Supreme Court partially allows appeal against lawyer fee award, ruling on abuse of right and interpretation of terms.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against a lawyer fee award decision, remanding the case for further proceedings. The court found the lower court erred by failing to consider arguments regarding the abuse of right under Article 281 of the Civil Code. While rejecting the claim that the court of first instance misapplied interpretation rules, the court held that the fee calculation method was an abuse of right.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The right to claim lawyer fees is exercised abusively when the claimant's prior conduct or the circumstances make the subsequent exercise unacceptable, even if the court of first instance incorrectly assessed the existence of a gap or ambiguity in the contractual terms.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 534 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 534/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", και το διακριτικό τίτλο "ALHPA BANK", έχει την έδρα της στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σουμέλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Β. Κ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος ανακάλεσε την από 23/12/2019 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαρίσης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 176/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 522/2018 του Μονομελούς Εφετείου Λαρίσης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 10/4/2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσίβλητος ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 10-4-2019 και με αριθ. κατάθεσης 20/2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών αμοιβών δικηγόρων υπ' αριθ. 522/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Με την απόφαση αυτή, το Εφετείο, ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε κατ' ουσία την από 30-5-2016 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 176/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 20-12-2012 αγωγή επιδικάσεως δικηγορικών αμοιβών του αναιρεσίβλητου κατ' αυτής (αναιρεσείουσας). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγομένη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσης για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.
Η ειρημένη αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του δια την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟλομΑΠ 8/2001, ΟλομΑΠ 17/1995, ΟλομΑΠ 62/1990).
Το δε ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει ναι αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ασκήσεως του δικαιώματός του (ΑΠ 321/2002). Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη.
Εξ' άλλου, η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που έχει έντονο τον χαρακτήρα δημοσίας τάξεως, εφαρμόζεται και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες, επίσης δημοσίας τάξεως διατάξεις, όπως είναι οι αξιώσεις των δικηγόρων προς καταβολή της ελάχιστης αμοιβής τους για την παροχή των νομικών υπηρεσιών τους, που ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 92 § 1, 98, 100 επ.
του ΝΔ 3026/1954 "περί Κώδικος των Δικηγόρων". Ειδικότερα (α) κατ' αρθ. 91 § 1 του ως άνω Κώδικος ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δικαστηριακής ή άλλης δαπάνης, την οποία κατέβαλε εξ ιδίων και αμοιβή για κάθε εργασία του δικαστική ή εξώδικη, (β) κατ' άρθ. 92 § 1 του ίδιου Κώδικος (όπως ισχύει μετά την προσθήκη του εδ.
β' αυτής με το άρθρο 5 § 3 του ν.δ. 4272/1962 και την αντικατάστασή του με το άρθρο 8 ν. 1093/1980), η δικηγορική αμοιβή κανονίζεται με συμφωνία του δικηγόρου και του εντολέα ή αντιπροσώπου του, η οποία περιλαμβάνει είτε όλη την διεξαγωγή της δίκης είτε μέρος της είτε μεμονωμένες πράξεις ή άλλης φύσεως εργασίες, σε καμία περίπτωση όμως, δεν επιτρέπεται να υπολείπεται των ελαχίστων ορίων που καθορίζονται από τα άρθρα 98 επ.
του ως άνω Κώδικος, κάθε δε συμφωνία για λήψη κατώτερης αμοιβής από τα ως άνω καθοριζόμενα όρια είναι άκυρη ανεξάρτητα από τον χρόνο συνάψεώς της. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες αποσκοπούν όχι μόνο στην προστασία του δικηγόρου ως εργαζομένου αλλά και στην κατοχύρωση του κύρους του δικηγόρου ως θεράποντος του δημοσίου συμφέροντος, συνάγεται, ότι η συμφωνία μεταξύ του εντολέως και του δικηγόρου για την λήψη αμοιβής κατώτερης των ελαχίστων ορίων που καθορίζονται στα άρθρα 98 επ.
του Κώδικος των Δικηγόρων, ανεξάρτητα από το χρόνο συνάψεώς της (πριν ή μετά την εκτέλεση της συμφωνημένης εργασίας) και την μορφή υπό την οποία συνάπτεται, όπως άφεση χρέους του άρθρου 456 ΑΚ ή άλλη συμφωνία, είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη (ΑΚ 174, 180). Ο δικηγόρος, παρά την συμφωνία αυτή, δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του για κάθε εργασία του, δικαστική ή εξώδικη, τα από το νόμο οριζόμενα ελάχιστα όρια αμοιβής, ο δε εντολέας του δεν μπορεί ν' αντιτάξει κατά της απαιτήσεώς του προς καταβολή της εν λόγω αξιώσεως, ότι είχε συμφωνηθεί μικρότερη αμοιβή, αφού η συμφωνία αυτή είναι άκυρη.
Όμως, η αφορμή ή οι συνθήκες, με τις οποίες έγινε η παραίτηση του δικηγόρου από κάθε απαίτησή του για δικηγορική αμοιβή, μπορούν να ασκήσουν επιρροή για την εκτίμηση της αντιθέσεως της συμπεριφοράς του στην καλή πίστη, αφού, ανεξάρτητα από την ακυρότητα της παραιτήσεως, η αβίαστη παραίτηση του δικηγόρου από την καταβολή της επιπλέον αμοιβής, που προκύπτει από τις περιστάσεις, καθιστά κακόπιστη την εν συνεχεία διεκδίκησή της (ΟλομΑΠ 10/2012, ΟλομΑΠ 33/2005).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ένστασης κλπ (ΟλομΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997). Επίσης, θεωρούνται και οι λόγοι εφέσεως, που αφορούν τέτοιους ισχυρισμούς (ΟλομΑΠ 11/1996). Εξάλλου, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ προς εκείνες των άρθρων 262, 269 και 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ προκύπτει ότι, εάν για τη στήριξη ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη αθροιστικά, "πράγματα", η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από την τελευταία από τις διατάξεις αυτές λόγο αναίρεσης, αποτελούν το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά που έχουν παραδεκτώς προβληθεί, εφόσον με την προσθήκη και αυτών, ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται νόμιμος, πληροί, δηλαδή, το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλομΑΠ 88/1980, ΑΠ 461/2019).
Συνεπώς, η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ενός ή περισσοτέρων από αυτά, τότε μόνο στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από την τελευταία διάταξη λόγο αναίρεσης, όταν αυτά, αθροιστικά λαμβανόμενα υπόψη μαζί μ' εκείνα που αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση, θεμελιώνουν τον από το άρθρο 281 ΑΚ ισχυρισμό (ΑΠ 782/2014, ΑΠ 524/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο απορρίπτοντας τους λόγους της από 30-5-2016 έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας κατά της εκκληθείσας απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με τους οποίους επανέφερε την και στον πρώτο βαθμό υποβληθείσα και απορριφθείσα ως μη νόμιμη ένστασή της περί καταχρηστικής ασκήσεως του ασκούμενου δικαιώματος του ενάγοντος να ζητήσει τις νόμιμες αμοιβές του, παρέλειψε να λάβει υπόψη τα ακόλουθα περιστατικά, τα οποία τόσο κατ' έφεση όσο και πρωτοδίκως είχε επικαλεσθεί, μεταξύ άλλων, για τη θεμελίωση της ιστορικής βάσης αυτής και ειδικότερα:
α) Ότι ο ενάγων -εφεσίβλητος δικηγόρος επέλεξε ελεύθερα και κατ' επαγγελματική επιλογή, για μεγάλο χρονικό διάστημα 16 ετών (από το 1991) να εργαστεί ως εξωτερικός συνεργάτης της εναγομένης με την παροχή νομικών υπηρεσιών προς αυτή υπό το ίδιο καθεστώς, που εργαζόταν και ο πατέρας του, δικηγόρος που συνεργαζόταν με αυτήν ήδη από τη δεκαετία του 1960, καθώς, επίσης και ο αδερφός του δικηγόρος, που συνεργαζόταν επί μακρόν με την εναγομένη παρέχοντας τις δικηγορικές του υπηρεσίες στην Αθήνα.
Έτσι, ο ενάγων γνώριζε πολύ καλά το καθεστώς που εφάρμοζε η εναγομένη ως προς τις πληρωμές των δικηγόρων -συνεργατών της. β) Ότι αποδέχτηκε αυτό τον τρόπο της αμοιβής, εν γνώσει της ακυρότητας της συμφωνίας και εκδίδοντας σχετικά εξοφλητικές αποδείξεις, χωρίς ποτέ να διαμαρτυρηθεί, παρά μόνο από το 2009 που άσκησε ήδη 4 αγωγές, ή να αναγράψει (στις αποδείξεις) κάποια επιφύλαξη για διεκδίκηση της νόμιμης αμοιβής.
γ) Ότι οι επιστολές που ο ενάγων υπέβαλε προς τη Δ/νση Νομικών Υπηρεσιών της δια του Καταστήματος - εντολέα του για τον καθορισμό της αμοιβής του, δεν συνοδεύονταν από την έκδοση Αποδείξεως Παροχής Υπηρεσιών. Τέτοια απόδειξη εξέδιδε ο ενάγων, μόνο μετά τον καθορισμό της εύλογης αμοιβής που του πρότεινε η Τράπεζα και χωρίς ποτέ, μετά την είσπραξη της αμοιβής αυτής, να επανέλθει προς διεκδίκηση επιπλέον αμοιβής.
δ) Ότι, αν ο ενάγων πίστευε ότι, για τις Διαταγές Πληρωμής που εξέδιδε, δικαιούτο τη νόμιμη αμοιβή, δεν θα ζητούσε έγκριση της οιασδήποτε αμοιβής του, αλλά, κάνοντας χρήση του συμβατικού του δικαιώματος προς λήψη της συμφωνημένης αμοιβής, θα αξίωνε την καταβολή της αμοιβής αυτής, αμέσως μετά τη έκδοση της Διαταγής Πληρωμής από το κατάστημα, εκδίδοντας και προσκομίζοντας ταυτόχρονα σε αυτό και την αντίστοιχη απόδειξη, με τα παραστατικά των εξόδων, όπερ ουδέποτε έπραξε.
ε) Ότι το γεγονός ότι ο ενάγων, μόνο μετά το έτος 2009, εξέδωσε ορισμένες αποδείξεις "έναντι αμοιβής", δείχνει ότι όλες οι αποδείξεις των προηγουμένων ετών που εξέδωσε, χωρίς την ως άνω ένδειξη (όπως οι ένδικες του έτους 2007) ήταν εξοφλητικές και εκκαθαριστικές της οφειλόμενης αμοιβής. στ) Ότι, ο ενάγων, ενώ μπορούσε να προσυμφωνεί τις αμοιβές του, επέλεξε να τις συμφωνεί εκ των υστέρων, δείχνοντας έτσι ότι δεν είχε πρόβλημα με το εκ των υστέρων συμφωνούμενο ύψος τους.
ζ) Ότι, οσάκις δεν τον ικανοποιούσε η αμοιβή που πρότεινε η Δ/νση Ν.Υ., μπορούσε να διαπραγματεύεται και να συμφωνεί το ύψος της, με απ' ευθείας επικοινωνία με τη Δ/νση Ν.Υ. η) Ότι, παρότι από το 2005 γνώριζε ότι η Τράπεζα δεν πρόκειται να μεταβάλει το σύστημα των ευλόγων αμοιβών, λόγος για τον οποίο, οι συνάδελφοι και μάρτυρές του Ν.
Μ. και Χ. Π., διέκοψαν, κατά το έτος 2005, τη συνεργασία τους με την Τράπεζα, διότι έκριναν ασύμφορες τις αμοιβές που εφαρμόζονταν τουλάχιστον από το έτος 2000, εν τούτοις, ο ενάγων δεν αποχώρησε από την Τράπεζα, όπως εκείνοι, αλλά συνέχισε τη συνεργασία του, εκδίδοντας της αποδείξεις του, με το ποσό της εύλογης αμοιβής, που του πρότεινε κάθε φορά η Τράπεζα.
Και θ) ότι δημιούργησε με τη συμπεριφορά του αυτή στην εναγομένη, ανεξάρτητα από την ακυρότητα της παραιτήσεώς του, την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα απαιτήσει την ένδικη αμοιβή, που ορίζει ο κώδικας δικηγόρων, και με τον τρόπο αυτό ανατρέπει την κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους επιτευχθείσα οικονομική ισορροπία και απειλείται με αδικαιολόγητη ζημία, τη στιγμή που δεν μπορεί πλέον να λάβει κανένα μέτρο προς προστασία της και συγκεκριμένα αν ήταν να δώσει στον ενάγοντα τόσο μεγάλα χρηματικά ποσά, με αυτά θα επέλεγε να προσλάβει πλείονες δικηγόρους με πάγια αντιμισθία οι οποίοι θα χειρίζονταν πολλαπλάσιες υποθέσεις της, θα οδηγήσει δε σε άσκηση όμοιων αγωγών από τους άλλους δικηγόρους συνεργάτες της, καθόσον το σύστημα των ευλόγων αμοιβών ισχύει ως προς όλους και θα της προξενήσει σοβαρό οικονομικό και λειτουργικό πρόβλημα.
Από την παραδεκτή (ΚΠολΔ 561 § 2) επισκόπηση των πρωτοδίκων προτάσεων της αναιρεσείουσας και του δικογράφου της ασκηθείσας από την τελευταία έφεσης προκύπτει ότι, η αναιρεσείουσα (εναγομένη) πρότεινε πρωτοδίκως και επανέφερε με λόγους έφεσης, προς απόκρουση της κατ' αυτής αγωγής του αναιρεσιβλήτου δικηγόρου, την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση, προς θεμελίωση της οποίας επικαλέστηκε (μεταξύ άλλων) και τα προεκτεθέντα περιστατικά, τα οποία εν συνόλω λαμβανόμενα καθιστούν την εν λόγω ένσταση νόμιμη.
Το Εφετείο, ωστόσο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την ένσταση αυτή, δεχόμενο τα εξής: "...Όμως και οι λοιπές περιστάσεις τις οποίες επικαλείται η εκκαλούσα ότι συνόδευσαν την ως άνω αδράνεια του εφεσίβλητου ότι δηλ. αποδεχόταν τη μικρότερη αμοιβή, ότι ήταν από τους πλέον ευνοημένους δικηγόρους -εξωτερικούς συνεργάτες της εκκαλούσας με την έννοια ότι του ανετίθετο, λόγω της ειδικότερης σχέσης του με την εκκαλούσα, -ο πατέρας του ήταν δικηγόρος της στη … από το 1962 και κουμπάρος του Γενικού Διευθυντή της και ο αδελφός του στην … από το 1994-, ο μεγαλύτερος αριθμός υποθέσεων και οι πιο σημαντικές, ότι είχε τη στήριξη της ΔΝΥ και σχέδια αιτήσεων ΔΠ και διαταγών πληρωμής καθώς και αιτήσεων για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, ότι παρέλειψε να της γνωστοποιήσει ότι θα διεκδικήσει τη νόμιμη αμοιβή του, δεν καθιστούν την άσκηση του δικαιώματός του καταχρηστική και δεν δικαιολογούν, την πεποίθηση της εκκαλούσας ότι αυτός δεν θα τη διεκδικήσει, και η απόκρουση των επιβαλλομένων από την εκκαλούσα μικρότερων των νομίμων αμοιβών, εκτιμώμενη αντικειμενικά προκαλεί έντονη εντύπωση αδικίας και φανερά προσκρούει στις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών.
Τα όρια αυτά δεν υπερβαίνει η επί πενταετία σχεδόν αδράνεια του εφεσίβλητου να ασκήσει το δικαίωμα του και η παράλειψή του να της γνωστοποιήσει την πρόθεσή του ότι θα διεκδικήσει την πλήρη αμοιβή του και αν είχε ως συνέπεια την επικαλούμενη από την εκκαλούσα αποτροπή της από την προσφυγή στις υπηρεσίες δικηγόρου με πάγια αντιμισθία, αφού δεν είναι βέβαιο ότι η εκκαλούσα θα προσέφευγε στις υπηρεσίες δικηγόρου με πάγια αντιμισθία και όχι στις υπηρεσίες άλλου δικηγόρου που θα αμειβόταν με το επικαλούμενο σύστημα εύλογων -δηλ.
μικρότερων- από τα ελάχιστα όρια του κώδικα περί δικηγόρων αμοιβών. Η εκκαλουμένη που απέρριψε την ένσταση αυτή ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και ο τρίτος λόγος της έφεσης καθώς και οι συμπλεκόμενοι με αυτόν, πρώτος και δεύτερος λόγοι της έφεσης, πρέπει να απορριφτούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν...", χωρίς να αναφερθεί στα ως άνω αυτοτελή πραγματικά περιστατικά υπό στοιχ.
α' έως θ', που η αναιρεσείουσα είχε προτείνει για τη στοιχειοθέτηση του ισχυρισμού αυτού, τα οποία και δεν έλαβε υπόψη, αν και με την προσθήκη και αυτών, αθροιστικά, ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται νόμιμος, πληροί, δηλαδή, το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.
Συνεπώς, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ο σχετικός (2ος) λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στο οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (ΑΚ 173 & 200). Οι κανόνες αυτοί περί ερμηνείας των δικαιοπραξιών και των συμβάσεων με την αναζήτηση της αληθινής βουλήσεως των συμβαλλομένων χωρίς προσήλωση στις λέξεις και όπως απαιτεί η καλή πίστη και αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, παραβιάζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά την διάγνωση έστω και εμμέσως κενού ή αμφιβολίας ως προς τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή έννοια των δηλώσεων βουλήσεως αυτών.
Η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας της υπάρξεως κενού ή αμφιβολίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1434/2015, ΑΠ 1145/2013, ΑΠ 1581/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον ισχυρισμό ότι, αν και διαπίστωσε εμμέσως κενό και ασάφεια στον τιθέμενο από την εγκύκλιο 220/1988 όρο, για την καταβολή της προτεινόμενης εύλογης αμοιβής "εφόσον συμφωνούσε ο δικηγόρος", δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Ωστόσο, όπως έκρινε το Εφετείο, δεν δέχθηκε, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ως προς τον ανωτέρω όρο της αναφερόμενης εγκυκλίου, ώστε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άνω διατάξεων του Αστικού Κώδικα. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αυτός αναίρεσης, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Μετά απ' αυτά, κατ' αποδοχή του δεύτερου λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση εν μέρει, ήτοι κατά το κεφάλαιο αυτής που απέρριψε την ένσταση κατάχρησης του με την αγωγή αξιούμενου δικαιώματος (ΑΚ 281) και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 § 3). Ο αναιρεσίβλητος που ηττήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 522/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, ήτοι κατά το κεφάλαιο αυτής που απέρριψε την ένσταση κατάχρησης του με την αγωγή αξιούμενου δικαιώματος (ΑΚ 281).
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος τούτο για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Απριλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ