Legislator Case Law & Legislation
533/2016 AI generated

533/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 533/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 533 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

533/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 533 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 533 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 533/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κράνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεράσιμο Φουρλάνο, Γεώργιο Λέκκα και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουτσούκη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Σ. Κ. του Τ., κατοίκου ..., 3) Δ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Δημητρίου Κουτσούκη και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "..."), που εδρεύει στο Δήμο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κοσμίδη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/3/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5777/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2547/2012 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/12/2013 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού ανέγνωσε την από 18/9/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 20.12.2013 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 2547/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού απορρίφθηκαν οι ασκηθείσες κατά της 5777/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αντίθετες εφέσεις, επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση. Με την απόφαση αυτή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων, απορρίφθηκε η αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν κατά το μέρος που κρίθηκε προηγουμένως ορισμένη και νόμιμη. Η υπό κρίση αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. 2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 361 ΑΚ, 1§2 του π.δ/τος 219/1991, που εκδόθηκε προς συμμόρφωση με την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και 14§4 του ν. 3577/2007 προκύπτει ότι, ναι μεν δεν είναι δυνατή η ευθεία εφαρμογή στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής και εμπορικής παραγγελίας των διατάξεων του π.δ/τος 219/1991 περί εμπορικών αντιπροσώπων, όμως, με βάση τις αρχές της ισότητας και της καλής πίστης είναι δυνατή η αναλογική, ολική ή μερική, εφαρμογή των διατάξεων του ως άνω π.δ/τος και στις συμβάσεις αυτές, εφόσον όμως η διαμεσολαβητική λειτουργία των αντίστοιχων επαγγελματιών, δηλαδή του διανομέα και του παραγγελιοδοχικού αντιπροσώπου, προσομοιάζει μ` αυτήν του εμπορικού αντιπροσώπου σε τέτοιο βαθμό, ώστε να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, πράγμα που συμβαίνει όταν οι εν λόγω επαγγελματίες αναλαμβάνουν με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες μ` αυτές του εμπορικού αντιπροσώπου (4§1 του π.δ/τος 219/91) και ειδικότερα α) να παραλείπουν ενδεχομένως ανταγωνιστικές σε βάρος του εντολέα τους πράξεις κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά τη λήξη της σύμβασής τους, εφόσον βέβαια η σχετική ρήτρα δεν θίγει τις διατάξεις για τον ελεύθερο ανταγωνισμό, β) να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο, γ) να προωθούν διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του εντολέα τους στη συμβατική περιοχή ευθύνης τους, υποκείμενοι μάλιστα στον έλεγχό του ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων ή, αναλόγως, των αγορών, δ) να διαφημίζουν τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές τους δαπάνες και ε) να γνωστοποιούν στον εντολέα τους το πελατολόγιό τους. Η συνομολόγηση ακριβώς των υποχρεώσεων αυτών, που δεν είναι πάντως αναγκαίο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά μπορούν και να παραλλάσσουν, έτσι ώστε η έλλειψη μιας από αυτές να καλύπτεται από την ιδιαίτερη ένταση των λοιπών, καθιστά τους παραπάνω επαγγελματίες αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα τους, αφού η εμπορική τους δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό τους κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον εντολέα τους, δηλαδή αυτός δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής τους υποχρέωσης, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις τους, με σπουδαιότερο γι` αυτόν (εντολέα) όφελος το ότι λαμβάνει γνώση του πελατολογίου τους, οπότε και μπορεί, μετά τη λύση της σύμβασής τους, να το χρησιμοποιήσει, μέσω άλλων επαγγελματιών και να συνεχίσει έτσι να αποκομίζει οικονομικά οφέλη (ΟλΑΠ 15 και 16/2013? ΑΠ 355/2015? ΑΠ 984/2014). Περαιτέρω το άρθρ. 2α του ν. 703/1977, που εισήχθη με το άρθρ. 1§2 του ν. 2296/1995, καταργήθηκε με το άρθρ. 1§1 του ν. 2837/2000, επαναφέρθηκε με το άρθρ. 1 του ν. 3373/2005 και καταργήθηκε ξανά με το άρθρ. 2 του ν. 3784/2009, ήδη δε ισχύει το όμοιο άρθρ. 18α, που προστέθηκε με το άρθρ. 29§1 του 3784/2009 στο ν. 146/1914, όριζε ότι απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση, από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, στην οποία βρίσκεται προς αυτή ή αυτές μία επιχείρηση, η οποία κατέχει θέση πελάτη ή προμηθευτή τους, ακόμη και ως προς ένα ορισμένο είδος προϊόντων ή υπηρεσιών, εφόσον δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση, η καταχρηστική δε εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης μπορεί να συνίσταται ιδίως στην επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής, στην εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης ή στην αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων. Προϋποθέσεις έτσι εφαρμογής της παραπάνω διάταξης, με την οποία δεν απαγορεύεται η ίδια η οικονομική εξάρτηση, αλλά η καταχρηστική εκμετάλλευσή της, είναι (α) η ύπαρξη σχέσης οικονομικής εξάρτησης μεταξύ των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων, (β) η απουσία ισοδύναμης εναλλακτικής λύσης και (γ) η καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης. Ειδικότερα η ύπαρξη οικονομικής εξάρτησης προϋποθέτει την ύπαρξη μιας ισχυρής επιχείρησης σε θέση πελάτη ή αναλόγως προμηθευτή και μιας εξαρτημένης από αυτή επιχείρησης, όπως συμβαίνει όταν η δεύτερη έχει προσαρμόσει τη λειτουργία της στις ανάγκες διάθεσης των προϊόντων της πρώτης ή διαθέτει κυρίως σ’ αυτή τα δικά της προϊόντα, ενώ απουσία ισοδύναμης εναλλακτικής λύσης υπάρχει όταν δεν προσφέρονται καθόλου εναλλακτικές λύσεις ή οι προσφερόμενες συνδέονται με σοβαρά μειονεκτήματα για την εξαρτημένη επιχείρηση, δηλαδή αυτή είτε δεν μπορεί να προμηθεύεται προϊόντα ή υπηρεσίες από άλλη πηγή ή να διαθέτει σε τέτοια πηγή προϊόντα ή υπηρεσίες είτε μπορεί μεν να προμηθεύεται από τέτοια πηγή ή να διαθέτει σ’ αυτή προϊόντα ή υπηρεσίες, όμως με σημαντικά δυσμενέστερους όρους, που θα έχουν ως αποτέλεσμα να εξασθενίσει η θέση της έναντι των ανταγωνιστών της, γεγονός το οποίο μπορεί να την οδηγήσει ακόμη και σε αδυναμία συνέχισης της λειτουργίας της. Στο πλαίσιο αυτό κατάχρηση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης και συνεπώς περιοριστική του ελεύθερου ανταγωνισμού πρακτική υπάρχει όταν η ισχυρή επιχείρηση εκμεταλλεύεται την ισχύ, που της δίνει η αδυναμία της εξαρτημένης επιχείρησης να διαθέτει άλλη ισοδύναμη εναλλακτική λύση και αποκομίζει έτσι οφέλη για την ίδια και σε βάρος της εξαρτημένης επιχείρησης, τα οποία δεν θα απεκόμιζε αν υπήρχε για τη δεύτερη εναλλακτική λύση (ΑΠ 1664/2014). Εξάλλου κατά το άρθρ. 559 αριθμός 1(α) ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθεί ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006 και 4/2005? ΑΠ 68/2013? ΑΠ 70/2013). Κατά δε το άρθρ. 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία? ΟλΑΠ 1/1999). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, αφού στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561§1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008). Ειδικότερα, ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και όχι τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 614/2009). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση, που παραδεκτά επισκοπείται, έγιναν δεκτά , μεταξύ άλλων, τα εξής: "Η εναγόμενη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... Συμμετοχών Ανώνυμη Εταιρεία" (αναιρεσίβλητη), πρώην "... Ανώνυμη Εταιρεία" είναι καθολική διάδοχος της εταιρίας γαλακτοκομικών προϊόντων με την επωνυμία "... ΑΕ", λόγω απορρόφησης της τελευταίας από την πρώτη τον Αύγουστο του 2006. Η εταιρία …, που δραστηριοποιείτο στον τομέα παραγωγής, βιομηχανοποίησης και εμπορίας παγωτών, γάλακτος, γαλακτοκομικών προϊόντων, γιαουρτιού, χυμών, φρούτων, τυριών και άλλων συναφών προϊόντων, είχε καταρτίσει με τους ενάγοντες (αναιρεσείοντες) από το έτος 1997 διαδοχικές συμβάσεις αποκλειστικής συνεργασίας ορισμένου χρόνου, δυνάμει των οποίων οι ενάγοντες είχαν αναλάβει την κατ’ αποκλειστικότητα διανομή και διάθεση των γαλακτοκομικών της προϊόντων και χυμών σε συγκεκριμένη περιφέρεια του νομού Αττικής ο καθένας. Συγκεκριμένα ο πρώτος ενάγων δραστηριοποιήθηκε τα έτη 1997-2004 στις περιοχές Ν. Κόσμου, Δάφνης και Υμηττού, τα έτη 2005-2007 στις περιοχές Δάφνης, Αγ. Δημητρίου και Ν. Σμύρνης και το έτος 2008 στις περιοχές Ν. Κόσμου, Δάφνης και Μετς, ο δεύτερος ενάγων δραστηριοποιήθηκε τα έτη 1997-2005 στις περιοχές Αμπελοκήπων, Πλ. Μαβίλη και Ερυθρού Σταυρού, τα έτη 2005-2007 στις περιοχές Ερυθρού Σταυρού, Ψυχικού, Φιλοθέης και Κάτω Χαλανδρίου και από τα τέλη του έτους 2007 μόνο στις περιοχές Φιλοθέης και Κάτω Χαλανδρίου και ο τρίτος ενάγων δραστηριοποιήθηκε τα έτη 1997-1998 στις περιοχές Παγκρατίου, Βύρωνα, Υμηττού και Ν. Κόσμου, τα έτη 1999-2000 στις περιοχές Πετρούπολης, Ιλίου, Περιστερίου και Καματερού και τέλος τα έτη 2001-2008 στις περιοχές Μελισσιών, Βριλησσίων, Πεντέλης, Χαλανδρίου και Αμαρουσίου. Ειδικότερα ο πρώτος ενάγων Κ. Κ. του Μ. στις 26 Φεβρουάριου 1997 κατάρτισε με την εταιρία "…" σύμβαση, επιγραφόμενη ως σύμβαση παροχής έργου - διανομής, τριετούς διάρκειας, δυνάμει της οποίας του ανατέθηκε και ο ίδιος ανέλαβε το έργο της διανομής των προϊόντων της…. Στη συνέχεια ο ίδιος με την προαναφερόμενη εταιρεία κατάρτισαν τις από 20.5.2000, 21.5.2002, 24.5.2004, 25.5.2006 διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, επιγραφόμενες ως κύριες συμβάσεις συνεργασίας... α) αγοραπωλησιών και β) παροχής έργου για διανομή προϊόντων και στη συνέχεια με την εναγομένη τις από 2.1.2007, 2.1.2008 και 5.5.2008 συμβάσεις συνεργασίας, η πρώτη των οποίων οκτάμηνης διάρκειας, ήτοι μέχρι την 31-8-2007, παρατάθηκε μέχρι και 31.12.2007 με το από 1.9.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, η δε τελευταία είχε ημερομηνία λήξης την 31.3.2009. Ο δεύτερος ενάγων Σ. Κ. του Τ. στις 26 Φεβρουάριου 1997 κατάρτισε με την εταιρία "..." σύμβαση, επιγραφόμενη ως σύμβαση παροχής έργου - διανομής, τριετούς διάρκειας, δυνάμει της οποίας του ανατέθηκε και ο ίδιος ανέλαβε το έργο της διανομής των προϊόντων της …. Στη συνέχεια ο ίδιος με την προαναφερόμενη εταιρεία κατάρτισαν τις από 20.5.2000, 21.5.2002, 24.5.2004 και 25.5.2006 διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, επιγραφόμενες ως κύριες συμβάσεις συνεργασίας... α) αγοραπωλησιών και β) παροχής έργου για διανομή προϊόντων και στη συνέχεια με την εναγομένη τις από 2.1.2007, 2.1.2008 και 5.5.2008 συμβάσεις συνεργασίας, η πρώτη των οποίων οκτάμηνης διάρκειας, ήτοι μέχρι την 31.8.2007, παρατάθηκε μέχρι και 31.12.2007 με το από 1.9.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, η δε τελευταία είχε ημερομηνία λήξης την 31.3.2009. Ο τρίτος ενάγων Δ. Κ. του Χ. στις 25 Φεβρουάριου 1997 κατάρτισε με την εταιρία "..." σύμβαση, επιγραφόμενη ως σύμβαση παροχής έργου - διανομής, τριετούς διάρκειας, δυνάμει της οποίας του ανατέθηκε και ο ίδιος ανέλαβε, το έργο της διανομής των προϊόντων της .... Στη συνέχεια ο ίδιος με την προαναφερόμενη εταιρεία κατάρτισαν τις από 20.5.2000, 21.5.2002, 22.5.2003, 24.5.2004, 25.5.2006, 19.6.2006 διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, επιγραφόμενες ως κύριες συμβάσεις συνεργασίας... α) αγοραπωλησιών και β) παροχής έργου για διανομή προϊόντων και στη συνέχεια με την εναγομένη την από 1.11.2006 σύμβαση ορισμένου χρόνου, επιγραφόμενη ως κύρια σύμβαση συνεργασίας... α) αγοραπωλησιών και β) παροχής έργου για διανομή προϊόντων και τις από 2.1.2007, 2.1.2008 και 5.5.2008 συμβάσεις συνεργασίας, η πρώτη των οποίων οκτάμηνης διάρκειας, ήτοι μέχρι την 31.8.2007, παρατάθηκε μέχρι και 31.12.2007 με το από 1.9.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, η δε τελευταία είχε ημερομηνία λήξης την 31.3.2009. Όλες οι ανωτέρω διαδοχικές συμβάσεις καθ’ όλη τη διάρκειά τους λειτουργούσαν ως εξής: Οι ενάγοντες διαθέτοντας την προς διανομή των προϊόντων της ... υποδομή (επαγγελματική πείρα, Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, εφοδιασμένο με ισόθερμο ψυκτικό θάλαμο και ψυκτικό μηχάνημα, βοηθητικό προσωπικό, μηχανογραφικά και ηλεκτρονικά μέσα, λογιστική υποστήριξη) παρελάμβαναν το συντηρούμενο με δικές τους δαπάνες φορτηγό αυτοκίνητο τους από τις εγκαταστάσεις της ..., το οποίο η τελευταία είχε επαρκώς και κατάλληλα εφοδιάσει με προϊόντα της, η ποσότητα και το είδος των οποίων προσδιορίζονταν την προηγούμενη ημέρα από τον κάθε ενάγοντα, ανάλογα με τις διαπιστωμένες από τον ίδιο ανάγκες των σημείων πώλησης στις εδαφικές περιοχές που εξυπηρετούσε. Ακολούθως οι ενάγοντες αγόραζαν από την εναγομένη τα ως άνω προϊόντα, τα οποία θα μεταπωλούσαν στο όνομα και για λογαριασμό τους στα σημεία λιανικής πώλησης σε πελάτες που τους υποδείκνυε η εναγομένη. Η τελευταία εξέδιδε στο όνομα των εναγόντων αντίστοιχο πιστωτικό τιμολόγιο για τα προϊόντα, που παραλάμβανε ο καθένας κάθε πρωί, στο οποίο η αξία των προϊόντων ήταν μειωμένη κατά ποσοστό 6,2% από την προ Φ.Π.Α. αξία, στην οποία θα τα μεταπωλούσαν οι ενάγοντες στην τιμή μεταπώλησης που καθόριζε η εναγομένη. Το ως άνω ποσοστό του 6,2% αντιστοιχούσε στην συμφωνηθείσα αμοιβή των εναγόντων για τις εκ μέρους τους παρεχόμενες στην εναγομένη υπηρεσίες. Στη συνέχεια κάθε ενάγων ξεκινούσε το δρομολόγιο του, για να διαθέσει τα προϊόντα της εναγομένης στα σημεία λιανικής πώλησης, που η ίδια του είχε υποδείξει, όπου και τα μεταπωλούσε στο δικό του όνομα και για λογαριασμό του, συνεπικουρούμενος από έναν βοηθό. Μετά το πέρας κάθε ημερησίου δρομολογίου καθένας των εναγόντων επέστρεφε το φορτηγό αυτοκίνητό του στις εγκαταστάσεις της εναγομένης μαζί με τα δελτία παραγγελιών, προκειμένου να φορτωθεί με τα προς πώληση προϊόντα για την επόμενη ημέρα διανομής. Επίσης, απέδιδε στην εναγομένη καθημερινά λογαριασμό για τις ημερήσιες διανομές και εισπράξεις του από την πώληση των προϊόντων, είτε με μετρητά που εισέπραττε από τους λιανοπωλητές είτε με μεταχρονολογημένες επιταγές, τις οποίες παρέδιδε αυθημερόν στην εναγομένη. Μεταξύ άλλων οι ενάγοντες είχαν αναλάβει και τις ακόλουθες υποχρεώσεις: α) να μεριμνούν ώστε τα χρησιμοποιούμενα από τους ίδιους κατά την παροχή των υπηρεσιών τους φορτηγά αυτοκίνητα να φέρουν τα χρώματα και τα σήματα της εναγομένης, να είναι εφοδιασμένα με φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή, στον οποίο ήταν καταχωρημένο το πελατολόγιο της περιοχής τους και στον οποίο είχε άμεση πρόσβαση η εναγομένη β) να διακινούν τα προϊόντα της τελευταίας αυστηρά μόνο μέσα στα όρια της περιοχής που τους είχε ανατεθεί και υπό τις οδηγίες της αναφορικά με το τηρούμενο δρομολόγιο, γ) να προωθούν τα προϊόντα της εναγομένης και ιδίως τα νέα προϊόντα της δ) να τηρούν την ακολουθούμενη τιμολογιακή πολιτική της εναγομένης, ε) να βαρύνονται με τα λειτουργικά έξοδα της επιχείρησής τους, όπως τα έξοδα απόκτησης, κίνησης, συντήρησης και ασφάλισης του φορτηγού αυτοκινήτου, οι αμοιβές και η ασφάλιση του κάθε λογής προσωπικού, και με τις φορολογικές και λογιστικές υποχρεώσεις από την άσκηση της επιχείρησής τους, στ) να τηρούν καθήκον εχεμύθειας, να μην συνεργάζονται με ανταγωνιστικές της εναγόμενης εταιρίες, τόσο κατά τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης, όσο και ένα έτος μετά τη λύση της και να υπόκεινται στον έλεγχο των οργάνων της, ζ) να διανέμουν διαφημιστικό υλικό στα σημεία λιανικής πώλησης και να φροντίζουν για την καλή εμφάνιση των σημείων πώλησης των προϊόντων της και η) να επιστρέφουν στην εναγομένη όσα προϊόντα δεν είχαν κατορθώσει να διαθέσουν, καθώς και όσα από αυτά είχε λήξει η ημερομηνία ανάλωσής τους, χωρίς να επιβαρύνονται με το κόστος της αξίας τους παρά μόνο στην περίπτωση που από υπαιτιότητά τους είχαν καταστραφεί, φθαρεί ή δεν είχαν συντηρηθεί σωστά ή ήταν ακατάλληλα προς χρήση. Με βάση τα παραπάνω, τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της μεταξύ των διαδίκων συνεργασίας ήταν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες προμηθεύονταν κατ’ αποκλειστικότητα τα γαλακτοκομικά προϊόντα της εναγομένης, τα οποία στη συνέχεια μεταπωλούσαν σε τρίτους, πελάτες, στο όνομά τους και για δικό τους λογαριασμό και με δικό τους επιχειρησιακό κίνδυνο. Οι ίδιοι ήταν, σε σχέση με την εναγομένη, ανεξάρτητοι επαγγελματίες με δική τους υλικοτεχνική υποδομή, φέροντες το βάρος των λειτουργικών εξόδων της επιχείρησής τους. Τελούσαν σε επιχειρησιακή εξάρτηση από την εναγομένη, η οποία καθόριζε το δρομολόγιο και το πελατολόγιό τους, την ανώτατη τιμή μεταπώλησης των προϊόντων, αλλά και το ποσοστό αμοιβής τους, ενεργούσαν ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της εναγομένης, ακολουθούσαν τις μεθόδους μάρκετινγκ της τελευταίας, συμμορφώνονταν με τις οδηγίες αυτής, την τιμολογιακή πολιτική της, τον τρόπο προώθησης των προϊόντων της, υποκείμενοι στον έλεγχο αυτής, καθόσον επέτρεπαν στους εξουσιοδοτημένους υπαλλήλους και εκπροσώπους της εναγομένης να προβαίνουν σε διακρίβωση του περιεχομένου του αυτοκινήτου τους, ιδίως ως προς τις τηρούμενες στον ψυκτικό θάλαμο συνθήκες. Ενημέρωναν διαρκώς την εναγομένη για όλες τις συναλλαγές τους, η οποία λάμβανε άμεσα γνώση του πελατολογίου και των συνθηκών αγοράς που επικρατούσαν στην περιοχή της αρμοδιότητας τους. Συνέβαλαν στην επέκταση της πελατείας της εναγομένης, φροντίζοντας για την καλή εμφάνιση των σημείων πώλησης των προϊόντων της, διαφημίζοντας με τα αυτοκίνητά τους το σήμα της και διανέμοντας το διαφημιστικό υλικό της, υποχρεούνταν δε στην παράλειψη ανταγωνιστικών πράξεων κατά τη διάρκεια της σύμβασης και για ένα έτος μετά τη λύση της.

Συνεπώς οι ένδικες συμβάσεις φέρουν το χαρακτήρα της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, αφού σαφώς αποδείχθηκε ότι συντρέχουν τα κύρια χαρακτηριστικά της σύμβασης αυτής..., δηλαδή της μεταπώλησης από τους ενάγοντες διανομείς των κατ’ αποκλειστικότητα αγοραζομένων από την εναγομένη προϊόντων σε τρίτους πελάτες στο όνομά τους και για λογαριασμό τους, της υποχρέωσης των διανομέων να ακολουθούν τις οδηγίες της εναγομένης ως προς την εμφάνιση των πωλουμένων προϊόντων, να διαθέτουν προσωπικό για τις πωλήσεις και να διαφημίζουν το σήμα της εναγομένης, διατηρώντας με δικά τους έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή. Έτσι οι ενάγοντες-αποκλειστικοί διανομείς, όντας ενταγμένοι στο δίκτυο της εμπορικής οργάνωσης της εναγομένης με έντονη εξάρτηση από αυτήν, επιτελούσαν σε σημαντική έκταση καθήκοντα συγκρίσιμα με εκείνα του εμπορικού αντιπροσώπου και βρίσκονταν στην ίδια με αυτόν ασθενή θέση, συνδεόμενοι δε με το δίκτυο πώλησης της εναγομένης υποχρεούνταν στην παράλειψη πράξεων ανταγωνισμού της, το πελατολόγιο τους ήταν σε γνώση της τελευταίας, ενώ τα οικονομικά τους οφέλη ήταν όμοια με εκείνα του αντιπροσώπου, δοθέντος ότι ελάμβαναν αμοιβή για την επιτυχημένη διαμεσολαβητική τους δραστηριότητα, η οποία εμφανιζόταν ως παγίως χορηγούμενη έκπτωση επί της καθαρής (προ ΦΠΑ) τιμολογούμενης αξίας των πράγματι διατεθειμένων από αυτούς προϊόντων προς τους λιανοπωλητές. Με βάση τα παραπάνω στις επίδικες συμβάσεις αποκλειστικής διανομής εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του π.δ.219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων". Η εμπορική συνεργασία των εναγόντων είχε μακροχρόνια διάρκεια και λειτούργησε δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου με ταυτόσημο ή κυρίως ίδιο περιεχόμενο, χωρίς να αποτελούν κάθε φορά αντικείμενο διαπραγμάτευσης των μερών όλοι οι διέποντες τη συνεργασία τους ουσιώδεις συμβατικοί όροι, αλλά εξακολουθούσαν να ισχύουν οι περιεχόμενοι στις προγενέστερες συμβάσεις, με χρήση μάλιστα του ιδίου τυποποιημένου εντύπου τα έτη 2000-2007. Έτσι πρόκειται για μία ενιαία συμβατική σχέση, αποκλειστικής διανομής αορίστου χρόνου, στην οποία εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του ανωτέρω π.δ. 219/1991 και ιδίως εκείνες του άρθρου 8 για την καταγγελία της σύμβασης... Μέχρι και την 2 Ιανουαρίου του έτους 2008, οπότε υπεγράφη η προτελευταία σύμβαση συνεργασίας των εναγόντων με την εναγομένη, η αμοιβή των εναγόντων για τις εκ μέρους τους παρεχόμενες υπηρεσίες ανερχόταν σε ποσοστό 6,2% επί της καθαρής (προ Φ.Π.Α) τιμολογούμενης αξίας των πράγματι διατεθειμένων από αυτούς προϊόντων και μετά την υπογραφή αυτής ανήλθε το ανωτέρω ποσοστό σε 6,7%. Ο προσδιορισμός της αμοιβής τους στα άνω ποσοστά δεν επιβλήθηκε μονομερώς από την εναγομένη, ούτε κατόπιν εκμετάλλευσης από την ίδια της ανάγκης για απασχόληση και της απειρίας των εναγόντων σχετικά με τη διανομή γαλακτοκομικών προϊόντων, αλλά ήταν αποτέλεσμα συμφωνίας των μερών. Ειδικότερα οι ενάγοντες αποδέχθηκαν το ποσοστό αυτό της αμοιβής αφού συνυπολόγισαν από κοινού με την εναγομένη τους συνήθεις τζίρους πωλήσεων και τα πάγια λειτουργικά τους έξοδα, ώστε να προκύπτει γι’ αυτούς εύλογο επιχειρηματικό κέρδος. Ο ετήσιος τζίρος που πραγματοποίησαν οι ενάγοντες ανήλθε α) για τον πρώτο ενάγοντα το έτος 2004 σε 843.649,68 ευρώ, το έτος 2005 σε 817.027, 41 ευρώ, το έτος 2006 σε 759.606,05 ευρώ, το έτος 2007 σε 716.561,63 ευρώ, το έτος 2008 σε 780.000 ευρώ, β) για τον δεύτερο ενάγοντα το έτος 2004 σε 797.298,90 ευρώ, το έτος 2005 σε 809.826,55 ευρώ, το έτος 2006 σε 782.608,26 ευρώ, το έτος 2007 σε 767.923,82 ευρώ, το έτος 2008 σε 781.000 ευρώ, γ) για τον τρίτο ενάγοντα το έτος 2004 σε 1.083.138,60 ευρώ, το έτος 2005 σε 878.556,63 ευρώ, το έτος 2006 σε 855.463,81 ευρώ, το έτος 2007 σε 856.172,22 ευρώ, το έτος 2008 σε 875.000 ευρώ. Τα λειτουργικά έξοδα της επιχείρησης των εναγόντων το ίδιο χρονικό διάστημα, με βάση όσα οι ίδιοι εκθέτουν στην αγωγή τους και δήλωσαν στις φορολογικές τους δηλώσεις στα έντυπα Ε3, ανήλθαν α) για τον πρώτο ενάγοντα το έτος 2004 σε 33.420,59 ευρώ, το έτος 2005 σε 33.176,05 ευρώ, το έτος 2006 σε 37.584,09 ευρώ, το έτος 2007 σε 37.009,32 ευρώ, το έτος 2008 σε 38.000 ευρώ, β) για τον δεύτερο ενάγοντα το έτος 2003 σε 25.689,23 ευρώ, το έτος 2004 σε 24.420,14 ευρώ, το έτος 2005 σε 30.841,08 ευρώ, το έτος 2006 σε 15.750,32 ευρώ και το έτος 2007 σε 19.498,66 ευρώ και γ) για τον τρίτο ενάγοντα το έτος 2003 σε 37.793,88 ευρώ, το έτος 2004 σε 43.326,03 ευρώ, το έτος 2005 σε 51.354,95 ευρώ, το έτος 2006 σε 35.416,47 ευρώ, το έτος 2007 σε 28.085,06 ευρώ και το έτος 2008 σε 26.500 ευρώ. Πέραν των ανωτέρω λειτουργικών εξόδων της επιχείρησης κάθε ενάγοντος δεν αποδείχθηκαν άλλα, καθόσον οι ενάγοντες, εάν είχαν υποβληθεί και σε πρόσθετα λειτουργικά έξοδα, οπωσδήποτε αυτοί θα τα είχαν συμπεριλάβει στις φορολογικές τους δηλώσεις για να μειωθεί ο φόρος εισοδήματός τους. Περαιτέρω δε λειτουργικά έξοδα της επιχείρησής τους δεν θεωρούνται και δεν συνυπολογίζονται σ’ αυτά ο αναλογών φόρος εισοδήματος ούτε βεβαίως οι όποιες φορολογικές επιβαρύνσεις των εναγόντων, γενόμενες ή επικείμενες, για την περαίωση των εκκρεμών, ανέλεγκτων, φορολογικών υποθέσεων της επιχείρησής τους, η οποία (περαίωση) σε κάθε περίπτωση είναι προαιρετική και όχι υποχρεωτική γι’ αυτούς. Με βάση τα παραπάνω ο ετήσιος τζίρος των πωλήσεων που επιτύγχανε κατά μέσο όρο κάθε ενάγων, όπως και οι ίδιοι άλλωστε ισχυρίζονται, ανερχόταν σε 800.000 - 1.000.000 ευρώ και σε συνδυασμό με το ως άνω ορισθέν ποσοστό, η ετήσια αμοιβή καθενός ανερχόταν κατά μέσο όρο σε 60.000 - 70.000 ευρώ αντίστοιχα, ενώ τα λειτουργικά έξοδα της επιχείρησής τους δεν ξεπερνούσαν ετησίως κατά μέσο όρο το ποσό των 35.000 ευρώ. Έτσι η ανωτέρω συμφωνηθείσα αμοιβή των εναγόντων, ποσοστού 6,2% έως 6,7% κρίνεται εύλογη, δεδομένου ότι, όπως αποδείχθηκε, καθένας των εναγόντων αποκέρδαινε, μετ’ αφαίρεση των λειτουργικών του εξόδων, κατά μέσο όρο το ποσό των 20.000 - 30.000 ευρώ ετησίως, που ήταν συμβατό με το είδος και τις συνθήκες εργασίας τους, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν επιβαρύνονταν με το κόστος των επιστραφέντων εμπορευμάτων, πληρώνονταν τοις μετρητοίς καθημερινά από τα σημεία πώλησης, ενώ τον κίνδυνο της μη πληρωμής των εμπορευμάτων που πωλούνταν επί πιστώσει και διακινούνταν από τους ίδιους στις μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ έφερε η εναγομένη. Το πιο πάνω ποσοστό εξασφάλιζε στους ενάγοντες ένα συνηθισμένο, μέσο και ικανοποιητικό για τις περιστάσεις εισόδημα για το επίδικο διάστημα, παρά το γεγονός ότι παρέμενε σταθερό από την έναρξη της σύμβασής τους και μέχρι τον Οκτώβριο του 2008, αφού συνεπεία της αυξανόμενης καταναλωτικής ζήτησης των προϊόντων και των αλλεπάλληλων ανατιμήσεων αυτών, ο τζίρος των πωλήσεων των εναγόντων παρουσίαζε ανοδική πορεία, με αντίστοιχη άνοδο του περιθωρίου κέρδους τους. Το γεγονός ότι άλλες επιχειρήσεις που εμπορεύονται ομοειδή με την εναγομένη προϊόντα, όπως η ..., κατέβαλαν ως αμοιβή στους διανομείς τους μεγαλύτερο ποσοστό από αυτό που κατέβαλε η εναγομένη, δεν αποτελεί από μόνο του επαρκές στοιχείο προς σύγκριση, αλλά πρέπει να συνεκτιμηθεί με το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις αυτές υπολείπονταν σε όγκο πωλήσεων της εναγομένης και δεν καθιστά άνευ άλλου την συμφωνηθείσα αμοιβή των τελευταίων δυσανάλογη προς τις παρεχόμενες από αυτούς υπηρεσίες και καταχρηστική, διότι σε κάθε περίπτωση τους εξασφάλιζε ένα αξιοπρεπές εισόδημα, το οποίο δεν υπολειπόταν εκείνου που λάμβαναν οι διανομείς των ως άνω επιχειρήσεων, αφού ο τζίρος πωλήσεως των εμπορευμάτων της εναγομένης επί του οποίου υπολογιζόταν το ποσοστό αμοιβής των εναγόντων, ξεπερνούσε εκείνο των άλλων εταιριών παραγωγής ομοειδών εμπορευμάτων, καθώς η τελευταία κατείχε την πρώτη θέση σε πωλήσεις στην αγορά των γαλακτοκομικών προϊόντων και των φρέσκων χυμών, τη διανομή των οποίων είχαν αναλάβει και διενεργούσαν κατά κύριο λόγο οι ενάγοντες κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα. Για τον ίδιο λόγο και οι διανομείς παγωτών της εναγομένης, που κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων λαμβάνουν τυχόν μεγαλύτερη αμοιβή από τη δική τους, υπολογιζόμενη σε ποσοστό 9,5%, δεν καθιστά τον προαναφερόμενο συμβατικό όρο παράνομο και καταχρηστικό, διότι ενόψει της φύσης του παγωτού, η κατανάλωση του οποίου πραγματοποιείται κατά κύριο λόγο τους καλοκαιρινούς μήνες, ο ετήσιος τζίρος των πωλήσεων αυτού δεν μπορεί να προσεγγίσει εκείνον που επιτυγχάνουν τα προϊόντα που διένεμαν οι ενάγοντες καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Πέραν τούτου οι ενάγοντες γνώριζαν πριν συνεργαστούν με την εναγομένη ως διανομείς της το ύψος της άνω αμοιβής τους και με ελεύθερη βούληση επέλεξαν να καταρτίσουν τις ένδικες συμβάσεις θεωρώντας εύλογη και ικανοποιητική τη συμφωνημένη αμοιβή. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από τη μακροχρόνια διάρκεια της ένδικης συνεργασίας κατά την οποία οι ενάγοντες ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν για το ύψος της αμοιβής τους. Τέτοια διαμαρτυρία πρόβαλαν πέντε μήνες μετά την υπογραφή της τελευταίας σύμβασης και συγκεκριμένα τον Οκτώβριο του έτους 2008 όταν άρχισε να ισχύει το μέτρο περαίωσης εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων. Σε κάθε περίπτωση εάν το ποσοστό που ελάμβαναν οι ενάγοντες ως αμοιβή τους καθ’ όλη τη διάρκεια της πολυετούς συνεργασίας δεν ήταν βιώσιμο για τις επιχειρήσεις τους, αυτοί δεν θα εξακολουθούσαν τη συνεργασία τους με την εναγομένη επί ενδεκαετία προβαίνοντας σε κατάρτιση όμοιων διαδοχικών συμβάσεων, αλλά αντίθετα θα επιδίωκαν την αποδέσμευση τους από την δυσμενή γι’ αυτούς συνεργασία και θα συνεργάζονταν με άλλες εταιρίες. Έτσι, ο σχετικός όρος των ένδικων συμβάσεων που καθόριζε την αμοιβή των εναγόντων σε ποσοστό 6,2% και στη συνέχεια 6,7% επί της προ ΦΠΑ αξίας των πωλουμένων προϊόντων της εναγομένης, κατέλειπε σ’ αυτούς ένα εύλογο περιθώριο κέρδους, της τάξης τουλάχιστον 1.500 - 2000 ευρώ μηνιαίως, κατά μέσο όρο, το οποίο δεν υπολείπεται του πράγματι δικαιούμενου και λαμβανομένων υπόψη και των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν είναι δυσανάλογο σε σχέση με τις παρεχόμενες απ’ αυτούς υπηρεσίες. Περαιτέρω ο όρος αυτός δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη ούτε είναι καταχρηστικός, αλλά ούτε και επιβλήθηκε μονομερώς στους ενάγοντες από την εναγομένη, συνεπεία της καταχρηστικής εκμετάλλευσης από την τελευταία της οικονομικής εξάρτησής τους από αυτήν, κατά την έννοια του άρθρου 2α του ν. 703/1977, αφού αυτοί διέθεταν ισοδύναμες λύσεις. Ειδικότερα, οι ενάγοντες, όπως προαναφέρθηκε, είχαν τη δυνατότητα να επιδιώξουν τη σύναψη ομοειδούς σύμβασης εμπορικής συνεργασίας με οποιαδήποτε άλλη εταιρία από αυτές που προαναφέρθηκαν και δραστηριοποιούνταν στον ίδιο χώρο, λαμβανομένου υπόψη ότι ο όρος μη ανταγωνισμού που είχαν συνομολογήσει, δέσμευε αυτούς μόνο ως προς τη συγκεκριμένη περιοχή του Νομού Αττικής που καθένας εξυπηρετούσε κατά τη διάρκεια της σύμβασης με την εναγομένη και μόνο για χρονικό διάστημα ενός έτους μετά τη λύση της συνεργασίας τους με αυτή". Επομένως, έκρινε το Εφετείο, ότι "δεν θεμελιώνεται αξίωση των εναγόντων για διαφορά αμοιβής από τις πωλήσεις που πραγματοποίησαν κατά τη διάρκεια των ένδικων συμβάσεων, με βάση τις διατάξεις των άρθρ. 178, 179, 281, 288 ΑΚ και 2α του ν. 703/1977 σε συνδυασμό με τα άρθρ. 288, 919 ΑΚ και 5§2 του π.δ. 219/1991 και η αγωγική αυτή αξίωση είναι ουσιαστικά αβάσιμη, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε το αντίστοιχο αγωγικό κονδύλιο ως προς όλες τις ανωτέρω βάσεις του ως ουσιαστικά αβάσιμο, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες με τους σχετικούς πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και έκτο λόγους της κρινόμενης έφεσής τους είναι αβάσιμα και απορριπτέα". Το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι "ως λειτουργικά έξοδα της επιχείρησης κάθε ενάγοντος δεν θεωρούνται και δεν συνυπολογίζονται σ’ αυτά ο αναλογών φόρος εισοδήματος ούτε βεβαίως οι όποιες φορολογικές επιβαρύνσεις των εναγόντων...". Η κρίση αυτή του Εφετείου είναι ορθή και δεν συνιστά παράβαση ουσιαστικού νόμου, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με το V1 σκέλος του πρώτου αναιρετικού τους λόγου, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι καθαρό είναι το εισόδημα από το οποίο αφαιρούνται ακολούθως οι φορολογικές επιβαρύνσεις και όχι αυτό που προκύπτει, αφού αφαιρεθούν οι επιβαρύνσεις αυτές. Εξάλλου το Εφετείο δεν έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες, ότι δεν συνυπολογίζονται στα λειτουργικά έξοδα των επιχειρήσεών τους όσα δεν καταχωρήθηκαν στις αντίστοιχες φορολογικές τους δηλώσεις, αλλά χρησιμοποίησε απλώς ως πρόσθετο επιχείρημα, με το οποίο ενίσχυσε την παραδοχή του ότι πλην των λειτουργικών εξόδων που προκύπτουν για τις επιχειρήσεις τους από τις φορολογικές τους δηλώσεις, δεν αποδείχθηκαν άλλα έξοδα, το γεγονός ότι δεν καταχωρήθηκαν τέτοια έξοδα στις φορολογικές τους δηλώσεις, διαλαμβάνοντας ειδικότερα στην απόφασή του ότι "εάν οι ενάγοντες είχαν υποβληθεί και σε πρόσθετα λειτουργικά έξοδα, οπωσδήποτε αυτοί θα τα είχαν συμπεριλάβει στις φορολογικές τους δηλώσεις για να μειωθεί ο φόρος εισοδήματός τους".

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το υπό στοιχεία V1 σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω με το V2(α) σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ειδικότερα ότι η παραδοχή της απόφασης κατά την οποία "ως λειτουργικά έξοδα της επιχείρησης κάθε ενάγοντος δεν θεωρούνται και δεν συνυπολογίζονται σ’ αυτά ο αναλογών φόρος εισοδήματος ούτε βεβαίως οι όποιες φορολογικές επιβαρύνσεις των εναγόντων...", είναι αντιφατική με την παραδοχή της απόφασης ότι "μεταξύ άλλων οι ενάγοντες είχαν αναλάβει... να βαρύνονται με τα λειτουργικά έξοδα της επιχείρησής τους, όπως τα έξοδα απόκτησης, κίνησης, συντήρησης και ασφάλισης του φορτηγού αυτοκινήτου, οι αμοιβές και η ασφάλιση του κάθε λογής προσωπικού, και με τις φορολογικές και λογιστικές υποχρεώσεις από την άσκηση της επιχείρησής τους", που σημαίνει ότι κατά την παραδοχή αυτή, όπως οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, συμπεριλαμβάνονται και οι φορολογικές επιβαρύνσεις στα λειτουργικά έξοδα των επιχειρήσεών τους. Όμως σαφώς και κατά την παραδοχή αυτή διακρίνονται οι φορολογικές και λογιστικές υποχρεώσεις των εναγόντων από τα εν γένει λειτουργικά έξοδα των επιχειρήσεών τους και απλώς επισημαίνεται ότι οι ίδιοι βαρύνονται και με τις υποχρεώσεις αυτές, χωρίς κατά τα λοιπά να θεωρούνται ως λειτουργικά έξοδα. Πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και με το V2(β) σκέλος του πρώτου και πάλι αναιρετικού λόγου και ειδικότερα ότι η παραδοχή της απόφασης κατά την οποία "ο προσδιορισμός της αμοιβής των εναγόντων στα ποσοστά 6,2% και 6,7% δεν επιβλήθηκε μονομερώς από την εναγομένη ούτε κατόπιν εκμετάλλευσης από την ίδια της ανάγκης για απασχόληση και της απειρίας των εναγόντων σχετικά με τη διανομή γαλακτοκομικών προϊόντων, αλλά ήταν αποτέλεσμα συμφωνίας των μερών" είναι αντιφατική με την παραδοχή της απόφασης ότι "η ένδικη εμπορική συνεργασία των εναγόντων είχε μακροχρόνια διάρκεια και λειτούργησε δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου με ταυτόσημο ή κυρίως ίδιο περιεχόμενο, χωρίς να αποτελούν κάθε φορά αντικείμενο διαπραγμάτευσης των μερών όλοι οι διέποντες τη συνεργασία τους ουσιώδεις συμβατικοί όροι, αλλά εξακολουθούσαν να ισχύουν οι περιεχόμενοι στις προγενέστερες συμβάσεις, με χρήση μάλιστα του ιδίου τυποποιημένου εντύπου τα έτη 2000-2007". Ωστόσο οι παραδοχές αυτές δεν είναι μεταξύ τους αντιφατικές υπό την έννοια ότι η αμοιβή των εναγόντων, αφού αρχικά καθορίστηκε σε ποσοστό 6,2% κατόπιν συμφωνίας των μερών και όχι μονομερώς ή ως αποτέλεσμα εκμετάλλευσης της ανάγκης των εναγόντων για απασχόλησή τους ή της όποιας απειρίας τους, παρέμεινε η αυτή και στις επόμενες συμβάσεις, οι οποίες ως προς το ύψος της αμοιβής τους καταρτίστηκαν μεν χωρίς ουσιαστική σύμπραξή τους, αλλά και χωρίς διαμαρτυρία από την πλευρά τους για όλη τη διάρκεια της εμπορικής συνεργασίας τους μέχρι τον Οκτώβριο του 2008, γεγονός που σαφώς σημαίνει αποδοχή απ’ αυτούς του ποσοστού της αμοιβής τους, έτσι ώστε να ήταν περιττή η εκ νέου διαπραγμάτευση της αμοιβής τους. Η αυτή πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και με το V2(γ) σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου και ειδικότερα ότι η παραδοχή της απόφασης κατά την οποία "ο ετήσιος τζίρος των πωλήσεων που επιτύγχανε κατά μέσο όρο κάθε ενάγων..., ανερχόταν σε 800.000 - 1.000.000 ευρώ και σε συνδυασμό με το ορισθέν ποσοστό της αμοιβής τους (6,2% ή 6,7%), η ετήσια αμοιβή καθενός ανερχόταν κατά μέσο όρο σε 60.000 - 70.000 ευρώ αντίστοιχα, ενώ τα λειτουργικά έξοδα της επιχείρησής τους δεν ξεπερνούσαν ετησίως κατά μέσο όρο το ποσό των 35.000 ευρώ", οπότε έτσι "η συμφωνηθείσα αμοιβή των εναγόντων..., κρίνεται εύλογη, δεδομένου ότι... καθένας των εναγόντων αποκέρδαινε, μετ’ αφαίρεση των λειτουργικών του εξόδων, κατά μέσο όρο το ποσό των 20.000 - 30.000 ευρώ ετησίως... και μηνιαίως 1.500 - 2.000 ευρώ", είναι αντιφατική προς τις παραδοχές της απόφασης αναφορικά με τον ετήσιο τζίρο και τα λειτουργικά έξοδα των επιχειρήσεών τους κατά τα έτη 2004 - 2008, υπό την έννοια ότι με βάση τα σχετικά δεδομένα της απόφασης για τα έτη αυτά, όπως αναλύονται στην απόφαση, ο μέσος όρος του ετήσιου τζίρου, των λειτουργικών εξόδων και των καθαρών κερδών των εναγόντων σε ετήσια ή μηνιαία βάση υπολείπεται των ποσών στα οποία η απόφαση τα προσδιόρισε. Ωστόσο η ανακολουθία αυτή, η οποία αποτυπώνεται πράγματι στην απόφαση, αφού ο μέσος όρος του τζίρου και των λειτουργικών εξόδων των εναγόντων, που δέχθηκε η απόφαση για τα έτη 2004 - 2008, δεν επαληθεύεται από τις επιμέρους παραδοχές της για κάθε ένα από τα ίδια έτη, είναι τελικά χωρίς ουσιαστική σημασία, με δεδομένο ότι η απόφαση στήριξε την κρίση της ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή των εναγόντων υπήρξε εύλογη, στη βασική παραδοχή της ότι οι ενάγοντες αποδέχθηκαν την αμοιβή τους σε ποσοστό 6,2% επί της καθαρής (προ Φ.Π.Α.) τιμολογούμενης αξίας των πωλούμενων από αυτούς σε τρίτους προϊόντων της εναγομένης, αφού προηγουμένως συνυπολόγισαν από κοινού με αυτή "τους συνήθεις τζίρους πωλήσεων και τα πάγια λειτουργικά τους έξοδα, ώστε να προκύπτει γι’ αυτούς εύλογο επιχειρηματικό κέρδος... και με ελεύθερη βούληση επέλεξαν να καταρτίσουν τις ένδικες συμβάσεις θεωρώντας εύλογη και ικανοποιητική τη συμφωνημένη αμοιβή". Δηλαδή κρίσιμη είναι η παραδοχή της απόφασης ότι το ποσοστό αμοιβής των εναγόντων συμφωνήθηκε αρχικά σε 6,2%, αφού κρίθηκε εύλογο από αυτούς με βάση τους συνήθεις τζίρους πωλήσεων και τα πάγια λειτουργικά τους έξοδα, ανεξαρτήτως κατά τα λοιπά αναγωγής στο κέρδος που θα μπορούσε να αποδώσει ετησίως ή μηνιαίως το ποσοστό αυτό σε κάθε ενάγοντα, οι οποίοι και γι’ αυτό ακριβώς το λόγο δεν αμφισβήτησαν το ποσοστό αυτό κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους με την εναγομένη ούτε διαμαρτυρήθηκαν μέχρι τον Οκτώβριο του 2008 για την ετήσια ή μηνιαία απόδοση του ποσοστού σε κέρδη. Κατά την ίδια έννοια δεν είναι κρίσιμη η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με το V2(δ) σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου και ειδικότερα ότι παρόλο που κατά τη σχετική παραδοχή της απόφασης ο τζίρος των εναγόντων για τα έτη 2004 - 2008 εμφανίζεται να έχει πτωτική τάση, αντιφατικά στη συνέχεια αναφέρεται στην απόφαση ότι το ποσοστό αμοιβής των εναγόντων "εξασφάλιζε σ’ αυτούς ένα συνηθισμένο, μέσο και ικανοποιητικό για τις περιστάσεις εισόδημα για το επίδικο διάστημα, παρά το γεγονός ότι παρέμενε σταθερό από την έναρξη της σύμβασής τους και μέχρι τον Οκτώβριο του 2008, αφού συνεπεία της αυξανόμενης καταναλωτικής ζήτησης των προϊόντων και των αλλεπάλληλων ανατιμήσεων αυτών, ο τζίρος των πωλήσεων των εναγόντων παρουσίαζε ανοδική πορεία, με αντίστοιχη άνοδο του περιθωρίου κέρδους τους". Με το ίδιο V2(δ) σκέλος του ίδιου αναιρετικού λόγου προσάπτεται στην εφετειακή απόφαση και η περαιτέρω πλημμέλεια από τον αριθμό και πάλι 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ότι η παραδοχή της απόφασης κατά την οποία "οι ενάγοντες προμηθεύονταν κατ’ αποκλειστικότητα τα γαλακτοκομικά προϊόντα της εναγομένης, τα οποία στη συνέχεια μεταπωλούσαν σε τρίτους, πελάτες, στο όνομά τους και για δικό τους λογαριασμό και με δικό τους επιχειρησιακό κίνδυνο", είναι αντιφατική με την παραδοχή της απόφασης ότι "τον κίνδυνο της μη πληρωμής των εμπορευμάτων που πωλούνταν επί πιστώσει και διακινούνταν από τους ίδιους στις μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ έφερε η εναγομένη". Ωστόσο με τις παραδοχές αυτές οι ενάγοντες δεν εμφανίζονται κατά τρόπο αντιφατικό, όπως υποστηρίζουν, να φέρουν και να μην φέρουν τον επιχειρησιακό κίνδυνο, αλλά ότι με εξαίρεση την περίπτωση της μη πληρωμής των διακινούμενων από αυτούς εμπορευμάτων στις μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ, που τον κίνδυνο έφερε η εναγομένη, έφεραν κατά τα λοιπά τον επιχειρησιακό κίνδυνο της εμπορικής τους δραστηριότητας. Εξάλλου με το V2(ε) σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη σκέψη της ότι "το γεγονός ότι άλλες επιχειρήσεις που εμπορεύονται ομοειδή με την εναγομένη προϊόντα, όπως η ..., κατέβαλαν ως αμοιβή στους διανομείς τους μεγαλύτερο ποσοστό από αυτό που κατέβαλε η εναγομένη, δεν αποτελεί από μόνο του επαρκές στοιχείο προς σύγκριση... και δεν καθιστά άνευ άλλου την συμφωνηθείσα αμοιβή των εναγόντων δυσανάλογη προς τις παρεχόμενες από αυτούς υπηρεσίες και καταχρηστική..., αφού ο τζίρος πωλήσεως των εμπορευμάτων της εναγομένης επί του οποίου υπολογιζόταν το ποσοστό αμοιβής των εναγόντων, ξεπερνούσε εκείνο των άλλων εταιριών παραγωγής ομοειδών εμπορευμάτων, καθώς η τελευταία κατείχε την πρώτη θέση σε πωλήσεις στην αγορά των γαλακτοκομικών προϊόντων και των φρέσκων χυμών, τη διανομή των οποίων είχαν αναλάβει και διενεργούσαν κατά κύριο λόγο οι ενάγοντες κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα". Ειδικότερα προσάπτεται στην απόφαση του Εφετείου ότι δεχόμενη η απόφαση αυτή ότι η υψηλότερη ποσοστιαία αμοιβή που κατέβαλαν οι ως άνω ομοειδείς επιχειρήσεις στους διανομείς τους οφειλόταν στο μικρότερο όγκο πωλήσεών τους, χωρίς ωστόσο να λαμβάνει υπόψη της η απόφαση τα μικρότερα λειτουργικά έξοδα που συνεπάγεται για τους διανομείς ο αντίστοιχα μικρότερος τζίρος των πωλήσεών τους, διέλαβε ασαφείς αιτιολογίες στο σκεπτικό της ως προς το εύλογο της αμοιβής των εναγόντων. Πρόκειται για πλημμέλεια που αφορά σε απλό επιχείρημα της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το οποίο αυτή δεν μπορεί να πληγεί παραδεκτά με λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι ως προς το σύνολο του υπό στοιχεία V2 σκέλους του από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ απορριπτέος. Περαιτέρω με ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρ. 2α του ν. 703/1977 η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι κατά τον καθορισμό της αμοιβής των εναγόντων σε ποσοστό αρχικά 6,2% και μετέπειτα σε 6,7% δεν υπήρξε από την εναγομένη εκμετάλλευση και μάλιστα καταχρηστική της οικονομικής εξάρτησης των εναγόντων από αυτή, αφού, όπως από το σύνολο των παραδοχών της απόφασης προκύπτει, αυτή δέχθηκε ότι το ποσοστό της αμοιβής όλων των εναγόντων δεν επιβλήθηκε μονομερώς από την εναγομένη ούτε κατόπιν εκμετάλλευσης από την ίδια της όποιας απειρίας τους ή της ανάγκης τους για απασχόληση, αλλά ήταν αποτέλεσμα συμφωνίας των μερών, όπως γενικότερα η όλη συνεργασία τους ήταν αποτέλεσμα ελεύθερης επιλογής τους και διήρκεσε επί σειρά ετών χωρίς διαμαρτυρία εκ μέρους των εναγόντων μέχρι τον Οκτώβριο του 2008 ως προς το ύψος της αμοιβής τους, το οποίο κρίνεται εύλογο, αν ληφθεί υπόψη ότι δεν επιβαρύνονταν με το κόστος των επιστρεφόμενων εμπορευμάτων, πληρώνονταν τοις μετρητοίς καθημερινά από τα σημεία πώλησης, ενώ τον κίνδυνο της μη πληρωμής των εμπορευμάτων που πωλούνταν επί πιστώσει και διακινούνταν από τους ίδιους στις μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ, έφερε η εναγομένη. Η αιτιολογία αυτή στηρίζει πλήρως την παραπάνω κρίση του Εφετείου, το οποίο πλεοναστικά διέλαβε επίσης στην απόφασή του ότι σε κάθε περίπτωση οι ενάγοντες διέθεταν ισοδύναμες λύσεις, ώστε και γι’ αυτό το λόγο να αποκλείεται η όποια από την πλευρά της εναγομένης καταχρηστική εκμετάλλευση της οικονομικής υπεροχής της, αφού αυτοί "είχαν τη δυνατότητα να επιδιώξουν τη σύναψη ομοειδούς σύμβασης εμπορικής συνεργασίας με οποιαδήποτε άλλη εταιρία από αυτές που δραστηριοποιούνταν στον ίδιο χώρο, λαμβανομένου υπόψη ότι ο όρος μη ανταγωνισμού που είχαν συνομολογήσει, δέσμευε αυτούς μόνο ως προς τη συγκεκριμένη περιοχή του Νομού Αττικής που καθένας εξυπηρετούσε κατά τη διάρκεια της σύμβασης με την εναγομένη και μόνο για χρονικό διάστημα ενός έτους μετά τη λύση της συνεργασίας τους με αυτή". Επομένως είναι αλυσιτελής και απορριπτέος ο πρώτος αναιρετικός λόγος κατά το υπό στοιχεία V3 σκέλος του, με το οποίο πλήττεται ως προς την παραπάνω επάλληλη αιτιολογία η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα αποδίδεται σ’ αυτή ότι προκειμένου να στηρίξει την κρίση της ότι δεν υπήρξε καταχρηστική εκμετάλλευση από την εναγομένη της οικονομικής υπεροχής της, εσφαλμένα δέχθηκε ότι ισοδύναμη λύση αποτελούσε για τους ενάγοντες η δυνατότητα δραστηριοποίησής τους σε περιοχή διαφορετική από αυτή στην οποία διακινούσαν τα προϊόντα της εναγομένης και εμποδίζονταν από τη ρήτρα μη ανταγωνισμού και μάλιστα χωρίς η απόφαση να συγκεκριμενοποιεί τις επιχειρήσεις με τις οποίες θα μπορούσαν εναλλακτικά οι ενάγοντες να συνεργαστούν υπό τους ίδιους όρους συνεργασίας τους με την εναγομένη, ενώ κατά την έννοια του νόμου η δυνατότητα ισοδύναμης λύσης πρέπει να κρίνεται σε σχέση με την ίδια από άποψη προϊόντος και χώρου αγορά. Εξάλλου σαφώς προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι η ρήτρα μη ανταγωνισμού δέσμευε τους ενάγοντες μόνον ως προς την περιοχή που κατά τη συμφωνία τους με την εναγομένη διακινούσαν τα προϊόντα της και δεν ήταν αμφίβολη ως προς τη χωρική της ισχύ, όπως αβάσιμα οι ενάγοντες υποστηρίζουν με το αυτό V3 σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου. 3. Κατά το άρθρ. 559 αριθμός 11 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη της τρίτης των ως άνω περιπτώσεων σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρ. 335 και 338 - 340 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Ωστόσο δεν επιβάλλεται να γίνεται στην απόφασή του ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα προσκομιζόμενα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι αυτά λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο. Με το V4 σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς το ύψος των λειτουργικών εξόδων των επιχειρήσεων των αναιρεσειόντων δεν έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στα 5777/2010 πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, καθώς και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης, που λήφθηκε στα πλαίσια όμοιας δίκης της με αντιδίκους τότε τους διανομείς Σ. και Π.. Όμως από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη, πλην άλλων, και τις παραπάνω ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασής του, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τις καταθέσεις αυτές.

Συνεπώς ο πρώτος αναιρετικός λόγος κατά το υπό στοιχεία V4 σκέλος του από τον αριθμό 11(γ) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. 4. Κατά το άρθρ. 371 του ΑΚ "αν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε σε έναν από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτον, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι ο προσδιορισμός πρέπει να γίνει με δίκαιη κρίση. Αν δεν έγινε με δίκαιη κρίση ή βραδύνει γίνεται από το δικαστήριο". Με τη διάταξη του πρώτου εδαφίου του εν λόγω άρθρου, που αποτελεί ειδική έκφραση των αρχών της καλής πίστης, παρέχεται η δυνατότητα, η οποία απορρέει από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρ. 361 ΑΚ), ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής σε κάποιον από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτον, ο οποίος υποχρεούται να προβεί στον προσδιορισμό της παροχής, εν αμφιβολία, με δίκαιη κρίση. Από τη διατύπωση του πρώτου εδαφίου του ως άνω άρθρου προκύπτει ότι η εφαρμογή του εκτείνεται στις συμβατικές ενοχές. Προϋποθέσεις εφαρμογής του ως άνω άρθρου είναι η ύπαρξη αοριστίας της παροχής, η οποία πρέπει να είναι ηθελημένη και υφίσταται υπό την έννοια ότι κατά την κατάρτιση της σύμβασης και μετά τη σύσταση της ενοχής το περιεχόμενο της παροχής δεν προσδιορίστηκε πλήρως στη σύμβαση κατ` έκταση, χρόνο, τόπο και τρόπο καταβολής, είδος, βάρος ή κατ` άλλα στοιχεία και δεν είναι δυνατή η αναπλήρωση της αοριστίας αυτής με την ερμηνεία κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Επίσης για την εφαρμογή του πιο πάνω άρθρου θα πρέπει η ανάθεση με τη σύμβαση του προσδιορισμού της παροχής να δόθηκε σε έναν από τους συμβαλλόμενους ή σε τρίτο, σε έναν ή περισσότερους. Από τη διατύπωση εξάλλου του δευτέρου εδαφίου του αυτού ως άνω άρθρου προκύπτει ότι αν ο προσδιορισμός της παροχής δεν έγινε (από συμβαλλόμενο ή τρίτο) κατά δίκαιη κρίση ή βραδύνει, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα, γίνεται από το δικαστήριο. Το δικαστήριο επιλαμβάνεται μετά από αγωγή του ή των συμβαλλομένων, υποκαθιστά δε εκείνον, στον οποίο είχε ανατεθεί το δικαίωμα του προσδιορισμού της παροχής, όταν αυτός προέβη στον προσδιορισμό με κρίση άδικη ή αν βραδύνει ή αρνείται ή αδυνατεί προς τούτο. Η απόφαση του δικαστηρίου, κατά το ως άνω εδάφιο 2 του άρθρ. 371 ΑΚ, που είναι προσδιοριστική της παροχής, συμπληρώνει τη σύμβαση ως προς την αόριστη παροχή, υποκαθιστώντας τη βούληση των συμβαλλομένων και είναι διαπλαστικού χαρακτήρα με αναδρομική δύναμη (ΑΠ 110/2015? ΑΠ 1500/ 2014). Ως δίκαιη κρίση ή κρίση αγαθού ανδρός θεωρείται η κρίση του ελευθέρως κρίνοντος εντός του σκοπού της ενοχής και δη της σύμβασης και εντός των συγκεκριμένων μεταξύ των μερών περιστάσεων. Για το σχηματισμό δε της δίκαιης κρίσης πρέπει από τη σύμβαση να προκύπτει κάποια βάση ή αφετηρία για τέτοια κρίση, όπως λ.χ. ο επιδιωκόμενος με τη σύμβαση σκοπός των μερών ή η συμφωνηθείσα αντιπαροχή. Έτσι σε σύμβαση αποκλειστικής συνεργασίας μεταξύ εμπόρων ενυπάρχει ο σκοπός του εμπορικού κέρδους που επιδιώκει το κάθε συμβαλλόμενο μέρος (ΑΠ 336/2009). Η διάταξη όμως του άρθρ. 371 ΑΚ δεν μπορεί να τύχει ευθείας ή ανάλογης εφαρμογής στην περίπτωση των γενικών όρων των συναλλαγών, που περιλαμβάνονται σε συμβάσεις προσχώρησης και δεν ενέχουν αοριστία, ασφαλώς όμως το κύρος τους μπορεί να κριθεί στο πλαίσιο των άρθρων 178, 179, 281 ή 288 ΑΚ. Περαιτέρω κατά το άρθρ. 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997? ΑΠ 625/2008? ΑΠ 328/ 2008). Δεν αποτελούν όμως "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, αν δεν ληφθούν υπόψη απλοί αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008? ΑΠ 625/2008? ΑΠ 558/2008). Επίσης, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008? ΑΠ 2102/2007? ΑΠ 2068/ 2007) ή αν παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο ή αλυσιτελή και για τούτο μη ασκούντα επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 321/2009). Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται με το V5 σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου ότι το Εφετείο, κρίνοντας με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η αξίωσή τους να τους επιδικασθεί η διαφορά μεταξύ της συμφωνημένης και της εύλογης κατά την άποψή τους αμοιβής τους δεν βρίσκει στήριγμα στο άρθρ. 371 του ΑΚ, με συνέπεια να κρίνει ακολούθως, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απορριπτέα ως μη νόμιμη τη σχετική αγωγική βάση, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ενώ παρέλειψε να λάβει υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και ειδικότερα μολονότι δεν ζητήθηκε η ευθεία, αλλά μόνον η αναλογική εφαρμογή του άρθρ. 371 του ΑΚ, το Εφετείο ανεπίτρεπτα ερεύνησε τη δυνατότητα ευθείας εφαρμογής του άρθρ. 371 του ΑΚ, ενώ παρά το νόμο παρέλειψε να ερευνήσει τη δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής του, αν και αυτό επιβαλλόταν, επειδή προσχώρησαν σε συμβάσεις με προκαθορισμένους όρους, που είχαν μονομερώς τεθεί από την ευρισκόμενη σε υπερέχουσα έναντι αυτών οικονομική θέση αναιρεσίβλητη. Αντίθετα όμως με όσα οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, το Εφετείο έκρινε γενικώς αδύνατη την εφαρμογή του ως άνω άρθρου, δηλαδή τόσο την ευθεία όσο και την αναλογική εφαρμογή του χωρίς διάκριση. Επομένως είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο πρώτος αναιρετικός λόγος κατά το V5 σκέλος του, με το οποίο προσάπτονται στην εφετειακή απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση το Εφετείο αφενός μεν είχε το δικαίωμα να αναζητήσει αυτεπαγγέλτως την κατάλληλη νομική βάση για να στηρίξει την αξίωση των αναιρεσειόντων, αφετέρου δε η παράλειψή του να απορρίψει ρητά τον ισχυρισμό τους για αναλογική εφαρμογή του άρθρ. 371 ΑΚ δεν ελέγχεται με λόγο από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφού πρόκειται για μη νόμιμο ισχυρισμό με δεδομένο ότι κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη η αξίωσή τους δεν βρίσκει γενικώς έρεισμα στο άρθρ. 371 του ΑΚ. 5. Με το V6 σκέλος του πρώτου και πάλι αναιρετικού λόγου οι αναιρεσείοντες αιτιώνται το Εφετείο ότι άφησε αδίκαστο το αίτημά τους να αναγνωριστούν τόκοι επί του αιτηθέντος από τον καθένα τους ποσού για τη ζημία που υπέστησαν από τη διαφορά μεταξύ καταβαλλόμενης και οφειλόμενης σ’ αυτούς εύλογης αμοιβής, με την αιτιολογία ότι είναι άνευ αντικειμένου μετά την απόρριψη σχετικού κύριου αιτήματος. Ο λόγος αυτός κατά το υπό στοιχεία V5 σκέλος του από τον αριθμό 9 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ αλυσιτελώς ήδη προβάλλεται και είναι απορριπτέος, αφού μετά την απόρριψη από το Εφετείο του κυρίου ως άνω αιτήματος και των σχετικών μ’ αυτό λόγων αναίρεσης, δεν ερευνάται πλέον το παρεπόμενο αίτημα περί τόκων ως άνευ αντικειμένου, δεδομένου ότι δεν μπορούν να επιδικαστούν τόκοι επί ανύπαρκτου κεφαλαίου.

6. Στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής μπορούν να εφαρμοστούν αναλογικά και οι διατάξεις του άρθρ. 8§§ 3, 4 και 8 του π.δ/τος 219/1991, σύμφωνα με τις οποίες όταν η σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, καθένας από τους συμβαλλομένους μπορεί να την καταγγείλει με την τήρηση ορισμένης προθεσμίας, που ορίζεται σε ένα μήνα για το πρώτο έτος της σύμβασης, σε δυο μήνες από την αρχή του δεύτερου έτους, σε τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους και σε έξι μήνες από την αρχή του έκτου και των επόμενων ετών, μπορεί δε η σύμβαση να καταγγελθεί και κατά πάντα χρόνο, χωρίς την τήρηση των ως άνω προθεσμιών, στην περίπτωση που ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών του υποχρεώσεων, καθώς και στην περίπτωση έκτακτων περιστάσεων. Τη συνδρομή του σπουδαίου λόγου, που δικαιολογεί την έκτακτη καταγγελία, οφείλει να την επικαλεσθεί και να την αποδείξει εκείνος που κατήγγειλε τη σύμβαση, ενώ δικαίωμα του αντιπροσωπευόμενου αποτελεί η τακτική από μέρους του καταγγελία της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας ή αποκλειστικής διανομής, η οποία δεν απαιτεί αιτιολογία και ούτε συνεπάγεται γι’ αυτόν επιζήμιες συνέπειες, εκτός αν συνιστά καταχρηστική κατά το άρθρ. 281 ΑΚ άσκηση του δικαιώματός του, οπότε ναι μεν η καταγγελία δεν είναι άκυρη, όμως ο καταγγέλλων ευθύνεται έναντι του άλλου μέρους και μάλιστα τόσο συμβατικά, για παραβίαση δηλαδή της αντίστοιχης σύμβασης, όσο και εξωσυμβατικά, αφού η καταχρηστική καταγγελία συνιστά αδικοπραξία κατά την έννοια των άρθρ. 914 και 919 ΑΚ (ΑΠ 1766/2009), που θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης ή και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατά το άρθρ. 932 ΑΚ, εφόσον βέβαια το άλλο μέρος υπέστη εξ αιτίας της καταγγελίας ζημία ή και ηθική βλάβη. Αντίθετα μόνο συμβατική ευθύνη απορρέει από την άκαιρη ή αντίθετη προς τη συμφωνία των μερών, αλλά όχι καταχρηστική, καταγγελία, η οποία χωρίς και πάλι να είναι άκυρη, δημιουργεί ωστόσο για τον καταγγέλλοντα υποχρέωση αποζημίωσης του άλλου μέρους για τη μη εκτέλεση της σύμβασης (ΑΠ 588/2002? 849/2002? 390/2004? 697/2012? 979/2014). Η καταγγελία πάντως δεν είναι καταχρηστική, όταν η λύση της σύμβασης, στην οποία οδηγεί, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες συναλλακτικές δυνατότητες του καταγγέλλοντος και δεν είναι άσχετη προς το καλώς νοούμενο συμφέρον της επιχείρησής του, ενώ και η τυχόν επωφελής για τα συμφέροντά του συμπεριφορά του άλλου μέρους δεν καθιστά την καταγγελία του καταχρηστική, αφού η συμπεριφορά αυτή του αντισυμβαλλομένου του εντάσσεται στο πλαίσιο της επιβαλλόμενης από το νόμο (άρθρ. 288 ΑΚ) καλόπιστης απ’ αυτόν εκπλήρωσης της παροχής του (ΟλΑΠ 12/2004? 13/2004? ΑΠ 1933/2009? 683/2010). Η υποχρέωση αποζημίωσης για άκαιρη ή καταχρηστική καταγγελία της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας ή αποκλειστικής διανομής δεν αποκλείεται από τη χορήγηση αποζημίωσης για απώλεια πελατείας, αλλά μπορεί κατά το άρθρ. 9§1(γ) του π.δ/τος 219/1991 να συρρέει μ’ αυτή και καλύπτει κάθε περαιτέρω θετική ή αποθετική ζημία του εμπορικού αντιπροσώπου ή αναλόγως του διανομέα (ΑΠ 979/2014). Ειδικότερα κατά το άρθρ. 298 ΑΚ, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος, λογίζεται δε ως τέτοιο το προσδοκώμενο με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί. Αποζημίωση, πάντως, δεν οφείλεται κατά το άρθρ. 9§3(α) και (β) του π.δ/τος 219/1991, όταν ο εντολέας καταγγείλει τη σύμβαση λόγω υπαιτιότητας του εμπορικού αντιπροσώπου (ή διανομέα), η οποία θα δικαιολογούσε καταγγελία της σύμβασης κατά πάντα χρόνο ή όταν ο εμπορικός αντιπρόσωπος (ή διανομέας) καταγγείλει ο ίδιος τη σύμβαση, εκτός εάν η λύση αυτή οφείλεται σε υπαιτιότητα του αντιπροσωπευόμενου ή δικαιολογείται από λόγους ηλικίας, σωματικής αδυναμίας ή ασθένειας του εμπορικού αντιπροσώπου (ή διανομέα), εξαιτίας των οποίων δεν είναι δυνατόν να απαιτηθεί εύλογα από αυτόν η εξακολούθηση της δραστηριότητάς του. Περαιτέρω κατά το άρθρ. 1 του ν. 146/1914, απαγορεύεται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές κάθε πράξη που γίνεται προς το σκοπό ανταγωνισμού και αντίκειται στα χρηστά ήθη, ο δε παραβάτης μπορεί να εναχθεί προς παράλειψη της πράξης και προς ανόρθωση της ζημίας που η πράξη προκάλεσε. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που αποτελεί γενική ρήτρα κατά του αθέμιτου ανταγωνισμού, ουσιώδης προϋπόθεση για τη δημιουργία αξίωσης προς παράλειψη πράξης που γίνεται από το φορέα επιχείρησης κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές της, είναι ο σκοπός ανταγωνισμού από τον οποίο πρέπει να κυριαρχείται η πράξη και η αντίθεσή της προς τα χρηστά ήθη. Σκοπός ανταγωνισμού υπάρχει όταν η πράξη γίνεται με πρόθεση ενίσχυσης του ίδιου ή ξένου ανταγωνισμού και είναι αντικειμενικά πρόσφορη να εξυπηρετήσει τον ανταγωνισμό, δηλαδή απαιτείται σχέση ανταγωνισμού μεταξύ του υποκειμένου της πράξης και τρίτων, οι οποίοι πάντως δεν προστατεύονται από κάθε αντίθετη προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά, αλλά μόνον από εκείνη που επιδρά αρνητικά στις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες ή απειλεί την ανταγωνιστική συμπεριφορά τους. Πρόθεση βλάβης του ανταγωνιστή δεν απαιτείται και ούτε είναι αναγκαίο ο σκοπός ανταγωνισμού να αποτελεί το μόνο σκοπό της πράξης. Η ύπαρξη σκοπού ανταγωνισμού είναι ζήτημα πραγματικό που δεν ελέγχεται αναιρετικά, ενώ αόριστη νομική έννοια, δηλαδή έννοια που ο νομοθέτης απέφυγε να ρυθμίσει ως προς το αναγκαίο πλάτος και βάθος της, αποτελούν τα χρηστά ήθη, ως προς τα οποία, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία αυτά εξειδικεύονται, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Κριτήριο εξειδίκευσης των χρηστών ηθών αποτελούν κατ’ αρχήν οι ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και εμπειρίας με χρηστότητα και σωφροσύνη σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, με βάση τις οποίες η κρίση για την ύπαρξη ή όχι αντίθεσης της συγκεκριμένης συμπεριφοράς προς τα χρηστά ήθη, αξιολογούμενης μέσα στο συναλλακτικό κύκλο που αυτή εκδηλώνεται, δεν πρέπει να περιορίζεται στην εκτίμηση μεμονωμένων στοιχείων, όπως τα αίτια ή ο σκοπός του δράστη, αλλά πρέπει να εκτείνεται και να καλύπτει το σύνολο των περιστάσεων που συνοδεύουν την προσβαλλόμενη ως επιλήψιμη συμπεριφορά (ΑΠ 1346/2000? 55/2003? 571/2011). Ωστόσο η έννοια των χρηστών ηθών δεν μπορεί στο δίκαιο του αθέμιτου ανταγωνισμού να απηχεί αντιλήψεις κοινωνικής μόνον ηθικής, αλλά οφείλει να διαμορφώνεται με βάση κυρίως τις οικονομικές και λοιπές συνθήκες της συγκεκριμένης αγοράς στο πλαίσιο στάθμισης των αντίθετων συμφερόντων που καλείται ο νόμος να προστατεύσει από αθέμιτες ανταγωνιστικές συμπεριφορές, διασφαλίζοντας έτσι αποτελεσματικά και την εγγυημένη από το άρθρ. 5§1 του Συντάγματος οικονομική ελευθερία. Αντικείμενο, δηλαδή, προστασίας δεν είναι μόνον το συμφέρον των ανταγωνιστών στην ατομική διάστασή του, αλλά και το συμφέρον των καταναλωτών και κατ’ επέκταση η λειτουργία της ίδιας της αγοράς (ΑΠ 1664/2014). Εξάλλου κατά το άρθρ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ’ αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιβλαβές για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασής του. Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου αλλά, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ’ αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΟλΑΠ 2/2008? ΑΠ 128/2013). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά και τα ακόλουθα: "Η λύση των ένδικων συμβάσεων επήλθε με πρωτοβουλία των εναγόντων. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι η συνεργασία των εναγόντων με την εναγομένη διακόπηκε οριστικά τον Οκτώβριο του έτους 2008, όταν οι ενάγοντες, πέντε μήνες μετά την κατάρτιση, στις 5.5.2008, της τελευταίας σύμβασης συνεργασίας τους με την εναγομένη, με ημερομηνία λήξης 31.3.2009, επέδωσαν σ’ αυτή στις 2.10.2008 την από 29.9.2008 εξώδικη δήλωση με διαμαρτυρία, με την οποία, εκ των υστέρων, δήλωναν ότι δεν συμφωνούν με την τροποποίηση των συμβάσεών τους, όπως αυτή αποτυπώθηκε στο σχετικό από 5.5.2008 έντυπο σύμβασης συνεργασίας, διαμαρτυρόμενοι για το "πενιχρό περιθώριο κέρδους που τους επέβαλε η εναγομένη" και δήλωναν ότι θα μετέλθουν κάθε νόμιμο μέσο για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους. Η εναγομένη δεν ανταποκρίθηκε στο αίτημα των εναγόντων και οι τελευταίοι διέκοψαν τη συνεργασία τους με αυτή. Το γεγονός αυτό, ήτοι της λύσης των συμβάσεων των εναγόντων με απόφαση και των ιδίων προκύπτει και από την σαφή σχετική αναφορά του μάρτυρα των εναγόντων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, Ι. Π., ο οποίος, μεταξύ άλλων, κατέθεσε "...διακόπτουμε τη συνεργασία μας γιατί βλέπαμε ότι δεν έβγαινε κάπου..., ότι από την αποχώρησή μας από την εταιρία, η εταιρία άλλαξε...". Η στάση ωστόσο της εναγομένης δεν μπορεί να αξιολογηθεί ως εν τοις πράγμασι καταγγελία της πολυετούς συμβατικής σχέσης της με τους ενάγοντες, συνεπεία της οποίας δεν εξακολούθησε η συνεργασία τους, αλλά αντίθετα ως μια αντικειμενικά προβλέψιμη από αυτούς συναλλακτική δυνατότητα της εναγομένης, συνυφασμένη με το συμφέρον της επιχείρησής της, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι η αμοιβή αυτών με βάση το ανωτέρω σ’ αυτούς καταβαλλόμενο και πρόσφατα ήδη αναπροσαρμοσθέν ποσοστό 6,7%, τους απέφερε, όπως προαναφέρθηκε, εύλογο επιχειρηματικό κέρδος.

Συνεπώς, οι μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης συμβάσεις συνεργασίας, κατ’ ουσίαν, έληξαν λόγω έλλειψης ταύτισης των απόψεών τους ως προς τις προβαλλόμενες οικονομικές απολαβές των εναγόντων, τις οποίες όμως η εναγομένη δεν υποχρεούτο από κάποια γενική αρχή του δικαίου, άλλως συναλλακτική πρακτική, άλλως επιταγή της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του σχετικού δικαιώματος της, να αποδεχθεί. Με βάση τα παραπάνω η εναγομένη δεν υποχρεούτο να τηρήσει την προβλεπόμενη στο άρθρο 8§4 του π.δ/τος 219/1991 προθεσμία καταγγελίας των επίδικων συμβάσεων, αφού αυτές δεν καταγγέλθηκαν από την ίδια ούτε λύθηκαν με υπαιτιότητά της, άλλα αντίθετα λύθηκαν με πρωτοβουλία των εναγόντων. Αποδείχθηκε δε ότι οι τελευταίοι δεν ωθήθηκαν στη λύση των συμβάσεων λόγω της μονομερούς επιβολής των όρων της μεταξύ τους συνεργασίας από την εναγομένη, μεταξύ των οποίων και αυτός της αμοιβής ύψους αρχικά 6,2% και στη συνέχεια 6,7% επί του τζίρου, αφού οι όροι των συμβάσεων αποτέλεσαν προϊόν διαπραγμάτευσης μεταξύ των διαδίκων, οι δε ενάγοντες τους γνώριζαν και τους είχαν αποδεχθεί ελεύθερα και μάλιστα επί ενδεκαετία. Ουδόλως αποδείχθηκε επίσης ότι η εναγομένη προέβη σε πράξεις ανταγωνιστικές σε βάρος τους και ειδικότερα ότι η λύση των συμβάσεων αυτών μεθοδεύθηκε με οποιονδήποτε τρόπο από αυτή στο πλαίσιο αθέμιτης εκ μέρους της ανταγωνιστικής συμπεριφοράς και προκειμένου να αποσπάσει την πελατεία των εναγόντων, δεδομένου ότι η πελατεία της περιοχής, όπου αυτοί δραστηριοποιούνταν στα πλαίσια της ένδικης συνεργασίας τους με την εναγομένη, ήταν ήδη ενταγμένη στο πελατολόγιο αυτής. Ούτε επίσης η εναγομένη ενήργησε με τρόπο για να εκμεταλλευτεί τη φήμη τους και να τους εκτοπίσει από την αγορά των γαλακτοκομικών προϊόντων. Εξάλλου, οι ισχυρισμοί των εναγόντων ότι οι ίδιοι συνέβαλαν ουσιωδώς στην αύξηση του τζίρου της εναγομένης με την εξεύρεση νέων σημείων πώλησης και νέων (δικών τους) πελατών δεν κρίνονται βάσιμοι. Επομένως δεν στοιχειοθετείται παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης κατά τη διακοπή της συνεργασίας της με τους ενάγοντες. Περαιτέρω, στις ένδικες συμβάσεις υπήρχαν όροι μη συμβατοί με τους κανόνες του ανταγωνισμού, όπως ορισμένη τιμή μεταπώλησης, απαγόρευση παθητικών πωλήσεων, ορισμένη γεωγραφική περιοχή, όπως κρίθηκε με την 373/V/2007 απόφαση της Ολομέλειας της Επιτροπής Ανταγωνισμού, με την οποία επιβλήθηκε στην εναγομένη πρόστιμο για τις ανωτέρω παραβάσεις, η προσφυγή δε της εναγομένης κατ’ αυτής απορρίφθηκε με την υπ’ αριθ. 559/2010 απόφαση του ΔΕφΑ. Οι όροι όμως αυτοί, στους οποίους είχαν συμφωνήσει οι ενάγοντες κατά την κατάρτιση των συμβάσεων, δεν συνδέονται αιτιωδώς με την καταγγελία εκ μέρους τους που έγινε για άλλους λόγους κατά τα προεκτεθέντα, ούτε με τις ένδικες αξιώσεις τους. Επομένως με βάση τα παραπάνω οι ένδικες συμβάσεις λύθηκαν άμεσα και η εναγομένη δεν οφείλει αποζημίωση στους ενάγοντες για διαφυγόντα κέρδη του προβλεπόμενου στο άρθρο 8 παρ. 4 του π.δ. 219/1991, χρονικού διαστήματος... με βάση τις διατάξεις των άρθρων 1 του ν. 146/1914, 281, 288, 914, 919 ΑΚ, 2α του ν. 703/1977 και 8§4 σε συνδ. με 9§1(γ) του π.δ. 219/1991". Ακόμη το Εφετείο δέχθηκε ότι "από ίδια αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη έβλαψε καθ’ οιονδήποτε τρόπο το μέλλον, τη φήμη και την υπόσταση των εναγόντων ως επιχειρηματιών ή ότι παρεμπόδισε την ανάπτυξη των επιχειρήσεών τους ή προσέβαλε την προσωπικότητά τους, ώστε να υποστούν αυτοί ηθική βλάβη, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν". Ενόψει αυτών έκρινε ακολούθως το Εφετείο ότι "το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε κατ’ ουσίαν το αγωγικό κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών και την αξίωση των εναγόντων για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ως προς όλες τις ανωτέρω βάσεις τους..., ορθά έκρινε κατ’ αποτέλεσμα...", διαλαμβάνοντας ειδικότερα το Εφετείο στην απόφασή του ως προς την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ότι "δεν στοιχειοθετείται συμπεριφορά της εναγομένης, δια των νομίμων εκπροσώπων της, αντικείμενη στα χρηστά ήθη, κατά την έννοια του άρθρ. 1 του ν. 146/1914, ούτε συμπεριφορά που να πληροί το πραγματικό του άρθρ. 281 ΑΚ, ως υπερακοντίζουσα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, αλλά ούτε και συμπεριφορά αντιβαίνουσα στα χρηστά ήθη, που να πληροί το πραγματικό του άρθρ. 919 ΑΚ ή αυτό των άρθρ. 2α του ν.703/1977 σε συνδυασμό με τα άρθρ. 914, 932 του ΑΚ ή 57, 59 του ΑΚ, θεμελιωτική αξίωσης των εναγόντων για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι συμβάσεις των εναγόντων λύθηκαν με πρωτοβουλία τους, υπό την έννοια ότι αυτοί διέκοψαν οριστικά τη συνεργασία τους με την εναγομένη, όταν η τελευταία δεν ανταποκρίθηκε στην από 29.9.2008 εξώδικη προς αυτή δήλωσή τους, με την οποία, αφού διαμαρτυρήθηκαν για το ποσοστό της αμοιβής τους, όπως καθορίστηκε μετά και την από 5.5.2008 τελευταία μεταξύ τους σύμβαση σε συνέχεια προηγούμενων συμβάσεών τους, δήλωσαν ότι θα μετέλθουν κάθε νόμιμο μέσο για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους. Κατά το Εφετείο η στάση της εναγομένης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εν τοις πράγμασι καταγγελία της συμβατικής σχέσης της με τους ενάγοντες, αλλά ως μια αντικειμενικά προβλέψιμη όσο και δικαιολογημένη συναλλακτική δυνατότητα αυτής εν όψει του συνόλου των συνθηκών της συμβατικής τους σχέσης, όπως αναλυτικά αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως το Εφετείο, αφού ρητά απέκλεισε την ύπαρξη καταγγελίας από την εναγομένη των συμβάσεών της με τους ενάγοντες, έκρινε ότι αυτοί δεν ωθήθηκαν στη λύση των συμβάσεών τους εξ αιτίας παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης υπό όρους, μεταξύ άλλων, και αθέμιτου από την πλευρά της ανταγωνισμού σε βάρος τους, αλλά ότι αιτία της λύσης των συμβάσεών τους υπήρξε η έλλειψη ταύτισης των απόψεών τους ως προς τις προβαλλόμενες οικονομικές απολαβές των εναγόντων, με τις οποίες όμως η εναγομένη δεν ήταν υποχρεωμένη να συμφωνήσει και να τις αποδεχθεί. Αξιολογώντας, ειδικότερα, το Εφετείο τη συμπεριφορά της εναγομένης, δέχθηκε ότι οι ενάγοντες δεν ωθήθηκαν στη λύση των συμβάσεών τους λόγω μονομερούς από την εναγομένη επιβολής των όρων της συνεργασίας τους και προπάντων ως προς το ποσοστό της αμοιβής τους, αφού οι όροι της συνεργασίας τους αποτέλεσαν προϊόν διαπραγμάτευσης υπό την έννοια που προαναφέρθηκε, δηλαδή οι όροι αυτοί, όπως αρχικά συμφωνήθηκαν, επαναλαμβάνονταν μεν χωρίς ουσιαστική σύμπραξη των εναγόντων στις επόμενες συμβάσεις τους, όμως χωρίς την οποιαδήποτε διαμαρτυρία τους, τουλάχιστον μέχρι τον Οκτώβριο του 2008, γεγονός που σαφώς σημαίνει ότι τους αποδέχονταν, ώστε να ήταν περιττή η εκ νέου διαπραγμάτευσή τους. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 8§4, 9§§1(γ) και 2(α)&(β) του π.δ/τος 219/1991, 1 του ν. 146/1914, 281, 288, 914, 919 του ΑΚ και 2α του ν. 703/1977 και με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, αφού προς το σκοπό αυτό έλαβε υπόψη του και την από 7.10.2008 εξώδικη απάντηση της εναγομένης στην από 29.9.2008 εξώδικη προς αυτή δήλωση των εναγόντων, το περιεχόμενο της οποίας δήλωσής τους δεν παραμόρφωσε, ώστε να ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αλλά διαφορετικά απλώς το εκτίμησε σε σχέση με όσα αυτοί υποστηρίζουν. Το γεγονός ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρεται ρητά ότι οι ενάγοντες κατήγγειλαν τις συμβάσεις τους, δεν δημιουργεί ασάφεια ή αντίφαση ως προς την ουσία της συμπεριφοράς τους, η οποία ορθά εκτιμάται ως καταγγελία και έτσι έγινε αντιληπτή και από την εναγομένη, η οποία και αποδέχθηκε σιωπηρά την απόφασή τους να λύσουν τη μεταξύ τους συνεργασία. Επίσης το Εφετείο, διαλαμβάνοντας στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η πελατεία της περιοχής, όπου οι ενάγοντες δραστηριοποιούνταν στο πλαίσιο της συνεργασίας τους με την εναγομένη, ήταν ήδη ενταγμένη στο πελατολόγιό της και έτσι δεν συντρέχει περίπτωση αθέμιτης ανταγωνιστικής συμπεριφοράς της σε βάρος των εναγόντων με στόχο την απόσπαση από αυτούς πελατείας, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 1 του ν. 146/1914, αξιώνοντας διαφορετικά στοιχεία από όσα το πραγματικό της διάταξης αυτής απαιτεί.

Συνεπώς τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο κατά τα υπό στοιχεία V2, V3, V4(α) και V5 σκέλη του από τους αριθμούς αντίστοιχα 19, 20, 11(γ) και 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα και πρέπει ως προς τα σκέλη αυτά να απορριφθεί ο δεύτερος αναιρετικός λόγος. 7. Με το V1 σκέλος του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό των εναγόντων περί απαραδέκτου λόγω αντιφατικότητας των ισχυρισμών της εναγομένης, με τους οποίους αυτή πρόβαλε ότι οι συμβάσεις τους καταγγέλθηκαν αφενός μεν από τους ενάγοντες [άρθρ. 9§3(β) π.δ. 219/1991], αφετέρου δε από την ίδια την εναγομένη για σπουδαίο λόγο [άρθρ. 9§3(α) π.δ. 219/1991], ενώ αντίθετα παρά το νόμο το Εφετείο έλαβε υπόψη ανύπαρκτο ισχυρισμό τους ότι η αντιφατικότητα των ισχυρισμών της εναγομένης συνίστατο δήθεν στο ότι αυτή ισχυρίστηκε ότι οι συμβάσεις τους ήταν ορισμένου χρόνου και επικουρικά ότι καταγγέλθηκαν από την ίδια. Ωστόσο από την επισκόπηση των πρωτόδικων προτάσεων της εναγομένης (σελ. 19) προκύπτει ότι αυτή προέβαλε επικουρικά τους παραπάνω ισχυρισμούς της, δηλαδή κυρίως μεν ότι οι επίδικες συμβάσεις καταγγέλθηκαν από τους ενάγοντες, επικουρικά δε από την ίδια, οπότε δεν συντρέχει απαράδεκτο, αφού συγχωρείται η επικουρική προβολή αντιφατικών ισχυρισμών (ΑΠ 110/2008). Το γεγονός εξ άλλου ότι στις πρωτόδικες προτάσεις της εναγομένης γίνεται λόγος σε προηγούμενη σελίδα αυτών (14) μόνο για δική της καταγγελία των συμβάσεων, δεν αναιρεί την επικουρική προβολή των ως άνω ισχυρισμών της, εφόσον αυτό διευκρινίζεται στη συνέχεια σε άλλο σημείο των προτάσεών της.

Συνεπώς ο δεύτερος αναιρετικός λόγος κατά το παραπάνω V1 σκέλος του είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται, αν το Δικαστήριο δεν απάντησε σε ισχυρισμό μη νόμιμο, όπως εν τέλει είναι ο ισχυρισμός των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων. Κατά την ίδια έννοια ο αυτός περί καταγγελίας των συμβάσεων από την εναγομένη ισχυρισμός της δεν συνιστά κρίσιμη ομολογία της, εφόσον πρόκειται για επικουρικό ως άνω ισχυρισμό και άρα η παράλειψη του Εφετείου να τον αξιολογήσει ειδικότερα ως δεσμευτική ομολογία της δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11(γ) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

Συνεπώς ο δεύτερος αναιρετικός λόγος κατά το υπό στοιχεία V4(β) σκέλος του από τον αριθμό αυτό είναι αβάσιμος και απορριπτέος. 8. Στο άρθρ. 81§§1 και 2 της ΣυνθΕΚ και ήδη άρθρ. 101§§1 και 2 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ορίζονται τα εξής: "1. Είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική (κοινή) αγορά και απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς και ιδίως εκείνες οι οποίες συνίστανται: α) στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής, β) στον περιορισμό ή στον έλεγχο της παραγωγής, της διαθέσεως, της τεχνολογικής αναπτύξεως ή των επενδύσεων, γ) στην κατανομή των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού, δ) στην εφαρμογή άνισων όρων επί ισοδυνάμων παροχών, έναντι των εμπορικώς συναλλασσομένων, με αποτέλεσμα να περιέρχονται αυτοί σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό, ε) στην εξάρτηση της συνάψεως συμβάσεων από την αποδοχή, εκ μέρους των συναλλασσομένων, προσθέτων παροχών που εκ φύσεως ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών. 2. Οι απαγορευμένες δυνάμει του παρόντος άρθρου συμφωνίες ή αποφάσεις είναι αυτοδικαίως άκυρες". Εξ άλλου ο ν. 703/1977, που ήδη καταργήθηκε με το ν. 3959/2011, όριζε με το άρθρ. 1§1 ότι απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, καθώς και όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και οποιαδήποτε μορφής εναρμονισμένη πρακτική επιχειρήσεων, οι οποίες έχουν ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα την παρακώλυση, τον περιορισμό ή την νόθευση του ανταγωνισμού, ιδίως δε οι συνιστάμενες α) στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πώλησης ή άλλων όρων συναλλαγής, β) στον περιορισμό ή στον έλεγχο της παραγωγής, της διάθεσης, της τεχνολογικής ανάπτυξης ή των επενδύσεων, γ) στην κατανομή των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού, δ) στην εφαρμογή στο εμπόριο, κατά τρόπο δυσχεραίνοντα τη λειτουργία του ανταγωνισμού, άνισων όρων για ισοδύναμες παροχές, όπως προπάντων είναι η αδικαιολόγητη άρνηση πώλησης, αγοράς ή άλλης συναλλαγής και ε) στην εξάρτηση της σύναψης συμβάσεων από την αποδοχή από μέρους των αντισυμβαλλομένων πρόσθετων παροχών, οι οποίες, κατά τη φύση τους ή κατά τις εμπορικές συνήθειες, δεν συνδέονται με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών, ενώ η διάταξη της παρ. 2 του αυτού άρθρ. 1 όριζε ότι οι κατά την προηγούμενη παράγραφο απαγορευμένες συμφωνίες και αποφάσεις είναι απόλυτα άκυρες, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα νόμο. Σκοπός των ρυθμίσεων αυτών είναι η διασφάλιση του ελεύθερου ανταγωνισμού μέσω της διασφάλισης της οικονομικής ελευθερίας των συναλλασσομένων, που επιχειρείται να επιτευχθεί με την απαγόρευση όλων των περιοριστικών του ανταγωνισμού συμπράξεων επιχειρήσεων, είτε πρόκειται για οριζόντιες συμπράξεις είτε για κάθετες, δηλαδή εφόσον συνάπτονται μεταξύ επιχειρήσεων, η καθεμία από τις οποίες δραστηριοποιείται για τους σκοπούς της συμφωνίας σε διαφορετικό στάδιο της αλυσίδας παραγωγής ή διανομής (βλ. και ΑΠ 1063/2011). Ειδικότερα το άρθρ. 1§1 του ν. 703/1977 απαγορεύει την άσκηση της οικονομικής ελευθερίας που κατατείνει με τη σύμπραξη επιχειρήσεων στο σχηματισμό οικονομικής ισχύος, όταν αυτή περιορίζει αδικαιολόγητα και συνεπώς αντίθετα προς το άρθρ. 5§1 του Συντάγματος, την οικονομική ελευθερία των τρίτων που δεν μετέχουν στη σύμπραξη, με αποτέλεσμα έτσι τη βλάβη ή τη διακινδύνευση και του ανταγωνισμού ως συστήματος ή μέσου κατεύθυνσης της οικονομίας της αγοράς. Ο περιορισμός της οικονομικής ελευθερίας των τρίτων συνίσταται στην αδυναμία τους να αναπτύξουν δραστηριότητα στη σχετική αγορά εξαιτίας ακριβώς της απαγορευμένης (καρτελικής) σύμπραξης των επιχειρήσεων, που πλήττει ευθέως την ελευθερία των συμβάσεων (άρθρ. 5§1 Συντ., 361 ΑΚ) και κατ’ αυτή την έννοια τριτενεργεί σε βάρος τους, προσβάλλοντας παράνομα τα ιδιωτικά συμφέροντά τους. Επομένως οι τρίτοι έχουν αξίωση αποζημίωσης κατά το άρθρ. 914 ΑΚ, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου αυτού. Η ακυρότητα των απαγορευμένων συμπράξεων είναι κατ’ αρχήν απόλυτη και δεν εξαρτάται από την πρόκληση ζημίας στους τρίτους ούτε από την πρόθεση ζημίας σ’ αυτούς από την πλευρά των επιχειρήσεων που μετέχουν στην απαγορευμένη σύμπραξη, θα πρέπει όμως τα ανεπιθύμητα για τους τρίτους αποτελέσματα από τη σύμπραξη να συνδέονται αιτιωδώς μ’ αυτή και να μην είναι αντανακλαστικές απλώς συνέπειές της. Τρίτοι που προστατεύονται δεν είναι μόνον οι ανταγωνιστές, αλλά όλοι οι παράγοντες της αγοράς, δηλαδή όλα τα πρόσωπα τα οποία στο πλαίσιο της κοινωνικής δικαιοσύνης έχουν συμφέρον να συμμετέχουν ελεύθερα στην αγορά, συνεπώς και οι ίδιοι οι καταναλωτές. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει ο περιορισμός του ανταγωνισμού, που συνεπάγονται οι απαγορευμένες συμπράξεις, να είναι σημαντικός (αισθητός), που συμβαίνει, όταν οι συμπράττουσες επιχειρήσεις κατέχουν σημαντική θέση στην αγορά με βάση το συνολικό κύκλο εργασιών τους (ΑΠ 1522/2013). Περαιτέρω στο άρθρ. 3 του Κανονισμού ΕΚ 1/2003 "Για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού της Ε.Ε." ορίζονται τα εξής: "1. Οσάκις οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών ή τα εθνικά δικαστήρια εφαρμόζουν την εθνική νομοθεσία ανταγωνισμού σε συμφωνίες, αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων ή εναρμονισμένες πρακτικές κατά την έννοια του άρθρ. 81§1 της ΣυνθΕΚ, οι οποίες είναι πιθανόν να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφαρμόζουν επίσης το άρθρο 81 της συνθήκης στις εν λόγω συμφωνίες, αποφάσεις ή εναρμονισμένες πρακτικές... 2. Η εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας ανταγωνισμού δεν επιτρέπεται να έχει ως αποτέλεσμα την απαγόρευση συμφωνιών, αποφάσεων ενώσεων επιχειρήσεων ή εναρμονισμένων πρακτικών, οι οποίες είναι πιθανόν να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, αλλά οι οποίες δεν περιορίζουν τον ανταγωνισμό κατά την έννοια του άρθρ. 81§1 της συνθήκης... 3. Με την επιφύλαξη των γενικών αρχών και λοιπών διατάξεων της κοινοτικής νομοθεσίας, οι παράγραφοι 1 και 2 δεν εφαρμόζονται όταν οι αρχές ανταγωνισμού και τα δικαστήρια των κρατών μελών εφαρμόζουν την εθνική νομοθεσία περί ελέγχου των συγχωνεύσεων, ούτε αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας που επιδιώκουν κατ’ εξοχήν στόχο διάφορο του επιδιωκόμενου από τα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης".

Εν προκειμένω από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι οι επικαλούμενοι από τους ενάγοντες περιοριστικοί του ανταγωνισμού όροι των συμβάσεών τους δεν συνδέονται κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή τους με την αξίωσή τους για επιδίκαση σ’ αυτούς εύλογης αμοιβής πλέον της συμφωνημένης ούτε συνδέονται με την αξίωσή τους για επιδίκαση κερδών που φέρονται ότι απώλεσαν από τη λύση της συνεργασίας τους με την εναγομένη, συνδέονται όμως με την αξίωσή τους για επιδίκαση σ’ αυτούς χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν εξ αιτίας του περιοριστικού του ανταγωνισμού συστήματος που επέβαλε η εναγομένη στη μεταξύ τους συνεργασία. Ειδικότερα προς στήριξη της σχετικής αξίωσής τους οι ενάγοντες επικαλέστηκαν τις διατάξεις των άρθρ. 81 της ΣυνθΕΚ και 1 του ν. 703/1977, ισχυριζόμενοι ότι το σύστημα αυτό, χαρακτηριζόμενο από ιδιαίτερης σοβαρότητας περιορισμούς του ανταγωνισμού, όπως εξειδικεύονται στην αγωγή τους, δεν επέτρεπε την ανάπτυξη των επιχειρήσεών τους και έβλαψε το μέλλον και τη φήμη τους, προσβάλλοντας την προσωπικότητά τους (σ. 29). Ωστόσο στην ένδικη αγωγή δεν διευκρινίζεται ποια η ηθική βλάβη που προκλήθηκε στους ενάγοντες από τους περιοριστικούς του ανταγωνισμού όρους των συμβάσεών τους, αν υποτεθεί ότι επηρέασαν ή ήταν ικανοί να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ αορίστως οι όροι αυτοί φέρονται να παρεμπόδισαν την ανάπτυξη των επιχειρήσεών τους, εφόσον δεν προσδιορίζεται ποια θα ήταν η επιχειρηματική τους ανάπτυξη χωρίς τους περιορισμούς αυτούς, ώστε να θεμελιώνεται η επικαλούμενη ηθική βλάβη τους.

Συνεπώς το Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως αόριστη την αξίωση επιδίκασης στους ενάγοντες χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης τους, επιχειρούμενη να θεμελιωθεί στις διατάξεις των άρθρ. 81 ΣυνθΕΚ (ήδη 101 ΣΛΕΕ) και 1 του ν. 703/1977, ορθά κατ’ αποτέλεσμα έκρινε και δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες με τα V1, V2, και V4 σκέλη του τρίτου αναιρετικού λόγου πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του ότι οι ενάγοντες δεν αναφέρουν στην ένδικη αγωγή τους "ποια η συμφωνία που κατάρτισε η εναγομένη, μεταξύ ποιων επιχειρήσεων έχει συναφθεί η συμφωνία αυτή, ποια είναι η εναρμονισμένη πρακτική που εφαρμόζει η εναγομένη, ποιες επιχειρήσεις συμμετέχουν σ’ αυτή και πως μπορούν να επηρεάσουν (άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά) τις συναλλαγές των κρατών μελών... ούτε εκτίθεται με ποιον τρόπο η εναγομένη επηρέασε τη δική τους θέση στην αγορά και τους προκάλεσε ζημία, ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να κρίνει, αν η συμφωνία αυτή είναι ικανή να περιορίσει τον ανταγωνισμό και να τους προκαλέσει ηθική βλάβη", αφού ναι μεν η αιτιολογία αυτή είναι εν μέρει διαφορετική από την ορθή αιτιολογία, όπως προηγουμένως εκτέθηκε, όμως αυτό δεν θίγει κατά τα λοιπά την ορθότητα του διατακτικού της εφετειακής απόφασης (άρθρ. 578 ΚΠολΔ). Εξ άλλου το Εφετείο απέρριψε ως αόριστη την επιχειρούμενη να θεμελιωθεί στις διατάξεις των άρθρ. 81 ΣυνθΕΚ (ήδη 101 ΣΛΕΕ) και 1 του ν. 703/1977 αξίωση χρηματικής ικανοποίησης των εναγόντων λόγω ηθικής βλάβης τους, ενώ κατά τα λοιπά έκρινε ότι οι περιοριστικοί του ανταγωνισμού όροι στις συμβάσεις των εναγόντων δεν συνδέονται, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή τους, με τις υπόλοιπες αξιώσεις τους. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του πράγματα που δεν προτάθηκαν, υπό την έννοια ότι συνέδεσε ανεπίτρεπτα τους περιοριστικούς του ανταγωνισμού συμβατικούς όρους με τις λοιπές πλην της χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης των εναγόντων αξιώσεις τους, όπως υποστηρίζεται με το V3 σκέλος του τρίτου αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 8(α) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ούτε περαιτέρω κατά τρόπο αντιφατικό απέρριψε τη σχετική με την ηθική βλάβη των εναγόντων αξίωσή τους κατά τη βάση της από τις ως άνω διατάξεις των άρθρ. 81 της ΣυνθΕΚ και 1 του ν. 703/1977 αρχικά ως αόριστη και ακολούθως ως αβάσιμη, όπως υποστηρίζεται με το V5 σκέλος του τρίτου αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφού ως αβάσιμη απορρίφθηκε η αξίωση αυτή κατά τις λοιπές βάσεις της από τα άρθρ. 57, 59, 914, 919 ΑΚ και 2α του ν.703/1977.

Συνεπώς ο τρίτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος κατά τα παραπάνω σκέλη του και πρέπει αντίστοιχα να απορριφθεί. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, να εισαχθεί δε το καταβληθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495§4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με άρθρο 1§2 του ν. 4055/2012 με έναρξη ισχύος την 2.4.2012) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 180§1, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της 2547/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ