριστίας της αγωγής, κατά παραδοχή σχετικού λόγου της εφέσεως των εναγόντων κατά της 200/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή ως αόριστη, εξαφάνισε την απόφαση αυτή, δεν παρέλειψε παρά τον νόμο να κηρύξει το απαράδεκτο αυτής.
Ο ισχυρισμός δε της αναιρεσείουσας- εναγομένης ότι για την κατά νόμο πληρότητα της αγωγής έπρεπε να αναφέρονται σ' αυτήν αναλυτικά και οι επί μέρους εργασίες του επίδικου έργου και να περιέχεται σ' αυτήν πίνακας των εργασιών με το κόστος κάθε εργασίας , την αμοιβή που αντιστοιχούσε σε κάθε μια απ' αυτές και το άθροισμα των επί μέρους αμοιβών, είναι αβάσιμος.
Και τούτο διότι, εφόσον - κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή - η αμοιβή των εναγόντων συμφωνήθηκε σε συγκεκριμένο ποσοστό επί του προϋπολογισμού του έργου, ο οποίος είχε επακριβώς καθοριστεί, τα παραπάνω στοιχεία δεν ήταν αναγκαία για τον προσδιορισμό της αμοιβής των εναγόντων μηχανικών , δεδομένου ότι δεν επρόκειτο για εργασίες αμειβόμενες με διαφορετικό τρόπο αλλά για τοιαύτες αμειβόμενες ενιαία, βάσει του ως άνω ποσοστού και του προϋπολογισμού του όλου έργου ( Πρβλ Α.Π. 709/1998 ).
Επομένως, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ , είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται - μεταξύ των άλλων περιπτώσεων - και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, μολονότι συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού ( Ολ ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ίδιου δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 §3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες, ενώ ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 2102/2014).Τα επιχειρήματα πάντως του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της διάταξης αυτής να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 2234/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη 44/2015 οριστική του απόφαση, κρίνοντας επί της εφέσεως των εναγόντων και τώρα αναιρεσιβλήτων κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, ως προς την ουσία της υπόθεσης δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Ο δεύτερος ενάγων, Π. Π., είναι πτυχιούχος πολιτικός μηχανικός, μέλος του πρώτου ενάγοντος, νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", ενώ ο τρίτος ενάγων Δ.
Τ. είναι πολιτικός υπομηχανικός, απόφοιτος ανωτέρας σχολής τεχνολογικής εκπαιδεύσεως. Οι ανωτέρω πολιτικός μηχανικός και υπομηχανικός, οι οποίοι συνεργάζονταν από ετών συστεγαζόμενοι σε κοινό γραφείο επί της … αριθμός … των … ... κατάρτισαν στην Πάτρα με το από 14.9.2000 ιδιωτικό συμφωνητικό σύμβαση έργου με την εναγομένη εταιρεία, η οποία έφερε τότε την επωνυμία "...
ΑΕ" και εκπροσωπήθηκε κατά την κατάρτιση της συμβάσεως από τον τότε Πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της Α. Π., ο οποίος είχε εξουσιοδοτηθεί προς τούτο από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας με το υπ' αριθμ. …/28.7.2000 πρακτικό συνεδριάσεως του, δυνάμει της οποίας (συμβάσεως) τους ανατέθηκε η επίβλεψη όλων των οικοδομικών εργασιών κατασκευής κλινικής επί ιδιόκτητου οικοπέδου της εταιρείας, επιφανείας 21.006 τ.
μέτρων ευρισκομένου στην θέση "…" Πατρών. Ειδικότερα η ανωτέρω εταιρεία, στα πλαίσια ασκήσεως της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, είχε προέλθει στην κατάρτιση συμβάσεως έργου, δυνάμει του από 31.7.2000 ιδιωτικού συμφωνητικού, με την εδρεύουσα στην … "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", με την οποία της είχε αναθέσει την ανέγερση κλινικής επί του προαναφερομένου οικοπέδου, σύμφωνα με την οικοδομική άδεια που θα εκδοθεί, τις μελέτες και τα σχέδια που την συνοδεύουν, καθώς και τις μελέτες που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. .../14-3-2000 απόφαση του Υπουργείου Υγείας.
Κατά την εν λόγω σύμβαση τα ως άνω σχέδια και μελέτες θα αποτελούν ένα σύνολο με το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό εργολαβίας, σε συνδυασμό και με την ειδική συγγραφή υποχρεώσεων (Τεχνική Περιγραφή) που επισυνάφθηκε. Με την αμέσως ανωτέρω σύμβαση εργολαβίας καθορίσθηκε το εργολαβικό αντάλλαγμα (προϋπολογισμός) για την κατασκευή του έργου στο ποσόν των 5.420.000.000 δραχμών (15.906.089,5 ευρώ) και το εργολαβικό κέρδος της εργολήπτριας εταιρείας στο ποσόν των 980.000.000 δραχμών και συνολικά το κόστος του έργου στο ποσόν των 6.400.000,000 δραχμών.
Με τον έκτο (6°) όρο του ιδιωτικού συμφωνητικού εργολαβίας η εργοδότρια εταιρεία όρισε ως επιβλέποντες μηχανικούς για τα έργα πολιτικού μηχανικού και αρχιτέκτονα τους δεύτερο και τρίτο των εναγόντων "για να ελέγχουν την τήρηση των όρων του παρόντος (εργολαβικού), των σχεδίων, την συγγραφή υποχρεώσεων και, μαζί με τους μηχανικούς της εργολήπτριας να κάνουν τις επιμετρήσεις που είναι απαραίτητες για τον καθορισμό του εργολαβικού ανταλλάγματος και των τυχόν επί πλέον εργασιών, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του εργολαβικού".
Η αμοιβή των επιβλεπόντων, σύμφωνα με το εργολαβικό καθορίσθηκε επί λέξει ως εξής: "Η αμοιβή των επιβλεπόντων πιο πάνω ορίζεται σε 1,2% για τα ηλεκτρομηχανολογικό και 1,5% του πολιτικού μηχανικού και αρχιτέκτονα ήτοι επί του ποσού των 5.420,000.000 επί του εργολαβικού ανταλλάγματος και θα καταβάλλεται από την εργοδότρια μετά το τέλος εκάστης επιμετρήσεως".
Στο δε από 14.9.2000 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίσθηκε μεταξύ της εταιρείας και των δευτέρου και τρίτου των εναγόντων ορίσθηκε επί λέξει ότι "Η αμοιβή των ως άνω μηχανικών Δ. Τ. και Π. Π. συμφωνείται στο 1,50% επί του εργολαβικού ανταλλάγματος (προϋπολογισμού) του έργου, η οποία θα καταβληθεί σ' αυτούς τμηματικά με την πρόοδο των εργασιών και μέχρι το πέρας όλων αυτών...
Επίσης οι επιβλέποντες μηχανικοί συμφωνούν με το παρόν και αποδέχονται τα άρθρα και τους όρους που αναφέρονται στο από 31 Ιουλίου 2000 συμφωνητικό εργολαβίας μεταξύ της "... ΑΕ" και της εργολήπτριας εταιρείας "... ΑΕ", στους οποίους (όρους) περιλαμβάνεται και ο έκτος όρος που καθορίζει την αμοιβή τους. Από την γραμματική διατύπωση των προεκτεθέντων εργολαβικών (ήτοι των από 31.7.2000 και από 14.9.2000) προκύπτει με σαφήνεια και χωρίς να καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία ότι η αμοιβή των εναγόντων, πολιτικού μηχανικού και υπομηχανικού, καθορίσθηκε συμβατικά στο ποσόν των 81.300.000 δρχ. (ή 238.591,34 ευρώ) ήτοι σε ποσοστό 1,5% επί του συνολικού προϋπολογισμού του έργου ποσού 5.420.000.000 δραχμών.
Η συμφωνία αυτή είναι νόμιμη και ισχυρή και μόνον σε περίπτωση κατά την οποία δεν είχε καθορισθεί συμφωνία για την αμοιβή τους, οι προαναφερόμενοι θα μπορούσαν να διεκδικήσουν τη νόμιμη, την καθοριζόμενη δηλαδή από το π.δ. 696/1974 (βλ. AD HOC ΑΠ 709/1998 Ελ.Δ/νη 40,626). Την ανωτέρω δε συμφωνηθείσα αμοιβή δικαιούνται οι επιβλέποντες πολιτικός μηχανικός και υπομηχανικός ανεξαρτήτως εάν ο τελικός προϋπολογισμός του έργου ήταν μικρότερος ή μεγαλύτερος του εκτιθεμένου ποσού των 5.420,000,000 δραχμών.
Η εναγομένη εταιρεία ισχυρίσθηκε ότι η αμοιβή των εναγόντων φυσικών προσώπων καθορίσθηκε σε ποσοστό 1,50% επί της αξίας των έργων πολιτικού μηχανικού και αρχιτέκτονα που αποτελούν το 40% του προϋπολογισμού του έργου ύψους 5.420.000.000 δραχμών. Ο ισχυρισμός της όμως αυτός δεν αποδεικνύεται ως βάσιμος κατ' ουσίαν διότι εάν είχε συμφωνηθεί η αμοιβή επιβλέψεως σε ποσοστό 1,50% επί της αξίας των έργων πολιτικού μηχανικού και αρχιτέκτονα είναι προφανές ότι θα είχε αναγραφεί ρητώς η συμφωνία αυτή στα εργολαβικά συμφωνητικά και μάλιστα θα αναγραφόταν ότι η αξία των έργων πολιτικού μηχανικού και αρχιτέκτονα αποτελεί το 40% του προϋπολογισμού του έργου.
Περαιτέρω ο προβληθείς ισχυρισμός της ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή του επιβλέποντος ηλεκτρολόγου -μηχανολόγου tou έργου Α. Μ. ορίσθηκε σε ποσοστό 1,2% επί της αξίας των ηλεκτρομηχανολογικών του έργου που αποτελούν το 60% του ανωτέρω προϋπολογισμού (5.420.000.000 δραχμών) και ότι αυτός έλαβε για συμφωνηθείσα αμοιβή του το συνολικό ποσόν των 66.000 ευρώ που ανερχόταν σε ποσοστό 1,2% επί συνολικού κόστους της κλινικής ποσού 5.500.000 ευρώ δεν αποδεικνύει την βασιμότητα του προβληθέντος ανωτέρω ισχυρισμού της για την συμφωνηθείσα αμοιβή των εναγόντων καθόσον εάν η αμοιβή του ως άνω ηλεκτρολόγου μηχανολόγου είχε συμφωνηθεί σε ποσοστό 1,2% επί μόνον της αξίας των ηλεκτρομηχανολογικών (ποσοστού 60% του προϋπολογισμού του έργου ύψους 5.420.000.000 δραχμών) τότε η συνολική αμοιβή του Α.
Μ. θα ανερχόταν στο ποσόν των 114.523,84 ευρώ (5.420.000.000 Χ 60% = 3.252.000.000 Χ 1,2% = 39.023.999,9 δραχμές ή 114.523,84 ευρώ) και όχι σε εκείνο των 66.000 ευρώ που αυτός ομολογεί στην υπ' αριθμ. .../9.12.2011 ένορκη εξέταση του ότι έλαβε από την εναγομένη. Άλλωστε ο ίδιος ουδεμία μνεία κάνει στην ως άνω ένορκη εξέταση του για υπολογισμό της αμοιβής του μόνον επί της αξίας των ηλεκτρομηχανολογικών αλλά αντιθέτως υποστηρίζει ότι "η σύμβαση του με την εναγομένη περιελάμβανε αμοιβή ύψους ίση με το 1,2% του εργολαβικού ανταλλάγματος του συνολικού κόστους της κλινικής, η οποία, κατά την σύμβαση μεταξύ της εργοδότριας και της εργολήπτριας εταιρείας, προέβλεπε εργολαβικό αντάλλαγμα της τάξεως των 5.500.000.000 δραχμών, το οποίο θα τροποποιείτο με τα απολογιστικό στοιχεία που θα προέκυπταν από την κατασκευή".
Τέτοια όμως συμβατική ρήτρα για υπολογισμό του ποσοστού της αμοιβής του (1,2%) επί τροποποιημένου προϋπολογισμού του έργου δεν προκύπτει από το προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από τους ενάγοντες από 31.7.2000 ιδιωτικό συμφωνητικό εργολαβίας μεταξύ των εταιρειών "... Α.Ε." και "... Α.Ε.". Εξάλλου αντίκειται στα διδάγματα της κοινής πείρας ο ισχυρισμός ότι ο συμφωνηθείς προϋπολογισμός του έργου ποσού 5.420.000.000 δραχμών (15.906.089,50 ευρώ) τελικώς τροποποιήθηκε (κατά την ολοκλήρωση του έργου) σε 5.500.000 ευρώ (ή 1.874.125.000 δραχμές) δηλαδή υποτριπλασιάσθηκε, καθόσον ο αρχικός προϋπολογισμός ενός δομικού έργου όπως του επιδίκου, του οποίου τα χρησιμοποιούμενα υλικά συνήθως ανατιμώνται και σε καμμία περίπτωση δεν υποτιμώνται, ουδέποτε υποτριπλασιάζεται κατά την ολοκλήρωση του έργου, αλλά είτε παραμένει αυτός που συμφωνήθηκε είτε (συνήθως) υπερβαίνει το αρχικό ποσόν.
Το γεγονός δε ότι ο ανωτέρω ηλεκτρολόγος - μηχανολόγος έλαβε για αμοιβή του το ποσόν των 66.000 ευρώ δεικνύει ότι προτίμησε να εισπράξει αμέσως το εν λόγω ποσόν και να αποφύγει την εμπλοκή του σε μακροχρόνιους δικαστικούς αγώνες για την διεκδίκηση του υπολοίπου της συμφωνηθείσας αμοιβής του, πράγμα το οποίο δεν έπραξαν τα ενάγοντα φυσικά πρόσωπα.
Το γεγονός δε ότι οι τελευταίοι απέστειλαν στις 1.10.2008 επιστολή - αίτηση προς την εναγομένη, με την οποία ζήτησαν να τους καταθέσει διάφορα έγγραφα (λογιστικές καταστάσεις, εγγραφές και αναλύσεις ισολογισμών εταιρικής χρήσεως από 2000 έως 2006, και αντίγραφα της καρτέλας τους με χρέωση - πίστωση των αμοιβών τους για επίβλεψη) δεν αποδεικνύει τον ισχυρισμό της εναγομένης για συμφωνία των διαδίκων περί καθορισμού της αμοιβής των δευτέρου και τρίτου των εναγόντων σε ποσοστό 1,5% επί του τελικού προϋπολογισμού του έργου, αλλά από το περιεχόμενο αυτής προκύπτει ότι οι ενάγοντες μηχανικοί αμφισβητούσαν με την ως άνω επιστολή τους ότι είχαν λάβει από την εναγομένη όλη την συμφωνηθείσα αμοιβή τους και ζητούσαν να τους ενημερώσει για το μέχρι τότε ληφθέν τμήμα της αμοιβής τους, προκειμένου να διεκδικήσουν το οφειλόμενο, κατά την συμφωνία τους, υπόλοιπο της.
Αλλά ούτε και ενδεικτική αναφορά στα εργολαβικό συμφωνητικά του προϋπολογισμού του κόστους του έργου γίνεται, όπως αβασίμως υποστηρίζει η εναγομένη, διότι σε μία τέτοια περίπτωση είναι προφανές ότι στα εν λόγω εργολαβικά, τα οποία συντάχθηκαν καθ' υπόδειξη ατόμων εχόντων νομικές γνώσεις, θα αναγραφόταν ότι το ύψος του εν λόγω προϋπολογισμού (ποσού 5.420.000.000 δραχμών) μνημονεύεται ενδεικτικά και ότι το ποσοστό του 1,5% της αμοιβής των εναγόντων μηχανικών θα υπολογισθεί επί του τελικού πραγματικού κόστους του έργου.
Η αναφορά δε στα από 31.7.2000 και 14.9.2000 εργολαβικά συμφωνητικό ότι η ανωτέρω συμφωνηθείσα αμοιβή των εναγόντων (μηχανικού και υπομηχανικού) θα καταβάλλεται από την εργοδότρια εταιρεία "μετά το τέλος εκάστης επιμέτρησης" είχε την έννοια ότι η εργολαβική αμοιβή των ανωτέρω θα καταβαλλόταν τμηματικά με την πρόοδο των εργασιών και μέχρι το πέρας αυτών και όχι εξ ολοκλήρου κατά την παράδοση του έργου, διότι οι ενάγοντες θα απασχολούνταν επί σειρά ετών κατά κύριο λόγο με την επίβλεψη του επιδίκου έργου και ως εκ τούτου έπρεπε, για βιοποριστικούς λόγους να λαμβάνουν τμηματικά την αμοιβή τους για την εργασία τους αυτή.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατόπιν εκδόσεως της υπ' αριθμ. …/26.10.2000 οικοδομικής αδείας από το αρμόδιο τμήμα της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Αχαΐας η εργολήπτρια εταιρεία "... ΑΕ" εγκαταστάθηκε στο έργο και άρχισε να εκτελεί τις συμφωνηθείσες οικοδομικές εργασίες, στις οποίες οι ενάγοντες μηχανικός και υπομηχανικός είχαν συνεχή και καθημερινή επίβλεψη, σύμφωνα με την προεκτεθείσα σύμβαση και κατά τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, παρακολουθώντας επί τόπου την εκτέλεση των επί μέρους εργασιών του έργου, ελέγχοντας την εφαρμογή των μελετών, τα συνεργεία κατασκευής του, την "ποιότητα των υλικών και προβαίνοντας σε επιμετρήσεις για την πληρωμή των εργασιών.
Η επιτόπια διαρκής απασχόληση των ανωτέρω εναγόντων προκύπτει, μεταξύ άλλων και από την υπ' αριθμ. …/2013 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκου Πατρών του Ι. Μ. του Ν., ο οποίος έχει ιδίαν αντίληψη των ανωτέρω γεγονότων καθόσον κατοικεί στην περιοχή όπου βρίσκεται το εκτελεσθέν έργο και έβλεπε καθημερινά τους ενάγοντες να απασχολούνται με τις εργασίες επιβλέψεως αυτού.
Ο τρίτος των εναγόντων, πολιτικός υπομηχανικός, ο οποίος συνδεόταν με φιλικές σχέσεις από ετών με τον πρόεδρο του Δ.Σ. της εναγομένης εταιρείας Φ. Π., είχε μεν ο ίδιος την δυνατότητα από το Β.Δ. 769/1972 να επιβλέπει αρχιτεκτονικές εργασίες μέχρι τρεις (3) το πολύ ορόφους χωρίς πρόβλεψη και στατικές εργασίες μέχρι δύο (2) το πολύ ορόφους με πρόβλεψη γ' ορόφου, πλην όμως στην προκειμένη περίπτωση ήταν συνεργάτης του έχοντος, σύμφωνα με την προεκτεθείσα οικοδομική άδεια (…/26.10.2000), την γενική επίβλεψη του έργου δευτέρου ενάγοντος, πολιτικού μηχανικού και συνεπώς μπορούσε υπό τις οδηγίες αυτού να επιβλέπει όλες τις αρχιτεκτονικές και στατικές εργασίες του ένδικου έργου.
Στις 15.9.2003 και ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η κατασκευή του έργου η εργοδότρια αντικατέστησε την εργολήπτρια ως άνω εταιρεία με την ανώνυμη κατασκευαστική εταιρεία "... Α.Ε." και οι δεύτερος και τρίτος των εναγόντων συνέχισαν την προαναφερόμενη επίβλεψη του έργου, η δε εργοδότρια μετονομάσθηκε σε "... Α.Ε." (εναγομένη) χωρίς να μεταβάλει την νομική της μορφή και από της παραδόσεως του έργου και μέχρι σήμερα αυτή εκμεταλλεύεται το έργο.
Εν σχέσει δε προς τον ακριβή χρόνο παραδόσεως του έργου δεν προέκυψε με βεβαιότητα ότι αυτός ήταν η 4η Ιουλίου 2006, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, αφενός μεν διότι δεν προσκομίσθηκε έγγραφη συμφωνία παραδόσεως του έργου, αφετέρου δε διότι οι καταθέσεις των εξετασθέντων στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών μαρτύρων και οι ανώμοτες εξετάσεις των διαδίκων στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου δεν παρέχουν επαρκή πίστη περί του ακριβούς χρόνου παραδόσεως του έργου, όπως τέτοια δεν παρέχουν και οι προεκτεθείσες ένορκες βεβαιώσεις.
Σε κάθε όμως περίπτωση, το επίδικο έργο είχε παραδοθεί στην εργοδότρια - εναγομένη εταιρεία κατά τον χρόνο επιδόσεως της από 12.12.2009 αγωγής των εναγόντων κατ' αυτής (από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκαν με την υπό κρίση αγωγή τους), ο οποίος ήταν η 23η Δεκεμβρίου 2009.
Συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα παραγραφής της ένδικης αξιώσεως των εναγόντων, διότι και αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι το έργο παραδόθηκε το φθινόπωρο του έτους 2004, η πενταετής παραγραφή της ένδικης αξιώσεως του όρθρου 250 αρ. 5 Α.Κ. αρχίζει, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 253 του ίδιου Κώδικα, μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής και συνεπώς στις 23.12.2009 που επιδόθηκε στην εναγομένη η από 12.12.2009 αγωγή των εναγόντων για καταβολή της αμοιβής τους δεν είχε παρέλθει η πενταετής παραγραφή του άρθρου 250 αρ.5 του Α.Κ.
Η εναγομένη, έναντι της συμφωνηθείσας αμοιβής των δευτέρου και τρίτου των εναγόντων που ανερχόταν στο συνολικό ποσόν των 238.591,34 ευρώ (5.420.000.000 δρχ. ή 15.906.089,50 ευρώ Χ 1,5%) ήτοι σε 119.295,67 για τον καθένα τους κατέβαλε, όπως τούτο δεν αμφισβητείται, το ποσόν των 80.560 ευρώ ήτοι 40.280 ευρώ στον καθένα και τους οφείλει το υπόλοιπο των 158.031,34 ευρώ ήτοι 79.015,67 ευρώ στον καθένα πλέον ΦΠΑ ποσοστού 23%.
Με την κρινόμενη αγωγή ζητούνται τόκοι υπερημερίας διαδοχικά από 5.7.2006 (χρόνο παραδόσεως του έργου, άλλως από 1.10.2008 (επομένη της καταθέσεως στο λογιστήριο της εναγομένης της προαναφερόμενης αιτήσεως - κλήσεως των δευτέρου και τρίτου των εναγόντων) άλλως από 24.12.2009 (επομένη της επιδόσεως στην εναγομένη της από 12.12.2009 προηγούμενης αγωγής των εναγόντων).
Όπως αναφέρθηκε όμως; παραπάνω, δεν προέκυψε ο ακριβής χρόνος παραδόσεως του έργου, ενώ με την από 1.10.2008 επιστολή - αίτηση των εναγόντων προς την εναγομένη δεν ζητήθηκε η καταβολή από αυτήν συγκεκριμένου χρηματικού ποσού αλλά η κατάθεση των προεκτεθέντων εγγράφων.
Συνεπώς στην προκειμένη περίπτωση οφείλονται τόκοι υπερημερίας από την επομένη της επιδόσεως της από 12.12.2009 προηγουμένης αγωγής των εναγόντων, ήτοι από 24.12.2009".Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη και τώρα αναιρεσείουσα να καταβάλει σε καθένα από τους πρώτο ( με την προαναφερόμενη ιδιότητά του ) και τρίτο των εναγόντων την αιτούμενη εργολαβική αμοιβή, ποσού 79.015,67 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 23%, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αναφερόμενης ανωτέρω προγενέστερης αγωγής τους.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις εφαρμοστέες εδώ ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων του άρθρου 2 παρ. 4 και 5 του β.δ. της 30/31-5-1956, 1 π.δ. 48/1994, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 681 και 694 ΑΚ, διέλαβε δε στην ως άνω προσβαλλόμενη οριστική του απόφασή του σαφείς , πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες εφήρμοσε, και τον νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση της δίκης.
Δεν διαφαίνεται δε στο σκεπτικό της εν λόγω απόφασης ότι διαπιστώθηκε κάποια αμφιβολία ή κενό όσον αφορά τους συμβατικούς όρους που διέπουν την επίδικη σύμβαση και ιδίως το ύψος και τον τρόπο προσδιορισμού της αμοιβής των δικαιούχων της αμοιβής μηχανικού και υπομηχανικού, ώστε να ανακύπτει ανάγκη εφαρμογής των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., και επομένως είναι αλυσιτελής και απορριπτέος ο σχετικός ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο " σε κάθε περίπτωση θα έπρεπε να προβεί σε ερμηνεία των άνω συμβάσεων ( όπως και ουσιαστικά έπραξε ) και να ανατρέξει και εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., εάν ήθελε να καταλήξει στο αυτό αποτέλεσμα ".Εξάλλου, η περαιτέρω ειδικότερη αιτίαση της αναιρεσείουσας, ότι η προσβαλλομένη περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, διότι, " ενώ δέχθηκε ότι θα γίνουν επιμετρήσεις για τον καθορισμό του εργολαβικού ανταλλάγματος , εν τούτοις κατέληξε στην κρίση ότι ήταν σαφής η συμφωνία κατά την γραμματική διατύπωση των ιδιωτικών συμφωνητικών περί καθορισμού της αμοιβής των αναιρεσιβλήτων μηχανικών επί του προϋπολογισμού του έργου και χωρίς επιμετρήσεις για τον καθορισμό του εργολαβικού ανταλλάγματος... ", είναι αβάσιμος, αφού, όπως από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης προκύπτει, η αναφορά από αυτήν στις επιμετρήσεις του επίδικου έργου, όσον αφορά στις σχέσεις της εναγομένης - αναιρεσείουσας με τους αναιρεσίβλητους μηχανικούς, που ενδιαφέρει εδώ, γίνεται όχι για τον υπολογισμό της αμοιβής των τελευταίων αλλά για τον καθορισμό του χρόνου καταβολής σ' αυτούς της - κατά τις παραδοχές της απόφασης - καθορισμένης εκ των προτέρων συμβατικά αμοιβής τους, η οποία είχε συμφωνηθεί να καταβάλλεται τμηματικά με την πρόοδο των εργασιών.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος κατ' αμφότερα τα σκέλη του.
IV. Από το άρθρο 425 ΑΚ, κατά το οποίο, τα έξοδα της εξοφλητικής απόδειξης φέρει ο οφειλέτης, αν δεν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση, προκύπτει ότι τα έξοδα που βεβαιώνουν την εξόφληση (μερική ή ολική) της απαίτησης με την έκδοση εξοφλητικής αποδείξεως ή τιμολογίου από τον δανειστή που ικανοποιείται από την εξόφληση, τέτοια δε είναι και τα τέλη χαρτοσήμου ή ο φόρος προστιθέμενης αξίας, εμπίπτουν στην έννοια των εξόδων του άρθρου 525 ΑΚ και βαρύνουν τον οφειλέτη.
Στην περίπτωση δε που ο δανειστής, όπως συμβαίνει συνήθως στην πράξη, έχει προκαταβάλει τα έξοδα αυτά, μπορεί να στραφεί κατά του οφειλέτη και να τα αναζητήσει κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. ΑΚ). Και τούτο, εφόσον βεβαίως δεν υπάρχει μεταξύ τους διαφορετική συμφωνία, την οποία οφείλει να επικαλεστεί και αποδείξει ο οφειλέτης, ή δεν υφίσταται ειδική διάταξη που υπερισχύει της γενικής τοιαύτης του άρθρου 525 ΑΚ, με την οποία ορίζεται διαφορετικά (ΑΠ 1100/1996 ).Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ.1, 3 παρ.1, 4, 8 παρ.1, 14 παρ.1, 16 παρ. 1 και 2, 19 παρ.1, 21, 35 παρ.1 και 36 του ν. 2859/2000 "Κύρωση Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας" (ΦΕΚ Α 248), ο οποίος κωδικοποίησε σε ενιαίο κείμενο τον ν. 1642/1986 (ΦΕΚ Α 125), που εισήγαγε στη χώρα τον ανωτέρω φόρο (ΦΠΑ), όπως οι διατάξεις αυτές τροποποιήθηκαν μεταγενέστερα και , ως ειδικές, υπερισχύουν των διατάξεων του ενδοτικού δικαίου, όπως είναι και η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 425 του ΑΚ, σαφώς προκύπτει, ότι στην περίπτωση σύμβασης έργου, κατά την οποία ο εργολάβος παρέχει τις υπηρεσίες του στον εργοδότη για την εκτέλεση του έργου έναντι αμοιβής, για την οποία είναι υπόχρεος στην έκδοση τιμολογίων και την απόδοση προς το Δημόσιο του αναλογούντος σε αυτά Φ.Π.Α ( ο οποίος, σημειωτέον, επιρρίπτεται στον εργοδότη, ως λήπτη των παρεχόμενων σε αυτόν υπηρεσιών και υπόχρεο συνεπεία τούτου στην καταβολή του ), εφόσον ο εργολάβος προβεί, μέσα στα χρονικά όρια που τίθενται από τις σχετικές διατάξεις του ως άνω νόμου, στην έκδοση των σχετικών τιμολογίων, που τον υποχρεώνουν στην απόδοση του αναλογούντος σ' αυτά Φ.Π.Α.
στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., χωρίς ωστόσο να έχει προεισπράξει τον φόρο αυτό από τον εργοδότη, δικαιούται να τον αναζητήσει απ' αυτόν, κατά τις ως άνω διατάξεις, και επικουρικά, κατ' εκείνες του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εκτός αν ο εργοδότης επικαλεστεί και αποδείξει ειδική συμφωνία μεταξύ αυτού και του εργολάβου, με την οποία ο τελευταίος αναλαμβάνει την τοιαύτη υποχρέωσή του (ΑΠ 1113/2017 και ΑΠ 1598/2011).
Σε περίπτωση όμως που κατά τον χρόνο εκδίκασης της διαφοράς δεν έχει εκδοθεί το σχετικό τιμολόγιο ή η απόδειξη παροχής υπηρεσιών από τον εργολάβο, όπως συμβαίνει στη περίπτωση που ο φόρος γίνεται απαιτητός κατά τον χρόνο είσπραξης της αμοιβής του εργολάβου ύστερα από επιταγή δημοσίας αρχής ,όπως δικαστικής απόφασης, ο εργολάβος οφείλει να εκδώσει κατά τον χρόνο είσπραξης της αμοιβής (δηλαδή στο μέλλον) τιμολόγιο ή απόδειξη ή άλλο στοιχείο που προβλέπεται από τον Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων, στο οποίο θα αναγράψει τη φορολογική αξία (την ως άνω επιδικασθείσα αμοιβή) και το ποσό του φόρου χωριστά (ΑΠ 80/1999).
Η εν λόγω απαίτηση του εργολάβου έναντι του εργοδότη για την οφειλή του ΦΠΑ μπορεί να καταστεί αντικείμενο δίκης, κατά τη διάταξη του άρθρου 69 παρ.1 περ. ε του ΚΠολΔ. Επομένως, για την κατά τα ανωτέρω αναγνώριση της ως άνω οφειλής του ΦΠΑ δεν αρκεί η εξόφληση στο μέλλον της σχετικής οφειλής από τον υπόχρεο εργοδότη αλλά απαιτείται επί πλέον και η έκδοση από τον εργολάβο, κατά τον χρόνο είσπραξης της αμοιβής, του κατά τη φορολογική νομοθεσία απαραίτητου φορολογικού στοιχείου.
Ο φόρος δε στην περίπτωση αυτή θα υπολογιστεί με βάση το ποσοστό που θα ισχύει κατά τον χρόνο της εξόφλησης ( πρβλ ΑΠ 1113/2017 ). Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου του σχετικού λόγου αναίρεσης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι οι ενάγοντες με την ένδικη αγωγή τους , αφού εξιστόρησαν τα περιστατικά που εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο
ΙΙ σκέψη της παρούσας, ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη , βάσει των διατάξεων περί ενδοσυμβατικής ευθύνης άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να καταβάλει στο πρώτο ως υποκατάστατο του δευτέρου, και στον τρίτο των εναγόντων το ως άνω οφειλόμενο υπόλοιπο των 158.031,34 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 23 %, κατά το ήμισυ στον καθένα, με τον νόμιμο τόκο, όπως στην αγωγή ειδικότερα εκτίθεται.
Το Εφετείο, κρίνοντας επί της εφέσεως των εναγόντων και τώρα αναιρεσιβλήτων, με την προσβαλλόμενη 44/2015 οριστική του απόφαση, όπως ήδη σημειώθηκε, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη και τώρα αναιρεσείουσα να καταβάλει στο πρώτο ( με την προαναφερόμενη ιδιότητά του ) και στον τρίτο των εναγόντων την αιτούμενη εργολαβική αμοιβή, πλέον ΦΠΑ 23%, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αναφερόμενης προγενέστερης αγωγής τους.
Όσον δε αφορά ειδικά τον ΦΠΑ, η παρεμπίπτουσα 114/2014 απόφαση , επειδή οι ενάγοντες δεν επικαλέστηκαν την απόδοσή του στο Δημόσιο , απέρριψε το παρεπόμενο αίτημα για επιδίκαση τόκων και επί του ποσού που αντιστοιχεί σε αυτόν. Έτσι που έκρινε το Εφετείο με τις προσβαλλόμενες ως άνω αποφάσεις, δεν παραβίασε αλλά ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις εφαρμοστέες εδώ ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 4 και 5 του β.δ.
της 30/31-5-1956, 1 π.δ. 48/1994, άρθρων 1, 2 παρ.1, 3 παρ.1, 4, 8 παρ.1, 14 παρ.1, 16 παρ. 1 και 2, 19 παρ.1, 21, 35 παρ.1 και 36 του ν. 2859/2000 "Κύρωση Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας" , σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 681 και 694 ΑΚ, διέλαβε δε στις εν λόγω αποφάσεις πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες , που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες εφήρμοσε, και τον νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση της δίκης αναφορικά με την συμβατική υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στους ενάγοντες μηχανικούς τον ( μετακυλιόμενο άλλωστε σ' αυτήν από τον νόμο ) ΦΠΑ επί της συμφωνηθείσας αμοιβής τους.
Είναι δε αβάσιμοι οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, ότι, ως προς το αίτημα επιδίκασης ΦΠΑ, εσφαλμένα η πρώτη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις έκρινε ότι είναι νόμιμο και η δεύτερη το δέχθηκε αναιτιολόγητα ως βάσιμο και στην ουσία, επειδή, όπως διατείνεται , προϋπόθεση για την πληρωμή του ΦΠΑ είναι η προηγούμενη έκδοση αντίστοιχης απόδειξης παροχής υπηρεσιών και συνεπώς οι αναιρεσίβλητοι δεν νομιμοποιούνται να απαιτούν τον ΦΠΑ , εάν δεν έχουν εκδώσει το σχετικό φορολογικό παραστατικό .
Και τούτο διότι, όπως εκτέθηκε στην αμέσως πιο πάνω νομική σκέψη, η ικανοποίηση της απαίτησης για καταβολή του ΦΠΑ μπορεί να επιδιωχθεί και κατ' εφαρμογή του άρθρου 69 παρ.1 περ.ε' ΚΠολΔ, στην περίπτωση δε αυτή, που η πληρωμή της εργολαβικής αμοιβής πραγματοποιείται σε εκτέλεση δικαστικής απόφασης, ο παραπάνω φόρος καθίσταται απαιτητός κατά τον χρόνο είσπραξης της αμοιβής, οπότε και γεννάται η σχετική φορολογική υποχρέωση, ο υποκείμενος δε στον φόρο εργολάβος θα εκδώσει τιμολόγιο ή απόδειξη ή άλλο στοιχείο που προβλέπουν οι διατάξεις του Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων, στο οποίο θα αναγράφει τη φορολογική αξία και το ποσό του φόρου χωριστά.
Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ αντίστοιχα , είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά το μέρος όμως που το Εφετείο με τις προσβαλλόμενες ως άνω αποφάσεις του δέχθηκε ότι το καταβλητέο από την εναγομένη ποσοστό του ΦΠΑ είναι, (ανεξάρτητα από τον χρόνο καταβολής του ) 23% , εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη οριστική απόφασή του την απαιτούμενη προς τούτο αιτιολογία, αφού , σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις , όπως ήδη σημειώθηκε , είναι μεν νόμιμο το αίτημα καταβολής του οφειλόμενου ΦΠΑ κατ' εφαρμογή του άρθρου 69 παρ. 1 περ.
ε' ΚΠολΔ, το καταβλητέο όμως για την αιτία αυτή ποσό θα υπολογιστεί με βάση το ποσοστό ΦΠΑ που θα ισχύει κατά τον κρίσιμο εδώ χρόνο είσπραξης από τους ενάγοντες της αμοιβή τους, οπότε και θα εκδώσουν τα σχετικά παραστατικά, δεδομένου ότι το ποσοστό αυτό δεν είναι σταθερό, τα τελευταία δε έτη και μέχρι τη δημοσίευση της ως άνω οριστικής απόφασης αναπροσαρμόστηκε διαδοχικά από 18 σε 19 ,21 και 23 %.
Έτσι , ενδέχεται κατά τον παραπάνω κρίσιμο χρόνο το νόμιμο ποσοστό να είναι διαφορετικό από εκείνο που ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης οριστικής απόφασης του Εφετείου. Επομένως , κατά το μέρος αυτό οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης είναι βάσιμοι.
Ενόψει όλων τούτων, πρέπει, κατά μερική παραδοχή των παραπάνω δευτέρου και τρίτου λόγων αναίρεσης, να αναιρεθούν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις του Εφετείου μόνο κατά το μέρος που αφορά το οφειλόμενο ποσοστό ΦΠΑ, όπως ειδικότερα εκτίθεται πιο πάνω. Περαιτέρω και δεδομένου ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνηση, πρέπει αυτή να κρατηθεί και να δικαστεί κατά το μέρος αυτό από το Δικαστήριο τούτο (άρθρο 580 παρ. 3 εδάφιο πρώτο ΚΠολΔ ), να ερευνηθεί κατά το μέρος αυτό κατ' ουσίαν η ένδικη αγωγή και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στους ενάγοντες τα ποσά που αναφέρονται στις προηγούμενες σκέψεις και στο διατακτικό με τον νόμιμο τόκο και με τον ΦΠΑ που θα ισχύει κατά τον χρόνο της καταβολής και έκδοσης των οικείων παραστατικών. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους διαδίκους των παραβόλων που αυτοί κατέθεσαν για την έφεση και την αναίρεση, ενώ τα δικαστικά τους έξοδα για το πρώτο και τον δεύτερο βαθμό καθώς και τα έξοδα της προκείμενης δίκης πρέπει να κατανεμηθούν μεταξύ τους κατά τον λόγο της νίκης και της ήττας τους και να καταδικαστεί εντέλει η αναιρεσείουσα σε ένα μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων ( από τους οποίους οι δεύτερος και τρίτος κατέθεσαν προτάσεις ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό ( άρθρα 106 ,178, 183,189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει τις 114/2014 και 44/2015 αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, δηλαδή μόνο κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει κατά το μέρος αυτό την υπόθεση.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στο πρώτο ενάγον νομικό πρόσωπο με την επωνυμία " ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ", με την ιδιότητά του ως από τον νόμο υποκαταστάτου του δευτέρου ενάγοντος Π. Π., και στον τρίτο ενάγοντα Δ. Τ. τα ποσά που επιδικάστηκαν σ' αυτούς με την δεύτερη από τις ανωτέρω αναιρούμενες αποφάσεις , με το ποσό του ΦΠΑ που αναλογεί σ' αυτά, υπολογιζόμενο με βάση το ποσοστό του φόρου αυτού που θα ισχύει κατά τον χρόνο της καταβολής και έκδοσης των οικείων παραστατικών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στους διαδίκους των παραβόλων που κατέθεσαν για την έφεση και την αναίρεση.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα σε ένα μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων του πρώτου και του δευτέρου βαθμού καθώς και της προκείμενης δίκης, το οποίο ορίζει σε δύο χιλιάδες πεντακόσια ( 2.500 ) ευρώ για το πρώτο και σε έξι χιλιάδες (6.000 ) ευρώ για τους άλλους δύο απ' αυτούς.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 12η Δεκεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 15η Μαρτίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ