Legislator Case Law & Legislation
534/2024 AI generated

Supreme Court allows partial appeal against labor dispute judgment regarding wage arrears and legal costs.

Case Number 534/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed an appeal against a labor court judgment concerning wage arrears and legal costs. The appellant argued that the lower court failed to specify the employer's name and net wages, violating procedural requirements, while the respondents contended that such details were unnecessary for the claim's validity. The court ruled that the appellant's arguments regarding the employer's identity were inadmissible but found merit in the procedural defects, ordering the case remitted for further trial while awarding the appellant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible for procedural defects regarding the specification of the employer's identity and wage details, but arguments challenging the necessity of such specification for the claim's validity are inadmissible, resulting in remittal for further trial and cost allocation.

Keywords

AI generated
labor dispute wage arrears procedural defect appeal admissibility legal costs remittal for trial Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 534 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 534/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Τριανταφυλλιά Πατρώνα και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ιδιωτική Επιχείρηση Π. Ε. Τ. Υ. Α. Α.Ε." (παλιά επωνυμία ..... Ιδιωτική Επιχείρηση Π. Ε. Τ. Υ. Α. ΑΕ) όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Μεταμόρφωση Αττικής και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αναστάσιου Πασσά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Β. Β. του Κ., χήρας Α. Κ., κατοίκου ... ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικού ενάγοντος-συζύγου της Α. Κ. και 2) Β.-Ν. Κ. του Α., που εκπροσωπείται από την ασκούσα την γονική του μέριμνα μητέρα του, Β. Β. ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικού ενάγοντος-πατέρα Α. Κ., οι οποίοι παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Ασπρούλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-12-2012 αγωγή του αρχικώς ενάγοντος Α. Κ.-ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... . Εκδόθηκαν η 555/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η οποία διορθώθηκε με την 360/2018 του ιδίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 572/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ... Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-12-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Τριανταφυλλιά Πατρώνα. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 15.12.2021 αίτηση και αριθ. κατάθ. 68/22-12-2021 διώκεται από την εκκαλούσα εναγομένη η αναίρεση της υπ' αριθ. 572/2021 αποφάσεως του Εφετείου ... η οποία εκδόθηκε με τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών επί εφέσεως της εναγομένης κατά της υπ' αριθ. 555/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 360/2018, απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, υποχρεώνοντας αυτήν να καταβάλει στους κληρονόμους του αρχικού ενάγοντος [σύζυγο και ανήλικο τέκνο] τα ποσά των 11.577,65 και 34.732,95 ευρώ, αντίστοιχα για μισθούς υπερημερίας από άκυρη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του. Η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και αφού δίκασε την αγωγή δέχθηκε εν μέρει αυτήν, υποχρεώνοντας την εναγομένη να καταβάλει στους ως άνω τα ποσά των 9.202,45 και 27.607,35 ευρώ αντίστοιχα. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 ΚΠολΔ και πρέπει κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 του ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Σύμφωνα με την "αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων" (ΑΚ 361) οι συμβαλλόμενοι έχουν απεριόριστη δυνατότητα για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από τον νόμο ή να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (ΟλΑΠ 1/2007). Επομένως, σε ατομικό επίπεδο, είναι έγκυρη η μεταξύ εργοδότη και μισθωτού συμφωνία, κατά την οποία ο δεύτερος θα λαμβάνει για την παρεχόμενη εργασία του την αμοιβή που προβλέπεται από την εκάστοτε ισχύουσα ή μέλλουσα να ισχύσει σσε, η οποία καταρτίζεται μεταξύ τρίτων, έστω και αν τα μέρη της ατομικής σύμβασης δεν είναι μέλη των οργανώσεων που καταρτίζουν τη σσε, ή αν η σσε θέτει προϋποθέσεις που δεν συγκεντρώνει ο συγκεκριμένος μισθωτός.

Για το κύρος της συμφωνίας αυτής δεν απαιτείται η τήρηση τύπου. Σε μια τέτοια περίπτωση, αν με την ατομική σύμβαση εργασίας έχει γίνει ρητή παραπομπή στους κανονιστικούς όρους ορισμένης σσε, τότε οι όροι αυτοί καθίστανται περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης και οι συλλογικές ρυθμίσεις προς τις οποίες γίνεται η παραπομπή με την ατομική σύμβαση, αποκτούν έναντι των συμβαλλομένων συμβατική δύναμη (ΑΠ 692/2014, 248/2020, 1243/2020).

Η παραπομπή είναι δυνατόν να γίνεται είτε σε ισχύουσα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα σσε είτε σε κάθε σσε που ισχύει διαδοχικά για συγκεκριμένη κατηγορία εργαζομένων, με την έννοια ότι όσο διαρκεί η ατομική σύμβαση εργασίας παρακολουθεί και προσαρμόζεται στις μεταβολές που επέρχονται στις συλλογικές ρυθμίσεις μέσω διαδοχικών συλλογικών συμβάσεων (δυναμική παραπομπή), ακόμη και αν οι μεταβολές επιβάλλουν ρυθμίσεις δυσμενέστερες κατά περιεχόμενο από αυτές που ίσχυαν κατά τη σύναψη της ατομικής σύμβασης εργασίας, επειδή οι κανονιστικοί όροι της σσε επενεργούν έξωθεν στην ατομική σύμβαση, υποκαθιστώντας τους όρους της ατομικής σύμβασης, για όσο χρόνο ισχύει η συλλογική σύμβαση και μέχρι την αντικατάστασή της με νεότερη συλλογική σύμβαση και δεν ενσωματώνονται σε αυτή, δεν αποτελούν δηλαδή περιεχόμενο της ατομικής συμβάσεως (ΑΠ 692/2014, 874/2018, 904/2020).

Όταν, όμως, με την ατομική σύμβαση εργασίας έχει γίνει ρητή παραπομπή στους κανονιστικούς όρους ορισμένης σσε, τότε οι όροι αυτοί καθίστανται περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης και εφόσον είναι ευνοϊκότεροι για τον μισθωτό δεν μπορούν να μεταβληθούν µε μεταγενέστερη σσε, που περιέχει όρους δυσμενέστερους από τους όρους της προηγούμενης που µε συμφωνία εργοδότη και μισθωτού κατέστησαν όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας.

Για να καταστούν όμως, συγκεκριμένοι όροι σσε, όροι και της ατομικής σύμβασης εργασίας πρέπει η παραπομπή να γίνει σε συγκεκριμένη σσε και όχι αορίστως στις εκάστοτε ισχύουσες στις σχέσεις του εργοδότη και μισθωτών σσε, διότι στην τελευταία περίπτωση θα ισχύει η νεότερη σσε (διαδοχή τάξεων), έστω και αν περιέχει δυσμενέστερη για τους μισθωτούς διατάξεις, αφού ρητά συμφωνήθηκε µε την ατομική σύμβαση εργασίας ότι θα εφαρμοστεί η εκάστοτε ισχύουσα σσε (ΟλΑΠ 461/1970, ΑΠ 251/2012, 256/2016, 1041/2020).

Από τη γενική αρχή της προστασίας των εργαζομένων, που διαπνέει το εργατικό δίκαιο, συνάγεται ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ των τελευταίων δεν εφαρμόζεται μόνο στη σχέση συλλογικής συμβάσεως εργασίας και ατομικής συμβάσεως, αλλά και στη σχέση περισσότερων πηγών διαφορετικής βαθμίδας που ρυθμίζουν την εργασιακή σχέση (νόμου, συλλογικής συμβάσεως, ατομικής συμβάσεως, κανονισμού).

Με βάση την αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, που καθιέρωσε αρχικά το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 2329 /1955 (που ίσχυσε μέχρι την 8.5.1990) και στη συνέχεια το άρθρο 7 παρ. 2 του Ν. 1876/1990, σε συνδυασμό με το άρθρο 680 ΑΚ οι ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των δυσμενέστερων όρων των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (ΟλΑΠ 1/2007).

Επίσης, οι όροι εργασίας συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή οι όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας, που είναι ευνοϊκότεροι για τους εργαζομένους υπερισχύουν των νόμων, εκτός αν πρόκειται για διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια (άρθρο 7 παρ. 3 Ν. 1876/1990). Οι όροι εργασίας, όμως, που ρυθμίζονται με σσε ή διαιτητική απόφαση ή από το νόμο, μπορούν να τροποποιούνται με νεότερη σσε του αυτού είδους και πεδίου ισχύος ή νεότερο νόμο, τόσο υπέρ όσο και εις βάρος των εργαζομένων, διότι κατά τη διαδοχή δεν ισχύει η αρχή της προστασίας, αλλά η αρχή της τάξεως, με εξαίρεση μόνο την περίπτωση κατά την οποία με ατομική σύμβαση εργασίας έχει γίνει παραπομπή στους κανονιστικούς όρους της σσε ή του ευνοϊκότερου νόμου.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 7 του Ν. 2112/1920, κάθε μονομερής μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη, που βλάπτει υλικά ή ηθικά το μισθωτό, του παρέχει το δικαίωμα, αν δεν αποδεχθεί τη μεταβολή να τη θεωρήσει ως άτυπη καταγγελία της συμβάσεως και να αξιώσει από τον εργοδότη τη νόμιμη αποζημίωση για απροειδοποίητη καταγγελία της συμβάσεως ή να εμμείνει στους αρχικούς όρους της συμβάσεως, αξιώνοντας την τήρησή τους.

Ο εργοδότης όμως μπορεί να μεταβάλει μονομερώς τους όρους της παροχής εργασίας, ακόμη και σε βάρος του μισθωτού, όταν το δικαίωμα αυτό παρέχεται από την ατομική σύμβαση εργασίας ή από διάταξη νόμου ή συλλογική σύμβαση ή διαιτητική απόφαση ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας της επιχειρήσεως (ΑΠ 831/2019).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 της Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου με αριθμό 6/28.2.2012 "Ρύθμιση θεμάτων για την εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 1 του Ν. 4046/2012" (ΦΕΚ Α' 38/28.2.2012), η οποία κείται εντός του πλαισίου της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης του νόμου (ΟλΣτΕ 2307/2014, ΑΠ 876/2018): "1. Οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας συνάπτονται εφεξής για ορισμένο χρόνο ισχύος, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα (1) έτος και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη. 2.

Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 14.2.2012 ή και περισσότερο, λήγουν στις 14.2.2013. 3. Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που την 14.2.2012 βρίσκονταν σε ισχύ για χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών, λήγουν με τη συμπλήρωση τριών (3) ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος τους, εκτός και αν καταγγελθούν νωρίτερα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του ν. 1876/1990 (Α' 27). 4.

Οι κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που θα λήξει ή θα καταγγελθεί, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή την καταγγελία τους. Κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς αυτούς όρους αποκλειστικώς οι όροι εκείνοι που αφορούν α) τον βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα.

Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου, που διατηρούνται, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή της νέας ή της τροποποιημένης ατομικής σύμβασης. 5.

Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 5 του άρθρου 9 του ν. 1876/1990 (Α' 27) παύουν να ισχύουν. 6. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τις Διαιτητικές Αποφάσεις". Στόχος των προαναφερομένων ρυθμίσεων είναι να προωθήσουν την προσαρμογή των μισθολογικών και των μη μισθολογικών όρων της σσε στις μεταβαλλόμενες οικονομικές συνθήκες, με απώτερο σκοπό να αυξηθεί με τον τρόπο αυτό η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και να μειωθεί η ανεργία.

Με τις ως άνω διατάξεις, αφενός, επιβάλλεται η ex lege λήξη τη 14η Φεβρουαρίου 2013 των συλλογικών συμβάσεων εργασίας που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 14.2.2012 ή και περισσότερο, αφετέρου, ρυθμίζονται οι έννομες συνέπειες της λήξης ή της καταγγελίας μίας σσε. Σύμφωνα με το έως το 2012 ισχύον δίκαιο οι κανονιστικοί όροι σσε που έληξε ή καταγγέλθηκε εξακολουθούσαν να ισχύουν επί ένα εξάμηνο (άρθρ. 9 παρ. 4 Ν. 1876/1990).

Μετά την πάροδο του εξαμήνου (παράταση) άρχιζε μία δεύτερη περίοδος πλασματικής επιβίωσης των όρων της συλλογικής σύμβασης εργασίας, η φάση της μετενέργειας, κατά την οποία οι όροι της σσε αποβάλλουν μεν την αναγκαστική (όχι την άμεση) ισχύ τους, εξακολουθούν, όμως, να επηρεάζουν τη σύμβαση εργασίας, μέχρι η σύμβαση να τροποποιηθεί.

Επομένως, κατά τη διάρκεια της μετενέργειας ο εργοδότης δεν είναι δυνατόν να τροποποιήσει μονομερώς τους όρους της σσε που μετενεργεί, αλλά η τροποποίηση μπορεί να γίνει μόνον με τη σύμφωνη γνώμη του εργαζομένου. Προϋπόθεση όμως γι' αυτό είναι η ιδιότητα του εργοδότη και του εργαζομένου ως μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων που συνήψαν τη συλλογική σύμβαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 8 ιδίου νόμου (ΑΠ 493/2019).

Με τη νέα διάταξη της προαναφερόμενης Π.Υ.Σ. η παράταση της κανονιστικής ισχύος των όρων της σσε που έληξε ή καταγγέλθηκε περιορίζεται από 6 σε 3 μήνες. Αν δεν επιτευχθεί η σύναψη νέας σσε κατά το διάστημα του τριμήνου, τότε με τη λήξη του τριμήνου αρχίζει η φάση της μετενέργειας με περιορισμένο εύρος, οπότε ο εργοδότης οφείλει να συνεχίσει να καταβάλλει μόνον το βασικό μισθό και τέσσερα (4) επιδόματα, ωρίμανσης (δηλαδή αρχαιότητας στην υπηρεσία), τέκνων, εκπαίδευσης και επικίνδυνης εργασίας που όριζε η λήξασα ή καταγγελθείσα σσε.

Αντιθέτως, ο εργοδότης δεν οφείλει να συνεχίσει να καταβάλλει τα λοιπά επιδόματα και μισθολογικές παροχές που προέβλεπε η σσε, όπως π.χ. πρόσθετους μισθούς, bonus ή πριμ, διορθωτικά επιδόματα, επιδόματα εξομάλυνσης, επιδόματα παρουσίας κ.ο.κ. Επομένως, με τη νέα ρύθμιση τροποποιούνται ουσιαστικά οι διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 4 και 5 του Ν. 1876/1990 και η μετενέργεια της σσε εντοπίζεται στον βασικό μισθό και στα τέσσερα, παραπάνω αναφερόμενα, επιδόματα, ενώ δεν καταλαμβάνει πλέον τις λοιπές μισθολογικές παροχές που προέβλεπε η λήξασα ή καταγγελθείσα σσε (ΑΠ 1041/2021).

Περαιτέρω, με το άρθρο 37 ν. 4024/2011 προστέθηκε εδάφιο στην παράγραφο 2 του άρθρου 10 του ν. 1876/1990 που ορίζει ότι "Όσο διαρκεί η εφαρμογή του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής η επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας υπερισχύει σε περίπτωση συρροής με κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας και πάντως δεν επιτρέπεται να περιέχει όρους εργασίας δυσμενέστερους για τους εργαζόμενους από τους όρους εργασίας εθνικών συλλογικών συμβάσεων, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 3 του νόμου αυτού." Με τη ρύθμιση αυτή, δόθηκε προβάδισμα στην επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση έναντι της κλαδικής με μόνο όριο τη διατήρηση των όρων εργασίας που προβλέπονται από τις εκάστοτε ισχύουσες εθνικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας [ΑΠ 98, 99/2023]..

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Και κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ. 1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς [ΑΠ 1331/2022].

Με την από 28.6.2010 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση εργασίας, που κατατέθηκε στην Επιθεώρηση Εργασίας Ν. Ιωνίας στις 30.6.2010 με αριθ. 2263/30.6.2010, προβλέφθηκε στο άρθρο 2 περιπτ. 1 ο νόμιμος μηνιαίος μισθός των εργαζομένων με την ειδικότητα προσωπικού ασφαλείας, στο οποίο ανήκουν οι φύλακες, αρχιφύλακες και επόπτες και γενικά οι εργαζόμενοι που κατέχουν άδεια εργασίας προσωπικού ασφαλείας για το χρονικό διάστημα 28.6.2010 έως 31.12.2010.

Με την από 26.5.2011 Ειδική Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας του άρθρου 13 του Ν., που κατατέθηκε στην ίδια ως άνω Επιθεώρηση με αριθ. πρωτ. 2101/16.6.2011 προβλέφθηκε για το χρονικό διάστημα από 26.5.2011 έως 31.12.2012 ο μηνιαίος μισθός του ιδίου ως άνω προσωπικού ασφαλείας και με την [τρίτη] από 12.12.2012 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, που κατατέθηκε με αριθ.

πρωτ. 930/26.2.2013 προβλέφθηκε ο μηνιαίος μισθός για το χρονικό διάστημα από 01.01.2013 έως 31.12.2014. Με βάση τις εν λόγω επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας η εργοδότρια εταιρεία δεσμεύθηκε έναντι του Σωματείου εργαζομένων της για την εφαρμογή τους στις υφιστάμενες σχέσεις εργασίας [άρθρ.8 παρ. 3 Ν.1876/1990].

Με το νόμο δε 3985/2011 [ΦΕΚ 151Α'/1.7.2011], περί μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής, που άρχισε να ισχύει από 1.7.2011 για το, μετά την ισχύ του, χρονικό διάστημα προβάδισμα έχουν οι Επιχειρησιακές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας έναντι των κλαδικών, αφού υπερισχύουν αυτών σε περίπτωση συρροής, με μόνο περιορισμό τη διατήρηση των όρων εργασίας που προβλέπονται από τις εκάστοτε ισχύουσες εθνικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας.

Στην προκειμένη περίπτωση κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης ο αρχικός ενάγων, Α. Κ., με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε την 18.7.2005 στην ..... προσλήφθηκε από την εναγομένη, η οποία δραστηριοποιείται στο χώρο παροχής υπηρεσιών ασφαλείας και διαχείρισης, με την επωνυμία "Γ.Σ.

ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ Ε.Υ.Α. ΑΕ", από 29.11.2006 με την επωνυμία "….... Ιδιωτική Επιχείρηση ...ΑΕ" και από 8.1.2011 με την επωνυμία "... Ιδιωτική Επιχείρηση Παροχής Επανδρωμένων - Τεχνικών Υπηρεσιών Ασφάλειας Α.Ε.", για να προσφέρει την εργασία του ως φύλακας [προσωπικό ασφαλείας] σε εργασίες στατικής φύλαξης στην περιοχή του Ν.

Αχαΐας αντί μηνιαίου μισθού 642,12 ευρώ. Κατά την πρόσληψή του διέθετε τη, με αριθμό 1388/2005, άδεια εργασίας της Αστυνομικής Διεύθυνσης Αχαΐας, που στη συνέχεια ανανεώθηκε με την υπ' αριθ. 2869/2010 άδεια, ως προσωπικού ασφαλείας ιδιωτικών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών διάρκειας ισχύος έως την 11.10.2015 και το ειδικό δελτίο δελτίο ταυτότητας προσωπικού ασφαλείας του ν. 2518/1997.

Κατά τη συμφωνία θα παρείχε την εργασία του αντί του εκάστοτε νομίμου μισθού όπως προβλέπεται από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και τις διαιτητικές αποφάσεις, που αφορούν τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών και συστημάτων ασφαλείας όλης της χώρας.

Ακόμη, δέχεται ότι ο αρχικός ενάγων εργάσθηκε στην εναγομένη εταιρεία από την ημερομηνία πρόσληψής του μέχρι και την 2.11.2006, οπότε η τελευταία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του. Ότι άσκησε με άλλους εργαζομένους τη, με ημερομηνία 11.12.2006, αγωγή αιτούμενος την ακυρότητα της συμβάσεώς του, την υποχρέωση της εναγομένης να αποδέχεται τις υπηρεσίες του και την καταβολή μισθών υπερημερίας από 3.11.2006 έως 11.12.2006, συνολικού ποσού 1.567,83 ευρώ.

Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 495/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... η οποία δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και στη συνέχεια, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως της εναγομένης η υπ' αριθ. 121/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ... η οποία απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν. Δηλαδή έγινε δεκτό με ισχύ δεδικασμένου ότι η καταγγελία της συμβάσεώς του οφείλονταν αποκλειστικά σε αισθήματα εκδίκησης και εμπάθειας στο πρόσωπό του εκ μέρους των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης καθ' υπέρβαση των αξιολογικών ορίων του άρθρου 281 ΑΚ και συνεπώς η σύμβαση εργασίας του εξακολουθούσε να διατηρείται σε ισχύ, ενώ η εναγομένη εξακολουθούσε να αρνείται τις υπηρεσίες του.

Αναφορικά με την ένδικη αγωγή, με την οποία ζητούνται μισθοί υπερημερίας, μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, από 1.1.2007 έως 13.6.2013, ως προς το οποίο δεν υπάρχει δέσμευση από το δεδικασμένο της προηγούμενης απόφασης, ως προς τις εφαρμοστέες συλλογικές συμβάσεις εργασίας, η προσβαλλομένη δέχθηκε ότι "συμφωνήθηκε να παρέχει την εργασία του αντί του εκάστοτε νομίμου μισθού όπως αυτός προβλέπεται από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και τις διαιτητικές αποφάσεις, που αφορούν τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών και συστημάτων ασφαλείας όλης της χώρας" και στη συνέχεια ότι έχουν εφαρμογή οι από 14.2.2007, 18.4.2009, 29.6.2010 και 1.9.2011 κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας για τους εργαζομένους σε επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας και συστημάτων ασφαλείας όλης της χώρας λόγω υπεροχής τους έναντι των επιχειρησιακών, επιδικάζοντας με βάσει αυτές το συνολικό ποσό των 110.882,43 ευρώ και μετά την έκπτωση της ωφέλειας από άλλους εργοδότες, το ποσό των 36.809,80 ευρώ.

Ειδικότερα, δέχθηκε ότι είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός περί εφαρμογής της, από 26.5.2011, ειδικής επιχειρησιακής συμβάσεως εργασίας, γιατί οι προβλεπόμενες αποδοχές είναι κατώτερες των προβλεπομένων από τις κλαδικές συλλογικές συμβάσεις και συνεπώς οι τελευταίες υπερισχύουν αυτών. Με τον πρώτο και δεύτερο λόγο της αιτήσεως η αναιρεσιβαλλομένη πλήττεται για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση του νόμου [άρθρ. 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ] και ειδικότερα των διατάξεων των άρθρων 2 παρ.7 Ν. 3845/2010, 13 Ν. 3899/2010 και άρθρο 37 παρ. 5 του Ν. 4024/2011, αφού έσφαλε δεχόμενη ότι η επιχειρησιακή σύμβαση εργασίας προβλέπει αποδοχές των εργαζομένων κατώτερες των αντίστοιχων προβλεπομένων από τις κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας και κατά συνέπεια οι τελευταίες υπερισχύουν αυτών.

Επί πλέον το Μονομελές Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ότι η επιχείρηση κατάρτισε με τους εργαζομένους της, την από 28.6.2010 επιχειρησιακή ΣΣΕ, με την οποία τα μισθολογικά κλιμάκια των φυλάκων εξομοιώθηκαν με αυτά της τότε ισχύουσας Εθνικής Γενικής ΣΣΕ και η τελευταία εφαρμόσθηκε μέχρι 26.5.2011, που καταρτίσθηκε η νέα επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας.

Οι λόγοι αυτοί είναι βάσιμοι, αφού κατά τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν η ισχύς της από 26.5.2011 ειδικής επιχειρησιακής ΣΣΕ αρχίζει από την υπογραφή της και υπερισχύει χωρίς περιορισμούς σε σχέση με την αντίστοιχη κλαδική, όχι όμως με όρια κατώτερα από το επίπεδο της εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας.

Συνεπώς, η προσβαλλομένη εσφαλμένα βασίσθηκε στο κριτήριο της υπεροχής των αποδοχών της κλαδικής έναντι της επιχειρησιακής ΣΣΕ για την εφαρμογή της. Ακόμη, κατά το άρθρο 8 παρ.3 του ν. 1876/1990 εφόσον ο εργοδότης δεσμεύεται από επιχειρησιακή ΣΣΕ, οι κανονιστικοί όροι της ισχύουν υποχρεωτικά και στις εργασιακές σχέσεις όλων των εργαζομένων που απασχολούνται από τον εν λόγω εργοδότη, συμπεριλαμβανομένου του αρχικού ενάγοντος, και η προσβαλλομένη που εφάρμοσε από 28.6.2010 έως 26.5.2011 την αντίστοιχη κλαδική ΣΣΕ χωρίς να εξετάσει τον σχετικό ισχυρισμό περί εφαρμογής της από 28.6.2010 επιχειρησιακής ΣΣΕ έσφαλε. Ομοίως, για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 1.1.2013 έως 13.6. 2013, κατά το οποίο ίσχυε η από 12.12.2012 επιχειρησιακή ΣΣΕ, όφειλε να λάβει υπόψη ότι υπερισχύει η εφαρμογή της τελευταίας έναντι της κλαδικής με μοναδική απαγόρευση να μην περιέχει όρους δυσμενέστερους της εθνικής συλλογικής συμβάσεως.

Συνεπώς, εσφαλμένα δέχθηκε ότι η αγωγή είχε νόμιμη βάση τις αντίστοιχες κλαδικές, και εσφαλμένα εφάρμοσε αυτές, γι αυτό πρέπει να γίνουν δεκτοί οι ως άνω λόγοι εκ των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη κατά το μέρος των αποδοχών, που αφορούν το από 28.6.2010 και μετά χρονικό διάστημα.

Με τον τρίτο και τέταρτο λόγο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Μονομελές Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε την υποβληθείσα ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας ένστασή της περί αοριστίας της αγωγής, γιατί ενώ ιστορείται σε αυτήν ότι ο αρχικός ενάγων απασχολήθηκε κατά το χρονικό διάστημα της υπερημερίας του σε άλλους εργοδότες, μετ' αφαίρεση των ποσών που έλαβε από το συνολικό οφειλόμενο ποσό, εν τούτοις δεν αναφέρει το όνομα ή την επωνυμία του ούτε αν τα ποσά που αφαίρεσε ήταν μικτές ή καθαρές αποδοχές, ώστε να διαπιστωθεί το πραγματικά οφειλόμενο ποσό, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια εκ των αριθ. 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί τα στοιχεία που επικαλείται η αναιρεσείουσα δεν είναι απαραίτητα για τη θεμελίωση της ιστορικής και νομικής αιτίας της αγωγής αλλά μόνο ένσταση έκπτωσης της ωφέλειας θα μπορούσαν να θεμελιώσουν εκ μέρους της εναγομένης, στην οποία εναπόκειται η απόδειξη της εργασίας την οποία ο εργαζόμενος εκτελούσε ή μπορούσε να εκτελέσει, χωρίς να είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός της συγκεκριμένης επιχείρησης, της ωφέλειας την οποία θα αποκόμιζε από την άλλη εργασία, με αναφορά συγκεκριμένων αποδοχών που θα ελάμβανε από την εργασία αυτή και της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπερημερίας του εργοδότη και της ωφέλειας που αποκόμισε ο εργαζόμενος [ΑΠ 1331/2022].

Επί πλέον, όπως συνάγεται από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι αναιρεσίβλητοι με την προσθήκη των προτάσεων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, διευκρινίζουν ότι τα λαμβανόμενα και αφαιρούμενα από τα διεκδικούμενα ποσά αποτελούν μικτές αποδοχές από άλλους εργοδότες. Η προσβαλλομένη, λοιπόν, που με συναφείς αιτιολογίες, απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό δεν έσφαλε και οι ως άνω λόγοι πρέπει ν' απορριφθούν.

Μετά από αυτά η προσβαλλομένη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ... πρέπει να αναιρεθεί για τις αναιρετικές πλημμέλειες εκ των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το μέρος που αναφέρεται πιο πάνω, ως και κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλο Δικαστή εκτός του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση [άρθρ. 580 παρ.1 έως 3 ΚΠολΔ]. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο αίτημά της, πρέπει να επιβληθούν στους αναιρεσιβλήτους λόγω της ήττας τους [άρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ], ως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 572/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση.

Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσιβλήτων τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων [2.300] ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ