533/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated533/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): σε χρόνο προγενέστερο της ένταξης του κλάδου υγείας αυτού στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (οπότε, κατά την προεκτεθείσα διάταξη της § 9 του άρθρου 26 του Ν. 3918/2011, οι ιατροί μεταφέρθηκαν αυτοδικαίως στον εν λόγω Οργανισμό), ανεξαρτήτως, μάλιστα, εάν αυτοί συνέχισαν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., μετά τη σύστασή του, ή εάν η εργασιακή τους σχέση με το Ι.Κ.Α. -Ε.Τ.Α.Μ.
Full text
Απόφαση 533 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 533/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Tης αναιρεσείουσας - καλούσας: Χ.Κ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο -Ελευθέριο Τάγαρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσειόντων - καθών η κλήση: (ΣΥΝΟΛΟ 173) … , κατοίκου/κατοίκων …. Όλοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο - Ελευθέριο Τάγαρη, με δήλωση του άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., εκτός από τους 11ο, 13η, 16η, 20ο, 37ο, 46η, 49ο, 52ο, 55ο, 57ο, 65ο, 70ο, 73ο, 76ο, 99ο, 115η, 119ο, 135η, 138η, 142ο, 151ο, 152η, 155ο, 161ο, 167ο, 169ο και 172ο , οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Ο ως άνω δικηγόρος (Δημήτριος - Ελευθέριος Τάγαρης) είχε καταθέσει τις από 24/10/2016 προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Στάθη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία είχε καταθέσει τις από 6/3/2017 προτάσεις.
Των καθών η κλήση: 1)Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης - Ε.Φ.Κ.Α.", ως οιονεί καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών", το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Καραβέλα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία είχε καταθέσει τις από 1/10/2018 προτάσεις, 2)Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" (1η Δ.Υ.Π.Ε.
Αττικής) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Μουζουράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε από 27/3/2017 και τις από 9/12/2019 προτάσεις, 3)Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "2η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου" (2η ΔΥΠΕ), νόμιμα εκπροσωπούμενου, που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παφίλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος είχε καταθέσει τις από 22/10/2018 προτάσεις, και 4)Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ - ΟΦΘΑΛΜΙΑΤΡΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ - ΠΟΛΥΚΛΙΝΙΚΗ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικός διάδοχος του 3ου Νοσοκομείου ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Νικηφοράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε τις από 19/10/2018 προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/10/2006 αγωγή των αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η 1008/2009 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 9/4/2012 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1603/2017 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση και διέταξε την Χ. Κ… να καλέσει τους ομοδίκους της στη νέα δικάσιμο που θα ορισθεί. Η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση με την από 30/1/2018 κλήση της καλούσας, επί της οποίας εκδόθηκε η 355/2019 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Η υπόθεση επαναφέρεται με την από 23/07/2019 κλήση της καλούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Μαντούβαλος ανέγνωσε την από 10/11/2016 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Γεωργίου Μιχολιά, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 23-7-2019 κλήση, νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η από 9-4-2012 και με αρ. καταθ. 38/10-4-2014 αίτηση αναίρεσης κατά της 1008/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, μετά την έκδοση της υπ' αρ. 355/2019 αποφάσεως του παρόντος Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης.
Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την καλούσα υπ' αριθμ. 8743Ε'/17-9-2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ν.Κ., ακριβές αντίγραφο της κλήσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους 11ο, 13η, 16η, 20ο, 37ο, 46η, 49ο, 52ο, 55ο, 57ο, 65ο, 70ο, 73ο, 76ο, 99ο, 115η, 119ο, 135η, 138η, 142ο, 151ο, 152η, 155ο, 161ο, 167ο, 169ο, και 172ο των καθών η κλήση.
Κατά συνέπεια, εφόσον, σύμφωνα με τα πρακτικά, αυτοί δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσαν δήλωση (ΚΠολΔ 242 § 2 και 573 § 1), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ. Επισημαίνεται ότι εκ παραδρομής οι αναιρεσείοντες εμφανίζονται στην αναίρεση αθροιστικά ως 178 διάδικοι αντί του ορθού συνολικού αριθμού αυτών σε 174, όπως είναι στην κλήση, δεδομένου ότι η 17η αναιρεσείουσα εμφανίζεται και στην 83η θέση της αίτησης (αναίρεσης), ο 44ος και στην 123η θέση της αίτησης, ο 62ος και στην 96η θέση και ο 72ος αναιρεσείων και στην 76η θέση της αίτησης.
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης βάλλεται η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η από 22-10-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων κατά του νπδδ με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων -Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ -ΕΤΑΜ)", οιονεί καθολικός διάδοχος του Κλάδου Υγείας του οποίου κατά το χρόνο της αναίρεσης ήταν το αναιρεσίβλητο νπδδ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ)", με την οποία (αγωγή) οι ενάγοντες -αναιρεσείοντες επικαλούμενοι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ιδιωτικού δικαίου ως ιατροί σε Κέντρα Υγείας του εναγομένου αιτούνται το προβλεπόμενο από τα άρθρα 8 § 7 ν. 2470/1997 και 8 § 5 ν. 3205/2003 νοσοκομειακό επίδομα. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και παρήλθε άπρακτη η προθεσμία άσκησης της έφεσης (ΚΠολΔ 518 § 2, 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1, 144, όπως ίσχυαν πριν την αντικ. με το άρθρο τρίτο Ν. 4335/2015). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).
Κατά το άρθρο 556 § 1 ΚΠολΔ, δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, ... οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι αυτών, κατά δε το άρθρο 558 εδ. α' ΚΠολΔ, η αναίρεση απευθύνεται κατ' εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Οι καθολικοί ή οιονεί καθολικοί διάδοχοι των διαδίκων, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητά τους αυτή μετά την άσκηση την αναίρεσης νομιμοποιούνται να εμφανιστούν κατά τη συζήτηση αυτής και να αναλάβουν, με την ιδιότητά τους αυτή, τη δίκη.
Με τη διάταξη του άρθρου 17 § 1 του Ν. 3918/2011, συνεστήθη νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπό την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)" (ήδη αναιρεσίβλητο), με έναρξη του χρόνου λειτουργίας του έξι μήνες μετά τη δημοσίευση του νόμου (2.3.2011), στον οποίο κατά την § 2 του άρθρου αυτού μεταφέρθηκαν και εντάχθηκαν ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό και μόνον ως προς τις παροχές υπηρεσιών υγείας σε είδος (και όχι σε χρήμα), μεταξύ άλλων, και ο κλάδος υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.) με τις μονάδες υγείας του κλπ.
Με τη διάταξη του άρθρου 26 § 9 του ίδιου νόμου, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με την § 21 του άρθρου 72 του Ν. 3984/2011, ορίσθηκε ότι οι ιατροί, οδοντίατροι, φαρμακοποιοί και το υγειονομικό προσωπικό που υπηρετεί στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ ... μεταφέρονται αυτοδίκαια κατά την ημερομηνία ένταξης των κλάδων υγείας αυτών στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., με τους όρους του παρόντος άρθρου, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 29 § 1 του ίδιου ως άνω νόμου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 53 § 2 περ.
α' του Ν. 4368/2016, ορίσθηκε ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσόμενων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών. Τέλος με τη διάταξη του άρθρου 33 § 9, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 53 § 2 περ. γ' του Ν. 4368/2016, ορίσθηκε ότι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσόμενων φορέων, συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης και ότι δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. κατέστη ως προς τον κλάδο της υγείας και για τις παροχές σε είδος, οιονεί καθολικός διάδοχος του Ι.Κ.Α. -Ε.Τ.Α.Μ. και συνεχίζει τις δίκες αυτού (ΑΠ 2204, 1165/2014). Στο πλαίσιο αυτό, γινόταν δεκτό ότι, εφόσον ο νόμος δεν διέκρινε, τα ανωτέρω ίσχυαν και ως προς τις μισθολογικές αξιώσεις των ιατρών που υπηρέτησαν στο Ι.Κ.Α. -Ε.Τ.Α.Μ.
σε χρόνο προγενέστερο της ένταξης του κλάδου υγείας αυτού στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (οπότε, κατά την προεκτεθείσα διάταξη της § 9 του άρθρου 26 του Ν. 3918/2011, οι ιατροί μεταφέρθηκαν αυτοδικαίως στον εν λόγω Οργανισμό), ανεξαρτήτως, μάλιστα, εάν αυτοί συνέχισαν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., μετά τη σύστασή του, ή εάν η εργασιακή τους σχέση με το Ι.Κ.Α. -Ε.Τ.Α.Μ.
είχε ήδη λήξει κατά τη σύσταση του Οργανισμού (ΣτΕ 4137/2015). Επακολούθησε όμως ο Ν. 4368/2016 (ΦΕΚ Α' 21) με τον οποίο και προς άρση σχετικών αμφισβητήσεων που ανέκυψαν ως προς την έκταση της οιονεί καθολικής διαδοχής του Ε.Ο.Π.Π.Υ. αναφορικά με τις υπηρεσίες των φορέων κοινωνικής ασφάλισης που εντάχθηκαν σε αυτόν, συμπληρώθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 29 § 1 του Ν. 3918/2011 με την προσθήκη υποπαραγράφου Α' και αντικαταστάθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 33 § 9 του ιδίου νόμου με το άρθρο 53 § 2 στοιχ.
α' και γ' του νόμου αυτού (4368/2016). Ειδικότερα με το άρθρο 53 § 2 στοιχ. α' του νόμου αυτού προστέθηκε υποπαράγραφος Α' στο άρθρο 29 § 1 του Ν. 3918/2011 με την οποία ορίσθηκε ότι "1. Α) Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των φορέων που εντάσσονται σε αυτόν ως προς τις υπηρεσίες και αρμοδιότητες που αφορούν αποκλειστικά παροχή υγείας σε είδος.
Η καθολική διαδοχή του προηγούμενου εδαφίου καταλαμβάνει και το πάσης φύσεως προσωπικό, καθώς και δικηγόρους με έμμισθη εντολή, εφόσον μεταφέρονται στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", ενώ με το άρθρο 53 § 2 στοιχ. γ' του Ν. 4368/2016 αντικαταστάθηκε η § 9 του άρθρου 33 του ιδίου νόμου (3918/2011) ως ακολούθως: "α. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν το περιεχόμενο της καθολικής διαδοχής του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., όπως αυτό προσδιορίζεται στην υποπαράγραφο Α' της παραγράφου 1 του άρθρου 29 του παρόντος, συνεχίζονται από τον Οργανισμό χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης.
β. Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες που αφορούν μόνο το προσωπικό που μεταφέρθηκε σε αυτόν. Δικαστικές αποφάσεις που αφορούν προσωπικό που δεν μεταφέρθηκε στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ακόμα και εάν οι σχετικές δίκες διεξήχθησαν από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., εκτελούνται σε βάρος του προϋπολογισμού του φορέα κοινωνικής ασφάλισης, στον οποίο, πριν από την ένταξη στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ανήκε το προσωπικό.
Το προηγούμενο εδάφιο ισχύει αναδρομικά από 1.1.2012". Συνακόλουθα, αναφορικά με το με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατρικό προσωπικό, που ουδέποτε εντάχθηκε στον Ε.Ο.Π.Π.Υ. για το λόγο ότι είχε αποχωρήσει της υπηρεσίας του στο Ι.Κ.Α. -Ε.Τ.Α.Μ. πριν τη σύσταση του πιο πάνω Οργανισμού (ΕΟΠΥΥ), νομιμοποιούμενος ενεργητικά και παθητικά επί ασκήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως εκδοθείσης με διάδικο το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., μετά την έναρξη ισχύος του έχοντος από 1.1.2012 αναδρομική δύναμη προπαρατεθέντος εδαφίου β' του άρθρου 53 § 2 στοιχ.
γ' Ν. 4368/2016, είναι πλέον ο φορέας κοινωνικής ασφάλισης στον οποίο απασχολείτο το εν λόγω προσωπικό και συγκεκριμένα το Ι.Κ.Α. -Ε.Τ.Α.Μ. και ήδη ο Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.), ως οιονεί καθολικός του διάδοχος, μετά την έναρξη λειτουργίας του τελευταίου ως φορέα κοινωνικής ασφάλισης από 1.1.2017, ο οποίος συνεστήθη ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με το άρθρο 51 του Ν. 4387/2016.
Εξάλλου, για τους απασχολούμενους σε νοσοκομεία του Ι.Κ.Α. -Ε.Τ.Α.Μ. ιατρούς, με το άρθρο 32 §§ 1, 2, 3 & 6 του Ν. 3918/2011 ορίσθηκε ότι οι Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης του Ι.Κ.Α. -Ε.Τ.Α.Μ. εντάσσονται στο Εθνικό Σύστημα Υγείας και ειδικότερα (μεταξύ άλλων) το Νοσοκομείο Βραχείας Νοσηλείας ΙΚΑ-ΕΤΑΜ εντάσσεται στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "ΠΟΛΥΚΛΙΝΙΚΗ" (§ 1), [το τελευταίο δε διασυνδέθηκε με το Νοσοκομείο "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ" και ενοποιήθηκε με αυτό με την υπ' αρ.
Υ4α/οικ.123908/12 Απόφαση (ΦΕΚ 3515/Β/31.12.2012)], ότι μετά την ένταξη οι ανωτέρω υπηρεσίες νοσοκομειακής υποστήριξης λειτουργούν ως αντίστοιχα παραρτήματα των ανωτέρω νοσοκομείων στα οποία εντάσσονται (φορείς υποδοχής) και ότι οι ιατροί πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης που υπηρετούν στις ως άνω μονάδες κατά το χρόνο ένταξης μεταφέρονται με την ίδια εργασιακή σχέση, οργανική θέση, βαθμό και ειδικότητα που κατέχουν στον αντίστοιχο φορέα υποδοχής (§ 2), ότι το λοιπό μόνιμο και με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ιατρικό και οδοντιατρικό προσωπικό που υπηρετεί στις παραπάνω Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης, καθώς και το αποσπασμένο ή διατιθέμενο από το ΙΚΑ -ΕΤΑΜ σε εξειδικευμένες μονάδες ή τμήματα νοσοκομείων του ΕΣΥ, εφόσον επιθυμεί την ένταξη, μεταφέρεται με την ίδια εργασιακή σχέση, κλάδο και ειδικότητα στους φορείς υποδοχής, καταλαμβάνοντας ισάριθμες προσωποπαγείς θέσεις που συστήνονται αυτοδικαίως με την έναρξη ισχύος της διάταξης αυτής, ενώ όσοι δεν επιθυμούν την ένταξη μεταφέρονται στον Ε.Ο.Π.Π.Υ.
σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος (§ 3) και ότι εκκρεμείς δίκες που αφορούν τις εντασσόμενες Υπηρεσίες συνεχίζονται αυτοδικαίως στο όνομα και για λογαριασμό του Νοσοκομείου, στο οποίο εντάσσονται (§ 6). Με το άρθρο 2 § 1 του Ν. 4052/2012 ορίσθηκε ότι από 1.1.2013 τα λειτουργούντα και υπό ενιαία διοίκηση διασυνδεόμενα νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ., που προβλέπονται (και) από το άρθρο 32 του Ν. 3918/2011 αποτελούν αυτοτελή και ενιαία Ν.Π.Δ.Δ.
Επομένως για το με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατρικό προσωπικό που απασχολείτο σε νοσοκομεία (μονάδες δευτεροβάθμιας περίθαλψης) του Ι.Κ.Α. -Ε.Τ.Α.Μ., μετά την απόσχιση του κλάδου υγείας του τελευταίου αναφορικά με την παροχή σε είδος υπηρεσιών υγείας και την ένταξη των νοσοκομείων αυτών ως παραρτημάτων σε δημόσια νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ., νομιμοποιείται ενεργητικά και παθητικά επί ασκήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως εκδοθείσης με διάδικο τον Ε.Ο.Π.Π.Υ.
το έχον νομική προσωπικότητα (Ν.Π.Δ.Δ.) Νοσοκομείο (φορέας υποδοχής), στο ιατρικό προσωπικό του οποίου έχει ενταχθεί το απασχολούμενο σε μονάδες δευτεροβάθμιας περίθαλψης (νοσοκομεία) του Ι.Κ.Α. -Ε.Τ.Α.Μ. ιατρικό προσωπικό.
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 § 2 του Ν. 4238/2014, στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (Ε.Σ.Υ.) συνεστήθη Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.) που λειτουργεί στις Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.) της χώρας. Σύμφωνα με την § 3 του άρθρου 2 του νόμου αυτού, οι μονάδες παροχής υπηρεσιών Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. μεταφέρθηκαν και εντάχθηκαν στην οργανωτική δομή των Δ.Υ.Πε.
ως αποκεντρωμένες μονάδες τους, εξαιρουμένων των Φαρμακείων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., τα οποία παραμένουν και λειτουργούν σ' αυτόν. Με τη διάταξη του άρθρου 21 § 9 εδ. α', β' και γ' του νόμου αυτού (4238/2014) ορίσθηκε ότι η νόμιμη εκπροσώπηση των μονάδων που μεταφέρονται ανήκει στους διοικητές των οικείων Υγειονομικών Περιφερειών, ότι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων μονάδων, του ιατρικού, νοσηλευτικού και λοιπού προσωπικού που μετατάσσεται ή μεταφέρεται συνεχίζονται από τις Διοικήσεις των Υγειονομικών Υπηρεσιών (Δ.Υ.Πε.), χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης, ότι δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι των Δ.Υ.Πε.
και ότι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις του πάσης φύσεως προσωπικού των ανωτέρω μονάδων που δεν μεταφέρεται ή μετατάσσεται στις Δ.Υ.Πε. συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. χωρίς να επέρχεται διακοπή και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Επομένως αναφορικά με το με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατρικό προσωπικό, που, μετά την αυτοδίκαιη ένταξή του στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
από το Ι.Κ.Α. -Ε.Τ.Α.Μ. όπου απασχολείτο προηγουμένως κατ' εφαρμογή του Ν. 3918/2011, μεταφέρθηκε / μετατάχθηκε στη συνέχεια στις κατά τόπους Δ.Υ.Πε. κατ' εφαρμογή των ρυθμίσεων του Ν. 4238/2014, νομιμοποιείται ενεργητικά και παθητικά επί ασκήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως εκδοθείσης με διάδικο τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. η έχουσα νομική προσωπικότητα ως Ν.Π.Δ.Δ. (άρθρ. 1 § 2 του Ν. 3329/2005) κατά τόπο Δ.Υ.Πε., σε οργανική μονάδα της οποίας έχει ενταχθεί με την προβλεπόμενη στο νόμο διαδικασία το ως άνω ιατρικό προσωπικό.
Από όλα τα παραπάνω συνάγεται ότι ως προς τη ζήτημα της νομιμοποίησης είναι κάθε φορά ερευνητέο το ποια ήταν εξέλιξη της σύμβασης εργασίας του προσωπικού, για το οποίο πρόκειται.
Στην προκειμένη περίπτωση, από το προσαγόμενο και επικαλούμενο από τον αναιρεσίβλητο νπδδ ΕΟΠΥΥ, υπ' αρ. ΔΒ1Γ/35/οικ9248/3.3.2017 έγγραφο της Δ/νσης Διοικητικής Υποστήριξης αυτού μετά του επισυναπτόμενου σ' αυτό πίνακα υπηρεσιακής κατάστασης των αναιρεσειόντων, που δεν αμφισβητείται από κανένα διάδικο μέρος, προκύπτουν τα εξής:
α) οι 7ος, 12ος, 18ος, 53η, 58ος, 72ος, 73ος, 76ος, 101ος, 102ος, 103ος, 104ος, 105ος, 106ος, 107ος, 108ος, 109ος, 117ος, 139η, 140η, 142ος, 144η, 145ος και 148η εξ αυτών, ουδέποτε μεταφέρθηκαν στον ΕΟΠΥΥ από το ΙΚΑ -ΕΤΑΜ, καθότι είχαν αποχωρήσει σε χρόνο προγενέστερο της ένταξης του κλάδου υγείας του ΙΚΑ -ΕΤΑΜ, ως προς τις παροχές σε είδος, στον ΕΟΠΥΥ.
Επομένως, ως προς τους αναιρεσείοντες αυτούς, μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 4386/2016 (ο οποίος είναι μεταγενέστερος της αίτησης αναίρεσης) παραδεκτά συνεχίζει τη δίκη το εμφανισθέν και ήδη κληθέν νπδδ ΕΦΚΑ ως οιονεί καθολικός διάδοχος του ΙΚΑ -ΕΤΑΜ και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός αυτού στις προτάσεις του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
β) οι 1η, 2ος, 3η, 14η, 15η, 17η, 24η, 29η, 30η, 31η, 32η, 33η, 35η, 44ος, 56ος, 61ος, 62ος, 63ος, 64ος, 66ος, 69η, 71η, 75ος, 78η, 81ος, 82η, 83η, 86η, 87η, 88ος, 89η, 91η, 92ος, 93ος, 94ος, 95η, 96ος, 97η, 110ος, 111ος, 112ος, 113η, 115ος, 118ος, 119ος, 120η, 121ος, 123ος, 124η, 126η, 127ος, 130η, 131η, 132η, 133η, 135η, 136η, 138ος, 141ος, 143ος, 146η, 147η, 150η, 151η, 152η, 153ος, 154η, 155ος, 158η, 159ος, 161η, 163ος, 165ος, 166ος, 167ος, 168ος, 169η, 170ος, 171η, 173ος, 175η και 178ος από τους αναιρεσείοντες μεταφέρθηκαν στην 1η Δ.Υ.Πε., επομένως η δίκη ως προς αυτούς νομίμως συνεχίζεται από το εμφανισθέν νπδδ 1η Δ.Υ.Πε., στο οποίο οι αναιρεσείοντες αυτοί μεταφέρθηκαν σύμφωνα με τους ορισμούς της § 9 του άρθρου 21 Ν. 4238/2014 και του άρθρου 53 § 2 στοιχ.
γ' Ν. 4368/2016. γ) οι 4ος, 5η, 21η, 27ος, 28η, 36η, 37ος, 40ος, 41ος, 45η, 46η, 47η, 55ος, 99η και 100ος, από τους αναιρεσείοντες μεταφέρθηκαν στην 2η Δ.Υ.Πε., επομένως η δίκη ως προς αυτούς νομίμως συνεχίζεται από το νπδδ 2η Δ.Υ.Πε και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός αυτού στις προτάσεις του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και δ) ο 6ος αναιρεσείων μεταφέρθηκε στο ΕΣΥ, ήτοι στο νοσοκομείο "ΠΟΛΥΚΛΙΝΙΚΗ", το οποίο διασυνδέθηκε με το νοσοκομείο "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", επομένως η δίκη ως προς αυτόν νομίμως συνεχίζεται από το νπδδ "Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών - Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 32 § 6 Ν. 3918/2011 και του άρθρου 53 § 2 στοιχ.
γ' Ν. 4368/2016 και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός αυτού στις προτάσεις του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις περί παραγραφής του άρθρου 40 § 6 Α.Ν. 1846/1951 "περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων", που ίσχυαν αρχικώς, όσο και μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 15 § 2 του Ν. 4476/1965, και ήδη ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους εκ νέου με το άρθρο 7 του Ν. 825/1978 "Πάσαι αι αξιώσεις εκ παροχών εις χρήμα της ασφαλίσεως ασθενείας παραγράφονται μετά εξ μήνας αφ' ης κατέστησαν απαιτηταί.
Απαιτηταί δόσεις συντάξεων μη εισπραχθείσαι δι' οιονδήποτε λόγον εντός έτους παραγράφονται. Η ετήσια παραγραφή άρχεται από του τέλους του μηνός ον αφορά η υπό πληρωμήν σύνταξις. Πάσα άλλη οιαδήποτε κατά του Ι.Κ.Α. απαίτησις παραγράφεται μετά πενταετίαν". Εξάλλου, με το άρθρο 90 § 3 Ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι "Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της".
Κατά δε την διάταξη του άρθρου 91 του ίδιου ως άνω Ν. 2362/1995 "Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Προκειμένου, όμως, περί δασμών, φόρων, τελών και λοιπών δικαιωμάτων που εισπράττονται στα Τελωνεία, η παραγραφή αρχίζει από της βεβαιώσεως αυτών".
Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, προκειμένου περί απαιτήσεων από καθυστερούμενες αποδοχές ή από άλλες κάθε φύσεως απολαβές κατά του Ι.Κ.Α., υπαλλήλων του, με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει, έχουν εφαρμογή οι προδιαληφθείσες, περί παραγραφής, ειδικές διατάξεις του άρθρου 40 § 6 του Α.Ν. 1846/1951, όπως αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 15 § 2 του Ν. 4476/1965 και 7 του Ν. 825/1978, σύμφωνα με τις οποίες οι εν γένει απαιτήσεις κατά του Ι.Κ.Α.
υπόκεινται στην πενταετή και όχι στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 § 3 του Ν. 2362/1995. Και τούτο γιατί, το εν λόγω νομοθέτημα περί Δημοσίου Λογιστικού (όπως και το καταργηθέν με το άρθρο 113 αυτού Ν.Δ. 321/1969 "Κώδικας Δημόσιου Λογιστικού") ρυθμίζει την παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου μόνο και δεν προβλέπει την εφαρμογή του και προκειμένου περί αξιώσεων κατά του Ι.Κ.Α.
Όπου δε ο νόμος θέλησε να εξομοιώσει το Ι.Κ.Α. με το Δημόσιο το έκανε με ρητές διατάξεις. Ενώ, εξάλλου, ο οριζόμενος χρόνος παραγραφής των δύο ετών με το άρθρο 48 § 3 του Ν.Δ. 496/1974 "περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου", για τις αξιώσεις από καθυστερούμενες αποδοχές ή από κάθε άλλης φύσεως απολαβές, δεν εφαρμόζεται στο Ι.Κ.Α., γιατί με το άρθρο μόνο του Π.Δ. 437/1977, το Ι.Κ.Α., ως ασφαλιστικός οργανισμός υπαγόμενος στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, εξαιρέθηκε από την εφαρμογή του ως άνω Ν.Δ. 496/1974, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 369/1976 και μεταγενέστερα (ΑΠ 296/2013, ΑΠ 1655/2010).
Στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 40 § 6 του Ν. 1846/1951, υπάγονται και οι απαιτήσεις των εργαζομένων στο Ι.Κ.Α. σε εκτέλεση συμβάσεων παροχής εξαρτημένης ή μη εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατρών, οδοντιάτρων, υπαλλήλων, κλπ. για μισθούς, επιδόματα, πρόσθετες αμοιβές κ.λ.π. (ΑΠ 854/2003). Ως προς την παραγραφή όμως του καθόλου δικαιώματος από το οποίο πηγάζουν οι αξιώσεις αυτές των εργαζομένων στο ΙΚΑ, εφόσον στον ως άνω νόμο (1846/1951) δεν προβλέπεται ειδική ρύθμιση, ισχύει το άρθρο 254 ΑΚ, κατά το οποίο αν πρόκειται για περιοδικές παροχές που δεν εξαρτώνται από κεφάλαιο, όπως είναι οι αποδοχές ή διαφορές αποδοχών από εργασιακή σχέση, η παραγραφή του καθολικού δικαιώματος αρχίζει αφ' ότου καταστεί απαιτητή η πρώτη καθυστερούμενη περιοδική δόση, ο χρόνος δε της παραγραφής του καθολικού δικαιώματος για τη λήψη του μισθού ή για την ορθή ένταξη σε μισθολογικό κλιμάκιο από την οποία εξαρτάται το ύψος του μισθού, υπόκειται σε εικοσαετή παραγραφή που αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της σύμφωνα με το άρθρο 251 ΑΚ (ΑΠ 121/2016).
Όπου ο νόμος θέλησε διαφορετικό, από τον οριζόμενο στο άρθρο 254 ΑΚ χρόνο παραγραφής του καθόλου δικαιώματος από το οποίο πηγάζουν περιοδικές παροχές, το όρισε ρητά, όπως στο άρθρο 90 § 4 του Ν. 2362/1995 "περί δημοσίου λογιστικού" και το άρθρο 48 § 4 του Ν.Δ. 496/1974 "περί λογιστικού των ν.π.δ.δ.", όπου όρισε ότι η παραγραφή αυτή είναι δεκαετής.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή, με την οποία οι ενάγοντες ζητούν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει συνολικά στον καθένα το ποσό των 16.154,46 € που αντιστοιχεί στο οφειλόμενο μηνιαίως επίδικο νοσοκομειακό επίδομα για το χρονικό διάστημα από την πρόσληψή τους (1-1-2002) έως την άσκηση της αγωγής (31-3-2008), δεχόμενο ότι οι αξιώσεις των εναγόντων καταβολής του επίδικου νοσοκομειακού επιδόματος έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του καθολικού δικαιώματος αυτού, καθόσον από το τέλος του έτους 2002, ήτοι από τότε που αρχίζει ο χρόνος της παραγραφής της πρώτης καθυστερούμενης μηνιαίας περιοδικής παροχής που οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες) αξιώνουν, έως την άσκηση της αγωγής (31.3.2008), παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών.
Με την κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις περί παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων των εναγόντων που είναι η εικοσαετία ως προς το καθολικό δικαίωμα λήψεως του επίδικου νοσοκομειακού επιδόματος, που αρχίζει από τότε που γεννήθηκε το δικαίωμά τους για λήψη της επίδικης παροχής και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, δηλαδή από τότε που γεννήθηκε και κατέστη απαιτητή η πρώτη περιοδική δόση (που κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων το δικαιούνται από 1.1.2002), σύμφωνα με το άρθρο 254 ΑΚ και η πενταετία για κάθε επί μέρους (μηνιαία) παροχή, σύμφωνα με το άρθρο 40 § 6 ΑΝ 1846/1951 όπως ισχύει.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη για τη σχετική ως άνω πλημμέλειά της, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, προκειμένου να εξετασθεί η υπόθεση στην ουσία της.
Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης γίνεται δεκτή, κατά παραδοχή ως βάσιμου του πρώτου λόγου της, παρέλκει η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων, η παραδοχή των οποίων οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα (ΑΠ 55/2018, ΑΠ 204/2017) Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 § 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1008/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πρωτοδικείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Απριλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ