Legislator Case Law & Legislation
534/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against first-instance judgment for legal error in applying civil code provisions.

Case Number 534/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against a first-instance judgment that had partially granted the plaintiff's claim. The court found that the lower court erred in applying specific articles of the Civil Code regarding the defendant's alleged tortious conduct. Consequently, the appeal was accepted, the original judgment was annulled, and the case was remanded for retrial before a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553(1)(b), 309(a), 321, 495(1) and 559(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible against a final judgment if the lower court committed a legal error in the interpretation or application of substantive law, necessitating a retrial.

Keywords

AI generated
appeal admissibility legal error misapplication of law remittal for retrial final judgment tort liability civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 553(1)(b), 309(a), 321, 495(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 562(4) of the Code of Civil Procedure
Article 564(3) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Articles 914 and 932 of the Civil Code
Law 2251/1994

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 534 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 534/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Δημήτριο Τσικρικά και Παναγιώτη Τζανετόπουλο, οι οποίοι ανακάλεσαν τις από 8-10-2021 δύο δηλώσεις τους για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Α. του Γ., κατοίκου ... και 2) Γ. Α. του Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Χατζησταμάτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-4-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ξάνθης.

Εκδόθηκε η απόφαση 8/2017 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-5-2019 αίτησή της και τους από 25-1-2021 προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β`, 309 εδ. α`, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (Ολ.ΑΠ 5/2001 και 9/1996, ΑΠ 243/2017). Εξάλλου, η προθεσμία της αναίρεσης, που αρχίζει από την εκπνοή της προθεσμίας της έφεσης, στην περίπτωση κατά την οποία δεν επιδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση, είναι, κατά το άρθρο 564 παρ.3 ΚΠολΔ (όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το ν. 4335/2015), δύο έτη και αρχίζει, όπως ορίζεται σε αυτό, από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, δηλαδή είναι συνολικά τέσσερα (4) έτη, δύο έτη για να περάσει η προθεσμία της έφεσης και άλλα δύο έτη από την ημέρα που η απόφαση έγινε τελεσίδικη, για την άσκηση της αναίρεσης εντός της διετίας αυτής, και συνολικά τέσσερα έτη (ΟλΑΠ 1113/1986, ΑΠ 468/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, την από 2-4-2015 αγωγή και επ' αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 8/15-2-2017 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή. Η ανωτέρω απόφαση δεν επιδόθηκε εντός δύο ετών από την έκδοσή της, με την παρέλευση δε της εν λόγω προθεσμίας χωρίς να ασκηθεί έφεση, η απόφαση κατέστη τελεσίδικη.

Στη συνέχεια η ως άνω απόφαση κοινοποιήθηκε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα στις 2-5-2019, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας προς άσκηση της αναίρεσης. Επομένως, η κρινόμενη από 13-5-2019 αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στις 20.5.2019, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 και 569 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ.).

Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ.α' ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται μέσα την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.

Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (ΑΠ 132/2004).

Αντιθέτως, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν, ως αντικείμενο, δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 684/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης από 13-5-2019 αίτησης για αναίρεση της 8/2017 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης ορίστηκε η 8-3-2021, η δε αιτούσα άσκησε προσθέτους λόγους με το από 25-1-2021 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την 27-1-2021 (βλ.

σχετική πράξη κατάθεσης) και επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους στις 29-1-2021, δηλαδή τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα ως άνω αρχική δικάσιμο, όπως τούτο προκύπτει από τις με αριθμούς 1258Δ/29.1.2021 και 1259Δ/29.1.2021 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θράκης με έδρα το Πρωτοδικείο Ξάνθης Δ. Κ., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα.

Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί και πρέπει, συνεκδικαζόμενοι με την αίτηση αναίρεσης, να ερευνηθούν περαιτέρω (άρθρο 577 ΚΠολΔ) Το άρθρο 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1993 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές προβλέπει ότι: "Οι ρήτρες της σύμβασης που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου καθώς και διατάξεις ή αρχές διεθνών συμβάσεων στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη μέλη ή η Κοινότητα, ιδίως στον τομέα των μεταφορών, δεν υπόκεινται στις διατάξεις της παρούσας Οδηγίας.

Η έκφραση "νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου" που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 καλύπτει επίσης τους κανόνες οι οποίοι εφαρμόζονται κατά νόμον μεταξύ των συμβαλλομένων, εάν δεν έχει συμφωνηθεί άλλως". Επιπλέον, στην 13η σκέψη του Προοιμίου της εν λόγω Οδηγίας εξηγείται ότι: "Οι νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις των κρατών μελών που καθορίζουν, άμεσα ή έμμεσα, τους όρους των συμβάσεων με τους καταναλωτές θεωρείται ότι δεν περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες- ότι, κατά συνέπεια, δεν χρειάζεται να υπάγονται στις διατάξεις της παρούσας Οδηγίας οι ρήτρες που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, καθώς και αρχές ή διατάξεις διεθνών συμβάσεων, στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη-μέλη ή η Κοινότητα• ότι, γι` αυτόν τον λόγο, η έκφραση "νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου " που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 καλύπτει τους κανόνες οι οποίες εφαρμόζονται κατά νόμο μεταξύ των συμβαλλομένων, εάν δεν έχει συμφωνηθεί άλλως".

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, κατά την Οδηγία 93/12, συμβατικοί όροι οι οποίοι απηχούν, δηλαδή επαναλαμβάνουν νοηματικά ή ταυτίζονται με, διατάξεις μιας χώρας-μέλους εξ ορισμού δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας και επομένως δεν υπόκεινται σε έλεγχο καταχρηστικότητας ως γενικοί όροι συναλλαγών, αφού αυτό που προβλέπεται ως συμβατικός όρος θα ίσχυε έτσι και αλλιώς, ακόμη και αν δεν υπήρχε η επίμαχη ρήτρα.

Αιτιολογία του αποκλεισμού αυτού είναι το γεγονός ότι οι εθνικές διατάξεις εξ ορισμού δεν περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες, αφού ο εθνικός νομοθέτης ήδη προέβη σε στάθμιση συμφερόντων των μερών και μία τέτοια νομοθετική στάθμιση δεν μπορεί να είναι καταχρηστική. Σε διαφορετική περίπτωση, ο έλεγχος των ρητρών αυτών για καταχρηστικότητα θα σήμαινε στην ουσία έλεγχο σκοπιμότητας του νομοθετικού έργου από τα δικαστήρια, πράγμα που αντίκειται στη διάκριση των εξουσιών (άρθρο 26 Συντ.).

Οι όροι αυτοί, αποκαλούμενοι "δηλωτικοί", μπορεί να απηχούν εθνικές ρυθμίσεις όχι μόνον αναγκαστικού αλλά και ενδοτικού δικαίου, όπως σαφώς εξηγείται στην προπαρατιθέμενη σκέψη του Προοιμίου, με αποτέλεσμα η αναφορά του άρθρου 1 παρ. 2 σε "νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου" να μη συνιστά νομική ακριβολογία και γι` αυτό πρέπει να νοηθεί ως διατάξεις απλώς δεσμευτικού, αναγκαστικού ή ενδοτικού, δικαίου, αφού και οι διατάξεις του ενδοτικού δικαίου περιέχουν σταθμισμένες από το νομοθέτη ρυθμίσεις οι οποίες λαμβάνουν υπόψη τα συμφέροντα και των δύο μερών.

Περαιτέρω, είναι μεν αληθές ότι η ως άνω εξαίρεση των δηλωτικών όρων από τον έλεγχο καταχρηστικότητας δεν μεταφέρθηκε ρητά στο εθνικό δίκαιο με το ν. 2251/1994, που αποτελεί ενσωμάτωση στο ελληνικό δίκαιο της Οδηγίας 93/13. Παρότι, όμως, δεν έγινε μεταφορά της εξαίρεσης αυτής στο εθνικό δίκαιο με ειδική και ρητή διάταξη, εν τούτοις πρέπει να θεωρηθεί ότι ενυπάρχει στη ρύθμιση του άρθρου 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994 βάσει μίας εναρμονισμένης προς το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας.

Και τούτο διότι σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994: "Γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας, των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται".

Επομένως, για να υπάρξει κατά το ν. 2251/1994 καταχρηστικότητα ενός ΓΟΣ, πρέπει αυτός να έχει ως αποτέλεσμα "την σημαντική διατάραξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή". Σε περίπτωση, όμως, που ο επίμαχος όρος απηχεί διάταξη εθνικού δικαίου, αναγκαστικού ή ενδοτικού, τότε εξ ορισμού δεν νοείται, όπως προαναφέρθηκε, διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων ούτε καταχρηστικότητα του συμβατικού όρου.

Συνακόλουθα, ένας τέτοιος όρος εξ ορισμού αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής του ν. 2251/1994. Η ως άνω ερμηνεία καταλήγει σε λύση σύμφωνη με το σκοπό της Οδηγίας, όπως αυτός εκφράζεται στο άρθρο 1 παρ. 2 αυτής και εξηγείται στη 13η σκέψη του Προοιμίου της. Ειδικότερα, στη σύμβαση τραπεζικού στεγαστικού δανείου σε αλλοδαπό νόμισμα μεταξύ των διαδίκων υφίσταται ο επίμαχος Γ.Ο.Σ., που υποχρεώνει τον οφειλέτη να εκπληρώνει τις εντεύθεν υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορήγησης, είτε σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα της καταβολής, οπότε ανακύπτει το ζήτημα, εάν ο όρος αυτός είναι "δηλωτικός", ταυτίζεται δηλαδή ή απηχεί κατά περιεχόμενο εθνικές ρυθμίσεις, και μάλιστα όχι μόνο αναγκαστικού αλλά και ενδοτικού δικαίου.

Πράγματι, το άρθρο 291 ΑΚ ορίζει σχετικά: "Όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα που πρέπει να πληρωθεί στην ημεδαπή ο οφειλέτης, αν δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, έχει δικαίωμα να πληρώσει σε εγχώριο νόμισμα με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στον οφειλέτη, που εγκύρως ανέλαβε οφειλή σε ξένο νόμισμα, παρέχεται η ευχέρεια να εξοφλήσει την οφειλή του αυτή είτε στο νόμισμα της οφειλής, είτε σε εγχώριο νόμισμα, με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής, δηλαδή την αξία που θα απαιτηθεί, προκειμένου ο δανειστής να αποκτήσει το νόμισμα της οφειλής.

Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή υφίσταται μία οφειλή, σε ξένο νόμισμα, πλην όμως παρέχεται στον οφειλέτη η διαζευκτική ευχέρεια να καταβάλει άλλη παροχή αντί εκείνης που από την αρχή οφείλεται, και συγκεκριμένα σε εγχώριο νόμισμα, με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής.

Ωστόσο, ένας τέτοιος όρος σε σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου μεταξύ Τράπεζας και δανειολήπτη, όπως στην προκείμενη περίπτωση, απηχεί το περιεχόμενο της διάταξης του άρθρου 291 ΑΚ, και κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν νοείται διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων, ούτε καταχρηστικότητα του σχετικού όρου.

Ειδικότερα, η αναγραφή στον όρο αυτό, ότι ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορήγησης, είτε σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα της καταβολής, δεν συνιστά διαζευκτική ενοχή, κατά την έννοια των άρθρων 305 επ.

ΑΚ, παρά τη χρήση της λέξης υποχρεούται, αφού δεν οφείλονται δύο αλλά μόνο μία παροχή, αυτή στο ξένο νόμισμα, και απλώς παρέχεται στον οφειλέτη η ευχέρεια να την εκπληρώσει, είτε στο νόμισμα της χορήγησης, είτε σε ευρώ, που είναι πλέον το εθνικό νόμισμα από 1-1-2002, με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορ[ηγησης την ημέρα της καταβολής.

Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή δεν έχουν έδαφος εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 305 επ. ΑΚ περί διαζευκτικής ενοχής, ώστε να τίθεται ζήτημα επιλογής εκ μέρους του οφειλέτη, εφόσον με τον όρο αυτό δεν του αφέθηκε η επιλογή, αν θα έχει δάνειο σε ξένο νόμισμα ή σε ευρώ, αλλά εξαρχής έχει προβεί στην επιλογή δανείου σε ξένο νόμισμα, και του παρέχεται η ευχέρεια να το εξοφλήσει είτε στο ξένο νόμισμα είτε σε ευρώ με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα της καταβολής.

Για το λόγο αυτό ένας τέτοιος όρος δεν επαναλαμβάνει μεν νοηματικά, απηχεί όμως το περιεχόμενο του άρθρου 291 ΑΚ (ΟλΑΠ 4/2019). Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση, κατά την οποία στη σύμβαση τραπεζικού στεγαστικού δανείου σε αλλοδαπό νόμισμα μεταξύ των διαδίκων υφίσταται Γ.Ο.Σ., που υποχρεώνει τον οφειλέτη να εκπληρώνει τις εντεύθεν υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα αποκλειστικά σε ευρώ και, ειδικότερα, ορίζει ότι οι δόσεις αποπληρωμής του δανείου θα υπολογίζονται σε ελβετικά φράγκα με βάση το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο και θα εξοφλούνται κατά το ισότιμο ποσό σε ευρώ, το οποίο θα προκύπτει από τη μετατροπή του ποσού της δόσης από ελβετικά φράγκα σε ευρώ, με βάση την τιμή πώλησης του ελβετικού φράγκου από την τράπεζα κατά την ημερομηνία πληρωμής της δόσης.

Και τούτο, διότι και στην περίπτωση αυτή, δηλαδή του συμβατικού αποκλεισμού της ευχέρειας του οφειλέτη να καταβάλει τη δόση του δανείου σε ελβετικά φράγκα, η επιβαλλόμενη με το σχετικό όρο υποχρέωση αυτού να εκπληρώσει την υποχρέωσή του προς την τράπεζα από το δάνειο αποκλειστικά σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του ως άνω νομίσματος χορήγησης την ημέρα της καταβολής, απηχεί το περιεχόμενο της διάταξης του άρθρου 291 ΑΚ, κατά το μέρος που αντιστοιχεί στη μία από τις προβλεπόμενες από αυτό δυνατότητες, χωρίς να εισάγει απόκλιση από αυτήν και χωρίς να τη συμπληρώνει με επιπλέον ρυθμίσεις, δεδομένου ότι οι όροι των συναλλαγών υπόκεινται σε έλεγχο μόνον όταν και στο μέτρο που αποκλίνουν από το ισχύον δίκαιο.

Η επιβαλλόμενη δε ως άνω υποχρέωση, να εκπληρώσει ο οφειλέτης την οφειλή του σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του ελβετικού φράγκου την ημέρα της καταβολής, είναι σύμφωνη και όχι αντίθετη με τη διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ. Επομένως, και στην περίπτωση αυτή δεν νοείται διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων και καταχρηστικότητα του σχετικού όρου.

Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ εφαρμόζεται για κάθε χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα που πρέπει να πληρωθεί στην ημεδαπή και, συνεπώς, δεν αποκλείεται η εφαρμογή της επί συμβάσεων δανείου σε αλλοδαπό νόμισμα, που συνήφθησαν μεταξύ καταναλωτών και τραπεζών, στις οποίες ισχύουν και νομοθετικές/κανονιστικές διατάξεις, που επιβάλλουν στις τράπεζες υποχρέωση ενημέρωσης του καταναλωτή.

Συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος ότι το άρθρο 291 ΑΚ αφορά άλλο τύπο συμβάσεων σε σχέση με τις συμβάσεις τραπεζικών στεγαστικών δανείων σε αλλοδαπό νόμισμα, στις οποίες περιλαμβάνεται ο προαναφερόμενος όρος (ΑΠ 53/2021). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 88/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης έγιναν δεκτά, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Η πρώτη ενάγουσα (πρώτη αναιρεσίβλητη), φοιτήτρια της ... κατά τον χρόνο κατάρτισης της δανειακής σύμβασης (10-9-2007) και ιδιωτική υπάλληλος κατά τον χρόνο συζήτησης της προκείμενης αγωγής, είναι θυγατέρα του δευτέρου (δευτέρου αναιρεσιβλήτου), απόφοιτου τεχνικής σχολής και επίσης ιδιωτικού υπαλλήλου.

Το έτος 2007 απευθύνθηκαν στη εναγομένη τράπεζα (αναιρεσείουσα) για τη λήψη στεγαστικού δανείου και δυνάμει της υπ' αριθ. 4206638861 σύμβασης στεγαστικού δανείου, που καταρτίστηκε στην Ξάνθη, την 10η-9-2007, η εναγομένη χορήγησε στην πρώτη ενάγουσα στεγαστικό δάνειο, προκειμένου να αποπληρώσει το τίμημα της κατοικίας που η τελευταία μόλις είχε αγοράσει επί της συμβολής των οδών Μαραθώνος αριθ. 11 και Φιλαδέλφειας, δυνάμει του υπ' αριθ. 28.711/28-8-2007 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ξάνθης Ευμορφίας Παπαγιάννη.

Η πρώτη ενάγουσα συμβλήθηκε στη δανειακή σύμβαση ως πρωτοφειλέτης και ο δεύτερος ενάγων ως εγγυητής. Το δάνειο συμφωνήθηκε σε συνάλλαγμα και δη σε ελβετικό φράγκο και ήταν ποσού 127.000,00 ελβετικών φράγκων. Δυνάμει του άρθρου 14 παρ. 1 της δανειακής σύμβασης συμφωνήθηκε ότι η αποπληρωμή του δανείου θα γίνει σε εκατόν ογδόντα (180) συνεχείς μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ετών, ήτοι από το έτος 2007 μέχρι το έτος 2022.

Συμφωνήθηκαν τα εξής ποσοστά επιτοκίου: α) ποσοστό δύο και εξήντα δύο εκατοστά τοις εκατό (2,62%) ετησίως, συμπεριλαμβανομένης της κατά περίπτωση νόμιμης εισφοράς του ν. 128/1975, σταθερό για το πρώτο έτος αποπληρωμής του δανείου, β) ποσοστό τρία και ογδόντα δύο εκατοστά τοις εκατό (3,82%) ετησίως, συμπεριλαμβανομένης της κατά περίπτωση νόμιμης εισφοράς του ν. 128/1975, σταθερό για τα επόμενα τρία έτη αποπληρωμής του δανείου και γ) Offered Rate (LIBOR) ελβετικού φράγκου διάρκειας ενός μηνός (επιτόκιο αναφοράς), στρογγυλοποιημένο στα τρία (3) δεκαδικά ψηφία, όπως αυτό καθορίζεται δύο εργάσιμες ημέρες πριν την ημερομηνία έναρξης της περιόδου εκτοκισμού εκάστης δόσης προσαυξημένο κατά σταθερό για όλη τη διάρκεια του δανείου περιθώριο 1,10%, καθώς και τη νόμιμη, κατά περίπτωση, εισφορά του ν. 128/1975.

Το εν λόγω επιτόκιο θα μεταβάλλεται μηνιαία με βάση το ως άνω συμφωνημένο επιτόκιο αναφοράς, όπως αυτό θα εμφαίνεται στην αντίστοιχη σελίδα του Reuter Libor 02, δύο εργάσιμες ημέρες πριν την ημερομηνία έναρξης της περιόδου εκτοκισμού εκάστης δόσης (άρθ. 15 της ως άνω δανειακής σύμβασης). Το ποσό των 127.000,00 ελβετικών φράγκων του δανείου εκταμιεύθηκε την 26η-9-2007, με ισοτιμία μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου 1 προς 1,6527.

Επειδή το ποσό του δανείου ήταν πληρωτέο σε ευρώ, η εναγομένη μετέτρεψε σε ευρώ το χρηματικό ποσό του δανείου, το οποίο ανήλθε σε 76.506,02 ευρώ, τα οποία κατέβαλε στην πρώτη ενάγουσα την 26η-9-2007. Άλλωστε, η πρώτη ενάγουσα θα κατέβαλε σε ευρώ το τίμημα της αγοράς του διαμερίσματος που αγόρασε. Οι πωλητές Ε. Τ., Δ.

Τ. και Σ. Α. ήταν κάτοικοι ... και δεν αποδείχθηκε καμία περίσταση, συνδέουσα τους ενάγοντες ή τους πωλητές του διαμερίσματος με την Ελβετία ή το ελβετικό νόμισμα. Προς εξυπηρέτηση του δανείου, η εναγομένη άρχισε να τηρεί τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό, στον οποίο καταχωρούνται σε ευρώ τόσο οι χρηματικές καταβολές των εναγόντων όσο και οι δεδουλευμένοι τόκοι που βαρύνουν το δάνειο αλλά και κάθε άλλη εγγραφή.

Οι ενάγοντες, ως ιδιωτικοί υπάλληλοι, που ζουν και εργάζονται στην Ελλάδα, λαμβάνουν τους μισθούς τους σε ευρώ και καταβάλλουν σε ευρώ τις συμφωνηθείσες τοκοχρεωλυτικές δόσεις για την εξόφληση του δανείου. Περαιτέρω, σύμφωνα με το υπ' αριθ. 14 παρ. 2 άρθρο της δανειακής σύμβασης: "Οι δόσεις αποπληρωμής του δανείου θα υπολογίζονται σε ελβετικά φράγκα με βάση τα εκάστοτε ισχύοντα επιτόκια όπως αυτά περιγράφονται στο επόμενο άρθρο και θα εξοφλούνται με χρέωση του συνδεδεμένου με το δάνειο λογαριασμού καταθέσεων του οφειλέτη κατά το ισότιμο ποσό σε ευρώ, το οποίο προκύπτει από τη μετατροπή του ποσού της δόσης από ελβετικά φράγκα σε ευρώ με βάση την τιμή πώλησης από την Τράπεζα του ελβετικού φράγκου κατά την ημερομηνία πληρωμής της δόσης.[...]".

Πρόκειται για Γ.Ο.Σ., διότι δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των συμβαλλομένων και ήδη διαδίκων αλλά διατυπώθηκε εκ των προτέρων από την εναγομένη με σκοπό χρήσης σε αόριστο αριθμό συμβάσεων. Με την πάροδο του χρόνου διαφοροποιήθηκε σημαντικά η ισοτιμία του ευρώ προς το ελβετικό φράγκο σε σχέση με την ισχύουσα κατά το χρόνο εκταμίευσης του δανείου ισοτιμία.

Σταδιακά, η απόσταση των δύο νομισμάτων μειώθηκε και το ελβετικό φράγκο ισχυροποιήθηκε ουσιωδώς έναντι του ευρώ. Την 27η-11-2014, η ισοτιμία μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου διαμορφώθηκε σε 1 προς 1,2022, ενώ την 31η-3-2015, δηλαδή λίγες ημέρες πριν την άσκηση της αγωγής, σε 1 προς 1,0463. Πρόκειται για ιδιαίτερα μεγάλη απόκλιση από την ισοτιμία 1 προς 1,6527 που ίσχυε κατά το χρόνο εκταμίευσης του δανείου, δηλαδή την 26η-9- 2007.

Αυτή η μεταβολή είχε ως αποτέλεσμα να υποχρεούνται οι ενάγοντες να καταβάλλουν περισσότερα χρήματα για την αποπληρωμή των τοκοχρεωλυτικών δόσεων του δανείου. Η αύξηση του ποσού της δόσης κατέστη αναπόφευκτη, δεδομένου ότι σταδιακά το ευρώ κατέστη ασθενέστερο έναντι του ελβετικού φράγκου και επομένως απαιτούνταν ολοένα και περισσότερα ευρώ, για να σχηματισθεί το ίδιο ποσόν της μηνιαίας δόσης σε φράγκα.

Παρά τη δυσχέρανση των καταβολών τους, οι ενάγοντες δεν έπαυσαν να καταβάλουν τις μηνιαίες δόσεις τους, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο κίνησης του υπ' αριθ. ... λογαριασμού με ημερομηνία 21-1-2015, το οποίο εξέδωσε η εναγομένη, η οποία ούτως ή άλλως συνομολογεί ότι το δάνειο είναι ενήμερο. Το υπόλοιπο της οφειλής τους, δηλαδή το άληκτο κεφάλαιο, την 27η-11-2014 ανερχόταν στο ποσό των 72.139,70 ελβετικών φράγκων, ήτοι (72.139,70/1,2022 =) 60.006,40 ευρώ, ενώ το αρχικώς ληφθέν ποσό του δανείου ήταν 76.506,02 ευρώ.

Δηλαδή, αν και οι ενάγοντες καταβάλλουν ανελλιπώς επί επτά έτη τις μηνιαίες δόσεις τους, το ποσό που οφείλεται σε ευρώ δυνάμει της ένδικης δανειακής σύμβασης μειώθηκε ελάχιστα σε σχέση με το αρχικώς ληφθέν ποσό, παρά το γεγονός ότι παρήλθε σχεδόν η μισή συμβατική διάρκεια του δανείου και αυτό συνέβη ακριβώς λόγω της μεγάλης μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας μεταξύ των δύο νομισμάτων.

Πρόκειται για πολύ σημαντική οικονομική ανατροπή ως προς την ποσότητα της αντιπαροχής που οφείλουν στην τράπεζα οι αντισυμβαλλόμενοί της, οι οποίοι λόγω του είδους της σύμβασης έχουν την ιδιότητα του καταναλωτή. Αυτή η ανατροπή οφείλεται στο περιεχόμενο του υπ' αριθ. 14 παρ. 2 άρθρου της ως άνω δανειακής σύμβασης, με το οποίο συμφωνήθηκε οι μηνιαίες δόσεις να υπολογίζονται σε ελβετικά φράγκα με βάση τα εκάστοτε ισχύοντα επιτόκια, όπως αυτά περιγράφονται στο επόμενο άρθρο (άρθρο 15) και να εξοφλούνται με χρέωση του συνδεδεμένου με το δάνειο λογαριασμού καταθέσεων του οφειλέτη κατά το ισότιμο ποσό σε ευρώ, το οποίο προκύπτει από τη μετατροπή του ποσού της δόσης από ελβετικά φράγκα σε ευρώ με βάση την τιμή πώλησης από την Τράπεζα του ελβετικού φράγκου κατά την ημερομηνία πληρωμής της δόσης.

Ο όρος αυτός είναι ασαφής και αόριστος και ως εκ τούτου καταχρηστικός και άκυρος. Με τον επίμαχο όρο, η εναγομένη παραβίασε την υποχρέωση σαφήνειας και διαφάνειας των Γ.Ο.Σ. Έτσι, ο διαθέτων τη μέση αντίληψη κατά τον σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του συμπεριφοράς καταναλωτής, ο οποίος όμως δεν διαθέτει την απαιτούμενη οξύνοια και διεισδυτικότητα στις οικονομικές έννοιες κατά το χρόνο της ενημέρωσής του από τους υπαλλήλους της τράπεζας, δεν δύναται να αντιληφθεί τις συμβατικές δεσμεύσεις, που αναλαμβάνει, ιδίως δε αναφορικά με τη σχέση παροχής και αντιπαροχής ......

Ειδικότερα, με αυτόν τον όρο δεν παρουσιάζονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι υποχρεώσεις των αντισυμβαλλόμενων της τράπεζας και εν προκειμένω των εναγόντων, διότι δεν διατυπώνεται ευκρινώς ο τρόπος λειτουργίας της συναλλαγματικής ισοτιμίας στην πράξη, οι ιδιαιτερότητες του μηχανισμού μετατροπής των δανεισθέντων ποσών από το ένα νόμισμα στο άλλο, ούτε η σχέση μεταξύ του μηχανισμού αυτού και των τυχόν άλλων, που συμφωνήθηκαν με άλλους Γ.Ο.Σ.

σχετικά με την αποδέσμευση και την αποπληρωμή δανείων, ούτως ώστε οι ενάγοντες να μπορούσαν να εκτιμήσουν τις οικονομικές συνέπειες, που θα μπορούσε να έχει γι' αυτούς ο επίμαχος όρος και ειδικότερα να διαγνώσουν εκ των προτέρων ότι ήταν πιθανό να αυξηθεί υπέρμετρα στο μέλλον το ύψος των μηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων, αλλά και το ύψος του ανεξόφλητου κεφαλαίου του δανείου στην περίπτωση που η ισοτιμία μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου διαφοροποιούνταν σε βάρος του πρώτου .....

Αυτό επιβαλλόταν, διότι οι ενάγοντες δεν διέθεταν ιδιαίτερες γνώσεις αναφορικά με τους νομισματικούς κανόνες, τις συνθήκες της αγοράς και το κόστος του χρήματος. Δεν είχαν ούτε εμπειρία από συναλλαγές με ξένα νομίσματα. Επομένως, παρά το ότι διαθέτουν την επιμέλεια του μέσου συνετού καταναλωτή, χωρίς να αποδεικνύεται ότι ήταν άνθρωποι "της αγοράς", όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη, δεν ήταν εφικτό να συνειδητοποιήσουν εκ των προτέρων τις κρίσιμες πτυχές της δανειακής σύμβασης, όπως αυτές εκδηλώθηκαν, και συνεπώς τις συμβατικές δεσμεύσεις, που ανέλαβαν.

Ο επίμαχος όρος από γραμματική άποψη ήταν διατυπωμένος με σαφήνεια, αλλά ....... αυτή η σαφήνεια δεν αρκεί από μόνη της για τη διαπίστωση της εγκυρότητάς του βάσει των κριτηρίων του Ν. 2251/1994 και της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ. Λόγω της αοριστίας του ως προς τις οικονομικές συνέπειές του οδηγεί στη διάψευση των τυπικών και δικαιολογημένων προσδοκιών του πελάτη της τράπεζας - καταναλωτή και εν προκειμένω των εναγόντων ......

Βεβαίως, η εναγομένη ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες διέθεταν επαρκή πληροφόρηση σχετικά με τις ιδιομορφίες της σύμβασης που υπέγραψαν και η μάρτυρας ανταποδείξεως κατέθεσε ότι η ίδια, ως η αρμόδια τραπεζική υπάλληλος, τους ενημέρωσε πλήρως και με τη χρήση παραδειγμάτων για το ενδεχόμενο μεταβολής των νομισματικών συνθηκών, υπό τις οποίες υπεγράφη η σύμβαση αυτή.

Στην πραγματικότητα, η όποια πληροφόρηση των εναγόντων εκ μέρους της εναγομένης ήταν επιφανειακή και ως εκ τούτου ελλιπής. Η εναγομένη δεν παρουσίασε στους ενάγοντες ούτε με το κείμενο της σύμβασης ούτε με χωριστό έγγραφο ένα ρεαλιστικό παράδειγμα διαμόρφωσης των υποχρεώσεών τους στο μέλλον, το οποίο να στηρίζεται στην εκδοχή ότι θα μεταβαλλόταν προς οποιαδήποτε κατεύθυνση η ισοτιμία των δύο νομισμάτων.

Αυτή η παράλειψή της ήταν ουσιώδης, διότι η διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας είναι αναμενόμενη μεταβολή σε βάθος χρόνου, πράγμα που γνωρίζει η τράπεζα ακριβώς λόγω της ιδιότητάς της, δηλαδή του αντικειμένου των εργασιών της. Προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι είχε ενημερώσει πλήρως τους ενάγοντες για τις ιδιομορφίες της ένδικης δανειακής σύμβασης, επικαλείται και προσκομίζει: 1) την υπ' αριθ. 78/5-5-2008 υπηρεσιακή εγκύκλιο της διεύθυνσης μάρκετινγκ, η οποία είναι μεταγενέστερη της ένδικης δανειακής σύμβασης, προορίζεται για εσωτερική χρήση και αφορά γενικά μεταβολές στα επιτόκια των διάφορων χορηγούμενων από την ίδια δανείων, όπως ειδικότερα αναλύονται στους συνημμένους σε αυτήν πίνακες, 2) την υπ' αριθ. 12/22-1-2007 υπηρεσιακή εγκύκλιο των διευθύνσεων οργάνωσης, κτηματικής πίστης και πληροφορικής, που αφορά την τοποθέτηση στεγαστικών προϊόντων σε ελβετικό φράγκο, όπου αναλύονται τα διάφορα προϊόντα στεγαστικών δανείων, προορίζεται επίσης για εσωτερική χρήση, χωρίς να αποδεικνύεται ουδόλως ότι κοινοποιήθηκε στους ενάγοντες και, πέραν μιας γενικόλογης αναφοράς περί συναλλαγματικού κινδύνου, δεν αναφέρει ούτε ένα ρεαλιστικό παράδειγμα διαμόρφωσης των υποχρεώσεων ενός δανειολήπτη στο μέλλον, το οποίο να στηρίζεται στην εκδοχή ότι θα μεταβαλλόταν προς οποιαδήποτε κατεύθυνση η ισοτιμία των δύο νομισμάτων (ελβετικού φράγκου - ευρώ).

Στους δε συνημμένους επ' αυτής 6 πίνακες, υπάρχει μόνον ένα παράδειγμα, στο οποίο γίνεται αντιπαραβολή των οφειλόμενων δόσεων ενός ενδεικτικού στεγαστικού δανείου με προστασία δόσης και χωρίς προστασία δόσης, χωρίς όμως να αποδεικνύεται ουδόλως ότι κοινοποιήθηκε συγκεκριμένα στους ενάγοντες. Η εσφαλμένη πεποίθηση των εναγόντων ότι οι υποχρεώσεις τους θα παρέμεναν αμετάβλητες, ενισχύθηκε από το συνδυασμό του περιεχομένου του επίμαχου Γ.Ο.Σ., δηλαδή του άρθρου 14 παρ. 2 της δανειακής σύμβασης, με αυτό του άρθρου 15.

Με τον τελευταίο όρο, η εναγομένη περιορίζει εν μέρει τον κίνδυνο των εναγόντων από τις μεταβολές της συναλλαγματικής ισοτιμίας για συνολικά τέσσερα έτη, αφού κατά τα έτη αυτά συμφωνείται σταθερό επιτόκιο (2,62% για το πρώτο έτος και 3,82% για τα επόμενα τρία). Για τον μέσο επιμελή πλην όμως άπειρο περί τις δανειακές συμβάσεις σε συνάλλαγμα καταναλωτή, όπως ήταν οι ενάγοντες, ο συνδυασμός αυτών των δύο διατάξεων προσφέρει πλήρη κάλυψη από οποιοδήποτε συναλλαγματικό κίνδυνο, επειδή επί δυσμενούς μεταβολής της ισοτιμίας παρέχεται προστασία υπό την έννοια ότι μέρος του κόστους το επωμίζεται η τράπεζα.

Η εναγόμενη ισχυρίζεται περαιτέρω, ότι παρασχέθηκε στους ενάγοντες η δυνατότητα μετατροπής των δανειακών υποχρεώσεών τους σε ευρώ, ώστε να παύσουν να επιδρούν δυσμενώς οι μεταβολές της ισοτιμίας των νομισμάτων, περί το έτος 2010, δηλαδή μετά την κατάρτιση της ένδικης δανειακής σύμβασης, αφού σε αυτήν δεν προβλέπεται αυτή η δυνατότητα.

Τελικά, όμως, αυτή η δυνατότητα μετατροπής του υπολοίπου του δανείου σε ευρώ είναι πρακτικά ανεφάρμοστη, επειδή το υπό μετατροπή άληκτο οφειλόμενο κεφάλαιο είναι λίγο μικρότερο του αρχικού χορηγηθέντος και η τρέχουσα συναλλαγματική ισοτιμία εις βάρος του ευρώ, σε σχέση με το ελβετικό φράγκο συγκριτικά με την ημερομηνία εκταμίευσης του δανείου.

Επομένως, η εναγομένη δεν προσφέρει στους ενάγοντες ουσιαστική, δηλαδή πρακτικά χρήσιμη δυνατότητα απεμπλοκής τους από την υποχρέωσή τους να καταβάλλουν μέχρι το έτος 2022 τις οφειλόμενες μηνιαίες δόσεις στην εκάστοτε τιμή πώλησης του ελβετικού φράγκου κατά την ημερομηνία της καταβολής. Ο μεγάλος κίνδυνος της μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας, τον οποίο ανέλαβαν και υφίστανται οι ενάγοντες, ο οποίος προσήκει σε επενδυτικές και όχι σε καταναλωτικές συμβάσεις, όπως η μεταξύ των διαδίκων συναφθείσα, και η πρακτική αδυναμία άσκησης του δικαιώματός τους να μετατρέψουν το άληκτο κεφάλαιο του δανείου από ελβετικά φράγκα σε ευρώ, επιφέρουν τη σημαντική άνευ σπουδαίου λόγου διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων εις βάρος τους και αποτελούν ενισχυτικό επιχείρημα, πέραν της ανωτέρω αποδειχθείσας ασάφειας του επίμαχου Γ.Ο.Σ., ήτοι του άρθρου 14 παρ. 2 της δανειακής σύμβασης, υπέρ της κρίσης ότι ο όρος αυτός είναι καταχρηστικός και ως εκ τούτου άκυρος....

Από την ακυρότητα του άρθρου 14 παρ. 2 της δανειακής σύμβασης δημιουργείται κενό, το οποίο σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην πρώτη σκέψη της παρούσας θα έπρεπε κατ' αρχήν να καλυφθεί με την εφαρμογή του αντίστοιχου κανόνα ενδοτικού δικαίου και ειδικότερα με την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 291 ΑΚ, κατά την οποία, όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα, πληρωτέα στην Ελλάδα, ο οφειλέτης, αν δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, δικαιούται να πληρώσει σε εγχώριο νόμισμα με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής.

Ωστόσο, η ρύθμιση αυτή ταυτίζεται με εκείνη του κριθέντος καταχρηστικού όρου της δανειακής σύμβασης και η εφαρμογή της αντί του επίμαχου όρου θα κατέληγε στο ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή στη διάψευση των εύλογων προσδοκιών των εναγόντων περί την πορεία της συναλλακτικής σχέσης τους με την εναγομένη και συνακόλουθα στην κατά τον ίδιο τρόπο σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των μεταξύ τους δικαιωμάτων και υποχρεώσεων εις βάρος τους.

Ως εκ τούτου, η διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ, η οποία άλλωστε δεν είναι δεσμευτική, εφόσον δεν θεσπίζει υποχρέωση αλλά δικαίωμα του οφειλέτη, είναι ανεφάρμοστη. Επομένως, το προκαλούμενο στην επίμαχη σύμβαση κενό αναφορικά με την ισοτιμία, βάσει της οποίας θα υπολογίζονται οι καταβολές των εναγόντων σε ευρώ, πρέπει να πληρωθεί με συμπληρωματική κατ' άρθρο 200 ΑΚ ερμηνεία της σύμβασης, ούτως ώστε αυτή να ανταποκρίνεται πλέον στις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών.

Λαμβάνοντας υπόψη: α) την υποχρεωτική για κάθε χρηστό και συνετό συναλλασσόμενο αρχή της συναλλακτικής ευθύτητας και τις σύμφωνες με αυτή συνήθειες των συναλλαγών, β) το είδος, τη φύση και το σκοπό της επίμαχης σύμβασης, την οποία συνήψαν οι διάδικοι και δη το γεγονός ότι καταρτίσθηκε στην Ελλάδα με σκοπό την αποπληρωμή τιμήματος για την αγορά κατοικίας, το οποίο οι ενάγοντες θα αποπλήρωναν σε ευρώ, και όχι με σκοπό την επένδυση των χρημάτων του δανείου και την αποκόμιση κέρδους από τη διακύμανση της ισοτιμίας των δύο νομισμάτων, γ) τα συμφέροντα αμφοτέρων των διαδίκων, εκ των οποίων εκείνα της εναγομένης δεν εξαρτώνται .....από την ισοτιμία των δύο νομισμάτων, αλλά εξυπηρετούνται μέσω του προαναφερθέντος κυμαινόμενου επιτοκίου, με το οποίο συμφωνήθηκε ότι θα αποπληρωθεί το δάνειο....., δ) τις συνθήκες, που επικρατούσαν στις χρηματαγορές μέχρι το έτος 2007, οπότε και συνήφθη η επίμαχη σύμβαση, και οι οποίες χαρακτηρίζονταν από τη σταθερότητα της ισοτιμίας μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου, ε) το γεγονός ότι οι ενάγοντες ως Έλληνες πολίτες και μόνιμοι κάτοικοι της ημεδαπής χρησιμοποιούν μόνο το εγχώριο νόμισμα, δηλαδή το ευρώ, στις συναλλαγές τους, στ) το γεγονός ότι οι ενάγοντες δεν είχαν στην κατοχή τους μεγάλο ποσό ελβετικών φράγκων, ώστε να δύνανται να καταβάλλουν τις εξοφλητικές δόσεις χωρίς να αναγκάζονται να αγοράζουν ελβετικά φράγκα σε ολοένα και υψηλότερη τιμή και να τα μετατρέπουν αμέσως σε ευρώ, για να αποπληρώνουν το δάνειό τους, ζ) το γεγονός ότι τα χορηγηθέντα λόγω δανείου χρηματικά ποσά εκταμιεύθηκαν μεν σε ελβετικά φράγκα αλλά αμέσως μετετράπησαν σε ευρώ από την ίδια την εναγομένη, προκειμένου να δύνανται να τα χρησιμοποιήσουν οι ενάγοντες για την αγορά και την ανακαίνιση της κατοικίας τους και η) τη διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, κατά την οποία με τη σύμβαση δανείου ο ένας των συμβαλλομένων μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός υποχρεούται να του αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η εναγομένη δεν επιτρέπεται για την είσπραξη των δόσεων του δανείου, να εφαρμόζει συναλλαγματική ισοτιμία διαφορετική της ισχύουσας κατά την ημερομηνία εκταμίευσης των δανεισθέντων χρημάτων, δηλαδή κατά την 26η-9-2007, αναφορικά με την καταρτισθείσα δανειακή σύμβαση ......

Επομένως, είναι εύλογο και δικαιολογημένο να υπολογίζει με βάση την ισοτιμία αυτή και τις εξοφλητικές καταβολές των εναγόντων σε ευρώ. Η ανωτέρω συμπεριφορά της εναγομένης, δηλαδή η διατύπωση του ασαφούς, καταχρηστικού και επιφέροντος τη σημαντική και αδικαιολόγητη διατάραξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, υπ' αριθ. 14 παρ. 2 όρου της δανειακής σύμβασης και η παράλειψη των υπαλλήλων της του καταστήματος της Ξάνθης να εξηγήσουν επαρκώς στους ενάγοντες το ουσιαστικό περιεχόμενό του, αφίσταται από τη συμπεριφορά που όφειλε και μπορούσε να επιδείξει η τράπεζα με βάση τις νομικές και επαγγελματικές υποχρεώσεις της, την οργάνωσή της και το επαγγελματικό και μορφωτικό επίπεδο του προσωπικού της.

Πρόκειται για παράνομη και υπαίτια, δηλαδή αμελή κατ' άρθρο 914 ΑΚ συμπεριφορά, με την οποία η εναγόμενη προκάλεσε ηθική βλάβη στους ενάγοντες. Η ηθική βλάβη συνίσταται στην αναστάτωση που επήλθε στη ζωή των εναγόντων και δη στην ανατροπή του οικονομικού προγραμματισμού της οικογένειας τους λόγω των απρογραμμάτιστων, μεγαλύτερων των προβλεφθεισών οικονομικών απωλειών, τις οποίες υφίστανται προσπαθώντας να πληρώνουν τις ολοένα και αυξανόμενες λόγω της συναλλαγματικής μεταβολής μηνιαίες δόσεις τους και τέλος στο άγχος και την αγωνία τους για το εάν, πότε και με την ανάλωση ποιού χρηματικού ποσού θα κατορθώσουν τελικά να εξοφλήσουν την οφειλή τους, το ποσό της οποίας διαρκώς αυξάνεται λόγω της εξασθένησης του ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου.

Οι ενάγοντες εξακολουθούν να βιώνουν τις ως άνω δυσμενείς συνέπειες καθ' όλο το χρονικό διάστημα που η δανειακή σύμβαση με την εναγομένη παραμένει ενεργή, μέχρι και τον χρόνο της συζήτησης της αγωγής τους, συνεπώς η ένσταση περί παραγραφής της αξίωσης της ηθικής βλάβης που έχουν υποστεί, όπως προβάλλεται από την εναγομένη, με το επιχείρημα ότι έχει παρέλθει πενταετία από την κατάρτιση της δανειακής σύμβασης μέχρι την άσκηση της αγωγής, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης τους, απαιτείται η καταβολή χρηματικής ικανοποίησης ποσού 500 ευρώ σε έκαστο ενάγοντα...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε εν μέρει την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, κατά τη στηριζόμενη στην παραβίαση των άρθρων 2 παρ.1, 6 και 7 του Ν. 2251/1994 νομική βάση αυτής, αναγνώρισε ότι ο υπ' αριθ. 14 παρ. 2 όρος της ένδικης σύμβασης στεγαστικού δανείου είναι άκυρος και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα:

α) να υπολογίζει τις χρηματικές καταβολές, τις οποίες πραγματοποιούν οι ενάγοντες σε ευρώ, προς εκπλήρωση των απορρεουσών από την ανωτέρω δανειακή σύμβαση υποχρεώσεών τους σε ελβετικά φράγκα, με βάση τη συναλλαγματική ισοτιμία μεταξύ των δύο νομισμάτων που ίσχυε κατά την ημέρα εκταμίευσης του δανείου, ήτοι 1 ευρώ προς 1,6527 ελβετικά φράγκα και β) να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων το ποσό των πεντακοσίων (500,00) ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή ο επίμαχος Γ.Ο.Σ. του άρθρου 14 παρ. 2 της ένδικης δανειακής σύμβασης, σύμφωνα με τον οποίο "Οι δόσεις αποπληρωμής του δανείου θα υπολογίζονται σε ελβετικά φράγκα με βάση τα εκάστοτε ισχύοντα επιτόκια όπως αυτά περιγράφονται στο επόμενο άρθρο και θα εξοφλούνται με χρέωση του συνδεδεμένου με το δάνειο λογαριασμού καταθέσεων του οφειλέτη κατά το ισότιμο ποσό σε ευρώ, το οποίο προκύπτει από τη μετατροπή του ποσού της δόσης από ελβετικά φράγκα σε ευρώ με βάση την τιμή πώλησης από την Τράπεζα του ελβετικού φράγκου κατά την ημερομηνία πληρωμής της δόσης.[...]", είναι καταχρηστικός και ως εκ τούτου άκυρος και, επίσης, ότι το δημιουργούμενο από την ως άνω ακυρότητα κενό δεν δύναται να καλυφθεί από την διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ, επειδή η εφαρμογή της αντί του επίμαχου όρου θα κατέληγε στο ίδιο αποτέλεσμα, αλλά με συμπληρωματική κατ' άρθρο 200 ΑΚ ερμηνεία της σύμβασης, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1993 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994 και 291 του ΑΚ, καθόσον, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην ως άνω μείζονα σκέψη, ο επίμαχος συμβατικός όρος είναι δηλωτικός, δεδομένου ότι απηχεί διάταξη εθνικού δικαίου, δηλαδή εκείνη του άρθρου 291 AK, χωρίς να εισάγει απόκλιση από αυτήν και χωρίς να τη συμπληρώνει με επιπλέον ρυθμίσεις, με αποτέλεσμα να μην νοείται ούτε καταχρηστικότητα αυτού ούτε ότι επιφέρει διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων.

Συνεπώς ένας τέτοιος όρος εξ ορισμού αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής του ν. 2251/1994, διότι, έστω και αν η εξαίρεση αυτή δεν μεταφέρθηκε ρητά στο εθνικό δίκαιο με τον ως άνω νόμο, εμπεριέχεται, κατά τα προπαρατιθέμενα στην ως άνω νομική σκέψη, στη ρύθμιση του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2251/1994 βάσει μίας εναρμονισμένης προς το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας σύμφωνης με το σκοπό της Οδηγίας, όπως αυτός εκφράζεται στο άρθρο 1 παρ. 2 αυτής και εξηγείται στη 13η σκέψη του Προοιμίου της. Συνακόλουθα, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και ο πρώτος πρόσθετος λόγος, αμφότεροι, κατ` εκτίμηση, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αυτοί παραδεκτά συμπληρώνονται (άρθρο 562 παρ.4 ΚΠολΔ), είναι βάσιμοι. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση θεμελιώνοντας την αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας στην ακυρότητα του ως άνω ΓΟΣ, ο οποίος όμως δεν είναι ούτε άκυρος ούτε καταχρηστικός, έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, τις οποίες θεώρησε εφαρμοστέες χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Επομένως, ο έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των προαναφερόμενων διατάξεων, όπως επίσης παραδεκτά συμπληρώνεται (άρθρο 562 παρ.4 ΚΠολΔ),είναι βάσιμος.

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, και δεδομένου ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των ως άνω κριθέντων ως βάσιμων λόγων αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ερευνηθέν από αυτή μέρος, ήτοι καθό μέρος δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, κατά την κύρια ιστορική και νομική βάση αυτής από τις διατάξεις του ν. 2251/1994, συμπεριλαμβανομένου και του κεφαλαίου κατά το οποίο επιδικάστηκε στους αναιρεσιβλήτους χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που προκλήθηκε από αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που την εξέδωσαν. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτή, για το παραδεκτό της αίτησης, παραβόλου. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία άσκησε πρόσθετους λόγους και κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσίβλητων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 13/5/2019 αίτηση και τους από 25/1/2021 πρόσθετους λόγους.

Αναιρεί την 8/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτή παραβόλου. Επιβάλλει στους αναιρεσίβλητους τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες πεντακόσια (3.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ