Legislator Case Law & Legislation
535/2008 AI generated

535/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 535/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/3/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 720/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 839/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/6/2006 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

535/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ακολούθως, αφού κατά παραδοχή σχετικού λόγου εφέσεως, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή, απέρριψε αυτήν (αγωγή) ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Keywords

AI generated
refund of contributions to foreigners expatriation and foreign residence allowances tourism promotion levy special scheme for travel agents tourism development illegal departure grounds
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 535 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 535/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γερογιάννη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Α.Ε.", όπως μετονομάστηκε με το νόμο 3270/2004 (ΦΕΚ 187/Α/11-10-2004) άρθρο 2 η εταιρία ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα Βαβέτση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/3/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 720/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 839/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/6/2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας, ανέγνωσε την από 13/2/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη του δεύτερου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως της παραβιάσεως των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, οι οποίοι περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες με την εφαρμογή των αρχών της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών ή εφαρμόζει εσφαλμένα τις αρχές αυτές ή παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσλήφθηκε την 1-12-1984 από τον Εθνικό Οργανισμό Τουρισμού (ΕΟΤ), με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως τεχνικός παιγνίων στην επιχείρηση Καζίνο-Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας, της οποίας η διοίκηση και διαχείριση ανήκε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη.

Σ' αυτήν, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 3139/2003, χορηγήθηκε αυτοδικαίως η άδεια λειτουργίας Καζίνο στη "θέση του Μον Παρνές στην Πάρνηθα" και εισφέρθηκε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας ΑΕ". Κατ' εφαρμογή δε του άρθρου 4 παρ. 6 εδ. β' του ίδιου νόμου, από την ανάληψη της διοικήσεως, διαχειρίσεως και εκμεταλλεύσεως των επιχειρηματικών μονάδων της εναγομένης από τις εταιρείες της παρ. 1, στις οποίες περιλαμβάνεται και η προαναφερθείσα ανώνυμη εταιρεία, όλο το προσωπικό που εργαζόταν στις εν λόγω επιχειρηματικές μονάδες μεταφέρθηκε αυτοδικαίως με την ίδια σχέση εργασίας στις εταιρείες αυτές εκτός από όσους εργαζόμενους δήλωσαν εγγράφως μέσα στην ορισθείσα αποκλειστική προθεσμία του ενός μηνός ότι επιθυμούν να παραμείνουν στις εταιρείες που εργάζονταν.

Πριν από την ψήφιση του νόμου αυτού, η αναιρεσίβλητη κατάρτισε την από ..... συμφωνία με την πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση ".......", το "Πανελλήνιο Σωματείο ......." και την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας", στην παράγραφο 3 γ' της οποίας ορίζεται ότι "ο εργαζόμενος που αποχωρεί δικαιούται αποζημίωση διπλάσια από την οφειλόμενη, λόγω καταγγελίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 2112/20 και 3198/55 και σαν βάση υπολογισμού της λαμβάνεται ο μέσος όρος των τακτικών μηνιαίων αποδοχών υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως του 12μήνου πριν από την υποβολή της αιτήσεως...Όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της παραπάνω αποζημιώσεως και συνυπολογίζονται πέραν αυτής".

Ο ενάγων με την από 22-5-2003 αίτησή του προς την εναγομένη δήλωσε ότι επιθυμεί να συμμετάσχει στο προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 7 του ν. 3139/2003 πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου και την 1-8-2003 η εναγομένη δέχτηκε την αίτηση αυτή και προέβη στη σχετική καταγγελία της συμβάσεως εργασίας. Αφού δε υπολόγισε την αποζημίωση στο ποσό των 100.923,01 ευρώ, παρακράτησε από αυτήν τον αναλογούντα φόρο εισοδήματος από 16.184,60 ευρώ και του κατέβαλε το υπόλοιπο.

Ακολούθως το Εφετείο δέχτηκε ότι από την προαναφερθείσα συμφωνία δεν προκύπτει ότι στις "νόμιμες επιβαρύνσεις" περιλαμβάνεται και η υποχρέωση καταβολής του αναλογούντος φόρου. Και τούτο διότι το εισόδημα από την εν λόγω αποζημίωση φορολογείται αυτοτελώς και στο άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 22381994 "Κύρωση του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος", όπως το εδάφιο β' της παραγράφου αυτής αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 8 του άρθρου 3 του ν. 3091/2002, ορίζεται ότι "με την επιφύλαξη των διατάξεων της περίπτωσης γ' της παραγράφου 4 του άρθρου 45, φορολογούνται αυτοτελώς, εξαντλουμένης της φορολογικής υποχρεώσεως, τα ποσά των αποζημιώσεων που καταβάλλονται στους δικαιούχους με βάση α)..β) το ν. 2112/20, ο φόρος υπολογίζεται με συντελεστή 20% στο καθαρό ποσό της αποζημιώσεως μετά την αφαίρεση ποσού 20.000 ευρώ και παρακρατείται κατά την πληρωμή στο δικαιούχο".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η υποχρέωση καταβολής φόρου από την ως άνω αιτία βαρύνει το δικαιούχο της αποζημιώσεως και παρακρατείται κατά την καταβολή της από τον εργοδότη για να αποδοθεί στο δημόσιο, όπως συνέβη και στην ένδικη περίπτωση. Ανάληψη υποχρεώσεως από την αναιρεσίβλητη για την καταβολή εξ ιδίων του εν λόγω φόρου, χωρίς την επιβάρυνση του αναιρεσείοντος, δεν προκύπτει από την πιο πάνω συμφωνία και η ίδια αρνείται βάσιμα ότι ανέλαβε τέτοια υποχρέωση.

Ακολούθως, αφού κατά παραδοχή σχετικού λόγου εφέσεως, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή, απέρριψε αυτήν (αγωγή) ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Aπ' αυτά που δέχτηκε το Εφετείο προκύπτει, ότι εμμέσως πλην σαφώς, διαπίστωσε κενό στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων στην πιο πάνω από ...... συμφωνία, ήτοι ότι αυτές δεν ήταν σαφείς ως προς την έννοια του όρου "νόμιμες επιβαρύνσεις" αφού για τη διαπίστωση του περιεχομένου του, που δεν προσδιοριζόταν και ειδικότερα αν περιλαμβάνεται στην απαλλαγή από τις νόμιμες επιβαρύνσεις και ο φόρος εισοδήματος, αναζήτησε την αληθινή βούληση των μερών που κατάρτισαν τη συμφωνία αυτή (η οποία δε φέρει το χαρακτήρα της ΣΣΕ), σε στοιχεία εκτός του κειμένου της συμβάσεως και συγκεκριμένα στη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 2238/1994, στο όλο περιεχόμενο της εν λόγω συμβάσεως, από την εκτίμηση του οποίου διαπίστωσε ότι η αναιρεσίβλητη δεν ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει εξ ιδίων το φόρο εισοδήματος που αναλογούσε στις αποζημιώσεις των εκουσίως αποχωρούντων από την επιχείρησή της και από το ότι η τελευταία αρνείται ότι είχε αναλάβει τέτοια υποχρέωση.

Ενώ, όμως, ενόψει αυτών το Εφετείο ήταν υποχρεωμένο να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες που αναφέρονται στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, προκειμένου να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, ως προς την έννοια του όρου νόμιμες επιβαρύνσεις, δεν προσέφυγε σ' αυτούς, τους οποίους ούτε αυτούς τους ίδιους ούτε τις διατάξεις που τους περιέχουν αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ούτε και από το περιεχόμενο της εν λόγω αποφάσεως συνάγεται ότι έκανε χρήση αυτών.

Συνεπώς το Εφετείο με τον τρόπο αυτόν παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ακολούθως δε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρ. 380 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 839/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, με σύνθεση από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ