Supreme Court dismisses appeal against lower court's application of burden of proof rules in public property dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a final judgment from the Single Court of Appeal in Western Macedonia. The State argued the lower court incorrectly applied the burden of proof regarding public ownership, but the Court found no legal error in the appellate court's reasoning. Consequently, the appeal was rejected because the State failed to demonstrate that the lower court violated the statutory rules on evidentiary burden.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(13) and 576(2) of the Code of Civil Procedure; The burden of proof regarding the existence of positive conditions for a legal consequence falls on the party asserting them, and a court's failure to form a judicial conviction on such facts constitutes a legal error if the party asserting the fact is not ordered to bear the risk of uncertainty.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 534 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 534/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αργυρώ Κουσκουμβεκάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Σ. του Β., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-7-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Φλώρινας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 198/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2/2023 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-5-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση από την υπ' αριθ. 164/27-10-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή, Η. Μ. του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, που προσκομίζει νομίμως το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, προκύπτει ότι, με επιμέλεια του τελευταίου, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με κλήση για συζήτηση της υπόθεσης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη. Επομένως, αφού η τελευταία δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Με την από 26-05-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 2/2023, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος - εναγομένου κατά της υπ' αριθμ. 198/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας, με την οποία είχε γίνει δεκτή η με αριθμό κατάθεσης ...
αναγνωριστική κυριότητας αγωγή της ενάγουσας, ήδη αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 560, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1094 ΑΚ και 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για την πληρότητα και το ορισμένο της διεκδικητικής αλλά και της αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου (άρθρο 1094 ΑΚ, 70 ΚΠολΔ) αγωγής, ο ενάγων πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει το δικαίωμα της κυριότητάς του πάνω σε αυτό, το οποίο απέκτησε με κάποιο προβλεπόμενο από το νόμο (παράγωγο ή πρωτότυπο) τρόπο και ότι ο εναγόμενος νέμεται ή κατέχει το επίδικο ακίνητο ή αμφισβητεί το δικαίωμα κυριότητάς του επ' αυτού, του οποίου απαιτείται να προσδιορίζονται η θέση, τα όρια και η έκταση, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητά του και να μπορεί να εντοπίζεται επακριβώς και να διαχωρίζεται από τα γειτονικά εδάφη (AΠ 388/2017, ΑΠ 781/2016, ΑΠ 78/2015).
Επί αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής, που στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας, για το ορισμένο αυτής αρκεί να γίνει επίκληση της σύμβασης, που καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και του άμεσου δικαιοπαρόχου του, κυρίου του μεταβιβαζόμενου ακινήτου με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που μεταγράφηκε, χωρίς να είναι αναγκαίο να καθορίζεται στο δικόγραφο της αγωγής και ο τρόπος με τον οποίο κατέστη κύριος ο δικαιοπάροχος αυτός του ενάγοντος, διότι μόνο σε περίπτωση αμφισβήτησης από τον εναγόμενο και της κυριότητας αυτού υποχρεούται ο ενάγων να καθορίσει με τις προτάσεις της συζήτησης τον τρόπο της κτήσης αυτής (ΑΠ 1103/2018, ΑΠ 1203/2012).
Αν ο εναγόμενος με τις προτάσεις του της πρωτοβάθμιας δίκης αμφισβητήσει όχι μόνο την κυριότητα του ενάγοντος, αλλά ειδικά και την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του (άμεσου ή και απωτέρων) επί του επιδίκου, τότε ο ενάγων, αν δεν το έχει κάνει καθ' υποφοράν με το δικόγραφο της αγωγής, είναι υποχρεωμένος, με τις προτάσεις της ίδιας πρωτοβάθμιας δίκης, να καθορίσει, με σαφή έκθεση γεγονότων, τον τρόπο κτήσης κυριότητας από τον άμεσο δικαιοπάροχό του και, αν είναι ανάγκη, και των απώτερων δικαιοπαρόχων του, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ, φθάνοντας μέχρι πρωτότυπου τρόπου κτήσης κυριότητας, όπως είναι η τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, να επικαλεστεί δε τη νομή και να καθορίσει συνάμα και τις μερικότερες, υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το ακίνητο σαν δικό του (ΑΠ 1589/2008).
Η παράλειψη του ενάγοντος να συμπληρώσει την αγωγή με τον άνω τρόπο ή καθ' υποφοράν στην αγωγή των άνω στοιχείων, επιφέρει την απόρριψη της αγωγής ως αόριστης (Α.Π. 1214/2020). Στην περίπτωση, όμως, που στο αγωγικό δικόγραφο ο ενάγων ιστορεί ότι κατέστη κύριος του επιδίκου και πρωτοτύπως, με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, με την παράθεση εκ μέρους του διακατοχικών επ` αυτού (επιδίκου) πράξεων επιδηλωτικών της νομής του και αν συντρέχει περίπτωση προσμέτρησης νομής και εκείνης των δικαιοπαρόχων του επί διάστημα μείζον του απαιτούμενου κατά νόμο χρόνου της δεκαετίας και εικοσαετίας αντίστοιχα (άρθρα 1041 και 1045 ΑΚ), παρέλκει η ανωτέρω συμπλήρωση (ΑΠ 441/2021, ΑΠ 432/2019, ΑΠ 949/2018).
Εξάλλου, όταν αντίδικος του χρησιδεσπόζοντος είναι το Δημόσιο, τα ακίνητα του οποίου μετά την 11-09-1915 εξαιρούνται της χρησικτησίας και ο ενάγων (ιδιώτης) επικαλείται πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας ακινήτου, στηριζόμενης σε χρησικτησία (τακτική και έκτακτη) ή παράγωγο τρόπο (π.χ. αγορά) κτήσης κυριότητας αυτού και το Δημόσιο αμφισβητεί την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του, τότε θα πρέπει να αποδείξει (ο ενάγων) και την κυριότητα αυτών μέχρι να αναχθεί σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, που κατά κανόνα θα είναι η χρησικτησία και δη η έκτακτη.
Στις περιπτώσεις δε αυτές φέρει το βάρος να αποδείξει μόνο τις θετικές προϋποθέσεις της χρησικτησίας και όχι τις αρνητικές, όπως ότι το ακίνητο δεν είναι αντικείμενο επιδεκτικό χρησικτησίας ή ότι δεν εξαιρείται αυτής, επειδή δεν είναι δημόσιο. Ο ισχυρισμός ότι το ακίνητο εξαιρείται του θεσμού της χρησικτησίας, επειδή είναι δημόσιο, αποτελεί ένσταση και πρέπει, ως τέτοια, να προταθεί στη δίκη από το εναγόμενο Δημόσιο, με αναγωγή σε κάποιο νόμιμο τρόπο κτήσης κυριότητας.
Πέραν τούτων, όμως, το Δημόσιο, το οποίο δεν έχει εξοπλιστεί από το νομοθέτη με ένα γενικό τεκμήριο κυριότητας, το οποίο θα το απαλλάσσει από το βάρος απόδειξης των παραγωγικών του δικαιώματός του γεγονότων, σε κάθε περίπτωση που ισχυρίζεται ότι έχει την κυριότητα ενός ακινήτου, θα πρέπει παράλληλα να επικαλείται το συγκεκριμένο τίτλο κτήσης του, αποδεικνύοντας τα παραγωγικά του γεγονότα (άρθρο 338 παρ.1 ΚΠολΔ) (Α.Π 894/2020, Α.Π 1182/2018).
Κατά δε την διάταξη του άρθρου 974 Α.Κ νομή είναι η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση του πράγματος. Η διάνοια δε κυρίου, δηλαδή το πνευματικό στοιχείο της νομής, υποδηλώνεται είτε ρητώς είτε σιωπηρώς με πράξεις, τις οποίες επιχειρεί συνήθως ο ιδιοκτήτης του πράγματος ή ο αντιπρόσωπός του (ΑΠ 949/2018, ΑΠ 838/2014, ΑΠ 1864/2011, ΑΠ 1698/2010, ΑΠ 2298/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολ.Δ. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η αγωγή είναι αόριστη, επειδή δεν αναφέρεται στο δικόγραφο ο τρόπος κτήσης των επιδίκων από την ενάγουσα και τους δικαιοπάροχους της, αν και το αναιρεσείον αμφισβήτησε την κυριότητα τους επ' αυτών, ισχυριζόμενο ότι πρόκειται περί δημοσίων κτημάτων.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της από 17-07-2018 αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ιστορούσε ότι κατέστη κυρία με πρωτότυπο τρόπο των περιγραφόμενων στην αγωγή τριών ακινήτων - αγροτεμαχίων έκτασης 1.002 τ.μ., 1.662 τ.μ. και 3.315 τ.μ., αντίστοιχα, που βρίσκονται στο Δήμο ... Φλώρινας, με όρια τα εκτιθέμενα στην αγωγή.
Ότι περιήλθαν σ' αυτήν με έκτακτη χρησικτησία, επειδή τα νεμόταν και τα κατείχε με καλή πίστη και με διάνοια κυρίας, επί χρόνο μεγαλύτερο της 20ετίας συνέχεια και χωρίς διακοπή, ασκώντας τις προσήκουσες διακατοχικές πράξεις από το έτος 1984 που της τα μεταβίβασε άτυπα ο πατέρας της λόγω δωρεάς. Το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ορισμένη την αγωγή, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ., αφού προσδιορίζεται ο χαρακτήρας του επιδίκων ως αγρών και ο τρόπος κτήσης κυριότητας της ενάγουσας, με πρωτότυπο τρόπο, με συγκεκριμένες πράξεις νομής, επί συνεχές χρονικό διάστημα πλέον της εικοσαετίας από το έτος 1984, ενώ η επίκληση του τρόπου που κατέστησαν κύριοι οι δικαιοπάροχοί της, ανατρέχοντας στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και της προσάρτησης των Νέων Χωρών στην Ελλάδα, προϋποθέτει δημόσιο κτήμα, πράγμα το οποίο δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής, αλλά περιεχόμενο ισχυρισμού.
Επομένως, το Εφετείο ορθώς αξιολόγησε ως ορισμένη την υπό κρίση αγωγή και ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αρ.13 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ.
βάρος της απόδειξης, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Το βάρος της απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό, προσδιορίζει τον διάδικο στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα, περί απόδειξης απόφαση, θα επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.
Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας.
Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ένστασης κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα.
Εάν δεν το απορρίψει, υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διάταξης (ΑΠ 148/2016). Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση των ισχυρισμών (ενστάσεων) του Ελληνικού Δημοσίου, πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και για το λόγο αυτό τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών αυτών τις φέρει το ενιστάμενο Δημόσιο και όχι ο ενάγων.
Κατά συνέπεια εάν δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη κυριότητας ή άλλου δικαιώματος του Δημοσίου, η αγωγή δεν θα απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη (ΑΠ 1076/2022, ΑΠ 893/2020, ΑΠ 182/2018, ΑΠ 148/2016, ΑΠ 1527/2014). Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 13 Κ.Πολ.Δ., της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους απόδειξης ως προς τον προταθέντα από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ισχυρισμό περί ιδίας κυριότητας επί των επιδίκων ως δημοσίων κτημάτων, τον οποίο το Εφετείο αφενός έκρινε ότι αποτελεί ένσταση και αφετέρου τον έκρινε αναπόδεικτο και απορριπτέο και στη συνέχεια έκρινε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, σύμφωνα με όσα στη νομική σκέψη αναφέρονται δεν υπέπεσε στη νομική πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, καθόσον τις συνέπειες του μη σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποίθησης περί του επικαλούμενου γεγονότος ότι τα επίδικα ανήκαν στη κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, που αποτελεί ένσταση και όχι άρνηση της αγωγής, τις έφερε το ενιστάμενο αναιρεσείον και όχι η αναιρεσίβλητη ενάγουσα.
Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Διάταξη περί εξόδων σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείοντος και υπέρ της αναιρεσίβλητης δεν θα περιληφθεί αφού η τελευταία δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και δεν υπέβαλε αντίστοιχο αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-05-2023 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ