Supreme Court dismisses divorce appeal for failure to prove four-year separation and procedural defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a divorce judgment, ruling that the claim for a ten-month separation break was not an independent factual basis for the lawsuit. The court held that the appellant failed to meet the statutory requirement of four years of continuous separation, which is presumed once proven. Furthermore, the appeal was rejected due to procedural flaws, including the lack of a specific ruling on evidence and the failure to cite the exact legal provisions violated.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(13), 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot review the application of substantive law rules without the parties citing them, and appeals must be based on independent factual grounds rather than negative assertions of the original claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 535 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 535/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ... το γένος .... κατοίκου ... η οποία δεν παρέστη.
Του αναιρεσιβλήτου: ... κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κουτσοβασίλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31 Μαρτίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3594/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 532/2007 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17 Νοεμβρίου 2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 6 Νοεμβρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με αριθμό ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με την πάνω σ' αυτό πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατ' αυτήν επιδόθηκε με επίσπευση του αναιρεσιβλήτου νομοτύπως και εμπροθέσμως στην αναιρεσείουσα, η οποία δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του οικείου πινακίου στην προκειμένη δικάσιμο ούτε κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν η διάδικος αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1439 § 3 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 του ν. 1329/1983 "εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από τέσσερα τουλάχιστον χρόνια ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντος.
Η συμπλήρωση του χρόνου διάστασης δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων ανάμεσα στους συζύγους". Από τη διάταξη αυτή, που καθιερώνει ως λόγο διαζυγίου τον αντικειμενικό κλονισμό της έγγαμης σχέσης των συζύγων προκύπτει ότι, εφόσον αποδειχθεί η τετραετής διάσταση, η οποία υπολογίζεται αναδρομικά από το χρόνο της πρώτης στο ακροατήριο συζήτησης της αγωγής, κατά τον οποίο σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 69, 224, 269 και 281 ΚΠολΔ κρίνεται το κεκτημένο του καταγόμενου στη δίκη δικαιώματος, τεκμαίρεται αμάχητα ο κλονισμός των σχέσεων των συζυγών και το δικαστήριο χωρεί, στη λύση του γάμου.
Ως διάσταση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται εκείνη κατά την οποίαν οι σύζυγοι απομακρύνονται φυσικώς και ψυχικώς μεταξύ τους, με τη θέληση να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου, ανεξάρτητα από το εάν η απομάκρυνση αυτή, ως πραγματικό γεγονός, είναι αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας του ενός από τους συζύγους ή και των δύο και ανεξάρτητα από το εάν διαμένουν στην ίδια κατοικία αλλά υπό καθεστώς χωρισμού από τραπέζης και κοίτης.
Η υποκειμενική πρόθεση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης (ψυχικό στοιχείο) που δεν αφορά υποχρεωτικά τον ενάγοντα ή μπορεί να αφορά και τους δύο, δεν αρκεί να αποτελεί ενδόμυχη διάθεση ή επιθυμία, αλλά πρέπει να εκδηλώνεται και εξωτερικά. Με το ανωτέρω περιεχόμενο της διάστασης ο νόμος, για να διευκολύνει την προσπάθεια αποκατάστασης των συζυγικών σχέσεων, δεν θεωρεί ότι παρεμποδίζουν τη συμπλήρωση του χρόνου οι μικρές διακοπές της διάστασης που γίνονται προς επίτευξη της αποκατάστασης, παρά το ότι, στην περίπτωση αυτή, ελλείπει η πρόθεση διακοπής της συμβίωσης.
Η διάσταση δεν αναιρείται, κατά μείζονα λόγο, ούτε από το γεγονός ότι ο ένας σύζυγος αναγκαστικά λόγω της εργασίας του διαμένει σε άλλο τόπο εάν κατά την απουσία του αυτή έχει εκδηλώσει σαφώς τη βούληση του να απομακρυνθεί ψυχικά από τον άλλο σύζυγο, ώστε να μην έχει πλέον κοινωνία βίου, ούτε από τυχόν επισκέψεις της οικογενειακής στέγης και από μέρους του απομακρυνθέντος από αυτή συζύγου, προς εκδήλωση ενδιαφέροντος για προβλήματα που απασχολούν τη σύζυγο και τα τέκνα που διαμένουν με αυτή, εάν δεν αναιρείται η σταθερή πρόθεση διάσπασης του συζυγικού δεσμού, και εξακολουθεί να υπάρχει από της πλευράς τουλάχιστον του ενός συζύγου.
Τα όποια διακοπτικά της ψυχικής και σωματικής απομάκρυνσης περιστατικά, που τυχόν επικαλείται ο εναγόμενος, στον εκ του άρθρου 1439 § 3 ΑΚ λόγο διαζυγίου, τείνουν σε αποδυνάμωση της έννοιας της διάστασης, που αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής και συνιστούν άρνηση, αν δε, κατά το στάδιο της αποδεικτικής διαδικασίας προκύψουν τέτοια διακοπτικά περιστατικά, εκτιμώνται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας αν αναιρούν ή όχι το στοιχείο της διάστασης.
Εξ άλλου κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως τέτοια δε νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Στη προκειμένη περίπτωση με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της αναίρεσης κατ' εκτίμηση από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται η πλημμέλεια στη προσβαλλόμενη απόφαση ότι χωρίς αιτιολογία απορρίφθηκε ο προβληθείς ισχυρισμός της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας περί διακοπής της τετραετούς διαστάσεώς τους, επί χρονικό διάστημα δέκα και πλέον μηνών, στα πλαίσια της διατήρησης του γάμου τους. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος διότι σύμφωνα με αυτά που προεκτέθηκαν δεν πρόκειται για αυτοτελή ισχυρισμό που συγκροτεί την ιστορική βάση ένστασης της εναγομένης, αλλά για αρνητικό της αγωγής πραγματικό ισχυρισμό.
Ο από το άρθρο 559 αριθ.13 Κ.Πολ.Δ .προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως αναφέρεται στο υποκειμενικό βάρος της αποδείξεως, το οποίο προϋποθέτει έκδοση απόφασης περί διεξαγωγής αποδείξεων. Τέτοια όμως απόφαση δεν εκδίδεται κατά τη διαδικασία των γαμικών διαφορών των άρθρων 598 έως 612 Κ.Πολ.Δ. κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως και ο πρώτος κατά το δεύτερο του σκέλος, κατ' εκτίμηση από την ανωτέρω διάταξη, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση ότικατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου δεν διατάχθηκε απόδειξη σχετικά με τον ίδιο πιο πάνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, περί διακοπής επί δεκάμηνο και πλέον της διαστάσεώς τους, πρέπει ν' απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος.
Για να είναι ορισμένοι οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση α) ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ) και β) έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ) απαιτείται να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου, προκειμένου να ελεγχθεί αναιρετικώς εάν παραβιάσθηκαν οι κανόνες αυτοί ή εάν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή τους έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών, ενόψει του ότι ο 'Αρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση αυτών βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία. Κατ' ακολουθίαν ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατ' εκτίμηση από το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. υπό την αιτίαση ότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου ενώ έπρεπε να συμψηφισθεί, πρέπει ν' απορριφθεί ως αόριστος για το λόγο ότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι διατάξεις του νόμου που εφαρμόστηκαν εσφαλμένα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17-11-2007 αίτηση της ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 532/2007 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ