Legislator Case Law & Legislation
533/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, holding only substantive appeals target final judgments.

Case Number 533/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final appellate judgment and the first-instance ruling. The appellant argued that the lower court erred in finding a debt acknowledgment, but the court ruled that such factual determinations are not subject to appellate review. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because it targeted judgments that were not legally appealable under the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Art. 553(1) of the Civil Procedure Code; Art. 566(2) of the Civil Procedure Code: An appeal lies only against the final judgment that concludes the trial; if the appeal is rejected on formal grounds, the appeal may target both the appellate and first-instance judgments regarding the substance of the case.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code appeal admissibility final judgment substantive appeal formal rejection debt acknowledgment judicial costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 553(1) of the Civil Procedure Code
Art. 566(2) of the Civil Procedure Code
Art. 495(3) of the Civil Procedure Code
Art. 176 of the Civil Procedure Code
Art. 180(1) of the Civil Procedure Code
Art. 183 of the Civil Procedure Code
Art. 189(1) of the Civil Procedure Code
Art. 191(2) of the Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated
OLAP 40/1996
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 533 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 533/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΡΟΔΟΓΚΑΖ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΣ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΥ - ΥΓΡΑΕΡΙΟΥ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σίνο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ Α.Ε." (πρώην "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΣ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΥ Α.Ε.)", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Δούναβη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/7/1998 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2000 μη οριστική και 312/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 73/2018 οριστική του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19/9/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 553 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και απορριφθεί κατ' ουσία ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσία και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η τελεσίδικη (εφετειακή) απόφαση, που περατώνει τη δίκη, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη (Ολ.Α.Π. 40/1996). Μόνον εάν η έφεση απορριφθεί για τυπικούς λόγους, σε αναίρεση υπόκειται τόσο η εφετειακή, για το σχετικό με την απόρριψη κεφάλαιο αυτής όσον και η πρωτόδικη απόφαση, ως προς την ουσία της υπόθεσης, οπότε και απαιτείται η, κατά το άρθρο 566 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., κατάθεση της αίτησης αναίρεσης και στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση από 19-9-2019 (23/27-9-2019) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 73/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, συμπροσβαλλομένης και της 312/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου.

Με την ανωτέρω εφετειακή απόφαση έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ' ουσία οι αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της προαναφερόμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη η αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, που αφορά στην αναγνώριση της ευθύνης της τελευταίας, κατ' άρθρο 479 του Α.Κ.

Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, ενώ, κατά το μέρος, που δι' αυτής προσβάλλεται η απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 3 Β' αριθμ. 4, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή, το δικαστήριο προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του (Ολ.Α.Π. 9/2001) είτε εφαρμόστηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (Ολ.Α.Π. 7/2006, Ολ.Α.Π. 4/2005), ελέγχονται, δηλαδή, τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων.

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Για το ορισμένο του λόγου αυτού, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα καθώς και η επίδραση του σφάλματος αυτού στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή, στην έννομη συνέπεια, που εσφαλμένα διαγνώστηκε ή δεν διαγνώστηκε, (Ολ.Α.Π. 27/2008, Ολ.Α.Π. 28/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και, υπό τα οποία, συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 1/1016, Ολ.Α.Π. 20/2005).

Ο εν λόγω αναιρετικός λόγος ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά, που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών, ακόμη και σε προφορικώς καταρτισθείσες συμβάσεις.

Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του Α.Κ., υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι, κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι, ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας, με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του Α.Κ.

Ωστόσο, μόνη η παράλειψη μνείας των διατάξεων αυτών δεν καθιστά αναιρετέα την απόφαση, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε τελικώς υπόψη, κατά την ερμηνεία της δικαιοπραξίας, τα κριτήρια που προβλέπονται στις διατάξεις αυτές. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, το οποίο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού του συλλογισμού, σχετικά με ουσιαστικό πραγματικό ισχυρισμό α) δεν αναφέρει καθόλου πραγματικά περιστατικά (παντελής έλλειψη αιτιολογίας), β) τα εκτιθέμενα περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), γ) τα περιστατικά αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι, λόγω της πλημμέλειας αυτής, δεν μπορεί να ελεγχθεί από τον Άρειο Πάγο, αν συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν οι όροι εκείνης που εφαρμόστηκε (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Ιδρύεται, επίσης, ο λόγος αυτός, όταν η διατύπωση της απόφασης είναι ενδοιαστική, που ισοδυναμεί με ανεπαρκή. Ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση ή στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολογία του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκή αιτιολογία (Ολ.ΑΠ. 861/1984).

Πρέπει, δηλαδή, να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς τι αποδείχθηκε ή τι δεν αποδείχθηκε και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 479 του Α.Κ., στην οποία ορίζεται ότι "αν με σύμβαση μεταβιβάστηκε περιουσία ή επιχείρηση αυτός που αποκτά ευθύνεται απέναντι στο δανειστή έως την αξία των μεταβιβαζόμενων στοιχείων για τα χρέη που ανήκουν στην περιουσία ή στην επιχείρηση.

Η ευθύνη αυτού που μεταβιβάζει εξακολουθεί να υπάρχει", καθιερώνεται αναγκαστική εκ του νόμου σωρευτική αναδοχή των χρεών, με την έννοια του άρθρου 477 του Α.Κ. και δημιουργείται έτσι παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ του μεταβιβάζοντος - οφειλέτη και του αποκτώντος, από αυτούς δε τους δύο, ο μεν πρώτος ευθύνεται απεριόριστα, ο δε δεύτερος περιορισμένα και συγκεκριμένα μέχρι την αξία των μεταβιβαζομένων, κατά το χρόνο της μεταβίβασης.

Για τη θεμελίωση της ευθύνης του αποκτώντος απαιτείται όπως η μεταβίβαση περιλαμβάνει ένα προς ένα όλα τα στοιχεία, που συνιστούν το ενεργητικό της μεταβιβαζόμενης περιουσίας, έστω και αν εξαιρέθηκαν από αυτήν αντικείμενα ασήμαντης αξίας. Επί μεταβιβάσεως μεμονωμένων αντικειμένων, πρέπει αυτά να αποτελούν όλο το ενεργητικό της περιουσίας ή το σημαντικότερο ποσοστό αυτής.

Επιπλέον, ο αποκτών πρέπει να τελεί σε γνώση ότι του μεταβιβάστηκε η όλη περιουσία ως σύνολο ή το σημαντικότερο ποσοστό αυτής. Η γνώση αυτή θεωρείται ότι υπάρχει και όταν, ενόψει των συνθηκών, υπό τις οποίες έλαβε χώρα η μεταβίβαση, ο αποκτών μπορούσε να αντιληφθεί ότι τα περιουσιακά στοιχεία, που απέκτησε, αποτελούσαν το σύνολο της περιουσίας του μεταβιβάζοντος-οφειλέτη ή το σημαντικότερο ποσοστό της.

Περαιτέρω, επιχείρηση (ως αντικείμενο δικαίου) αποτελεί σύνολο ποικίλων ανομοιογενών στοιχείων, πραγμάτων, δικαιωμάτων, άυλων αγαθών (εμπορική επωνυμία, σήμα, διακριτικά γνωρίσματα), πραγματικών καταστάσεων και σχέσεων προς την αγορά, στην οποία δραστηριοποιείται (πελατεία, φήμη, θέση καταστήματος, αναπτυξιακές προοπτικές και ελπίδες), το οποίο (σύνολο) τελεί υπό οικονομική οργάνωση και ενότητα και ανήκει σε ορισμένο φορέα.

Έτσι, η επιχείρηση συνιστά αναμφίβολα μία οικονομική ενότητα, που οργανώνεται στη βάση μιας συγκεκριμένης επιχειρηματικής ιδέας και δραστηριότητας, που αποτελούν προϊόν της διάνοιας του επιχειρηματία. Με την έννοια αυτή, η επιχείρηση συνιστά καθ' εαυτή άυλο αγαθό, που περιλαμβάνει το σύνολο των κατ` ιδίαν εμπραγμάτων, ενοχικών ή άλλων επί άυλων αγαθών δικαιωμάτων, με τα οποία ο επιχειρηματίας εξουσιάζει καθένα από τα περιουσιακά στοιχεία, από τα οποία απαρτίζεται η επιχείρηση, όπως ακίνητα, κινητά, επωνυμία σήμα, διακριτικά γνωρίσματα (Ολ.

Α.Π. 7/2009). Οι πιο πάνω ρυθμίσεις ισχύουν και όταν ολόκληρη η περιουσία ή η επιχείρηση του οφειλέτη μεταβιβάζεται σε άλλον, όχι με μία, αλλά με περισσότερες μεταβιβαστικές πράξεις και μάλιστα είτε συγχρόνως είτε διαδοχικά, με την προϋπόθεση, όμως, στην τελευταία περίπτωση, ότι οι πράξεις αποτελούν μεταξύ τους ενότητα ή, με άλλη διατύπωση, βρίσκονται σε στενή χρονική και οικονομική σχέση, όπως και όταν δεν μεταβιβάζεται στον αποκτώντα η επιχείρηση ως προς όλα τα επί μέρους στοιχεία της, αλλά ως προς ορισμένα, τα οποία, όμως, συνθέτουν τον πυρήνα που είναι αναγκαίος, ώστε να είναι δυνατή η εξακολούθηση της λειτουργίας της.

Οι διατάξεις, όμως, αυτές δεν εφαρμόζονται, όταν το σύνολο περιουσίας ή επιχειρήσεως μεταβιβάζεται τμηματικά σε περισσότερα διαφορετικά πρόσωπα, εκτός αν εκείνοι, που αποκτούν, γνωρίζουν αυτό, ότι, δηλαδή, οι πλείονες συμβάσεις έγιναν με το σκοπό της μεταβίβασης της περιουσίας, οπότε η ευθύνη καθενός από αυτούς περιορίζεται ανάλογα με το τμήμα της περιουσίας που απέκτησε.

Ως χρέη της περιουσίας, που μεταβιβάστηκε, νοούνται οφειλές οποιασδήποτε φύσεως, είτε εκ συμβάσεως είτε εξ αδικοπραξίας (εκτός των προσωποπαγών), αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος να υπήρχε, κατά το χρόνο της μεταβίβασης, με την έννοια δε αυτή περιλαμβάνονται και εκείνα που, κατά το χρόνο της μεταβιβαστικής σύμβασης, τελούν υπό προθεσμία ή αίρεση, καθώς και εκείνα που προέρχονται από μεταβολή ή επέκταση της ενοχής, η οποία υπήρχε, κατά το χρόνο της μεταβίβασης.

Ως χρέη, λοιπόν, που ανήκουν στη μεταβιβαζόμενη περιουσία ή επιχείρηση, κατά τον κρίσιμο χρόνο της μεταβίβασης, ήτοι της κατάρτισης της εκποιητικής δικαιοπραξίας (ή των διαδοχικών εκποιητικών δικαιοπραξιών) και για τα οποία ευθύνεται ο αποκτών, θεωρούνται και εκείνα, τα παραγωγικά αίτια των οποίων είχαν συντελεστεί, κατά το χρόνο της μεταβίβασης της περιουσίας ή της επιχείρησης (ή της ολοκλήρωσης της μεταβίβασης αυτών), έστω και αν αυτά (χρέη) κατέστησαν μεταγενέστερα ληξιπρόθεσμα ή απαιτητά καθώς και εφόσον ερείδονται σε υφιστάμενη έννομη σχέση, από την οποία πηγάζει υποχρέωση προς παροχή.

Δεν απαιτείται γνώση του αποκτώντος για την ύπαρξη των χρεών, κατά το χρόνο της μεταβίβασης, ούτε επίσης απαιτείται να προϋφίσταται δικαστική αναγνώριση τούτων σε δίκη μεταξύ του μεταβιβάζοντος οφειλέτη και του δανειστή μέχρι του χρόνου της μεταβίβασης. Η αγωγή του δανειστή, με έρεισμα την ύπαρξη συμβάσεως περί μεταβιβάσεως περιουσίας ή ποσοστού αυτής, πρέπει να διαλαμβάνει α) την ύπαρξη τέτοιας συμβάσεως, β) τις κατά του μεταβιβάσαντος απαιτήσεις του, που είχαν γεννηθεί, πριν από τη σύμβαση και γ) σε περίπτωση μεταβιβάσεως μεμονωμένων περιουσιακών στοιχείων, που εξαντλούν την περιουσία ή αποτελούν το πλέον σημαντικό τμήμα αυτής, το γεγονός ότι εκείνος που απέκτησε γνώριζε αυτό ή ήταν σε θέση να το γνωρίζει, κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών.

Από τη διάταξη του άρθρου 361 του Α.Κ., με την οποία θεσπίζεται γενικώς η ελευθερία της σύναψης ποικίλου περιεχομένου συμβάσεων δεσμευτικών για τους συμβαλλομένους, αρκεί το περιεχόμενό τους να μην προσκρούει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη, προκύπτει ότι είναι ισχυρή η σύμβαση, με την οποία αναγνωρίζει κάποιος το χρέος από ορισμένη αιτία.

Εξάλλου, από το συνδυασμό της ανωτέρω διάταξη με εκείνες των άρθρων 185, 191 και 193 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι η σύμβαση καταρτίζεται με πρόταση και αποδοχή αυτής. Η πρόταση πρέπει να είναι πλήρης, να περιέχει, δηλαδή, όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη σκοπούμενη σύμβαση και, προπαντός, τα ουσιώδη, ενώ, από τα επουσιώδη, εκείνα, τα οποία ο προτείνων νομίζει ότι πρέπει να εξαρθούν ιδιαίτερα.

Αντίστοιχα, η αποδοχή της πρότασης για τη σύναψη σύμβασης, πρέπει να είναι σύμφωνη με το περιεχόμενο της πρότασης, χωρίς επιφύλαξη ή τροποποίηση, να ακολουθεί την πρόταση και να περιέλθει σ' αυτόν που πρότεινε. Δικαιοπρακτικός χαρακτήρας, με βάση την ακολουθούμενη από τα μέρη πρακτική, μπορεί, ερμηνευτικώς, να δοθεί και στη σιωπή εκείνου, προς τον οποίο απευθύνεται η πρόταση.

Η σύμβαση, με την οποία αναγνωρίζει κάποιος το χρέος που έχει από ορισμένη αιτία, δεν προβλέπεται μεν ρητά από τον Αστικό Κώδικα, ερείδεται, όμως, στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 361 του Α.Κ. Η σύμβαση αυτή, η οποία διαφέρει από τη ρυθμιζόμενη από τα άρθρα 873-875 του Α.Κ. αναιτιώδη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, καταρτίζεται ατύπως, είτε είναι απλώς επιβεβαιωτική του υπάρχοντος χρέους, με την έννοια ότι τα μέρη δεν θέλησαν να δημιουργήσουν με αυτή νέα αυτοτελή ενοχή, αλλά απέβλεψαν είτε στη δημιουργία απλού αποδεικτικού μέσου με τη μορφή της εξώδικης ομολογίας (άρθρο 352 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.) είτε στη διακοπή της παραγραφής (άρθρο 260 του Α.Κ.) ή σε ανάλογα νομικά αποτελέσματα, όπως κατά τα άρθρα 156, 272 παρ.2 του Α.Κ.

είτε γενικότερα σκοπεί στην αποσαφήνιση ή στη διασφάλιση της βασικής ενοχής από τυχόν ελαττώματα και ενστάσεις, από τις οποίες γίνεται έτσι ρητή ή σιωπηρή παραίτηση. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η αιτιώδης αναγνώριση χρέους ευρίσκεται σε στενή εξάρτηση από τη βασική σχέση και τη γενεσιουργό αιτία αυτής.

Γενική κατευθυντήρια γραμμή προς λύση του ζητήματος, σχετικά με το αν πρόκειται για νέα αυτοτελή ενοχή ή παροχή αποδεικτικού μέσου για την ύπαρξη του χρέους, μπορεί να χρησιμεύσει ο κανόνας ότι κύρια σύμβαση αναγνωρίσεως υπάρχει, όταν αντικείμενο αυτής είναι κάποια έννομη σχέση και, ειδικότερα, όταν, αναφορικά προς υπάρχουσα οφειλή, αναλαμβάνεται κάποια υποχρέωση, ενώ, δεν υπάρχει σύμβαση αναγνωρίσεως, όταν ομολογούνται, απλώς, ορισμένα γεγονότα, οπότε υπάρχει απλώς μόνο αποδεικτικό μέσο.

Στην πρώτη περίπτωση, αναφορικά με υπάρχουσα οφειλή, αναλαμβάνεται κάποια υποχρέωση, ενώ δεν υπάρχει σύμβαση αναγνωρίσεως, όταν ομολογούνται απλώς ορισμένα γεγονότα, οπότε υπάρχει μόνο αποδεικτικό μέσο και, συνεπώς, αποτελεί αντικείμενο ερμηνείας της συγκεκριμένης σύμβασης (Ολ.Α.Π. 5/2016, Α.Π. 1125/2020, Α.Π. 919/2020, Α.Π. 913/2020, Α.Π. 97/2020, Α.Π. 51/2020).

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, διέλαβε τα εξής: "Η ενάγουσα ήδη εφεσίβλητη, υπό την αρχική επωνυμία της, ήτοι "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΥ Α.Ε.", συνήψε στις 18-5-1992 σύμβαση προμήθειας πετρελαιοειδών με την εταιρεία με την επωνυμία "Rodoil A.E.", εταιρεία αποθήκευσης και διανομής πετρελαιοειδών.

Η σύμβαση αυτή είχε διετή διάρκεια και ανανεώθηκε στις 2-8-1994 με τους ίδιους όρους για δύο ακόμη έτη. Με τη σύμβαση αυτή η άνω πρώτη των συμβαλλομένων εταιρεία (πωλήτρια) ανέλαβε την υποχρέωση να πωλεί και να παραδίδει στη δεύτερη (αγοράστρια) πετρελαιοειδή προϊόντα έναντι τιμήματος που η αγοράστρια θα κατέβαλε υπό τους προβλεπόμενους στη σύμβαση όρους....

Στο χρονικό διάστημα της συνεργασίας τους αυτής οι δύο εταιρείες τηρούσαν, κατά πάγια πρακτική, λογιστικά βιβλία, με αμοιβαία ενημέρωση μεταξύ των λογιστηρίων τους, έτσι ώστε να διαπιστώνεται η ταύτιση των, βάσει των καταχωριζόμενων τιμολογίων, πιστώσεων και χρεώσεων, όπως και το προκύψαν κάθε φορά υπόλοιπο οφειλής της αγοράστριας εταιρείας.

Στις 7-10-1996, ήτοι μετά τη λήξη της δεύτερης ως άνω σύμβασης προμήθειας, η αγοράστρια εταιρεία Rodoil A.E. αιτήθηκε μέσω τηλεομοιοτυπίας στην πωλήτρια τη γνωστοποίηση του χρεωστικού την 30-9-1996 υπολοίπου, ενέργεια στην οποία προέβη η τελευταία αυθημερόν, απαντώντας επίσης μέσω τηλεομοιοτυπίας με τη με αριθμό … επιστολή της, όπου ανέφερε το συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο της Rodoil AE ανερχόμενο σε 3.056.283.044 δρχ., με σχετική ανάλυση των επιμέρους ποσών.

Ακολούθησε η από 31.10.1996 επιστολή της αγοράστριας, υπογεγραμμένη από τον Πρόεδρο και Διευθ. Σύμβουλο του Δ.Σ. αυτής, στην οποία ρητά αναφέρεται η συμφωνία του ανωτέρω λογιστικού με το υπόλοιπο που εμφανίζεται στα λογιστικά βιβλία της αγοράστριας εταιρείας, προτείνοντας μάλιστα η τελευταία τη ρύθμιση της άνω οφειλής...

Η από 7-10-1996 και με αριθμό 44026 επιστολή της πωλήτριας εταιρείας προς την αγοράστρια εταιρεία συνιστά πρόταση κατά την έννοια του άρθρου 185 ΑΚ και η από 31-10-1996 επιστολή της αγοράστριας προς την πωλήτρια εταιρεία συνιστά αποδοχή της προηγηθείσας πρότασης κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 189 ΑΚ. Με τον τρόπο αυτό καταρτίστηκε (192 ΑΚ) σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους της Rodoil A.E. προς τη Δ.Ε.Π.

με επιμέρους χρεωστικά υπόλοιπα ανά μερικότερη αιτία... Σε κάθε περίπτωση η ανωτέρω πρόταση για ρύθμιση της οφειλής προϋποθέτει ότι η τελευταία έχει αναγνωριστεί από τον οφειλέτη. Η επιστολή που συνιστά την αποδοχή της πρότασης φέρει την υπογραφή του νόμιμου εκπροσώπου της, ο οποίος ήταν Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας Rodoil και δέσμευε την αγοράστρια εταιρεία με μόνη την υπογραφή του...

Στις 23-9-1996 η αγοράστρια εταιρεία (Rodoil A.E.) δυνάμει του με αριθμό …/1996 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Ρόδου Αντωνίου Νεοφύτου, μεταβίβασε λόγω πώλησης στην εναγομένη τα ακόλουθα ακίνητα: 1) αγρό, εκτάσεως 5.240 τ.μ., που βρίσκεται στην Κτηματική Περιφέρεια Ρόδου... και 2) αγρό έκτασης 2.400 τ.μ., με τα ανεγερθέντα κτίσματα...

Επιπροσθέτως, όπως προκύπτει από 27-12-1996 σύμβαση αναδοχής χρέους, που καταρτίστηκε και υπογράφηκε μεταξύ της ανωτέρω μεταβιβάστριας εταιρείας και της ανωτέρω αποκτώσας εταιρείας... μεταβιβάστηκαν στην εναγομένη όλες οι ευρισκόμενες στα όμορα ακίνητα εγκαταστάσεις, ήτοι φιάλες, μέσα μεταφοράς, δεξαμενές, μέσα μηχανογράφησης και επικοινωνία καθώς και το πελατολόγιο της Rodoil A.E.

Συνεπώς, η ανωτέρω επιχείρηση μεταβιβάστηκε "ως σύνολο" γεγονός, το οποίο ήταν εν γνώσει του Δ.Σ. της εταιρείας, αφού επρόκειτο για δύο επιχειρήσεις ιδιοκτησίας και ελέγχου της οικογένειας Χ.... Η αξία δε της μεταβιβασθείσας επιχείρησης κατά το χρόνο της μεταβίβασης ανέρχονταν σε 550.000.000 δρχ... η απαίτηση κατά της ενάγουσας κατά της πτωχής πλέον Rodoil A.E., ποσού 3.056.283.044 δρχ. Το ποσό αυτό είναι απαιτητό και ληξιπρόθεσμο, δεδομένου ότι η απαίτηση δεν πηγάζει από τις δύο συμβάσεις προμήθειας, αλλά από την αιτιώδη αναγνώριση χρέους...

Συνεπώς, αφού η επιχείρηση μεταβιβάστηκε ως σύνολο, εν γνώσει της εναγομένης αποκτώσας εταιρείας, χωρίς να υπάρχουν λοιπά περιουσιακά στοιχεία ικανά για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας, η δε εναγομένη δεν εξόφλησε ολοσχερώς την απαίτηση αυτή μέχρι το ύψος της αξίας της μεταβιβασθείσας επιχείρησης, η τελευταία δεν ελευθερώθηκε...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Υπό τις ως άνω παραδοχές, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, προέβη σε ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 479 του Α.Κ., αφού δέχθηκε, με σαφή, πλήρη και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία της ελάσσονος προτάσεως του δικανικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθεισών ως άνω διατάξεων, την κατάφαση της συνδρομής των υπ' αυτών προβλεπόμενων προϋποθέσεων για τη, σωρευτικά μεταξύ της μεταβιβάσασας ως άνω εταιρείας - οφειλέτιδας της αναιρεσίβλητης και της αποκτήσασας τη μεταβιβασθείσα περιουσία-αναιρεσείουσας, αναδοχή των προς την αναιρεσίβλητη χρεών της πρώτης και ειδικότερα:

α) την κατάρτιση, μεταξύ της μη διαδίκου στην παρούσα δίκη ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "RODOIL A.E." και της αναιρεσείουσας, των δύο (2) διαδοχικών μεταβιβαστικών συμβάσεων, που τελούν σε στενή χρονική και οικονομική σχέση μεταξύ τους, από την πρώτη προς τη δεύτερη, της αναφερόμενης επιχείρησης και συγκεκριμένα, της μεταβίβασης των δύο (2) συνεχόμενων ακινήτων, μετά των επ' αυτών δεξαμενών υγραερίου, σωληνώσεων σύνδεσης των δεξαμενών αυτών, γραφείου και πλατφόρμας πλήρωσης φιαλών, δυνάμει του …/…-9-1996 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Ρόδου Αντωνίου Νεοφύτου, που μεταγράφηκε νόμιμα και, ακολούθως, της μεταβίβασης των φιαλών, των δεξαμενών, των μέσων μεταφοράς, των γραφείων και των μέσων μηχανοργάνωσης και τηλεπικοινωνίας, που έλαβε χώρα στις 27-12-1996, ώστε να είναι, πλέον, δυνατή η νόμιμη εξακολούθηση της λειτουργίας της επιχείρησης, γεγονός, το οποίο γνώριζε η αναιρεσείουσα και β) την ύπαρξη, κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο της ολοκληρώσεως της μεταβιβάσεως, του χρέους της μεταβιβάσασας - οφειλέτιδας εταιρείας ("RODOIL A.E.") προς την αναιρεσίβλητη, ποσού 3.056.283.044 δρχ., όπως καθορίστηκε με την αιτιώδη αναγνώριση χρέους, η οποία καταρτίστηκε με την …/…-10-1996 επιστολή της τελευταίας (αναιρεσίβλητης) προς την οφειλέτιδα - μη διάδικο, εταιρεία ("RODOIL A.E.") και την από 31-10-1996 επιστολή της τελευταίας προς την αναιρεσίβλητη-αποδοχή αυτής, δηλαδή, σε χρόνο προγενέστερο της μεταβιβάσεως της ως άνω επιχειρήσεως, ως συνόλου, από την οφειλέτιδα εταιρεία ("RODOIL A.E.") στην αναιρεσείουσα, με συνέπεια να δημιουργείται η από το άρθρο 479 του Α.Κ., σε συνδυασμό με το άρθρο 477 του ίδιου Κώδικα, σωρευτική ευθύνη της αναιρεσείουσας και της μεταβιβάσασας την επιχείρηση εταιρείας.

Επομένως, από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες δικαιολογούν το αποδεικτικό της πόρισμα και την έννοια της ορθής υπαγωγής των αναιρετικώς ανέλεγκτων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου, δεν βρίσκουν έρεισμα οι περί του αντιθέτου προβαλλόμενες από τον άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.

αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, όπως περιέχονται στον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ο οποίος, για το λόγο αυτό, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ίδιες ως άνω αναιρετικές πλημμέλειες, ήτοι οι προβλεπόμενες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Συγκεκριμένα, με το πρώτο σκέλος του λόγου τούτου, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., προκειμένου να διασαφηνιστεί ο χαρακτήρας της καταρτισθείσας μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της εταιρείας "Rodoil A.E." συναφθείσας συμβάσεως αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, ως παράγουσας αυτοτελή ενοχή ή ως απλώς επιβεβαιωτική τοιαύτη.

Οι αιτιάσεις αυτές τυγχάνουν, απορριπτέες πρωτίστως, ως απαράδεκτες, αφενός μεν λόγω αοριστίας του αναιρετηρίου δικογράφου, καθόσον δεν αναφέρεται σ' αυτό η επίδραση του επικαλούμενου σφάλματος στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αφετέρου δε, λόγω αλυσιτέλειας, δοθέντος ότι ο χαρακτήρας της επίμαχης αιτιώδους αναγνώρισης χρέους είτε ως παράγουσας αυτοτελή ενοχή είτε ως λειτουργούσας επιβεβαιωτικώς της υφιστάμενης ενοχής εκ της σύμβασης προμήθειας καυσίμων, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην έννοια του χρέους, που απαιτείται για τη θεμελίωση της αξίωσης εκ της διάταξης του άρθρου 479 του Α.Κ., αφού, η εκ της συμβάσεως αυτής οφειλή, υπό οποιανδήποτε έννοια, αποτελεί χρέος της μεταβιβάσασας την επιχείρηση εταιρείας ("Rodoil A.E.") προς την αναιρεσίβλητη, κατά τα στη μείζονα σκέψη εκτιθέμενα, προϋφιστάμενο και γεγενημένο, κατά το χρόνο μεταβίβασης της επιχείρησης στην αναιρεσείουσα.

Σε κάθε περίπτωση, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που προεκτίθενται, δεν προκύπτει ότι το Εφετείο διέγνωσε, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ως προς το είδος της συμβάσεως, αλλά, αντιθέτως, έκρινε ότι μεταξύ της μεταβιβάσασας την επιχείρηση οφειλέτιδας εταιρείας και της αναιρεσίβλητης καταρτίστηκε αιτιώδης αναγνώριση χρέους, παράγουσα αυτοτελή ενοχή, καθόσον δι' αυτής δεν ομολογήθηκαν απλώς γεγονότα, ήτοι το χρέος της οφειλέτιδας στην αναιρεσίβλητη, αλλά ανελήφθη από την πρώτη υποχρέωση για την εξόφληση τούτου.

Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου (δεύτερου) λόγου της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς ειδικότερη αιτιολογία ή εξήγηση ότι η επίμαχη σύμβαση είναι αιτιώδης αναγνώριση χρέους και παράγει αυτοτελή ενοχή, χωρίς να παρατίθεται το συμπέρασμα για το πώς το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση αυτή, παραβιάζοντας έτσι εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 185, 189 και 192 του Α.Κ.

Οι αιτιάσεις αυτές, όμως, δεν θεμελιώνουν την επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα αναιρετική πλημμέλεια, καθόσον, για την πληρότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αρκεί να παρατίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια τα αποδειχθέντα, ενώ, το γιατί αποδείχθηκαν δεν αποτελεί παραδοχή της απόφασης, αλλά επιχείρημα του Δικαστηρίου, μη υποκείμενο, ως εκ τούτου, σε αναιρετικό έλεγχο.

Μετά ταύτα, ο δεύτερος λόγος πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί. Πρέπει, συνεπώς, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ. δ του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί αυτή στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός της (άρθρ. 176, 180 παρ.1, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19-9-2019 (23/27-9-2019) αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΡΟΔΟΓΚΑΖ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΣ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΥ-ΥΓΡΑΕΡΙΟΥ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ Α.Ε." για αναίρεση της 73/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου και της 312/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ