Legislator Case Law & Legislation
535/2010 AI generated

535/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 535/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

535/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Γ) Να υποχρεωθεί ο τρίτος των εναγομένων να του καταβάλει ποσό 50.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Το Πρωτοδικείο, με την 5154/2005 απόφασή του, απέρριψαν το υπό στοιχ. Α αίτημα (ως αόριστο), το υπό στοιχ. Βα' αίτημα (ως νόμω αβάσιμο)) και το υπό στοιχ. Ββ αίτημα (ως κατ' ουσίαν αβάσιμο) κατά το μέρος του που αφορούσε τη δεύτερη των εναγομένων (δηλ.

Keywords

AI generated
immediate termination for fraud contractual penalty clause compulsory medication claim secured by pledge credit mandate consignment of debt
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 535 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 535/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Γκότζη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ψ1, 2. Ψ2, και 3.Ψ3. Οι 1η και 2ος παραστάθηκαν με τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Χαρίλαο Πετρακάκο και Μαργαρίτα Δαλαμάγκα, ο δε 3ος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-7-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5154/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 4572/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 7-11-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 1-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από τη 2552/16-4-2008 έκθεση της δικαστικής επιμελητρίας Ρόδου ..., στον τρίτο των αναιρεσιβλήτων, Ψ3, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης και των οικείων εκθέσεων κατάθεσής της, καθώς και κλήση για εμφάνιση αυτού κατά την ανωτέρω δικάσιμο (12-10-2009). Επομένως, αφού ο αναιρεσίβλητος αυτός δεν ενεφανίσθη στο παρόν δικαστήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο, πρέπει, παρά την απουσία του, να προχωρήσει η συζήτηση (άρθρο 576 § 2 Κ.Πολ.Δ).

Ο αναιρεσείων άσκησε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 29-7-2002 αγωγή του: 1) κατά της Ψ1, πρώτης των αναιρεσιβλήτων, 2) κατά της Θ1, που απεβίωσε κατά την διάρκεια της εκκρεμοδικίας και κληρονομήθηκε από τα δύο τέκνα της, ήτοι από την πρώτη και τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Ψ2 και 3) κατά του Ψ3, τρίτου των αναιρεσιβλήτων.

Ζητούσε δε: Α) Να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον έκαστος, να του καταβάλουν (νομιμοτόκως) χρηματικό ποσό 30.814 ευρώ ως αποζημίωση λόγω αδικήματος. Β) Να υποχρεωθούν οι δύο πρώτες των εναγομένων να του καταβάλουν: (α) εις ολόκληρον εκάστη χρηματικό ποσό 102.714 ευρώ ως αποζημίωση και (β) ποσό 30.000 ευρώ εκάστη ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Γ) Να υποχρεωθεί ο τρίτος των εναγομένων να του καταβάλει ποσό 50.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Το Πρωτοδικείο, με την 5154/2005 απόφασή του, απέρριψαν το υπό στοιχ. Α αίτημα (ως αόριστο), το υπό στοιχ. Βα' αίτημα (ως νόμω αβάσιμο)) και το υπό στοιχ. Ββ αίτημα (ως κατ' ουσίαν αβάσιμο) κατά το μέρος του που αφορούσε τη δεύτερη των εναγομένων (δηλ.

τη θανούσα Θ1), δέχθηκε μερικώς τα υπό στοιχ. Ββ' και Γ' αιτήματα και κατεδίκασε την πρώτη και τον τρίτο των εναγομένων να καταβάλουν στον ενάγοντα, ως χρηματική ικανοποίηση, τα ποσά των 25.000 και 35.000 ευρώ, αντιστοίχως. Κατά της εν λόγω αποφάσεως άσκησαν εφέσεις ο ενάγων και η πρώτη των εναγομένων. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την έφεση του ενάγοντος και δέχθηκε την έφεση της εναγομένης, επανεξέτασε δε την αγωγή και την απέρριψε (και) κατά το μέρος της που είχε γίνει δεκτή πρωτοδίκως.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις αρχές της ανοίξεως του 1999 ο ενάγων Χ1 προσκλήθηκε τηλεφωνικά από τον εξάδελφο και δικηγόρο του, Ζ1 στο γραφείο του τελευταίου στην ..., όπου και συνάντησε για πρώτη φορά τον τρίτο των εναγομένων Ψ3. Ο τελευταίος του συστήθηκε ως μεγαλοεπιχειρηματίας και εισαγωγέας φαρμάκων ...

και ζήτησε από τον ενάγοντα να τον διευκολύνει οικονομικά δανείζοντάς του το ποσό των 35.000.000 δρχ. ή 102.714,60 ευρώ, για χρονικό διάστημα δύο-τριών μηνών. Πλην όμως οι ανωτέρω διαβεβαιώσεις ήταν ψευδείς ... και το κυριότερο είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως ήδη από το έτος 1996 .... Ο ενάγων, αγνοώντας την κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο τρίτος εναγόμενος, πεισθείς στις διαβεβαιώσεις του τελευταίου σχετικά με την ανθηρή οικονομική και επαγγελματική του κατάσταση, τις οποίες ενίσχυε και ο προαναφερθείς δικηγόρος και θεωρώντας ότι ο τρίτος εναγόμενος θα του επιστρέψει το ποσό του δανείου σε δύο-τρεις μήνες, του μεταβίβασε κατά κυριότητα το παραπάνω ποσό των 35.000.000 δρχ.

Ο τρίτος εναγόμενος, προς εξασφάλιση της επιστροφής του δανείου, παρέδωσε στον ενάγοντα μια επιταγή εκδόσεώς του στη ..., μεταχρονολογημένη, με ημερομηνία εκδόσεως 30-6-1999, ποσού 75.000 λιρών Αγγλίας, πληρωτέα σε διαταγή του ενάγοντα... Ένα περίπου μήνα πριν από την αναγραφόμενη στην παραπάνω επιταγή ημερομηνία εκδόσεως και ειδικότερα το μήνα Μάιο του 1999 ο τρίτος εναγόμενος και ο Ζ1 ειδοποίησαν τον ενάγοντα ότι η επιταγή ήταν ακάλυπτη και θα παρέμενε ακάλυπτη και κατά την αναγραφόμενη σ' αυτή ημερομηνία εκδόσεως, γιατί δήθεν οι Άγγλοι τραπεζίτες δεν θα αποδέσμευαν τις καταθέσεις του και του ζήτησαν ν' αντικαταστήσει την επιταγή με μία ισόποση των 35.000.000 δρχ.

συναλλαγματική. Ταυτόχρονα ο τρίτος εναγόμενος παρουσίασε στον ενάγοντα την πρώτη εναγομένη, η οποία κατά το χρονικό αυτό διάστημα ήταν μνηστή του, και η οποία προσφέρθηκε να εγγυηθεί μαζί με την μητέρα της, δεύτερη εναγομένη, την πληρωμή του οφειλομένου από τον τρίτο των εναγομένων στον ενάγοντα ποσού των 35.000.000 δρχ., καθώς επίσης να συναινέσει τόσο αυτή όσο και η μητέρα της στην έγγραφη προσημείωση υποθήκης στο υπό στ.

Ε-1 διαμέρισμα (ρετιρέ) του 5ου ορόφου πολυκατοικίας ... εμβαδού 73τμ, επί του οποίου η πρώτη των εναγομένων είχε την ψιλή κυριότητα και η δεύτερη των εναγομένων, μητέρα της, την επικαρπία, προκειμένου να προβεί ο ενάγων στην αντικατάσταση της επιταγής με ισόποση συναλλαγματική και στην επιστροφή της επιταγής στον τρίτο εναγόμενο.

Για τον λόγο αυτό, στις 25-5-1999 η πρώτη εναγομένη εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, όπου συναίνεσε τόσο ατομικά όσο και ως ειδική πληρεξούσια της δεύτερης εναγομένης-μητέρας της και για λογαριασμό της, ενώπιον του Δικαστή του ως άνω Δικαστηρίου, για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στο προαναφερόμενο ακίνητο, οπότε και εκδόθηκε η 16257/1999 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία παρασχέθηκε η άδεια στον ενάγοντα να εγγράψει προσημείωση υποθήκης στο ακίνητο αυτό των δύο πρώτων εναγομένων, μέχρι του ποσού των 40.000.000 δρχ., για την εξασφάλιση της απαίτησής του.

Κατόπιν τούτου, ο ενάγων την ίδια ημέρα, ήτοι στις 25-5-1999, δέχθηκε να επιστρέψει στον τρίτο εναγόμενο την επιταγή και να λάβει μία συναλλαγματική ποσού 35.000.000 δρχ., που έφερε ως εκδότη αυτόν (ενάγοντα), ως τόπο έκδοσης την Αθήνα, ως ημερομηνία εκδόσεως την 24-5-1999, πληρωτέα σε διαταγή αυτού (ενάγοντος), αποδοχής του τρίτου των εναγομένων στις 24-5-1999 και με ημερομηνία λήξεως την 31-12-1999.

Το γεγονός, ότι οι δύο πρώτες εναγόμενες δεν είχαν τριτεγγυηθεί τη συν/κή ούτε είχαν παράσχει έγγραφη εγγύηση, ήταν σε γνώση του ενάγοντος, πριν τη συναίνεση της πρώτης εναγομένης για τον εαυτό της ατομικά και για λογαριασμό της μητέρας της στο δικαστήριο για την εγγραφή της προσημείωσης υποθήκης, ο οποίος (ενάγων) παρόλα αυτά αποδέχθηκε την εγγραφή της εν λόγω προσημείωσης και την ίδια ως άνω ημέρα, μετά την παράδοση σ' αυτόν της συν/κής, υπέγραψε το με την ίδια ημερομηνία έγγραφο, με το οποίο δήλωνε ότι η απαίτησή του περιορίζεται στο υπό στ.

Ε-1 διαμέρισμα των δύο πρώτων εναγομένων στο ..., ήτοι ότι, σε περίπτωση μη εξόφλησης της απαίτησής του από τον τρίτο εναγόμενο και πλειστηριασμού του διαμερίσματος, επί του οποίου είχε εγγραφεί προσημείωση υποθήκης, η απαίτησή του θα περιορίζεται στο τυχόν επιτευχθέν εκπλειστηρίασμα και ότι δεν θα εκτείνεται σε άλλα περιουσιακά στοιχεία, κινητά ή ακίνητα, αυτών.

Επομένως, ο ενάγων, παρόλο που γνώριζε ότι δεν υπήρχε νόμιμη εγγύηση, δέχθηκε, έστω και κατ' αυτόν τον τρόπο, την εγγραφή της προσημείωσης. Κατ' επέκταση, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ότι η πρώτη εναγομένη με ψευδείς διαβεβαιώσεις, όσον αφορά την ύπαρξη νόμιμης εγγύησης, τον παρέπεισε να δεχθεί την αντικατάσταση της επιταγής με ισόποση συναλλαγματική και την επιστροφή της επιταγής στον τρίτο εναγόμενο, αφού, όπως αναφέρθηκε, ο ενάγων γνώριζε, όταν αποδέχθηκε την εγγραφή της προσημείωσης και την αντικατάσταση της επιταγής με την συν/κή, ότι δεν υπήρχε κατάρτιση νόμιμης εγγύησης.

Περαιτέρω και σε κάθε περίπτωση, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων υπέστη από την αντικατάσταση της επιταγής με τη συναλλαγματική οποιαδήποτε βλάβη στην περιουσία του (και ποια συγκεκριμένα είναι αυτή), από τις προαναφερόμενες ενέργειες της πρώτης εναγομένης, αφού την οποιαδήποτε βλάβη (ήτοι την μη επιστροφή του δανεισθέντος ποσού από τον τρίτο εναγόμενο) την είχε ήδη υποστεί με την κατάρτιση του δανείου και την καταβολή του δανείσματος στον τρίτο εναγόμενο, ο οποίος ήταν ήδη σε κατάσταση πτωχεύσεως και είχε λάβει από αυτόν μεταχρονολογημένη επιταγή, η οποία, όπως αναφέρει άλλωστε και ο ίδιος, ήταν χωρίς αντίκρισμα (ακάλυπτη), και επομένως σε καμία περίπτωση δεν ήταν δυνατόν να ικανοποιηθεί η απαίτησή του από το εν λόγω αξιόγραφο.

Για το λόγο αυτό άλλωστε, αναγκάσθηκε να δεχθεί τη συναλλαγματική, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, συνοδεύθηκε από τη συναίνεση των δύο πρώτων εναγομένων για εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στο παραπάνω ακίνητό τους, ως περαιτέρω εξασφάλιση του ενάγοντος και ο τελευταίος αποδέχθηκε αυτή, παρόλο που ήδη γνώριζε, όπως προαναφέρθηκε, ότι δεν υπήρχε τριτεγγύηση της συν/κής ή οποιαδήποτε άλλη έγγραφη εγγύηση των ως άνω εναγομένων.

Ουδόλως, επίσης, αποδείχθηκε ότι αυτός (ενάγων) και χωρίς την ως άνω αντικατάσταση, θα είχε επιδιώξει και καταφέρει την εξόφληση του δανείου, αφού, όπως ο ίδιος αναφέρει, ο τρίτος εναγόμενος ήταν τελείως αφερέγγυος και σε κατάσταση πτωχεύσεως. Κατόπιν όλων αυτών, αφού δεν αποδείχθηκε αφενός μεν απατηλή συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης σε βάρος του ενάγοντα με σκοπό ν' αποκομίσει η ίδια ή ο τρίτος εναγόμενος παράνομο περιουσιακό όφελος, καθώς και ότι από τις ως άνω ενέργειές της (συναίνεσή της στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης) και την εντεύθεν αντικατάσταση της επιταγής με την συναλλαγματική υπέστη περιουσιακή ζημία ο ενάγων, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της η αγωγή, για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης στον ενάγοντα, γενομένων δεκτών ως βασίμων των σχετικών λόγων της έφεσης της ως άνω εναγομένης.

Κατόπιν τούτων, η εκκαλουμένη, που δέχθηκε ως προς το σημείο αυτό την αγωγή ως βάσιμη στην ουσία της και επιδίκασε στον ενάγοντα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 25.000 δρχ., εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς πρέπει να εξαφανισθεί κατ' αποδοχή της έφεσης της εκκαλούσας-εναγομένης.

Περαιτέρω, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγομένη (μητέρα της πρώτης) επέδειξε απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ενάγοντα, ούτε προέκυψε ότι τον έπεισε ν' ανανεώσει την ενοχή από την επιταγή και να μην επιδιώξει την εξόφληση του δανείου παριστάνοντας σε αυτόν ψευδώς κάποιο περιστατικό, ούτε αποδείχθηκε ότι σκόπευε να αποκομίσει αυτή ή ο τρίτος εναγόμενος παράνομο περιουσιακό όφελος.

Το γεγονός, ότι έκανε συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο στην θυγατέρα της (πρώτη εναγομένη) να συναινέσει αυτή για λογαριασμό της στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στο διαμέρισμα στο οποίο είχε την επικαρπία στο ..., δεν αποδεικνύει ότι αυτή επέδειξε απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ενάγοντος. Άλλωστε, κανένας από τους μάρτυρες ούτε και η μάρτυρας του ενάγοντος αναφέρθηκε με οποιονδήποτε τρόπο στην δεύτερη των εναγομένων, η οποία άλλωστε σε καμία προσωπική επαφή δεν ήλθε με τον ενάγοντα.

Η εκκαλουμένη απόφαση, που έκρινε ομοίως και κατόπιν τούτων απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, ως προς τη δεύτερη των εναγομένων, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού λόγου έφεσης του ενάγοντα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 31-12-1999 δεν εξοφλήθηκε η συναλλαγματική, ούτε επεστράφη στον ενάγοντα το οφειλόμενο σε αυτόν από τον τρίτο εναγόμενο ποσό των 35.000.000 δρχ.

ή 102.714,60 ευρώ, ούτε έχει επιστραφεί αυτό μέχρι σήμερα". Ύστερα από τις διαπιστώσεις αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι: (1)Είναι αβάσιμος ο τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., ότι δηλαδή το Εφετείο αιτιολόγησε ανεπαρκώς την κρίση του για την ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής, κατά το μέρος της που αφορούσε την πρώτη των εναγομένων.

Και τούτο, διότι οι εκτεθείσες διαπιστώσεις του Εφετείου αποτελούν σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των εφαρμοσθεισών διατάξεων των άρθρων 299, 914, 919 και 932 ΑΚ, και ιδίως ως προς την ορθότητα ή μη της κρίσεως του Εφετείου τόσο για την μη συμμετοχή της πρώτης των εναγομένων στο αδίκημα, που διέπραξε εις βάρος του ενάγοντος ο τρίτος των εναγομένων, όσο και για την έλλειψη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημίας που υπέστη ο ενάγων και της συμπεριφοράς της άνω εναγομένης και (2) είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αιτήσεως (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 9 Κ.Πολ.Δ.), με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστα τα αγωγικά του αιτήματα κατά της δεύτερης των εναγομένων (θανούσας), τα οποία εισήγαγε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο εφέσεως, "αλλά περί αυτής ουδέν διέλαβε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση".

Τούτο δε, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, η αγωγή, έναντι της δεύτερης των εναγομένων, απερρίφθη (όπως και πρωτοδίκως) ως αόριστη για το κονδύλιο της αποζημιώσεως των 30.814,38 ευρώ και ως κατ' ουσίαν αβάσιμη για το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποιήσεως των 30.000 ευρώ, ενώ, για το πρωτοδίκως απορριφθέν ως νόμω αβάσιμο κονδύλιο αποζημιώσεως των 102.714,60 ευρώ, δεν διαλαμβάνεται στο σχετικό εφετήριο (όπως προκύπτει από την επισκόπησή του) καμία συγκεκριμένη αιτίαση (ειδικός λόγος εφέσεως), όπως και το Εφετείο ορθώς έκρινε.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 298 ΑΚ: "Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστού (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί".

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 216 §1 Κ.Πολ.Δ., τα μεν περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους με βάση την κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, καθώς και οι ειδικές περιστάσεις και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα πρέπει να εκτίθενται στην αγωγή (Ολ ΑΠ 20/1992), το δε διαφυγόν κέρδος πρέπει (και αρκεί) να προσδιορίζεται με βάση ένα αριθμητικό μέγεθος (όπως είναι και η αγοραία τιμή ενός πράγματος σε ορισμένο τόπο και χρόνο), το οποίο, κατά την κοινή περί τούτου αντίληψη και το συνήθως συμβαίνον, είναι ή δύναται να γίνει γνωστό στους συναλλασσομένους του επαγγελματικού χώρου των διαδίκων και κυρίως εκείνου του εναγομένου, και, έτσι να είναι περαιτέρω δυνατό να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής εκτίμησης και απόδειξης.

Στην προκειμένη περίπτωση, το μέρος της αγωγής που αφορούσε το αίτημα για επιδίκαση αποζημίωσης λόγω διαφυγόντος κέρδους έχει ως εξής: "Τότε ο εξάδελφός μου είπε ότι σκοπός της προσκλήσεώς μου ήταν η διευκόλυνση του ανωτέρω "μεγάλου επιχειρηματία" με κάποιο χρηματικό ποσό, που γνώριζε ο εξάδελφός μου ότι είχα διαθέσιμο, γιατί σε προγενέστερο χρόνο είχα εκφράσει την επιθυμία να κάνω αγορά ακινήτου για την θυγατέρα μου ....

Πεισθείς ... έδωσα ως δάνειο σ' αυτόν ... το ποσό των δρχ. 35.000.000 ... Όλοι οι εναγόμενοι: Οφείλουν και υποχρεούνται, σε ολόκληρον έκαστος, να μου ανορθώσουν την ζημία, την οποία έχω υποστεί, από την μη αγορά ακινήτου, την οποία, μετά βεβαιότητος, θα έκανα, για την ανωτέρω κόρη μου ..., κατά το έτος 1999, οπότε και έπρεπε να μου πληρώσουν το ποσό της ανωτέρω συναλλαγματικής και η οποία (αγορά), σήμερα, εν όψει των ραγδαίων ανατιμήσεων των ακινήτων, κατά την τελευταία διετία, θα μου κοστίσει, κατά τριάντα στις εκατό (30%) περισσότερο απ' ό,τι τότε (δηλαδή το τέλος του έτους 1999).

Έτσι και ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι το αγορασθησόμενο ακίνητο θα ήταν μεγαλυτέρας των δρχ. 35.000.000 αξίας και η ανάλογη, συνεπώς, ζημία μου είναι, κατά πολύ, μεγαλυτέρα, αυτή, την οποία επιδιώκω να μου ανορθώσουν οι εναγόμενοι και την οποία έχω υποστεί, από τη μη έγκαιρη πληρωμή της συναλλαγματικής αυτής και την προαναφερθείσα υπαίτια και ζημιογόνο συμπεριφορά των, κ.λ.π., ανέρχεται, τουλάχιστον, στο ποσό των 30.814,38 ευρώ (102714.60 x 30% =30.814,38 ευρώ".

Με το περιεχόμενο αυτό, η αγωγή, ως προς το ρηθέν περί αποθετικής ζημίας αίτημα, ενέχει αοριστία, καθόσον δεν διαλαμβάνει με συγκεκριμένη εξειδίκευση αναγκαία για τη διαδικαστική της πληρότητα στοιχεία. Ειδικότερα, ο ενάγων δεν αναφέρει σ' αυτή πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων να μπορεί να κριθεί, με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, ότι θα χρησιμοποιούσε το ποσό των 35.000.000 δραχμών για την αγορά ακινήτου, ενώ επιπλέον δεν αναφέρει αν ο ίδιος είχε προβεί πριν από τον χρόνο του αδικήματος, σε οποιαδήποτε προπαρασκευή για την αγορά ακινήτου, ούτε σε ποιάς κατηγορίας, ποιού τόπου και ποιάς αξίας ακίνητο προσέβλεπε, με συνέπεια να μην παρέχεται η δυνατότητα στους μεν εναγομένους να αμυνθούν στο δε δικαστήριο να διαγνώσει τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα του κρίσιμου αγωγικού αιτήματος.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε το αίτημα αυτό ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, η οποία ως εκ τούτου, αβασίμως του καταλογίζεται με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Απορρίπτει την από 7-11-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 4572/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα την δικαστική δαπάνη των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ