Legislator Case Law & Legislation
534/2012 AI generated

534/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 534/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 534 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 534/2012

Legislator headnote

AI generated

534/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 534 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 534/2012

Keywords

AI generated
insufficient road access road traffic violation traffic safety concerns traffic soothing restrictions dangerous tailgating road traffic penalty
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 534 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 534/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου Παρέδρου του Ν.Σ.Κ. Ευάγγελο Μαρίνη και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Σ. του Π., κατοίκου ..., 2. Δ. συζ. Ι. Ε., το γένος Ι. Τ., κατοίκου ..., η οποία δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 3. Δ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 4. Α. συζ. Θ.Ζ. το γένος Κ.Σ., κατοίκου ..., και 5. α) Χ. χας Β. Κ., το γένος Π. Π., β) Γ. συζ. Ν. Ρ., το γένος Β. Κ. και γ) Α. Κ., κατοίκων ..., όλοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Σπυρίδωνα Μεταξά και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 124/2008 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Λαμίας. Εκδόθηκε η απόφαση: 132/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-10-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 18-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη υπ' αριθμ. 10254Δ/17-2-2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λαμίας ... προκύπτει ότι ακριβές αυτό της από 29-9-2009 ένδικης αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά την αρχική προσδιορισμένη δικάσιμο της 18.2.2011 κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων Δ. σύζυγο Ε. το γένος Ι. Τ.. Η τελευταία όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, δεν εμφανίσθηκε ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της δεύτερης αναιρεσιβλήτου (άρθρα 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ν.653/1977 " περί υποχρεώσεως των παροδιών ιδιοκτητών για τη διάταξη εθνικών οδών κ.λ.π.", όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του ν.947/1979 αναφορικά με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφισταμένων οδών πραγματοποιουμένων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων, καθώς και επί των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτους αυτών, προκειμένου περί διάνοιξης εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων. Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου όταν οι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου παράγραφοι 1, 3 και 4 του Ν. 653/1977 που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας, κρίθηκε ότι αντίκεινται στο άρθρο 1 του πρώτου (πρόσθετου) πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που, μετά την επικύρωση της με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του ημεδαπού δικαίου, άρα και της πιο πάνω διάταξης του Ν 653/1977 (άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος). Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει ως μαχητό όπως προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 του Ν. 2971/2001, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του οποίου προκύπτει ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και ότι εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο ως άνω νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο, που περιλαμβάνεται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου. Έτσι, ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρομένης ωφέλειας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του και ανατρέποντας το ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και γι' αυτή. Η αξίωση αυτή του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου εισαγόταν προς κρίση κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου, διότι κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη (Ολ.ΑΠ 1/1988, Ολ.ΑΠ 8/1999) δεν ήταν αντικείμενο της δίκης για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδας, άποψη που τελικά κρίθηκε ότι παραβιάζει το άρθρο 1 ΠρΠρΠρ (Ολ. ΑΠ 10/2004), κατά την ίδια δε (τακτική διαδικασία) και όχι κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων, διεξάγεται και η δίκη για την καταβολή της αποζημίωσης, η οποία έχει ήδη καθορισθεί, με δικαστική απόφαση (ΑΠ 1781/2008). Περαιτέρω, ο από το αρθρ. 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται όταν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Επίσης ο από το άρθ. 559 αριθμ. 19 λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλείπεις ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος.

Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης, προβάλλεται από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο η αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε την ένδικη αίτηση των αναιρεσιβλήτων, κατά το αίτημα αυτής, περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας, για τα απαλλοτριούμενα τμήματα των ακινήτων τους, στηριζόμενο σε στοιχεία άλλα, πέραν του στοιχείου, που ορίζεται με την ως άνω διάταξη του αρθ.1 Ν. 653/1977 (απόκτηση προσώπου επί της διανοιγόμενης οδού), υπέπεσε στην πλημμέλεια, την προβλεπόμενη από το αρθρ. 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, εκ του ότι παρεβίασε ευθέως τη διάταξη αυτή, αλλά και εκ πλαγίου, διότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το εάν συνέτρεχαν οι όροι και προϋποθέσεις, για την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, ως προκύψαντα τα ακόλουθα περιστατικά: "Με την υπ' αριθμ. 1070924/6554/0010/24.9.2004 Κοινή Υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ 903/Δ/7.11.2004, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη διαπλάτυνση του δεξιού παράπλευρου SR6D από χ.θ. 128+750 έως χ.θ. 131+200 αυτοκινητόδρομου Π.Α.Θ.Ε. (Πάτρα - Αθήνα - Θεσσαλονίκη - Εύζωνοι), στο τμήμα Προσκυνάς -Τραγάνα στο νομό Φθιώτιδας εδαφική έκταση συνολικού εμβαδού 8.491,50 τμ., που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια των δημοτικών διαμερισμάτων Προσκυνά και Τραγάνας του Δήμου Αταλάντης και εικονίζεται με κλίμακα 1:500 στα από 27-11-2003 ακριβή αντίγραφα και με αριθμούς σχεδίων ΚΤ3/01 και ΚΤ3/02 κτηματολογικά διαγράμματα και τον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της ΕΥΔΕ-ΠΑΘΕ, ΤΚΕ Θήβας, της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., τα οποία συντάχθηκαν από τους μηχανικούς Ι. Κ. και Α. Μ. και θεωρήθηκαν από τον Διευθυντή της Διεύθυνσης Δ12 του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., Κ. Δ.. Η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ και με δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου, που θα αντιμετωπισθεί από τις Πιστώσεις του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων για έργα αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων (αριθμός έργου 1993 ΣΕ0712000), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ν. 653/1977, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν με τις διατάξεις του προαναφερόμενου άρθρου 33 του Νόμου 2971/2001. Μεταξύ των εδαφικών εκτάσεων που απαλλοτριώθηκαν με την ως άνω Κ.Υ.Α συγκαταλέγονται και οι ιδιοκτησίες των αιτούντων με ΑΚΠ 11, 28, 29, 14, 16, 17, 3, 4 και 5 αντίστοιχα. Επί τμημάτων των άνω ιδιοκτησιών επιβλήθηκε, με βάση το τεκμήριο ωφέλειας του Νόμου 653/ 1977, υποχρέωση αυταποζημίωσης. Ειδικότερα από την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 11 απαλλοτριώνεται εδαφική έκταση εμβαδού 73,89 τμ εκ της οποίας έκταση εμβαδού 56,53 τμ. βαρύνεται με υποχρέωση αυταποζημίωσης. Από την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 28 απαλλοτριώνεται εδαφική έκταση εμβαδού 137,51 τμ, η οποία βαρύνεται εξ ολοκλήρου με υποχρέωση αυταποζημίωσης. Από την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 29 απαλλοτριώνεται εδαφική έκταση εμβαδού 125.06 τμ. εκ της οποίας έκταση εμβαδού 114,52 τμ, βαρύνεται με υποχρέωση αυταποζημίωσης. Από την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 14 απαλλοτριώνεται εδαφική έκταση εμβαδού 193,61 τμ, η οποία βαρύνεται εξ ολοκλήρου με υποχρέωση αυταποζημίωσης. Από την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 16 απαλλοτριώνεται εδαφική έκταση εμβαδού 171,87 τμ. εκ της οποίας έκταση εμβαδού 144,18 τμ. βαρύνεται με υποχρέωση αυταποζημίωσης. Από την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 17 απαλλοτριώνεται εδαφική έκταση εμβαδού 60,99 τμ, η οποία βαρύνεται εξ ολοκλήρου με υποχρέωση αυταποζημίωσης. Από την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 3 απαλλοτριώνεται εδαφική έκταση εμβαδού 169,01 τμ. εκ της οποίας έκταση εμβαδού 140,30 τμ. βαρύνεται με υποχρέωση αυταποζημίωσης. Από την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 4 απαλλοτριώνεται εδαφική έκταση εμβαδού 149,23 τμ, η οποία βαρύνεται εξ ολοκλήρου με υποχρέωση αυταποζημίωσης και από ιδιοκτησία με ΑΚΠ 5 απαλλοτριώνεται εδαφική έκταση εμβαδού 300,10 τμ. εκ της οποίας έκταση εμβαδού 217,10 τμ. βαρύνεται με υποχρέωση αυταποζημίωσης. Η επιτροπή του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 στην με ημερομηνία 19-9-2008 έκθεσή της, που περιέχεται στο με αριθμό 2/2008 πρακτικό της, αποφαίνεται, ότι υφίσταται το τεκμήριο ωφέλειας με την αιτιολογία ότι οι εναπομένουσες εκτάσεις των παραπάνω ιδιοκτησιών των αιτούντων έχουν πρόσβαση στην κατασκευασθείσα παράπλευρη οδό. Όμως αποδείχθηκε ότι τα υπόψη ακίνητα και προ της απαλλοτριώσεως είχαν πρόσοψη επί του αγροτικού δρόμου επί του ορίου της απαλλοτριώσεως και της υφισταμένης εθνικής οδού και με την απαλλοτρίωση ο εν λόγω αγροτικός δρόμος διαπλατύνθηκε.

Συνεπώς οι αιτούντες ως ήδη παρόδιοι ιδιοκτήτες δεν κατέστησαν και πάλι από την απαλλοτρίωση ως τέτοιοι και έτσι δεν αποκόμισαν καμία ωφέλεια μεγαλύτερη της προ αυτής υφισταμένης. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι υπέστησαν ζημία, αφού με τη βελτίωση και διαπλάτυνση η παράπλευρη οδός και υπερυψωμένη κατά 1,5 περίπου μέτρο σε σχέση με τα εναπομένοντα τμήματα των ιδιοκτησιών των αιτούντων, τα οποία πλέον λόγω της ως άνω υψομετρικής διαφοράς θα βρίσκονται κάτωθι αυτής με συνέπεια να πλημμυρίζουν από την απορροή ομβρίων υδάτων σε περίπτωση βροχόπτωσης. Η παραπάνω υψομετρική διαφορά, έστω και αν προϋπήρχε με την εθνική οδό, εν τούτοις μετά την απαλλοτρίωση για την διαπλάτυνση του παράπλευρου βοηθητικού δρόμου επετάθη με τις προαναφερόμενες δυσμενείς συνέπειες, πολύ δε περισσότερο στην προκειμένη περίπτωση που οι επίδικες ιδιοκτησίες εξυπηρετούντο προγενέστερα από τον αγροτικό δρόμο που αποτελούσε ουσιαστικά προέκταση αυτών. Εξάλλου, ουδεμία σημασία έχει η οποιαδήποτε ωφέλεια που τυχόν αποκομίζει η εν γένει περιοχή στην οποία εκτελούνται τα έργα αλλά η ωφέλεια που τυχόν αποκομίζει το απαλλοτριούμενο ακίνητο από την απαλλοτρίωση τμήματός του. Κατόπιν αυτών αποδεικνύεται ότι για τα υπό κατάτμηση ακίνητα δεν ισχύει, το τεκμήριο της ωφέλειας και οι αιτούντες δεν υποχρεούται σε αυταποζημίωση ούτε σε αποζημίωση τρίτων ιδιοκτησιών". Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων είναι κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς την άρση του τεκμηρίου ωφελείας του και ότι δικαιούνται αποζημίωση για όλη την έκταση των ακινήτων τους (τόσο την απαλλοτριούμενη όσο και την υπόλοιπη μη απαλλοτριουμένη) που είχε οριστεί από την απόφαση περί απαλλοτριώσεώς τους ότι υποχρεούνται σε αυτοαποζημίωσή τους. Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δεν παραβίασε της προμνημονευόμενες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που αναφέρονται στην ανατροπή του τεκμηρίου ωφελείας των παροδίων ιδιοκτητών και του εντεύθεν προκύπτοντος δικαιώματός τους για αποζημίωση των μη απαλλοτριουμένων εδαφικών εκτάσεων τους ομόρων των απαλλοτριουμένων εκτάσεων αυτών. Εξάλλου διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το ζήτημα αυτό πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω εφαρμοσθεισών διατάξεων και έτσι δεν στερείται αυτό νόμιμης βάσης. Επομένως το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ προβλεπόμενες πλημμέλειες και γι' αυτό οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης με τους οποίους το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα αντίθετα των ανωτέρω είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Περαιτέρω ο από το άρθρο 559 αρ. 14 περ. β' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται εάν το δικαστήριο, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο ή ακυρότητα. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το αρθρ. 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου της αίτησης, λόγω αοριστίας της. Όπως, όμως προκύπτει από το παραδεκτώς επισκοπούμενο δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης, σε αυτό περιέχονται σαφώς πλήρως και ορισμένα όλα εκείνα τα κατά νόμο (αρθρ. 118 αρ.4 και 216 παρ.1 ΚΠολΔ και 33 παρ.1 του ν. 2971/2001 απαιτούμενα στοιχεία), που καθιστούν ορισμένη την ένδικη αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων. Επομένως το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ορισμένη και στη συνέχεια νόμιμη την ένδικη αίτηση δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 14 περ. β' ΚΠολΔ και γι' αυτό ο σχετικός πρώτος λόγος της αιτήσεως αναίρεσης με οποίο το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ακόμα κατά το άρθρο 559 αφ. 9 περ. β' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Τούτο δικαιολογείται διότι στην περίπτωση αυτή παραβιάζεται η από το άρθρο 105 ΚΠολΔ θεσπιζόμενη αρχή της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον, που ηττήθηκε στην ενώπιον του Εφετείου δίκη, με τον τέταρτο (τελευταίο) λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναίρεσης ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην ως άνω πλημμέλεια αποφαινόμενο ότι οι αναιρεσίβλητοι, εκτός των άλλων, " δεν υποχρεούνται σε αποζημίωση τρίτων ιδιοκτησιών". Από την παραδεκτή επισκόπηση όμως του δικογράφου της ένδικης αίτησης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι δεν υποχρεούνται σε αποζημίωση τρίτων ιδιοκτησιών, αλλά μόνον ότι δεν συντρέχει το κατά το άρθρο 1 του ν. 653/1977 τεκμήριο ωφελείας για τα εναπομένοντα μετά την απαλλοτρίωση τμημάτων ακινήτων τους και ότι δικαιούνται αποζημίωσης για όλη την έκταση των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστική για λόγους δημόσιας ωφελείας και να διορθωθεί κατά τούτο ο οικείος κτηματολογικός πίνακας. Επί του αιτήματος αυτού των τότε αιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων έκρινε και αποφάσισε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό που δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμο, ενώ αναφέρεται εκ περισσού και χωρίς παράλληλα να βλάπτονται τα έννομα συμφέροντα του αναιρεσείοντος " και ότι δεν υποχρεούνται σε αποζημίωση τρίτων ιδιοκτησιών", καθόσον η διαφορά μεταξύ των διαδίκων αφορούσε μόνον εάν οι αιτούντες έπρεπε να αυτοαποζημιωθούν ή να αποζημιωθούν από το Ελληνικό Δημόσιο για τα ακίνητα των αιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων. Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αρ. 9 περ. β' ΚΠολΔ τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Μετά απ' όλα τα ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-9-2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αρ. 132/2009 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των παραπάνω αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2012. Και,

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ