535/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό τα άρθρα 914 και 932 Α.Κ. και 1 και 16 του ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. (άρθρο 38 παρ. 1 Εισ.Ν. Α.Κ.), προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.
Legislator headnote
AI generated535/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 9-10-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 535 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 535/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Θεοδωρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. (M.) Τ. (T.) του Γ. (G.), χήρας I. (Ι.) S. (Σ.), κατοίκου ..., για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας την επιμέλεια και τη γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων της S. (Σ.) S. (Σ.) του I. (Ι.) και S. (Σ.) S. (Σ.) του I. (Ι.), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Παπαθανασίου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1356/2010 του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία αυτό κηρύχθηκε αναρμόδιο να δικάσει τη διαφορά και την παρέπεμψε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ως αρμόδιο, 787/2011 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 5768/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-4-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 9-10-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τα άρθρα 914 και 932 Α.Κ. και 1 και 16 του ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. (άρθρο 38 παρ. 1 Εισ.Ν. Α.Κ.), προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.
Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι’ αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις (Ολ.
Α.Π. 1117/1986, Α.Π. 80/2016). Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή, σε περίπτωση θανάτου του, οι συγγενείς του χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν με την έννοια του άρθρου 914 του Α.Κ., δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915 (Α.Π. 80/2016).
Πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, από το οποίο πηγάζει υποχρέωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, μπορεί να θεμελιωθεί και στο ότι δεν τηρήθηκαν από αυτούς οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών που επιβάλλουν τους όρους ασφαλείας για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων, σύμφωνα με το άρθρο 662 Α.Κ. (Α.Π. 80/2016).
Τέτοιες διατάξεις είναι και αυτές του π.δ. 778/1980 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών", του π.δ. 1073/1981 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος πολιτικού μηχανικού", του ν. 1396/1983 "υποχρεώσεις λήψης και τήρησης των μέτρων ασφαλείας στις οικοδομές και λοιπά ιδιωτικά τεχνικά έργα" και του π.δ. 17/1996 "μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων...".
Ειδικότερα: Κατά το άρθρο 7 παρ. 1 του π.δ. 17/1996: "Ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας, και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και ασφάλεια των τρίτων". Εξ άλλου κατά μεν το άρθρο 2 ν. 1396/1983: "Για την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου αυτού θεωρούνται: 1... 2... 3... 4.
Εργολάβος: Πρόσωπο που συμβάλλεται με μίσθωση έργου με τον κύριο του έργου και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου τεχνικού έργου ή τμήματός του, ανεξάρτητα από την ιδιότητα με την οποία φέρεται ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό οργανισμό.... 5... 6... 7...", κατά δε το άρθρο 5 του ίδιου πιο πάνω νόμου (1396/1983): "Ο εργολάβος και υπεργολάβος τμήματος του έργου είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται: 1.
Να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν στο τμήμα του έργου που ανέλαβαν, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολόκληρο ή κατά τμήματα με υπεργολάβους. 2. Να τηρούν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τις οδηγίες του επιβλέποντος, όπως προβλέπονται στο αρθρ. 7 του νόμου αυτού και αφορούν στο τμήμα του έργου που έχει αναλάβει. 3.
Να εφαρμόζουν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τη μελέτη μέτρων ασφαλείας που ορίζεται στο αρθρ. 6 του παρόντος, εφόσον αφορά στο τμήμα του έργου το οποίο έχουν αναλάβει". Περαιτέρω κατά το άρθρο 1 του π.δ. 778/1980: "Επί εργασιών ανεγέρσεως, κατεδαφίσεως, επισκευής, διακοσμήσεως, χρωματισμού οικοδομών, ως και των εις αυτάς εκτελουμένων πάσης φύσεως μεταλλικών, μηχανουργικών, μηχανολογικών και ηλεκτρονικών εργασιών, τηρούνται υπό των κατά νόμον υπευθύνων του έργου και αι ειδικαί διατάξεις των επομένων άρθρων", κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του ίδιου π.δ. (778/1980): "Μετά την εκτέλεσιν των εις το άρθρον 1 του παρόντος αναφερομένων εργασιών δέον όπως χρησιμοποιούνται ικριώματα ή φορηταί κλίμακες υπό τους κάτωθι όρους και περιορισμούς, αναλόγως του ύψους αυτών από της στάθμης του εδάφους ή του κατά περίπτωσιν δαπέδου ορόφους της οικοδομής.
α)... β)... γ) Εις τας εσωτερικάς εργασίας άνω των 3,50 του μέτρου χρησιμοποιούνται σταθερά ικριώματα. Εις τας ως άνω εργασίας δύναται να χρησιμοποιώνται και κινητά μεταλλικά ικριώματα εν είδει πύργων, εφ’ όσον το ύψος αυτών δεν υπερβαίνει τα 12,00 μέτρα", κατά δε το άρθρο 4 του ίδιου π.δ. (778/1980): "1. Τα υλικά εξ ων συνίστανται τα ικριώματα δέον να είναι αρίστης ποιότητος, ανθεκτικά και επιμελώς συντετηρημένα, να προέρχωνται εξ υγιούς ξύλου μακρών ινών, απηλλαγμένου εντελώς του φλοιού, και, κατά το δυνατόν, ρωγμών ή αρμών.
Η βαφή και το στοκάρισμα των χρησιμοποιουμένων ξύλων απαγορεύεται. Η χρήσις χυτοσιδηρών ήλων δια την συναρμολόγησιν του ικριώματος απαγορεύεται. Τα υλικά επιθεωρούνται προ εκάστης συναρμολογήσεως ποιοτικώς και ποσοτικώς. 2. Η αποθήκευσις των υλικών του ικριώματος γίνεται χωριστά εκ των υπολοίπων υλικών της οικοδομής και η συντήρησίς των ανατίθεται παρά του κατασκευαστού εις έμπειρον τεχνίτην. 3.
Η κατασκευή και αποσύνθεσις των ξυλίνων ικριωμάτων γίνεται παρ’ ειδικευμένων τεχνιτών εξησκημένων εις το είδος τούτο της εργασίας". Τέλος με το άρθρο 34 του π.δ. 1073/1981 ρυθμίζονται λεπτομερώς οι διαστάσεις των ικριωμάτων αναλόγως του φορτίου και του είδους των εργασιών για τις οποίες χρησιμοποιούνται, ενώ με το άρθρο 111 του ίδιου π.δ. (1073/1981) ορίζονται τα εξής: "Διά την διαρκή επίβλεψιν και επιμέλειαν της εφαρμογής του παρόντος ως και του π.δ. 778/1980 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών" εις τας οικοδομικάς και εν γένει εργοταξιακάς εργασίας, παρίστανται ανελλιπώς καθ’ όλην την διάρκειαν της ημερησίας εργασίας οι νόμω υπόχρεοι εργοδόται ή οι εκπρόσωποι τούτων.
Το προσωπικόν εκάστου συνεργείου πρέπει να επιθεωρήται τουλάχιστον άπαξ της ημέρας υπό του επικεφαλής του υπεργολάβου, άπαξ δε της εβδομάδος, υπό του εργολάβου, εφ’ όσον έχει ειδικάς γνώσεις ή υπό καταλλήλου εκπροσώπου του. Οι υπεργολάβοι και εργολάβοι οφείλουν διαρκώς να καθοδηγούν τους εργαζομένους περί των κατά φάσιν εργασίας, απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας".
Εξ άλλου από τα άρθρα 297, 300, 330 και 914 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου που υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας του, να είναι παράνομη η πράξη ή η παράλειψή του και να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως και της ζημίας.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του υπαιτίου ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, ικανή να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Το αν η πράξη ή παράλειψη ήταν ικανή, αντικειμενικά εξεταζόμενη, να επιφέρει τη ζημία, δηλαδή το αν ευρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το αποτέλεσμα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο και μάλιστα από την άποψη της παραβάσεως ή μη των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Η κρίση όμως ότι η πράξη ή παράλειψη υπήρξε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Δεν αποκλείεται κατ’ αρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα συντέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος.
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται επίσης ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.
Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ.: "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Προσδιοριστικό στοιχείο για τον καθορισμό της χρηματικής ικανοποιήσεως με βάση τη διάταξη αυτή αποτελεί, πλην των άλλων, και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος (Α.Π. 1546/2014).
2. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Οι δύο πρώτες εναγόμενες [εδώ μη διάδικοι] Χ. Ζ. και Σ. Ζ. τυγχάνουν συγκύριες ενός ακινήτου που βρίσκεται στην Αθήνα επί της συμβολής των οδών ..., επί του οποίου αποφάσισαν να ανεγείρουν νέα εξαώροφη οικοδομή, δύο υπόγεια και δώμα.
Προς τούτο εξέδωσαν την... .../2004 άδεια οικοδομής της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου … και με σύμβαση που κατήρτισαν με τον τέταρτο εναγόμενο [εδώ μη διάδικο] Θ. Τ., αρχιτέκτονα-μηχανικό, ανέθεσαν σ’ αυτόν την σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις γενική επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτέλεσης του ως άνω οικοδομικού έργου.
Την κατασκευή της οικοδομής οι δύο πρώτες εναγόμενες δεν ανέθεσαν σε γενικό εργολάβο, αλλά τις επί μέρους εργασίες ανέθεταν αυτές σε διάφορους, κατά είδος εργασιών, εργολάβους με σχετικές συμβάσεις έργου που κατήρτιζαν οι ίδιες με τους τελευταίους. Στις 17-6-2005 οι δύο πρώτες εναγόμενες με σύμβαση που κατήρτισαν με τον πέμπτο εναγόμενο [ήδη αναιρεσείοντα] Γ.
Κ., ο οποίος διατηρεί τεχνικό γραφείο ανελκυστήρων επί της οδού ... στην Αθήνα, αποδεχόμενες την από 21-4-2005 έγγραφη προσφορά του ανωτέρω, ανέθεσαν σ’ αυτόν, έναντι αμοιβής, την προμήθεια και εγκατάσταση, με δικά του μέσα και προσωπικό, υδραυλικού ανελκυστήρα στην ως άνω εξαώροφη οικοδομή τους. Ο πέμπτος εναγόμενος εξάλλου προσέλαβε στις 17-6-2005, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, τον αλβανικής υπηκοότητας και κάτοχο νόμιμης άδειας παραμονής και εργασίας στην Ελλάδα l S., σύζυγο της ενάγουσας [ήδη αναιρεσίβλητης] και πατέρα των εκπροσωπουμένων απ’ αυτή ανηλίκων θυγατέρων της S. και S., των οποίων ασκεί τη γονική μέριμνα, προκειμένου να τον απασχολήσει ως ανειδίκευτο εργάτη.
Σε εκτέλεση του έργου που του ανατέθηκε από τις κυρίες αυτού δύο πρώτες εναγόμενες ο πέμπτος εναγόμενος προσήλθε στις 24-6-2005 και περί ώρα 09.00’ στην ανωτέρω οικοδομή, μαζί με τον προαναφερόμενο εργάτη και τον τεχνίτη τοποθέτησης ανελκυστήρων Χ. Τ., τον οποίο επίσης απασχολούσε στην επιχείρησή του, προκειμένου να μεταφέρουν εργαλεία και υλικά και να εκτελέσουν κάποιες εργασίες προπαρασκευαστικές της τοποθέτησης του ανελκυστήρα.
Ακολούθως, αφού ολοκληρώθηκε η αποφόρτωση των εργαλείων και υλικών και η μεταφορά τους στην οικοδομή, ο πέμπτος εναγόμενος ανέθεσε στους προαναφερόμενους εργάτες του να προβούν στην εκτέλεση προπαρασκευαστικών εργασιών εντός του κενού φρεατίου που είχε κατασκευασθεί στην οικοδομή για την εγκατάσταση του ανελκυστήρα και αποχώρησε από το εργοτάξιο.
Την ημέρα εκείνη (24-6-2005) απουσίαζε από την οικοδομή ο τέταρτος εναγόμενος επιβλέπων μηχανικός του έργου, ενώ λόγω της γενικής απεργίας που είχε εξαγγείλει και πραγματοποιούσε η ΓΣΕΕ, στην οικοδομή εργάζονταν, πέραν των ως άνω εργατών του εργολάβου τοποθέτησης του ανελκυστήρα, ο Χ. Δ., που εκτελούσε ηλεκτρολογικές εργασίες σε κατάστημα του ισογείου αυτής και ο T.
S., φύλακας του χώρου. Μετά την αποχώρηση του πέμπτου εναγομένου οι ως άνω εργάτες του συνεργείου του ξεκίνησαν την εκτέλεση των εργασιών που τους ανέθεσε εντός του φρεατίου του ανελκυστήρα, αφού πρώτα τούτοι ξεκλείδωσαν με το κλειδί που είχαν τις μεταλλικές πόρτες που είχαν τοποθετηθεί στους ορόφους μπροστά από το άνοιγμα του φρεατίου του ανελκυστήρα και συνέχισαν εργαζόμενοι, χρησιμοποιώντας τρυπάνι.
Περί ώρα 12.00 αποχώρησε από την οικοδομή ο τεχνίτης Χ. Τ. και έμεινε να εργάζεται μόνος στο φρεάτιο του ανελκυστήρα ο l. S.. Περίπου μισή ώρα αργότερα, δηλαδή περί τις 12.30 και ενώ τούτος εκτελούσε εντός του φρεατίου εργασίες τοποθέτησης μεταλλικών πλαϊνών στηριγμάτων μεταξύ πέμπτου και έκτου ορόφου της οικοδομής, όντας ανεβασμένος σε κινητή αλουμινένια διπλή σκάλα, που στηριζόταν από τη μία άκρη της στο δάπεδο (πλάκα οπλισμένου σκυροδέματος) έξω από την πόρτα του φρεατίου του πέμπτου ορόφου και από την άλλη στο έναντι της πόρτας τοιχίο του φρεατίου, κατέπεσε μαζί με τη σκάλα στη βάση του φρεατίου στο υπόγειο του κτιρίου, από ύψος μεγαλύτερο των 15 μέτρων, με συνέπεια να υποστεί από την πτώση κακώσεις της κεφαλής, εξαιτίας των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε αμέσως ο θάνατός του.
Το παραπάνω ατύχημα θα είχε αποφευχθεί αν εντός του φρεατίου του ανελκυστήρα υπήρχε σταθερό ικρίωμα με καθολικό δάπεδο εργασίας (χωρίς κενά), επαρκούς αντοχής για τη συγκεκριμένη εργασία, όπως προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 γ, 4 επ. του π.δ. 778/1980 και 34 του π.δ. 1073/1981 για τις εσωτερικές εργασίες που εκτελούνται σε οικοδομικά έργα και σε ύψος άνω των 3,5 μέτρων, όπως εν προκειμένω, πλην όμως τέτοιο σταθερό ικρίωμα δεν είχε κατασκευασθεί και δεν υπήρχε εντός του φρεατίου πριν αναλάβει την εκτέλεση της προαναφερθείσας εργασίας ο θανών εργαζόμενος.
Η πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και ο εξ αυτού θανάσιμος τραυματισμός του l. S. οφείλεται σε υπαιτιότητα (αμέλεια) των τετάρτου και πέμπτου των εναγομένων, επιβλέποντος μηχανικού του οικοδομικού έργου και εργολάβου τοποθέτησης του ανελκυστήρα και εργοδότη του θανόντος, αντίστοιχα, οι οποίοι υπό τις παραπάνω ιδιότητές τους δεν επέδειξαν την προσοχή που όφειλαν ως μέσοι συνετοί άνθρωποι βάσει των νομικών κανόνων, της κοινής πείρας και λογικής και μπορούσαν βάσει των προσωπικών τους περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων και κυρίως εξαιτίας του επαγγέλματός τους να καταβάλουν, ώστε να προβλέψουν και να αποφύγουν το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα, που από έλλειψη προσοχής δεν προέβλεψαν.
Ειδικότερα ο πέμπτος εναγόμενος, εργολάβος του τμήματος του έργου που αφορά στην εγκατάσταση του ανελκυστήρα και εργοδότης του θανόντος, αν και όφειλε και μπορούσε να λάβει τα ανωτέρω αναφερόμενα μέτρα ασφαλείας (κατασκευή σταθερού ικριώματος εντός του φρεατίου του ανελκυστήρα) πριν από την έναρξη εκτέλεσης εργασιών μέσα σ’ αυτό, ώστε να εξασφαλίσει τους εργαζομένους εντός του χώρου του φρεατίου από τον κίνδυνο πτώσης, ενόψει του ότι οι προπαρασκευαστικές εργασίες για την τοποθέτηση του ανελκυστήρα θα εκτελούντο σε ύψος άνω των 3,5 μέτρων, εντούτοις από έλλειψη της επιβαλλόμενης προσοχής, παρέλειψε να λάβει τα ως άνω προβλεπόμενα από το νόμο για τη συγκεκριμένη εργασία μέτρα ασφαλείας που, αν είχαν ληφθεί, θα είχαν αποτρέψει την πτώση του εργαζομένου στο υπόγειο του κτιρίου και το θάνατό του (άρθρα 3 παρ. 1 γ, 4 επ.
του π.δ. 788/1980, 34 του π.δ. 1073/1981, 5 του ν. 1396/1983, 7 παρ. 1 του π.δ. 17/1996 και 662 του Α.Κ.). Ο αρνητικός της αγωγής ισχυρισμός του πέμπτου εναγομένου, κατά τον οποίο ο θανών ενήργησε αυτοβούλως και εν αγνοία του ιδίου (πέμπτου εναγομένου), διότι όπως διατείνεται τούτος η μόνη εργασία που του ανέθεσε την ημέρα εκείνη ήταν αυτή της μεταφοράς, από κοινού με το συνάδελφό του Χ.
Τ., των εργαλείων και υλικών που απαιτούντο προκειμένου να αρχίσουν οι εργασίες εγκατάστασης του ανελκυστήρα τη Δευτέρα 27-6-2005 για την οποία και ήταν προγραμματισμένες, δεν είναι καθόλου πειστικός, αφού, αν πράγματι συνέβαινε αυτό, τότε ούτε ο θανών ούτε ο έτερος εργαζόμενος του συνεργείου του πέμπτου εναγομένου θα διέθεταν την ημέρα του ατυχήματος το ειδικό κλειδί των θυρών του ανελκυστήρα με τη χρήση του οποίου κατέστη δυνατή η πρόσβασή τους εντός του χώρου του φρεατίου...
Η ένσταση συνυπαιτιότητας του θανόντος είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, που είχε ως συνέπια το θάνατο του l. S., συνετέλεσε αιτιωδώς οποιαδήποτε συμπεριφορά του τελευταίου. Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι τούτος είχε προσληφθεί από τον πέμπτο εναγόμενο λίγες μόνο ημέρες πριν συμβεί το ατύχημα, δεν διέθετε καμία προηγούμενη εμπειρία σε εργασίες τοποθέτησης ανελκυστήρων, δεν τέθηκε στη διάθεσή του κανένα μέσο που θα μπορούσε να αποτρέψει την πτώση του και ασφαλώς δεν ενήργησε αυτοβούλως και εν αγνοία του εργοδότη του, πέμπτου εναγομένου αλλά συμμορφώθηκε στη δεσμευτική γι’ αυτόν βάσει της σύμβασης εργασίας του εντολή του τελευταίου περί εκτέλεσης των προπαρασκευαστικών εργασιών εντός του φρεατίου του ανελκυστήρα...".
Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο απέρριψε την έφεση του πέμπτου εναγομένου και δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί μερικώς την αγωγή ως προς τον πέμπτο εναγόμενο και είχε αναγνωρίσει ότι αυτός οφείλει (εις ολόκληρον με τον εδώ μη διάδικο τέταρτο εναγόμενο) να καταβάλει στην ενάγουσα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το ποσό των 120.000 ευρώ για την ίδια ατομικά και των 90.000 ευρώ για καθένα από τα ανήλικα τέκνα της.
Στη συνέχεια δε, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, τη δέχθηκε εν μέρει ως κατ’ ουσίαν βάσιμη ως προς τον πέμπτο εναγόμενο, αναγνώρισε δε ότι αυτός οφείλει (εις ολόκληρον με τον τέταρτο εναγόμενο) να καταβάλει στην ενάγουσα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το ποσό των 125.000 ευρώ για την ίδια ατομικά και των 95.000 ευρώ για καθένα από τα ανήλικα τέκνα της.
3. Με την κρίση αυτή το εφετείο αφ’ ενός εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν στον αριθμό 1 της απόφασης αυτής και αφ’ ετέρου τις παραβίασε εκ πλαγίου, διότι α) θεμελίωσε την υπαιτιότητα του εναγομένου, υπό την έννοια που προαναφέρθηκε, στην παράλειψη κατασκευής σταθερού ικριώματος εντός του φρεατίου του ανελκυστήρα πριν από την έναρξη εκτέλεσης εργασιών μέσα σ’ αυτό, ώστε να εξασφαλίσει τους εργαζομένους εντός του χώρου του φρεατίου από τον κίνδυνο πτώσης, ενόψει του ότι οι προπαρασκευαστικές εργασίες για την τοποθέτηση του ανελκυστήρα θα εκτελούντο σε ύψος άνω των 3,5 μέτρων, χωρίς να διευκρινίζει, για ποιο λόγο, ο παθών, που ξεκλείδωσε με κλειδί τις μεταλλικές πόρτες που είχαν τοποθετηθεί στους ορόφους μπροστά από το άνοιγμα του φρεατίου του ασανσέρ, (που ήταν προφανώς κλειδωμένη για λόγους ασφαλείας), ενώ δεν υπήρχε προστατευτικό δάπεδο, ούτε κάποιο άλλο μέτρο ασφαλείας, εν τούτοις εκτελούσε, εντός του φρεατίου ύψους μεγαλύτερου των 15 μέτρων, εργασίες τοποθέτησης μεταλλικών πλαϊνών στηριγμάτων μεταξύ πέμπτου και έκτου ορόφου της οικοδομής, όντας ανεβασμένος σε κινητή αλουμινένια διπλή σκάλα, που στηριζόταν από τη μία άκρη της στο δάπεδο (πλάκα οπλισμένου σκυροδέματος) έξω από την πόρτα του φρεατίου του πέμπτου ορόφου και από την άλλη στο έναντι της πόρτας τοιχίο του φρεατίου β) επίσης δεν διευκρινίζει αν υπήρχε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των ενεργειών του παθόντος και του επελθόντος αποτελέσματος, δεδομένου ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης ότι ούτος είχε προσληφθεί από τον εναγόμενο λίγες μέρες πριν συμβεί το ατύχημα, δεν είχε επαρκή εμπειρία σε εργασίες τοποθέτησης ανελκυστήρων και συμμορφώθηκε στη δεσμευτική γιαυτόν εντολή από τον εργοδότη του να εκτελέσει εργασίες εντός του φρεατίου του ανελκυστήρα, δεν κρίνεται επαρκής, ενόψει του ύψους του φρεατίου, του είδους των εργασιών και του προφανούς επικινδύνου τούτων, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση (χρήση κινητής αλουμινιένας σκάλας, στηριζόμενη ανεπαρκώς).
Επομένως ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο επισημαίνονται οι παραβάσεις αυτές και προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και όπως εκτιμάται εκ του αρθρ.19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
4. Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του δικαστηρίου, της αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ευφημίας Λαμπροπούλου, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ειδικότερα το εφετείο με την παραπάνω κρίση του δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297 (το ορθό 299), 300, 330, 914 και 932 Α.Κ., όπως αβάσιμα ισχυρίζεται με το λόγο αυτό ο αναιρεσείων.
Τούτο διότι τα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αφενός μεν συγκροτούν την έννοια του πταίσματος (αμέλειας) του πέμπτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος συνεπεία της οποίας επήλθε ο θάνατος του συζύγου της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και των υπ’ αυτής εκπροσωπουμένων ανηλίκων τέκνων της, αφετέρου δε δεν συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος του αποβιώσαντος.
Τα περιστατικά δε αυτά είναι αντίστοιχα: α) ότι ο πέμπτος εναγόμενος, αν και όφειλε με βάση τις αναφερόμενες διατάξεις και μπορούσε να λάβει τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας (κατασκευή σταθερού ικριώματος εντός του φρεατίου του ανελκυστήρα) πριν από την έναρξη εκτέλεσης εργασιών μέσα σ’ αυτό, ώστε να εξασφαλίσει τους εργαζομένους εντός του χώρου του φρεατίου από τον κίνδυνο πτώσης (ενόψει του ότι οι προπαρασκευαστικές εργασίες για την τοποθέτηση του ανελκυστήρα θα εκτελούνταν σε ύψος άνω των 3,5 μέτρων), εν τούτοις από έλλειψη της επιβαλλόμενης προσοχής, παρέλειψε να λάβει τα ως άνω προβλεπόμενα από το νόμο για τη συγκεκριμένη εργασία μέτρα ασφαλείας που, αν είχαν ληφθεί, θα είχαν αποτρέψει την πτώση του εργαζομένου στο υπόγειο του κτιρίου και το θάνατό του και β) ότι ο αποβιώσας είχε προσληφθεί από τον πέμπτο εναγόμενο λίγες μόνο ημέρες πριν συμβεί το ατύχημα, ότι δεν διέθετε καμία προηγούμενη εμπειρία σε εργασίες τοποθέτησης ανελκυστήρων, ότι δεν τέθηκε στη διάθεσή του κανένα μέσο που θα μπορούσε να αποτρέψει την πτώση του και ότι δεν ενήργησε αυτοβούλως και εν αγνοία του εργοδότη του πέμπτου εναγομένου αλλά συμμορφώθηκε στη δεσμευτική γι’ αυτόν βάσει της σύμβασης εργασίας του εντολή του τελευταίου για εκτέλεση των προπαρασκευαστικών εργασιών εντός του φρεατίου του ανελκυστήρα.
5. Ενόψει όλων αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του προαναφερθέντος (δευτέρου) λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τον αναιρεσείοντα, παρελκούσης της έρευνας του πρώτου λόγου αυτής και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της η δικαστική δαπάνη των διαδίκων (άρθρα 179 περ. β και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5768/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αφορά τον αναιρεσείοντα.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος της αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ