Legislator Case Law & Legislation
534/2011 AI generated

534/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 534/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 534 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 534/2011

Legislator headnote

AI generated

534/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 534 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 534/2011

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 534 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 534/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Σ. - Δ. Μ. του Χ. , κατοίκου ..., 2. Χ. Μ. του Σ., κατοίκου ... 3. Ι. Α. του Β., κατοίκου ..., 4.Χ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 5. Μ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 6. Σ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ... 7. Σ. Τ. του Χ., κατοίκου ..., 8. Α. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 9. Δ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 10. Ν. Π. του Κ., κατοίκου ..., δικηγόρο, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, 11. ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΔΥΣΣΕΥΣ ΙΣΤΙΟΠΛΟΙΚΕΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ " η οποία έχει την έδρα της στην Κέρκυρα, όπως εκπροσωπείται σύμφωνα με τον νόμο, 12. Φ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 13. Σ. Φ. του Θ., κατοίκου ..., 14. Μ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 15. Μ. χήρας Χ. Δ., το γένος Χ. Ν., κατοίκου ..., 16. Ε. Φ. του Ν., κατοίκου ..., ... και 17. Α. Κ. του Π., κατοίκου .... Οι πέμπτη, όγδοος και ένατος παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Πιπερίδη, οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον αυτόν ως άνω πληρεξούσιο.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΣΥΝΕΓΓΥΗΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Γεώργιο Νικολόπουλο και Νικόλαο Τσουτσάνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Σεπτεμβρίου 2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3674/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 8588/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες, με την από 20 Ιανουαρίου 2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 28 Δεκεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο λόγος αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως και όχι διατάξεως ουσιαστικού δικαίου (Ολομ.

ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1731/2008). Με το λόγο αυτό ελέγχεται και η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής (Ολομ. ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 1731/2008), ενώ η νομική αοριστία ελέγχεται με λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (Ολομ. ΑΠ 18/1998). Εξάλλου, το άρθρο 10 της ΣυνθΕΚ υποχρεώνει όλες τις κρατικές λειτουργίες, άρα και τη δικαστική, στη λήψη γενικών ή ειδικών μέτρων, καταλλήλων να εξασφαλίσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη, συμπεριλαμβανομένης και της μεταφοράς των Οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο και της σύμφωνης με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου.

Η υποχρέωση σύμφωνης με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου, η οποία απορρέει από την αρχή της υπεροχής του, υφίσταται και πριν από την πάροδο της προθεσμίας προσαρμογής της νομοθεσίας των κρατών-μελών στις απαιτήσεις της σχετικής Οδηγίας. Περαιτέρω, τόσο ο εθνικός νομοθέτης όσο και ο εθνικός δικαστής δεν έχουν την εξουσία να μεταβάλουν ούτε να παρερμηνεύουν τις διατάξεις της Οδηγίας, διότι τότε παραβιάζουν το κοινοτικό δίκαιο, το οποίο υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διατάξεως του εσωτερικού δικαίου, κατά το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, βάσει του οποίου η Ελλάδα προσχώρησε στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες από 1-1-1981, δυνάμει της από 28-5-1979 Σύμβασης Προσχωρήσεως της Ελλάδος στην ΕΟΚ, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 945/1979 (Ολομ.

ΑΠ 23/1998, ΑΠ 1330/2000). Εξάλλου, κατά την πάγια νομολογία του ΔΕΚ, τα κράτη-μέλη οφείλουν, προκειμένου να διασφαλίζουν την πλήρη εφαρμογή των Οδηγιών, όχι μόνο νομικώς αλλά και στην πράξη, να προβλέπουν την ύπαρξη σαφούς νομικού πλαισίου στον συγκεκριμένο τομέα, και τούτο μέσω θεσπίσεως νομικών διατάξεων ικανών να δημιουργήσουν μία αρκούντως ακριβή, σαφή και διαφανή κατάσταση ώστε να καθίσταται δυνατό στους ιδιώτες να γνωρίζουν τα δικαιώματά τους και να τα προβάλλουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων (βλ.

ιδίως, την απόφαση της 30.5.1991, Υποθ. C-361/88, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1991, σελ. I-2567, σκέψη 24, ΔΕΚ Υποθ. 220/1994, απόφ. της 15.6.1995, Συλλογή της νομολογίας/1995 (1589), βλ. ΝΟΜΟΣ 250041). Περαιτέρω, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του ΔΕΚ, μετά την απόφαση της 10ης Απριλίου 1984 στην υπόθεση 14/83, Von CoLson και Kamann (Συλλογή 1984, σελ. 1891, σκέψη 26), η υποχρέωση των κρατών μελών, η οποία απορρέει από Οδηγία, να επιτύχουν το αποτέλεσμα που επιδιώκει η Οδηγία αυτή, καθώς και το καθήκον που έχουν, δυνάμει του άρθρου 5 της Συνθήκης, να λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση της υποχρεώσεως αυτής, επιβάλλονται σε όλες τις αρχές των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους.

Όπως προκύπτει από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 13ης Νοεμβρίου 1990 στην υπόθεση C-106/89, Marleasing (Συλλογή 1990, σελ. 1-4135, σκέψη 8), και της 16ης Δεκεμβρίου 1993 στην υπόθεση C-334/92, Wagner Miret (Συλλογή 1993, σελ. 1-6911, σκέψη 20), εφαρμόζοντας το εθνικό δίκαιο είτε πρόκειται για προγενέστερες είτε για μεταγενέστερες της Οδηγίας διατάξεις ένα εθνικό δικαστήριο, που καλείται να το ερμηνεύσει, οφείλει να πράξει τούτο κατά το μέτρο του δυνατού υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της Οδηγίας, ώστε να επιτευχθεί το αποτέλεσμα που αυτή επιδιώκει, συμμορφούμενο έτσι προς το άρθρο 189 [ήδη 249], τρίτο εδάφιο της Συνθήκης (βλ.

Απόφαση ΔΕΚ Υποθ. C-91/92, απόφ. της 14.7.1994, σκέψη 26). Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, στα εθνικά δικαστήρια, τα οποία πρέπει να εφαρμόζουν στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, απόκειται η εξασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας των διατάξεων αυτών και της προστασίας των δικαιωμάτων που αυτές απονέμουν στους ιδιώτες.

Επομένως, απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να μην εφαρμόζει οποιοδήποτε μέτρο εθνικού δικαίου που εμποδίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα των κοινοτικών κανόνων. Η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται από τις αρχές του αμέσου αποτελέσματος και της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου [Βλ. ΔΕΚ Υποθ. C-201/2002, απόφ. της 7.1.2004, ΝΟΜΟΣ (340799)].

Κατά το έτος 1997 εκδόθηκε η Οδηγία 97/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Μαρτίου 1997 σχετικά με τα συστήματα αποζημιώσεως των επενδυτών. Ως λόγος υιοθέτησης της Οδηγίας αυτής, στο προοίμιο αυτής (σκέψη 4) αναφέρεται "η προστασία των επενδυτών και η διατήρηση της εμπιστοσύνης τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα έχουν μεγάλη σημασία για την ολοκλήρωση και την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς στον εν λόγω τομέα και ότι, προς το σκοπό αυτό, είναι σημαντικό να διαθέτει κάθε κράτος-μέλος ένα σύστημα αποζημίωσης των επενδυτών που να εγγυάται ένα ελάχιστο εναρμονισμένο επίπεδο προστασίας τουλάχιστον στους μικρούς επενδυτές, στην περίπτωση κατά την οποία μία επιχείρηση επενδύσεων αδυνατεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες επενδυτές".

Η παραπάνω Οδηγία καταλαμβάνει α) κάθε εταιρία διαμεσολάβησης ("επιχείρηση επενδύσεων") στην κεφαλαιαγορά, β) κάθε σχετική υπηρεσία που παρέχεται από την εταιρία διαμεσολάβησης και γ) κάθε μικροεπενδυτή, που καταθέτει χρήματα ή τίτλους προς επένδυση. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 1 της Οδηγίας 97/9 "... για τους σκοπούς της παρούσας Οδηγίας, νοείται ως... 1.

Επιχείρηση επενδύσεων: η επιχείρηση επενδύσεων όπως ορίζεται στο άρθρο 1 σημείο 2 της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ, 2. Επενδυτική εργασία: κάθε επενδυτική υπηρεσία όπως ορίζεται στο άρθρο 1 σημείο 1 της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ και η υπηρεσία που αναφέρεται στο σημείο 1 του τμήματος Γ του παραρτήματος της εν λόγω Οδηγίας [δηλ. η φύλαξη και διαχείριση ενός ή πλειόνων τίτλων που απαριθμούνται στο τμήμα Β του αυτού παραρτήματος], 3.

Τίτλοι: οι τίτλοι που απαριθμούνται στο τμήμα Β του παραρτήματος της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ 4. Επενδυτής: το πρόσωπο που καταθέτει χρήματα ή τίτλους σε μία επιχείρηση επενδύσεων, στο πλαίσιο της διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών ... 7. Αρμόδιες αρχές: οι αρχές οι οριζόμενες στο άρθρο 22 της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ [...]". Σύμφωνα με το άρθρο 22 της Οδηγίας 93/22, "1.

Τα κράτη μέλη ορίζουν τις αρμόδιες αρχές που πρέπει να ασκούν τις αρμοδιότητες τις οποίες προβλέπει η παρούσα Οδηγία [την εποπτεία της κεφαλαιαγοράς] [...]". Σημειώνεται ότι οι "αρμόδιες αρχές" που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 22 της Οδηγίας 93/22, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 2 αυτής, "να είναι είτε δημόσιες αρχές είτε οργανισμοί που αναγνωρίζονται από το εθνικό δίκαιο ή από δημόσιες αρχές ρητώς προς τούτο εξουσιοδοτημένες από την εθνική νομοθεσία".

Τέτοια αρμόδια αρχή για την εποπτεία της κεφαλαιαγοράς είναι κατά το ελληνικό δίκαιο η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ΝΠΔΔ (Ν 1969/1991, άρθρα 76 επ.), η οποία έχει γενική αρμοδιότητα επί των θεμάτων της κεφαλαιαγοράς ("Στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ανατίθεται ο έλεγχος της εφαρμογής των διατάξεων της νομοθεσίας περί κεφαλαιαγοράς", άρθρο 76 παρ. 2 Ν 1969/1991, και "[η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς] ρυθμίζει κάθε θέμα που έχει σχέση με την ομαλή λειτουργία της χρηματιστηριακής αγοράς, την τήρηση της χρηματιστηριακής νομοθεσίας και κάθε άλλο θέμα που απορρέει από άλλες διατάξεις").

Ο εθνικός νομοθέτης δύναται, σύμφωνα με το άρθρο 22 της Οδηγίας 93/22, να αναθέτει σε πρόσωπα που αναγνωρίζονται από το εθνικό δίκαιο και εποπτεύονται από τις αρμόδιες αρχές την εκτέλεση ορισμένων καθηκόντων που καταρχήν εμπίπτουν στην γενική σφαίρα αρμοδιότητας των εποπτικών αρχών, διότι κατά την κρίση του αυτό συντελεί στην αποτελεσματικότερη λειτουργία της κεφαλαιαγοράς.

Συνεπώς, δεν αποκλείεται από το κοινοτικό δίκαιο η ανάθεση από τον Έλληνα νομοθέτη της ανάκλησης της άδειας λειτουργίας επιχειρήσεων επενδύσεων και της θέσης τους σε εκκαθάριση στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, και παράλληλα η ανάθεση της διαπίστωσης της αδυναμίας των επιχειρήσεων αυτών να αντεπεξέλθουν στις οικονομικές τους υποχρεώσεις σε ειδικά όργανα (τα όργανα της ειδικής εκκαθάρισης εν προκειμένω), που διορίζονται και εποπτεύονται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

Όπως προκύπτει από τους ανωτέρω ορισμούς του άρθρου 1 της Οδηγίας 97/9, η εν λόγω Οδηγία παραπέμπει εν μέρει ως προς τον ορισμό του πεδίου εφαρμογής της στην Οδηγία 93/22 (σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών, ό.π.), σύμφωνα με την οποία: Ως επιχείρηση επενδύσεων νοείται: κάθε νομικό πρόσωπο του οποίου σύνηθες επάγγελμα ή δραστηριότητα είναι η παροχή επενδυτικών υπηρεσιών προς τρίτους, στα πλαίσια του επαγγέλματός του (άρθρο 1 παρ. 2).

Ως επενδυτική υπηρεσία νοείται: οποιαδήποτε από τις υπηρεσίες του τμήματος Α του παραρτήματος (της Οδηγίας 93/22) που αφορά οποιονδήποτε από τους τίτλους που απαριθμούνται στο τμήμα Β του παραρτήματος (της ίδιας Οδηγίας 93/22), και παρέχονται σε τρίτους (άρθρο 1 παρ. 1). Το παράρτημα της Οδηγίας 93/22 ορίζει: ΤΜΗΜΑ Α' Υπηρεσίες 1.

α) Λήψη και διαβίβαση, για λογαριασμό επενδυτών, εντολών σχετικών με έναν ή περισσότερους τίτλους του τμήματος Β., β) Εκτέλεση των εντολών αυτών για λογαριασμό τρίτων, 2. Διαπραγμάτευση για ίδιο λογαριασμό τίτλων που αναφέρονται στο τμήμα Β., 3. Διαχείριση υπό καθεστώς διακριτικής ευχέρειας και ανά πελάτη χαρτοφυλακίων επενδύσεων στα πλαίσια εντολής των επενδυτών, εφόσον τα χαρτοφυλάκια αυτά συμπεριλαμβάνουν έναν ή περισσότερους από τους τίτλους του τμήματος Β., 4.

Αναδοχή της έκδοσης του συνόλου ή μέρους των τίτλων που αναφέρονται στο τμήμα Β ή/και τοποθέτηση της. ΤΜΗΜΑ Β' Τίτλοι 1. α) Κινητές αξίες [δηλ. οι μετοχές και οι λοιπές αξίες οι εξομοιώσιμες με μετοχές, οι ομολογίες και οι λοιποί χρεωστικοί τίτλοι, που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά και κάθε άλλη αξία η οποία συνήθως αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης που επιτρέπει την απόκτηση αυτών των κινητών αξιών με εγγραφή ή ανταλλαγή, ή παρέχει δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, ενώ αποκλείονται τα μέσα πληρωμής (άρθρο 1 παρ. 4 Οδηγίας 93/22)]....

β) Μερίδια οργανισμού συλλογικών επενδύσεων. 2. Τίτλοι της νομισματαγοράς [δηλ. οι κατηγορίες τίτλων που συνήθως αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην νομισματαγορά (άρθρο 1 παρ. 5 Οδηγίας 93/22)]. 3. Τίτλοι προθεσμιακών χρηματοπιστωτικών συμβάσεων συμπεριλαμβα-νομένων των ισοδυνάμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς. 4.

Προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRΑ). 5. Συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) με αντικείμενο επιτόκιο, συνάλλαγμα ή συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών (equity swaps). 6. Προαιρέσεις (options) αγοράς ή πώλησης οιουδήποτε τίτλου υπαγόμενου στο παρόν τμήμα του παραρτήματος, συμπεριλαμβανομένων των ισοδυνάμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς.

Συμπεριλαμβάνονται ιδίως, στην κατηγορία αυτή, οι προαιρέσεις συναλλάγματος και επιτοκίων". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει σαφώς ότι το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 97/9 καταλαμβάνει κάθε περίπτωση κατά την οποία ένα πρόσωπο καταθέτει κεφάλαια ή τίτλους προς επένδυση σε μία εταιρία διαμεσολάβησης στην κεφαλαιαγορά, στο πλαίσιο σύμβασης αυτού με την εταιρία, μεταξύ άλλων για λήψη και διαβίβαση εντολών του ή για διαχείριση χαρτοφυλακίου του.

Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, η παραπομπή από την Οδηγία 97/9 στην Οδηγία 93/22 καλύπτει εν μέρει το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 97/9, δεδομένου ότι το πεδίο εφαρμογής της τελευταίας είναι ευρύτερο εκείνου της Οδηγίας 93/22, διότι, ενώ η Οδηγία 93/22 αναφέρεται μόνο σε τίτλους, η Οδηγία 97/9 ρητώς καταλαμβάνει και προστατεύει και την κατάθεση κεφαλαίων προς επένδυση (βλ.

σκέψη 8 στο προοίμιο της παραπάνω Οδηγίας όπου αναφέρει ότι "όλα τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποχρεούνται να διαθέτουν ένα ή περισσότερα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών, στα οποία θα συμμετέχουν όλες αυτές οι επιχειρήσεις επενδύσεων, ότι αυτό το σύστημα πρέπει να καλύπτει τα κεφάλαια ή τίτλους που κρατεί μια επιχείρηση επενδύσεων σε σχέση με τις επενδυτικές πράξεις ενός επενδυτή κατά τα οποία σε περίπτωση αδυναμίας της επιχείρησης να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες επενδυτές, δεν καθίσταται δυνατόν να επιστραφούν στον επενδυτή ...").

Τούτο είναι εύλογο, διότι για την παροχή επενδυτικής υπηρεσίας, ο επενδυτής μπορεί να μην καταθέτει στον διαμεσολαβητή τίτλους, αλλά κεφάλαιο προς επένδυση (για αγορά τίτλων). Αν η πράξη αυτή δεν προστατευόταν από την νομοθεσία, κατ' ουσίαν για όσο διάστημα ο διαμεσολαβητής κρατούσε κεφάλαια χωρίς να τα επενδύει και κατά το χρονικό αυτό διάστημα ανεκαλείτο η άδεια λειτουργίας του, ο (μικρο)επενδυτής θα παρέμενε απροστάτευτος.

Η Οδηγία 97/9 επιβάλλει τα κράτη μέλη να δημιουργήσουν "συστήματα αποζημίωσης" των επενδυτών στην επικράτειά τους. Ειδικότερα "... Κάθε κράτος μέλος φροντίζει να συσταθούν και να αναγνωρισθούν επίσημα στην επικράτειά του ένα ή περισσότερα συστήματα αποζημίωσης επενδυτών" (βλ. άρθρο 2 παρ. 1). Η έννοια του "συστήματος" είναι ευρεία και σημαίνει τον οργανωμένο μηχανισμό αποζημίωσης των επενδυτών, αποτελούμενο ενδεχομένως από περισσότερα "εξαρτήματα" που ενεργούν προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας.

Η τελευταία δεν υπεισέρχεται στο ζήτημα της δομής του μηχανισμού αυτού και των λεπτομερειών λειτουργίας του, δεδομένου ότι το κοινοτικό δίκαιο εν προκειμένω ενδιαφέρεται για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος, καταλείποντας την επιλογή των καταλλήλων μέσων επίτευξής του στα κράτη μέλη. Η Οδηγία 97/9, δεσμεύει τα κράτη μέλη όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα (αρχή της αποτελεσματικότητας), αλλά αφήνει την επιλογή του τύπου και των μέσων επίτευξής του στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών (άρθρο 249, εδάφιο τρίτο, ΣυνθΕΚ).

Η Οδηγία 97/9 προβλέπει μία σειρά όρων, οι οποίοι πρέπει να τηρούνται ως minimum. Έτσι, το "σύστημα αποζημίωσης λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να ενημερώνει τους επενδυτές σχετικά με τη διαπίστωση ή απόφαση που αναφέρονται στο άρθρο 2 παρ. 2 και, εάν οφείλει να τους αποζημιώσει, για την καταβολή της αποζημιώσεως το ταχύτερο δυνατόν [...]" (άρθρο 9 παρ. 1), ενώ "το σύστημα πρέπει να είναι σε θέση να ικανοποιεί τις απαιτήσεις των επενδυτών το ταχύτερο δυνατό και το αργότερο τρεις μήνες αφού αποδειχθεί το βάσιμο της απαίτησης και προσδιορισθεί το ύψος της" (άρθρο 9 παρ. 2).

Εν προκειμένω, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 της Οδηγίας 97/9 επιβάλλεται μία σαφής και άνευ όρων ή αιρέσεων υποχρέωση του συστήματος να καταβάλλει αποζημιώσεις "το σύστημα αποζημιώνει τους επενδυτές ..., όταν: οι αρμόδιες αρχές έχουν διαπιστώσει ότι, κατά την γνώμη τους, μία επιχείρηση επενδύσεων δεν φαίνεται προς το παρόν ικανή να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, τις απορρέουσες από απαιτήσεις επενδυτών, για λόγους έχοντες σχέση με την οικονομική της κατάσταση, και δεν προβλέπεται ότι θα καταστεί ικανή στο προσεχές μέλλον ή όταν δικαστική αρχή, βασιζόμενη σε λόγους που έχουν άμεση σχέση με την οικονομική κατάσταση μιας επιχείρησης επενδύσεων, εξέδωσε απόφαση, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την αναστολή της δυνατότητας των επενδυτών να επιδιώξουν την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους έναντι της εν λόγω επιχείρησης επενδύσεων, ανάλογα με το αν θα προηγηθεί η διαπίστωση ή η απόφαση", οπότε, όπως ορίζει η ίδια διάταξη, "Πρέπει να διασφαλίζεται η κάλυψη των απαιτήσεων λόγω αδυναμίας της επιχείρησης:

να αποδώσει στους επενδυτές τα κεφάλαια, τα οποία τους οφείλει ή τους ανήκουν και τα οποία κρατεί για λογαριασμό τους σε σχέση με επενδυτικές εργασίες... κατά τα ισχύοντα εκ του νόμου ή εκ συμβάσεως". Επομένως, από την Οδηγία προκύπτει ότι μόλις οι "αρμόδιες αρχές" κράτους μέλους ή οι δικαστικές του αρχές, αναλόγως του ποιές θα επιληφθούν πρώτες, διαπιστώσουν την αδυναμία επιχείρησης επενδύσεων να εκπληρώσει τις οικονομικές υποχρεώσεις της έναντι των πελατών της, το σύστημα αποζημιώνει τους πελάτες (μικροεπενδυτές).

Τίθεται επομένως ως υποχρέωση των κρατών μελών να διασφαλίσουν ότι το σύστημα που έχουν οργανώσει, ανεξαρτήτως του πώς αυτό διαρθρώνεται, είναι σε θέση να αποζημιώνει τους μικροεπενδυτές, όταν επιχείρηση επενδύσεων περιέρχεται σε κατάσταση αδυναμίας εκπλήρωσης των υποχρεώσεών της. Ως προς την διαπίστωση της κατάστασης αδυναμίας των επιχειρήσεων επενδύσεων να εκπληρώσουν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις έναντι των πελατών τους, ο κοινοτικός νομοθέτης αφήνει στα κράτη μέλη να καθορίσουν πώς οι "αρμόδιες αρχές", ήτοι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς στην περίπτωση του ελληνικού δικαίου, σύμφωνα με το άρθρο 22 της Οδηγίας 93/22, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 1 της Οδηγίας 97/9, θα διαπιστώσουν την εν λόγω αδυναμία, διότι ενδιαφέρεται για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος, καταλείποντας την επιλογή των μέσων στον εθνικό νομοθέτη.

Η εθνική νομοθεσία των κρατών μελών δεν απαγορεύεται, επομένως, να προβλέπει την διαπίστωση της αδυναμίας κάλυψης των υποχρεώσεων επιχείρησης επενδύσεων είτε από την ίδια την αρμόδια εθνική εποπτική αρχή είτε από άλλο όργανο, ειδικά προς τούτο ορισμένο από την εθνική νομοθεσία. Στην τελευταία περίπτωση, εφόσον δεν πρόκειται για δικαστική αρχή, το ειδικό όργανο θα πρέπει να εποπτεύεται από την αρμόδια εθνική εποπτική αρχή.

Η υποχρέωση του εθνικού συστήματος αποζημίωσης να καταβάλει αποζημιώσεις στους επενδυτές και καταθέτες κεφαλαίων προς επένδυση δεν επιδέχεται εξαιρέσεις, πλην των περιπτώσεων που ρητά ορίζονται στο ίδιο το κοινοτικό δίκαιο που τις προβλέπει. Τέτοιες εξαιρέσεις προβλέπονται στην Οδηγία 97/9. Πρώτον, η Οδηγία 97/9 αποκλείει την καταβολή αποζημίωσης "για απαιτήσεις απορρέουσες από συναλλαγές για τις οποίες εξεδόθη καταδικαστική ποινική απόφαση για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες..." (άρθρο 3), δηλαδή όταν πρόκειται για "ξέπλυμα χρήματος".

Δεύτερον, η Οδηγία 97/9 αναγνωρίζει στα κράτη μέλη την ευχέρεια "[...] να προβλέψουν ότι ορισμένοι επενδυτές έχουν μειωμένη κάλυψη ή δεν καλύπτονται καθόλου" (άρθρο 4 παρ. 2), στις περιπτώσεις που αναφέρει στο παράρτημα Ι αυτής "ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΞΑΙΡΕΣΕΩΝ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 4 ΠΑΡ. 2 1. θεσμικοί επενδυτές και επαγγελματίες επενδυτές [...] 2.

Υπερεθνικοί φορείς, κράτη και κεντρικές διοικητικές αρχές, 3. Περιφερειακές, επαρχιακές, δημοτικές ή κοινοτικές αρχές, 4. Διοικητικά και διευθυντικά στελέχη, εταίροι της επιχείρησης επενδύσεων, που ευθύνονται προσωπικά, εταίροι που κατέχουν τουλάχιστον το 5% του κεφαλαίου της επιχείρησης επενδύσεων, πρόσωπα υπεύθυνα για τη διενέργεια του νομικού ελέγχου των λογαριασμών της επιχείρησης επενδύσεων και επενδυτές που έχουν τις ίδιες ιδιότητες σε άλλες επιχειρήσεις του ίδιου ομίλου. 5.

Στενοί συγγενείς και τρίτοι που ενεργούν για λογαριασμό των επενδυτών που αναφέρονται στο σημείο 4. 6. Άλλες επιχειρήσεις του ίδιου ομίλου. 7. Επενδυτές οι οποίοι είναι υπαίτιοι για ορισμένες εξελίξεις ή έχουν επωφεληθεί από ορισμένα γεγονότα που αφορούν την επιχείρηση επενδύσεων και έχουν προξενήσει τις οικονομικές της δυσκολίες ή έχουν συμβάλει στην επιδείνωση της οικονομικής της κατάστασης. 8.

Εταιρίες οι οποίες λόγω του μεγέθους τους δεν επιτρέπεται να συντάσσουν συνοπτικό ισολογισμό [...]". Οι εξαιρέσεις αυτές είναι συγκεκριμένες και πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικά (ίδετε παγία νομολογία ΔΕΚ., ενδεικτικά απόφ. ΔΕΚ απόφ. της 17.6.1981, Υποθ. 113/80, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, Συλλ., σελ. 1625, σκ. 7). Επομένως, πλην των ως άνω επιτρεπομένων από την Οδηγία εξαιρέσεων, τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να διασφαλίσουν την καταβολή αποζημίωσης στους (μικρο)επενδυτές από τα συστήματα αποζημιώσεως, κατ' εφαρμογή της Οδηγίας. "Το σύστημα πρέπει να είναι σε θέση να ικανοποιεί τις απαιτήσεις των επενδυτών το ταχύτερο δυνατό και το αργότερο τρεις μήνες αφότου αποδειχθεί το βάσιμο της απαίτησης και προσδιορίσει το ύψος της.

Σε όλως έκτακτες περιστάσεις, το σύστημα αποζημίωσης μπορεί να ζητήσει από τις αρμόδιες αρχές παράταση της προθεσμίας, για ειδικές περιπτώσεις. Η εν λόγω παράταση δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τρεις μήνες" (άρθρο 9 παρ. 2). Σημειώνεται συναφώς ότι τον κοινοτικό νομοθέτη ενδιαφέρει η ικανοποίηση, επενδυτών από το σύστημα, εφόσον αποδειχθεί το βάσιμο της απαίτησης και προσδιορισθεί το ύψος της, χωρίς να προσδιορίζεται από τον κοινοτικό νομοθέτη από ποιον αποδεικνύεται το βάσιμο και προσδιορίζεται το ύψος της.

Ορίζει ωστόσο η Οδηγία τον τρόπο υπολογισμού του ύψους της απαίτησης επενδυτή: το ύψος της απαίτησης ενός επενδυτή υπολογίζεται σύμφωνα με τους νομικούς και συμβατικούς όρους, ιδίως εκείνους περί συμψηφισμού και ανταπαιτήσεων, που εφαρμόζονται για την αποτίμηση, κατά την ημερομηνία της διαπίστωσης ή της απόφασης που αναφέρονται στην παρ. 2, του ύψους του κεφαλαίου ή της αξίας, η οποία καθορίζεται με αναφορά στην αγοραία αξία όπου είναι δυνατόν, των τίτλων που ανήκουν στον επενδυτή και η επιχείρηση αδυνατεί να αποδώσει ή να επιστρέψει" (άρθρο 2 παρ. 4).

Προκύπτει αμέσως από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2, 2 παρ. 4 και 9 παρ. 2 της Οδηγίας εν συνδυασμώ, ότι ο υπολογισμός του ύψους της απαίτησης γίνεται, κατόπιν -όπως εξυπακούεται- από την απόδειξη του βάσιμου της απαίτησης, άπαξ στο όλο σύστημα αποζημίωσης, η δε καταβολή πρέπει να γίνει εντός της τασσομένης αποκλειστικής προθεσμίας, που τρέχει, από την ολοκλήρωση της διαδικασίας απόδειξης του βάσιμου και υπολογισμού του ύψους της απαίτησης.

Από τα παραπάνω συνάγεται σαφώς ότι σκοπός της Οδηγίας 97/9, ο οποίος διέπει και την ερμηνεία των διατάξεών της είναι, μέσω της δημιουργίας του συστήματος αποζημίωσης, να διασφαλίσει την ταχεία, απλή και αποτελεσματική προστασία των μικροεπενδυτών. Ενόψει αυτών, η υποχρέωση σύμφωνης προς το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου συνεπάγεται ότι το εκάστοτε εθνικό δίκαιο, που θεσπίζεται προς μεταφορά της Οδηγίας στην εθνική έννομη τάξη, θα πρέπει να ερμηνεύεται προς τον σκοπό επίτευξης του αποτελέσματος στο οποίο αποβλέπει η Οδηγία, δηλαδή την διασφάλιση της ταχείας και με απλές διαδικασίες καταβολής μίας ελάχιστης αποζημίωσης στους (μικρο)επενδυτές, ως αποτελεσματικό μέσο προστασίας των ιδίων αλλά και της εμπιστοσύνης τους προς την κεφαλαιαγορά.

Περαιτέρω, με το Ν. 2533/1997 "Χρηματιστηριακή αγορά παραγώγων και άλλες διατάξεις" (άρθρα 61 έως 78 τα οποία, κατά το άρθρο 122 του νόμου αυτού ισχύουν από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, η οποία έλαβε χώρα κατά την 11.11.1997) αναδιαρθρώθηκε το υφιστάμενο "Κοινόν Συνεγγυητικόν Κεφάλαιον Ασφαλείας των Χρηματιστηριακών Συναλλαγών" του ΝΔ/τος 3078 της 7/11 Οκτωβρίου 1954, όπως ίσχυε και μετονομάσθηκε σε "Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών", με διακριτικό τίτλο "Συνεγγυητικό", με σκοπό την καλύτερη ανταπόκριση του Συνεγγυητικού στις ανάγκες προστασίας του επενδυτικού κοινού και την προσαρμογή της νομοθεσίας προς τις διατάξεις της αναφερθείσας 97/9/ΕΚ Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3-3-1997, σχετικά με τα συστήματα αποζημιώσεως των επενδυτών.

Με την Οδηγία αυτή, τέθηκαν κανόνες, πέραν αυτών που είχαν τεθεί με την Οδηγία 93/22 ΕΟΚ, σχετικά με την προληπτική εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων, με σκοπό την προστασία των επενδυτών και τη διατήρηση της εμπιστοσύνης τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, γεγονός το οποίο έχει μεγάλη σημασία για την ολοκλήρωση και την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς στον τομέα αυτό.

Το Συνεγγυητικό αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με χαρακτήρα εξασφαλιστικό και διέπεται ως προς κάθε θέμα, που αφορά τη λειτουργία του από τις διατάξεις του ως άνω νόμου, ενώ είναι υποχρεωτική και αποτελεί προϋπόθεση της εκάστοτε παροχής καλυπτομένων επενδυτικών υπηρεσιών, η συμμετοχή (με τις αναγραφόμενες βέβαια, στο νόμο εξαιρέσεις) κάθε ΕΠΕΥ σε αυτό (άρθρα 61 παρ. 2 και 64).

Σκοπός του, κατά το άρθρο 63 του ιδίου ως άνω νόμου, είναι η καταβολή αποζημιώσεων σε εντολείς και σε αντισυμβαλλόμενα μέλη σε περίπτωση διαπιστωμένης οριστικής μη αναστρέψιμης αδυναμίας ΕΠΕΥ να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, που απορρέουν από την παροχή των καλυπτόμενων επενδυτικών υπηρεσιών και η υποστήριξη, με τον τρόπο αυτό, της σταθερότητας και αξιοπιστίας της λειτουργίας της αγοράς επενδυτικών υπηρεσιών.

Αναγκαία προϋπόθεση παροχής αποζημίωσης από το Συνεγγυητικό, κατά το άρθρο 65 του ιδίου ως άνω νόμου, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 του Ν. 2651/1998, είναι διαζευκτικά: α) η παροχή γνωστοποίησης στο Συνεγγυητικό από την ΑΕ ΑΠΟΘ., ότι μέλος δεν έχει εκπληρώσει εμπρόθεσμα υποχρεώσεις παράδοσης κινητών αξιών ή μετρητών για την εκκαθάριση χρηματιστηριακής συναλλαγής, β) η υποβολή αίτησης αποζημίωσης στο Συνεγγυητικό από εντολέα, γ) η υποβολή δήλωσης από ΕΠΕΥ προς το Συνεγγυητικό αδυναμίας εκπλήρωσης υποχρεώσεών της προς εντολείς, δ) η έκδοση οριστικής πτωχευτικής απόφασης κατά ΕΠΕΥ και ε) η ανάκληση της άδειας συστάσεως ΕΠΕΥ και η θέση της σε ειδική εκκαθάριση, σύμφωνα με το άρθρο 40 του Ν. 1806/1988.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση, δηλαδή της θέσης της ΕΠΕΥ σε ειδική εκκαθάριση, το Συνεγγυητικό καταβάλλει αποζημιώσεις σε επενδυτές για χρηματικές απαιτήσεις τους, που απορρέουν από καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες, με βάση τα παραστατικά και άλλα στοιχεία, που βρίσκονται στη διάθεση της ΕΠΕΥ ή του Κεντρικού Αποθετηρίου Τίτλων ή διαβιβάζονται σε αυτό από τον Επόπτη και τα οποία ο επόπτης εκκαθάρισης υποχρεούται να διαβιβάσει στο Συνεγγυητικό (άρθρο 65 παρ. 7).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 66 του ίδιου νόμου, η αποζημίωση του εντολέα για το σύνολο των απαιτήσεών του κατά ΕΠΕΥ, που απορρέουν από πράξεις ή παραλείψεις της, δεν μπορεί να είναι ανώτερη από το μικρότερο των εξής ποσών: α) της συνολικής απαίτησης του εντολέα: όπως θα προσδιοριστεί με απόφαση του Συνεγγυητικού ή β) του ποσού των 3.000 ευρώ, όπως το ποσό αυτό ορίστηκε με την ΥΑ (ΥΠΕΘΟ)Α 14082/Β.809/2000.

Η λήψη των αποφάσεων που αφορούν τα δικαιώματα αποζημίωσης εντολέων και την αποτίμηση των απαιτήσεών τους, ανατίθεται, από το Διοικητικό Συμβούλιο, σε ειδική επιτροπή αποζημιώσεων, η οποία αποτελείται από πέντε μέλη, τα οποία διορίζονται από το ΔΣ του Συνεγγυητικού και ο διορισμός τους εγκρίνεται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 του ίδιου ως άνω Ν 2533/1997 και για τους σκοπούς του νόμου αυτού, ως "καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες" νοούνται αποκλειστικά οι ακόλουθες υπηρεσίες: α) κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων στο ΧΜ για λογαριασμό τρίτων ή για ίδιο λογαριασμό, β) φύλαξη και διακίνηση χρηματιστηριακών πραγμάτων για λογαριασμό τρίτων για κατάρτιση συναλλαγών στο ΧΑΑ ή, που αποτελούν το προϊόν κατάρτισης συναλλαγών στο ΧΑΑ, γ) κατοχή κεφαλαίων τρίτων για κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων στο ΧΑΑ ή, που αποτελούν το προϊόν κατάρτισης συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων στο ΧΑΑ, δ) από την 26.9.1998 ή από προγενέστερη ημερομηνία, που θα καθορισθεί με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, μετά από εισήγηση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ως "καλυπτόμενες υπηρεσίες" νοούνται πλέον των υπηρεσιών των παραπάνω εδαφίων α έως γ της παρούσας παραγράφου, οι υπηρεσίες των εδαφίων α(ι), γ και δ της παρ, 1 του άρθρου 2 του Ν 2396/1996, που είναι 1) η λήψη και διαβίβαση για λογαριασμό επενδυτών εντολών για κατάρτιση συναλλαγών επί ενός ή περισσοτέρων από τα κατωτέρω αναφερόμενα χρηματοπιστωτικά μέσα:

αα) κινητές αξίες και μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, ββ) τίτλοι της χρηματαγοράς, γγ) τίτλοι προθεσμιακών χρηματοπιστωτικών συμβάσεων (futures), συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων, που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, δδ) προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRΑ), εε) συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) υποχρεώσεων με αντικείμενο επιτόκιο ή συνάλλαγμα ή συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με μετοχές με δείκτη μετοχών (equity swaps), ζζ) δικαιώματα προαιρέσεως (options) για την αγορά ή πώληση οποιουδήποτε από τους ανωτέρω τίτλους, περιλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων, που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς.

Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται, ιδίως, δικαιώματα προαιρέσεως (options) επί συναλλάγματος και επιτοκίων (βλ. εδάφ. α.ι.) 2) Διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων πελατών, στα πλαίσια εντολής τους, εφόσον τα χαρτοφυλάκια συμπεριλαμβάνουν έναν ή περισσότερους από τους τίτλους, που αναφέρονται υπό α(ι) (Βλ.

εδαφ. γ) και 3) Αναδοχή της έκδοσης του συνόλου ή μέρους των τίτλων, που αναφέρονται στο ανωτέρω εδάφιο α(ι) ή και η διάθεση τους (βλ. εδαφ. 6). Με την ίδια ως άνω διάταξη ως "κινητές αξίες" νοούνται οι κινητές αξίες, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 16 του Ν 2396/1996, ως "χρηματιστηριακά πράγματα" οι κάθε φύσης κινητές αξίες, οι οποίες εκάστοτε αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στο ΧΑΑ (παρ. 25) και ως "χρηματιστηριακές συναλλαγές" οι συμβάσεις επί χρηματιστηριακών πραγμάτων, που καταρτίζονται στο ΧΑΑ, σύμφωνα με τους εκάστοτε ισχύοντες νόμους 2 και κανονιστικές διατάξεις (παρ. 25).

Κατά το άρθρο 2 εδ. 6 και 7 του Ν. 2396/1996, με τον οποίο σκοπήθηκε κυρίως η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία της υπ' αρ. 93/22/ΕΟΚ Οδηγίας του Συμβουλίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, για τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών και της υπ' αρ. 93/6 ΕΟΚ Οδηγίας του Συμβουλίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων, ως κινητές αξίες νοούνται α) Οι μετοχές και οι λοιπές αξίες με χαρακτηριστικά μετοχών, β) Οι ομολογίες και οι λοιποί χρεωστικοί τίτλοι, που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά, γ) κάθε άλλος τίτλος, ο οποίος αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης και ο οποίος παρέχει δικαίωμα απόκτησης άλλης κινητής αξίας, μέσω εγγραφής ή ανταλλαγής ή, που παρέχει δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς.

Τα μέσα πληρωμής αποκλείονται. Ως τίτλοι χρηματαγοράς νοούνται τα χρηματοπιστωτικά μέσα, που συνήθως αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην χρηματαγορά. Με το εδ. 18 του ίδιου ως άνω άρθρου ορίζεται, ότι χρηματοπιστωτικά μέσα είναι τα μέσα, που ορίζονται στην παρ. 1 α(ι) του παρόντος άρθρου και ότι στην έννοια των χρηματοπιστωτικών αυτών μέσων δεν εμπίπτουν οι διατραπεζικές καταθέσεις.

Από όλες τις παραπάνω διατάξεις με σαφήνεια προκύπτει, ότι το Συνεγγυητικό καταβάλλει αποζημίωση στους πελάτες των ΕΠΕΥ, οι οποίες διαπιστωμένα αδυνατούν να εκπληρώσουν τις προς αυτούς υποχρεώσεις τους, που απορρέουν από την παροχή των επενδυτικών υπηρεσιών, που περιοριστικά και αποκλειστικά αναφέρονται στην παρ. 12 του άρθρου 1 του Ν. 2533/1997.

Μεταξύ των καλυπτομένων αυτών επενδυτικών υπηρεσιών είναι και η κύρια επενδυτική υπηρεσία της διαχείρισης επενδυτικών χαρτοφυλακίων πελατών, στα πλαίσια εντολής τους, όπως αυτή καθορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 εδ. γ' του Ν. 2396/1996, στην οποία ρητά παραπέμπει η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 του Ν. 2533/1997.

Από όσα αναλυτικά προεκτέθηκαν προκύπτει ότι το άρθρο 1 παρ. 12 του Ν. 2533/1997 παρέχει χαμηλότερο επίπεδο προστασίας από την Οδηγία 97/9 και ως εκ τούτου η ερμηνεία των, παραπάνω διατάξεων του εθνικού δικαίου πρέπει να γίνει υπό το φως της ως άνω Οδηγίας, ώστε να εξασφαλισθεί η αρχή της αποτελεσματικότητας του κοινοτικού δικαίου.

Από τα άρθρα 1 παρ. 4, 2 παρ. 2, 2 παρ. 4 και 8 παρ. 1 και 3 της Οδηγίας 97/9 θεωρείται ως καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία όχι μόνο κάθε πράξη λήψης, διαβίβασης και εκτέλεσης εντολών αλλά και η πράξη κατάθεσης κεφαλαίων σε σχέση με τέτοιες επενδυτικές υπηρεσίες. Ενόψει αυτού, κατ' ορθή ερμηνεία των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου, η διαχείριση επενδυτικού χαρτοφυλακίου πελατών, δεν απαιτείται να έχει μόνο ως περιεχόμενο την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, οι οποίες θα έχουν ως αντικείμενο έναν ή περισσότερους από τους εν λόγω τίτλους, αλλά, και η διαχείριση επενδυτικού χαρτοφυλακίου πελάτη που περιλαμβάνει χρήματα, που δόθηκαν σε σχέση με επένδυση.

Σημειώνεται ότι οι διατάξεις του Ν. 2396/1996 θεσπίστηκαν στο πλαίσιο ενσωμάτωσης της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ, της οποίας το πεδίο εφαρμογής είναι στενότερο εκείνου της Οδηγίας 97/9, διότι ενώ η Οδηγία 93/22 αναφέρεται μόνο σε τίτλους, η Οδηγία 97/9 ρητώς καταλαμβάνει και προστατεύει και την κατάθεση κεφαλαίων προς επένδυση.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, εκτίθεται ότι οι ενάγοντες είχαν συνάψει με την εταιρεία με την επωνυμία "ΑΣΤΡΑΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" σύμβαση παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου, που αφορούσε καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες το κείμενο της οποίας παρατίθεται στην αγωγή, για να περιγραφούν οι εκτεθείσες από αυτούς και αναληφθείσες από την εναγομένη επενδυτικές υπηρεσίες.

Ότι δυνάμει αυτών των συμβάσεων και των πρόσθετων συμβάσεων - προσαρτημάτων που επακολούθησαν και τις συνόδευαν, οι ενάγοντες ανέθεσαν στην εν λόγω ΕΠΕΥ, έναντι προμήθειας, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα τριών μηνών, τη διαχείριση διαφόρων χρηματικών ποσών, και τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών, με τον τρόπο που θα επέλεγε εκείνη, με σκοπό την επίτευξη του υψηλότερου δυνατού κέρδους.

Ότι ανακλήθηκε η άδεια σύστασης της ως άνω Ε.Π.Ε.Υ. και τέθηκε αυτή υπό ειδική εκκαθάριση, κατά το άρθρο 4α του Ν. 1806/1988. Ότι, μετά από σχετική αναγγελία των εναγόντων, ο επόπτης εκκαθάρισης προέβη στην επαλήθευση των απαιτήσεών τους και ο καθένας τους αποζημιώθηκε κατά ποσοστό 10% της απαίτησής του που επαληθεύθηκε, λόγω μη επάρκειας των χρηματικών ποσών που κατείχε η υπό εκκαθάριση εταιρεία για ικανοποίηση όλων των επενδυτών.

Ότι στη συνέχεια ο επόπτης εκκαθάρισης παρέπεμψε τις μη ικανοποιηθείσες απαιτήσεις των εναγόντων μαζί με όλα τα αποδεικτικά έγγραφα, σύμφωνα με το άρθρο 4α παρ. 8 του Ν. 2533/1997, στην επιτροπή αποζημιώσεων του άρθρου 68 παρ. 6 του Ν. 2533/1997, προκειμένου να κριθεί για ποιές από αυτές υπάρχει υποχρέωση του Συνεγγυητικού.

Ότι το εναγόμενο ("ΣΥΝΕΓΓΥΗΤΙΚΟ") αρνείται να τους καταβάλει το υπόλοιπο ποσό της απαίτησής τους, που για όσους ενάγοντες υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ, μέχρι το οποίο αυτό (το εναγόμενο) ευθύνεται, σύμφωνα με το άρθρο 66 παρ. 1 του ν. 2533/1997, προσδιορίζεται σε αυτό ακριβώς το ποσό. Κατόπιν τούτων οι ενάγοντες ζητούν να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει στον καθένα το αναφερόμενο στην αγωγή ποσό.

Η αγωγή αυτή, με το ως άνω περιεχόμενο είναι πλήρως ορισμένη και νόμιμη, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις. Η προσβαλλομένη, η οποία δίκασε επί εφέσεως και αυτεπαγγέλτως έκρινε αυτή αόριστη και την απέρριψε ως απαράδεκτη, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 14 ΚΠολΔ, ώστε, ο εκ της διατάξεως αυτής, λόγος αναιρέσεως, είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ). Το αναιρεσίβλητο πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμό 8588/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.-

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.-

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2011.-

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Απριλίου 2011.-

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ