535/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 535 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 535/2016
Legislator headnote
AI generated535/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 535 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 535/2016
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 535 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 535/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κράνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεράσιμο Φουρλάνο, Γεώργιο Λέκκα και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Π. συζύγου Χ. Σ., το γένος ..., 2) Ε. Σ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Τέρτιο Πετροβατζή και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ.-Ι. Μ. του Κ., 2) Μ. συζ. Μ.-Ι. Μ., το γένος Μ. Σ., ατομικά και ως ασκούντων από κοινού τη γονική μέριμνα της ανήλικης κόρης τους Ν. Μ. του Μ.-Ι., κατοίκων ..., 3) Μ. Σ. του Π., 4) Ε. συζύγου Μ. Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αργύριο Βράττη και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/6/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3687/2010 μη οριστική και 1832/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4888/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 10/2/2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 25/9/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Εισάγονται προς κρίση η από 10.2.2015 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 4888/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε υπόθεση επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστησαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των αντιδίκων και αναιρεσειόντων, η οποία είχε ως συνέπεια το θάνατο του ανηλίκου τέκνου και εγγονού τους, αντίστοιχα. Ειδικότερα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκαν στην ουσία οι από 9.7.2012, 10.7.2012 και 11.7.2012 εφέσεις των αναιρεσιβλήτων, των αναιρεσειουσών και της Α. Κ. κατά της υπ' αριθ. 1832/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 3687/2010 μη οριστικής απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, έγινε εν μέρει δεκτή η από 30.6.2004 αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά των αναιρεσειουσών και της ως άνω Α. Κ. και αναγνωρίστηκε η εις ολόκληρο υποχρέωση των τελευταίων να καταβάλουν στους αναιρεσιβλήτους ως χρηματική ικανοποίηση τα αναφερόμενα στην απόφαση αυτή χρηματικά ποσά. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της άνω, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσας τελεσίδικης απόφασης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ)και πρέπει να ερευνηθεί ως προς του λόγους της(άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 2 περ.α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν είχε νόμιμη σύνθεση. Σε περίπτωση, που εκδόθηκε για την υπόθεση απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνο όταν δεν είχε τη νόμιμη σύνθεση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και όχι όταν υπήρξε κακή σύνθεση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία είχε προβληθεί με λόγο έφεσης, που απορρίφθηκε ρητά ή σιωπηρά. Η κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, για τη νόμιμη ή μη συγκρότηση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ελέγχεται, στην περίπτωση αυτή, με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ.14 λόγο αναίρεσης, δηλαδή για παρά το νόμο μη κήρυξη ακυρότητας (ΑΠ 1434/2007, 1498/2006). Επομένως είναι απαράδεκτος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες προβάλλουν αιτίαση από το άρθρο 559 αρθ. 2 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που εξέδωσε την 1832/2012 απόφαση, οι κατά της οποίας εφέσεις απορρίφθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν είχε νόμιμη σύνθεση, διότι συγκροτήθηκε από διαφορετικούς δικαστές απ' αυτούς που συγκρότησαν την προηγούμενη σύνθεσή του, η οποία, με την έκδοση της 3687/2010 απόφασης, διέταξε την επανάληψη της συζήτησης. Σε κάθε περίπτωση, εκτιμώμενου του άνω λόγου, ως στηριζόμενου στο άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, πρέπει να σημειωθούν ακόλουθα: Από τις διατάξεις του άρθρου 254 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 25 του ν.3994/13-7-2011 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή κατ' άρθρο 77 αυτού, προκύπτει, ότι το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να διατάξει, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, με απόφασή του, που έχει τον χαρακτήρα μη οριστικής απόφασης, την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν, κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη, παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση. Στην περίπτωση αυτή η συζήτηση θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης και η υπόθεση εκδικάζεται από τον ίδιο δικαστή και την ίδια σύνθεση δικαστών επί πολυμελών δικαστηρίων, εκτός αν τούτο είναι αδύνατο για νομικούς ή φυσικούς λόγους. Επομένως, η διάφορη σύνθεση του δικαστηρίου, κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, χωρίς να συντρέχουν εξαιρετικοί προς τούτο λόγοι, όπως προαγωγή, μετάθεση, θάνατος, παραίτηση, απόλυση του δικαστή, θεωρείται κακή σύνθεση. Περίπτωση, όμως, εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 254 ΚΠολΔ, όσον αφορά στην απαιτούμενη με αυτό σύνθεση του δικαστηρίου, δεν υπάρχει, όταν μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, διατάσσονται, με μη οριστική απόφασή του, συμπληρωματικές αποδείξεις, στο πλαίσιο επανάληψης της συζήτησης, όπως λ.χ. πραγματογνωμοσύνη, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται στην πραγματικότητα για επανάληψη της συζήτησης για αναφερόμενο στο άρθρ. 254 ΚΠολΔ λόγο, αλλά για ανασυζήτηση της υπόθεσης, μετά και τη διεξαγωγή των συμπληρωματικών αποδείξεων, οπότε μπορεί το Δικαστήριο να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (ΑΠ 2006/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Η από 30.6.2004 αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά των αναιρεσειουσών και της Α. Κ. ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών συζητήθηκε αρχικά κατά τη δικάσιμο της 19.11.2009, το δε δικαστήριο εξέδωσε την 3687/2010 απόφασή του, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης προκειμένου, όμως, να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη από έναν πραγματογνώμονα για τα θέματα που αναφέρονται σ' αυτή. Μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης και κατόπιν κλήσης των αναιρεσιβλήτων συζητήθηκε εκ νέου η αγωγή τους ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, με διαφορετική σύνθεση, στις 24.11.2011, το οποίο Δικαστήριο εξέδωσε την 1832/2012 οριστική απόφασή του που έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή. Επομένως ορθώς, αν και με διαφορετική αιτιολογία, η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον λόγο έφεσης των αναιρεσειουσών για κακή υπό την επίκληση του άρθρ. 254 ΚΠολΔ σύνθεση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που όμως, εν προκειμένω, δεν εφαρμόζεται, κατά τα προεκτεθέντα. 'Αρα το Εφετείο δεν παρέβη το νόμο μη κηρύσσοντας σχετική ακυρότητα και ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ, απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, δίδεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια αυτής της διάταξης, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 538/2012). Εξάλλου, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει, ειδικώς σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 ΚΠολΔ γενική αρχή της διαθέσεως, σύμφωνα με την οποία και από κοινού με την καθιερούμενη με το ίδιο άρθρο αρχή της συζητήσεως το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Το αίτημα, συνεπώς, της έφεσης και οι λόγοι αυτής που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό της αποτέλεσμα. Το εφετείο για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνο των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών, τους οποίους, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ.1 ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο, για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία ζητήματα κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο. Τέτοια είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνο για τη κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών. Επομένως, σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που δεν έχουν προσβληθεί με λόγο έφεσης(ούτε ανήκουν στην αμέσως προηγούμενη κατηγορία),δεν εξετάζονται αυτεπάγγελτα από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, η παράλειψη δε της έρευνας τέτοιων σφαλμάτων, που δεν προβλήθηκαν με λόγο έφεσης ,δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 άρθ. 8 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1481/2013, 538/2012). Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείουσες, επικαλούμενες πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ 9 του ΚΠολΔ, υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση "άφησε αδίκαστη αίτησή τους", διότι δεν αποφάνθηκε επί αιτήματος που είχαν υποβάλει με την έφεσή τους για μεταρρύθμιση των ποσών, που είχαν επιδικασθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης των αναιρεσιβλήτων. Ο λόγος αυτός συνιστά τον εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 (και όχι 9) αναιρετικό λόγο, που όμως εν προκειμένω είναι αβάσιμος. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 10.72012 έφεσης των αναιρεσειουσών επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, (άρθρ. 561 § 2 ΚΠΔ) οι τελευταίες ζήτησαν μεν "την εξαφάνιση της εκκαλούμενης κατά τα κεφάλαια που προσβάλλουμε με τους λόγους έφεσης", πλην όμως ουδένα απολύτως ειδικό λόγο έφεσης (παράπονο) διετύπωσαν ως προς το ύψος των ποσών της χρηματικής ικανοποίησης, που η εκκαλούμενη απόφαση αναγνώρισε ότι είναι υποχρεωμένες να καταβάλουν σε κάθε αναιρεσίβλητο ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής του οδύνης. Η προσβαλλόμενη απόφαση ορθώς επεσήμανε την έλλειψη σχετικού λόγου έφεσης, παρά ταύτα όμως έκρινε και αυτή τη βασιμότητα των σχετικών κονδυλίων. Από την επισκόπηση της εν λόγω απόφασης προκύπτει ότι ως προς το ενδιαφέρον εν προκειμένω ζήτημα, δέχθηκε ειδικότερα τα ακόλουθα: "... Επομένως, όλοι οι παραπάνω (αναιρεσίβλητοι), λόγω του θανάτου του βρέφους υπέστησαν ψυχική οδύνη. Λαμβανομένων δε υπόψη του βαθμού υπαιτιότητας των εναγομένων, της ηλικίας του βρέφους, του έντονου ψυχικού άλγους που δοκίμασαν και εξακολουθούν να δοκιμάζουν οι ενάγοντες, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων και των εν γένει συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, το ύψος της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης ανέρχεται σε πενήντα χιλιάδες(50000)ευρώ για έκαστο των δύο πρώτων εναγόντων, γονέων του βρέφους, σε τριάντα χιλιάδες (30000) ευρώ για την εκπροσωπούμενη απ' αυτούς αδελφή του βρέφους και σε είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ για έκαστο των τρίτου και τέταρτης εναγόντων (παππούς, γιαγιά, αντίστοιχα), ποσά που δεν προσβάλλονται με λόγο εφέσεως από τις εναγόμενες".
ΙV. Από τις διατάξεις των άρθρ. 379 και 380 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η παράλειψη συμμόρφωσης του πραγματογνώμονα προς τις οδηγίες του δικαστηρίου κατά τη σύνταξη της έκθεσής του, δεν επιφέρει ακυρότητα αυτής, ακόμη και αν υπάρχει βλάβη του διαδίκου, αφού το δικαστήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 387 και 388 ΚΠολΔ, εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα και, επομένως, έχει εξουσία να μην της προσδώσει βαρύτητα, ενώ επιπλέον έχει τη δυνατότητα, αν το κρίνει σκόπιμο, να διατάξει, είτε με αίτηση των διαδίκων είτε αυτεπάγγελτα, νέα πραγματογνωμοσύνη ή επανάληψη ή συμπλήρωση της ήδη διεξαχθείσας από τον ίδιο ή άλλους πραγματογνώμονες (ΑΠ 900/2014, 297/2011). Η σχετική δε ως προς την εκτίμηση της πραγματογνωμοσύνης κρίση του δικαστηρίου δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, σύμφωνα με τη διάταξη 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ως αναγόμενη στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων (ΑΠ 87/2013, 879/2009). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 270 παρ.1 και 2 ,όπως ήδη ισχύουν από 1.1.2002 μετά την αντικατάστασή τους με εκείνη του άρθρου 12 του ν. 2915/2001 αρθρ. 15 του ν. 2943/2001), και 524 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στη δευτεροβάθμια δίκη, που διεξάγεται όταν έχει ασκηθεί έφεση εναντίον απόφασης ειρηνοδικείου, μονομελούς και πολυμελούς πρωτοδικείου, λαμβάνονται κατά το άρθρ. 270 § 2α υπόψη τόσο αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία του καθενός, όσο και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, δηλαδή μόνο εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, δηλαδή όχι απλώς επικουρικά, αλλά παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, αφού αυτή είναι η πραγματική έννοια του όρου "συμπληρωματικά", στην παρ.2 εδάφ. β του άνω άρθρου 270 ΚΠολΔ. Έτσι, λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνον τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, διότι δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων (ολ ΑΠ 15/2003) και ένορκες βεβαιώσεις για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη νομική διαδικασία (ΑΠ 934/2014, 277/2010). Με τον τρίτο λόγο της αίτησής τους οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.11α ΚΠολΔ, διότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε ελεύθερα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και μαρτυρικές καταθέσεις): Α) την 163/2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ιατρού καρδιολόγου Γεωργίου Σταυρουλάκη, που διόρισε η 3687/2010 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία, όμως, δεν θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη, αφού ο εν λόγω πραγματογνώμων δεν συμμορφώθηκε προς τις οδηγίες του Δικαστηρίου που τον διόρισε και δεν απάντησε "διαφωτιστικά και ξεκάθαρα" στα δύο μόνο συγκεκριμένα ερωτήματα που του τέθηκαν, αλλά "αναλώθηκε στη διερεύνηση της αιτίας θανάτου (του βρέφους), η οποία ουδέποτε ετέθη υπό την διερεύνησή του". Επομένως ισχυρίζονται οι αναιρεσείουσες, ότι και η προσβαλλόμενη απόφαση "παρανόμως στήριξε την κρίση της επί του συνόλου των θεμάτων επί των οποίων αποφαίνεται η πραγματογνωμοσύνη, χωρίς να επικεντρωθεί και να αξιολογήσει μόνο τις απαντήσεις που έδωσε επί των συγκεκριμένων θεμάτων που της είχαν τεθεί". Ο λόγος αυτός, κατά το άνω σκέλος του, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, εφόσον ουδεμιάς ακυρότητας πάσχει η με το άνω περιεχόμενο έκθεση πραγματογνωμοσύνης, υπό την επίφαση δε τη της εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ πλημμέλειας, επιχειρείται στην πραγματικότητα ο έλεγχος της αναιρετικά ανέλεγκτης εκτίμησής της από το δικαστήριο της ουσίας κατά τα ήδη προαναφερόμενα και Β) την από 20.12.2001 γνωμάτευση του ιατρού Δ. Μ., διότι "στερείται υπογραφής του εκδότη, έλλειψη που δεν μπορεί να αναπληρωθεί από υπογραφή που έχει τεθεί εκτός αυτής, στο διαβιβαστικό έγγραφο". Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, εφόσον παραδεκτώς λήφθησαν υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, ο τρίτος λόγος αναίρεσης και κατά το με στοιχ. Β σκέλος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
V. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 15 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παρά το νόμο ανακλήθηκε οριστική απόφαση. Από τη διάταξη δε του άρθρου 309 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι οι αποφάσεις που αποφαίνονται οριστικά σε κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση δεν μπορούν, μετά τη δημοσίευσή τους, να ανακαλούνται από το δικαστήριο που τις εξέδωσε, ενώ όσες δεν κρίνουν οριστικά μπορούν, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε με πρόταση κάποιου διαδίκου που υποβάλλεται μόνο στη διάρκεια της συζήτησης της υπόθεσης και όχι αυτοτελώς, να ανακληθούν σε κάθε στάση της δίκης από το δικαστήριο που τις εξέδωσε, εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση, συνάγεται ότι οριστική είναι η απόφαση που περιέχει διάγνωση ως προς όλα τα επίπεδα της δικαστικής κρίσης και έτσι δέχεται ή απορρίπτει, ολικά ή μερικά, κύριο ή παρεπόμενο ή παρεμπίπτον αίτημα παροχής δικαστικής προστασίας, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία; ως προς το εν λόγω αίτημα. Αντίθετα, δεν είναι οριστική και επομένως μπορεί να ανακληθεί από το ίδιο δικαστήριο η απόφαση που έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή και στη συνέχεια, ερευνώντας την στην ουσία, δέχθηκε ως αποδειχθέντα ορισμένα στοιχεία της και αναβάλλοντας την οριστική της κρίση διέταξε πραγματογνωμοσύνη, αφού από την κρίση της αυτή δεν κωλύεται η επανεξέτασή τους σε άλλη στάση της δίκης (ΑΠ 177/2014, 603/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 3687/2010 αρχική απόφασή του, αφού έκρινε ότι η αγωγή των αναιρεσιβλήτων, με την οποία οι τελευταίοι, επικαλούμενοι ότι συνεπεία αμέλειας των αναιρεσειουσών και της Α. Κ. επήλθε ο θάνατος του τέκνου, αδελφού και εγγονού τους, Π. Μ., ζήτησαν την αναγνώριση της υποχρέωσης των αντιδίκων τους για καταβολή σ' αυτούς χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ψυχικής τους οδύνης, είναι νόμιμη, δέχθηκε, κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, κατά λέξη, πλην άλλων και ότι: "Ενόψει των ανωτέρω το Δικαστήριο με βάση τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν, τα οποία κρίνει επαρκή για τη διαμόρφωση της δικανικής του πεποίθησης, απορριπτομένου του αιτήματος των εναγομένων για διενέργεια δικαστικής πραγματογνωμοσύνης από ιατρό ιατροδικαστή, οδηγείται στο συμπέρασμα ότι ο Π. Μ. κατά το χρόνο θανάτου του έπασχε από συγγενή καρδιοπάθεια και πιο συγκεκριμένα από αορτοπνευμονικό παράθυρο. Θα πρέπει όμως να διερευνηθεί κατά πόσο η πάθηση αυτή αποτέλεσε τη μοναδική αιτία θανάτου του βρέφους ή στο θάνατο του συνέβαλαν καθ' οιονδήποτε τρόπο και τυχόν πράξεις ή παραλείψεις των εναγομένων". Ακολούθως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ανέβαλε την οριστική του κρίση, διατάσσοντας την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, από τον ιατρό καρδιολόγο Γ. Σ., τον οποίο και διόρισε. Η άνω απόφαση δεν είναι οριστική, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 309 ΚΠολΔ, ούτε βεβαίως την καθιστά οριστική ή κρίση της περί της αιτίας θανάτου του Π. Μ., αφού ακολούθως δεν απέρριψε την αγωγή και, επομένως, δεν απεκδύθηκε το Δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία από το αγωγικό αίτημα, όπως αβάσιμα, υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες. Επομένως, η μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, εκδοθείσα 1832/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που ανεκάλεσε σιωπηρά την προηγηθείσα 3687/2010 απόφασή του, με το να δεχθεί ότι αιτία θανάτου του βρέφους ήταν ο ασφυκτικός θάνατος εξ απαγχονισμού, δεν παρεβίασε την διάταξη του άρθρου 309 ΚΠολΔ. Εφόσον, έτσι έκρινε και η προσβαλλόμενη απόφαση και απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης των αναιρεσειουσών, ορθά εφάρμοσε το νόμο και ο τέταρτος λόγος της αναίρεσής τους με τον οποίο υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. VI. Από τη διάταξη του άρθρου 331 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, συνάγεται ότι οι αμετάκλητες αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων εμποδίζουν μεν κατά το άρθρο 57 ΚΠΔ την άσκηση κατά του κατηγορουμένου νέας δίωξης για την αυτή πράξη και κατ' αυτή την έννοια αποτελούν δεδικασμένο, όμως το δεδικασμένο αυτό δεν εκτείνεται και στα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία, συνεπώς, δεν δεσμεύονται, σε αστικής φύσεως θέματα, από την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, εκτός αν αυτά κρίθηκαν στο πλαίσιο της πολιτικής αγωγής που άσκησε κατά το άρθρο 63 ΚΠΔ ο παθών από το έγκλημα (ΑΠ 1735/2013). Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 65 και 67 ΚΠΔ, το ποινικό δικαστήριο, καταδικάζοντας τον κατηγορούμενο, είναι υποχρεωμένο να αποφασίσει και για την πολιτική αγωγή, με μόνη επιφύλαξη αυτή της παρ.2 του άρθρου 65 ΚΠΔ, ορίζεται δε με την παρ.1 του άρθρου 67 ΚΠΔ, ότι η πολιτική αγωγή που κρίθηκε ήδη από το ποινικό δικαστή δεν μπορεί να ασκηθεί πια στα πολιτικά δικαστήρια, παρά μόνο για την εκκαθάριση ζημιών που γεννήθηκαν μετά την καταδικαστική απόφαση .Αυτό σημαίνει ότι από την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου δημιουργείται δεδικασμένο, το οποίο δεσμεύει και τα πολιτικά δικαστήρια. Όμως το δεδικασμένο αυτό αναφέρεται μόνο στο μέρος κατά το οποίο η αξίωση του παθόντος κρίθηκε από το ποινικό δικαστήριο και, συνεπώς, αυτός, που, ρητά ή σιωπηρά, επιφυλάχθηκε να επιδιώξει το υπόλοιπο της αξίωσης του στα πολιτικά δικαστήρια, δεν εμποδίζεται να προσφύγει ακολούθως στα δικαστήρια αυτά για το υπόλοιπο της αξίωσής του (ΑΠ 1098/2011, 1044/2000, 1474/2000). Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι αν και με την 4706/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών κρίθηκε τελεσίδικα ότι το οφειλόμενο από την πρώτη αναιρεσείουσα και την Α. Κ. στους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους ποσό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης συνεπεία του θανάτου του τέκνου τους ανέρχεται για τον καθένα σε 44 ευρώ, επομένως έχει κριθεί αυτό τελεσίδικα και έχει εξαντληθεί το σχετικό δικαίωμα αυτών, εσφαλμένα κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν υφίσταται δεδικασμένο και έτσι απορρίφθηκε η σχετική ένσταση που είχαν προτείνει πρωτοδίκως και επανέφεραν με σχετικό λόγο έφεσης. Από την επισκόπηση των ποινικών πρακτικών και αποφάσεων, ήτοι της 32237/2006 απόφασης του Β Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και της 4706/2007 απόφασης του Ε Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, σε πρώτο βαθμό, του τέκνου των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, με κατηγορούμενες τις αναιρεσείουσες, και την Α. Κ., οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι παρέστησαν ως πολιτικώς ενάγοντες, για το ποσό των 44 ευρώ ο καθένας, με επιφύλαξη, για ικανοποίηση της ψυχικής τους οδύνης, το οποίο και επιδικάστηκε σε καθέναν απ' αυτούς με την πρώτη των ως άνω αποφάσεων με την οποία η δεύτερη αναιρεσείουσα κηρύχθηκε αθώα, ένοχες δε οι λοιπές κατηγορούμενες, οι οποίες και υποχρεώθηκαν να καταβάλουν το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό, μετά από έφεση της πρώτης των αναιρεσειουσών, και της Α. Κ., οι δύο πρώτοι των αναιρεσιβλήτων δήλωσαν και πάλι παράσταση πολιτικής, για το ίδιο ποσό, ήτοι αυτό των 44 ευρώ, χωρίς να περιληφθεί η φράση "με επιφύλαξη". Η παράλειψη όμως αυτή δεν ενέχει παραίτηση, έστω και σιωπηρή, από την επιφύλαξή τους για διεκδίκηση περαιτέρω ποσού, πολύ περισσότερο που η δήλωση πολιτικής αγωγής, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει όλα τα στοιχεία του άρθρου 84 ΚΠΔ, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέρος που έγινε δεκτή από αυτό (ΑΠ 1661/2003, 2266/2002, 1677/2002). Επομένως, η επιδίκαση από το ως άνω δευτεροβάθμιο ποινικό δικαστήριο του ίδιου ποσού των 44 ευρώ σε καθένα των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων και σε βάρος της Α. Κ. και της πρώτης αναιρεσείουσας δεν καθιστά απαράδεκτη την επιδίκαση επιπλέον ποσού τόσο σε βάρος της δεύτερης αναιρεσείουσας όσο και σε βάρος της πρώτης αυτών, λόγω της ως άνω εκφρασθείσας επιφύλαξης των αναιρεσιβλήτων.
Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
VII. Με τον έκτο και τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτουν οι αναιρεσείουσες στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμό 9 του ΚΠολΔ, διότι επεδίκασε στην αδελφή του θανόντος βρέφους Ν. χρηματική ικανοποίηση 30.000 ευρώ χωρίς να υφίσταται σχετικό αγωγικό αίτημα. Η αιτίαση όμως αυτή είναι αβάσιμη, αφού από την επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου είναι σαφές ότι το σχετικό αγωγικό αίτημα υποβλήθηκε επ' ονόματι της ανήλικης Ν. Μ., από τους νομίμως εκπροσωπούντες αυτή από τους γονείς της Μ.-Ι. Μ. και Μ. Μ.. 'Αρα και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος. Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί, στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθεί σε βάρος των αναιρεσειουσών, λόγω της ήττας τους, η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (άρθρ. 106, 176, 180, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10.2.2015 αίτηση των Π. συζ. Χ. Σ. και Ε. Σ. για αναίρεση της 4888/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειουσών την δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Οκτωβρίου 2016.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ