Legislator Case Law & Legislation
533/2015 AI generated

533/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 533/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε.

Legislator headnote

AI generated

533/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): I) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται εκτός άλλων και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Αυτό, υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία, κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα, ο οποίος ρυθμίζει βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 533 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 533/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Δημήτριο Γεώργα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ομόρρυθμης Ναυτικής και Εμπορικής Εταιρείας Πρακτόρευσης Πλοίων με την επωνυμία "KYMI SHIPPING AND TRADING Π. Τ. Μ. Π. Ο.Ε." που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Μ. Ζ. που διατηρεί ατομική επιχείρηση με την επωνυμία "Μ. Ζ. ΕΠΙΣΚΕΥΕΣ ΦΥΛΑΞΕΙΣ ΠΛΟΙΩΝ" και εδρεύει στον …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Πέππα και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "CREDIT EUROPE BANK N.V.", που εδρεύει στην …, διατηρεί κατάστημα στην Μάλτα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χριστίνα Γενναδοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε.

Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, δημοσίευσε δια του Προέδρου του την απόφαση που έχει τον ίδιο αριθμό με αυτό το πρακτικό, με την οποία απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/10/2010 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκε με την από 26/10/2010 ανακοπή νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 730/2010 μη οριστική και 4061/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29/10/2013 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Γεώργας ανέγνωσε την από 29/9/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 4061/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται εκτός άλλων και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Αυτό, υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία, κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα, ο οποίος ρυθμίζει βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις.

Εσφαλμένη, κατ' ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στην μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθώς η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας υπάγονταν στον κανόνα αυτόν (Ολ.ΑΠ 36/1988, ΟλΑΠ 4/2006).

Τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει, επαγγελματική ενασχόληση μπορούν να χρησιμοποιηθούν, είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητά των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της αποδείξεως (αρ. 336 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, μετά τη διαπίστωση της βασιμότητάς τους, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (άρθ. 559 αρ. 1 εδ.

β' ΚΠολΔ, ΟλΑΠ 10/2005, ΑΠ 377/1998), και μπορούν να αποτελέσουν λόγο αναιρέσεως μόνο κατά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου (ΟλΑΠ 23/1988, ΑΠ 750/2003). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβιάσεως του άρθρ. 93 παραγ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία, ΟλΑΠ 1/1999).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 1012 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε περίπτωση πλειστηριασμού κατεσχημένου πλοίου, η σειρά των δανειστών στον πίνακα κατάταξης, γίνεται κατά κύριο λόγο σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Ι.Ν.Δ, κατά δε το άρθρο 9 του τελευταίου κώδικα, το δίκαιο της πολιτείας, της οποίας την σημαία φέρει το πλοίο, ρυθμίζει και τα επ' αυτού εμπράγματα δικαιώματα.

Περαιτέρω, ναι μεν κατά το άρθρ. 205 του ίδιου Κώδικα, τα καθοριζόμενα με αυτό προνόμια, ως εξομοιούμενα με ειδικό ενέχυρο έχουν εμπράγματο χαρακτήρα και προηγούνται, σύμφωνα με την τελευταία παράγραφο του ίδιου άρθρου, της ναυτικής υποθήκης, προκειμένου όμως να προηγηθούν της ίδιας υποθήκης κατά την κατάταξη σε εκλειστηρίασμα που αφορά πλοίο με σημαία αλλοδαπής πολιτείας, πρέπει κατά ρητή επιταγή της προαναφερομένης διατάξεως του άρθρ. 9, να έχουν το ίδιο προνομιακό-εμπράγματο χαρακτήρα και κατά το δίκαιο της πολιτείας, τη σημαία της οποίας φέρει το πλοίο (κατά το χρόνο συντάξεως του πίνακος κατατάξεως).

Η σειρά όμως κατατάξεως των εν λόγω προνομίων θα κριθεί κατά το δίκαιο του τόπου εκτέλεσης (Lex Fori), αφού η λόγω προνομίου προτίμηση στην κατάταξη δεν αποτελεί στοιχείο της απαιτήσεως, αλλ' αφορά στη σχέση των απαιτήσεων μεταξύ τους και κανονίζεται από το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 466/1996, ΑΠ 70/92, ΑΠ 1762/1988, ΑΠ 184/1989).

Συνεπώς, αν εκπλειστηριασθεί στην Ελλάδα αλλοδαπό πλοίο, δεν προηγείται της ναυτικής υποθήκης, οποιοδήποτε προνόμιο επί του πλοίου αναγνωρίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο της σημαίας του πλοίου, παρά μόνο εκείνα που όμοια τους, κατά τη φύση και το χαρακτήρα, προβλέπει το άρθρο 205 του ΚΙΝΔ, στο οποίο παραπέμπει η διάταξη του άρθρ. 1012 παρ. 4 ΚΠολΔ (ΑΠ 295/2002, ΑΠ 284/1999).

Περαιτέρω, εάν πλοίο με σημαία αλλοδαπή κατασχέθηκε και εκπλειστηριάστηκε στην Ελλάδα εφόσον οι απαιτήσεις είναι προνομιακές και κατά το δίκαιο της χώρας αυτής, κατατάσσονται ως προνομιακές, σύμφωνα με το άρθρ. 205 του ΚΙΝΔ, πριν από την υποθήκη, ανεξάρτητα από τη σειρά κατατάξεως τους κατά το δίκαιο της εν λόγω χώρας. (ΑΠ 710/1992).

Κατά το άρθρ. 205 ΚΙΝΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρ. 214 Ν. 4072/2012, δηλ. το χρόνο καταρτίσεως του πίνακος κατατάξεως "είναι προνομιούχοι επί του πλοίου και του ναύλου κατά την κατωτέρω τάξη μόνον οι ακόλουθοι απαιτήσεις: α) τα δικαστικά έξοδα τα γενόμενα προς το κοινό συμφέρον των δανειστών, τα βαρύνοντα το πλοίο τέλη και δικαιώματα, οι συναφείς προς τη ναυσιπλοΐα φόροι, ως και τα από τον κατάπλου του πλοίου στον τελευταίο λιμένα έξοδα φυλάξεως και συντηρήσεως, β) οι εκ της συμβάσεως εργασίας πηγάζουσες απαιτήσεις του πλοιάρχου και του πληρώματος, ως και τα εκ της ναυτολογήσεως αυτών δικαιώματα του ΝΑΤ.

Κλπ, γ) τα έξοδα και οι αμοιβές λόγω επιθαλάσσιας αρωγής διασώσεως και ναυαγιαιρέσεως, δ) οι λόγω συγκρούσεως ή προσκρούσεως πλοίων οφειλόμενες αποζημιώσεις στα πλοία, τους επιβάτες και τα φορτία. Τα προνόμια προηγούνται της υποθήκης". Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, προνομιούχες επί του πλοίου και του ναύλου είναι μεταξύ άλλων και οι απαιτήσεις για έξοδα φύλαξης και συντήρησης του πλοίου, εφόσον αυτά έγιναν μετά τον κατάπλου του πλοίου στο τελευταίο λιμάνι. 'Εξοδα φύλαξης, όπως και έξοδα συντήρησης, είναι όσα δαπανώνται για να διατηρηθεί σε καλή κατάσταση το πλοίο για την εκπλήρωση του προορισμού του, ως οικονομικής μονάδας, αλλά και για να αποφευχθεί η μείωση της αξίας του.

Προνομιούχος δε, θεωρείται κάθε δαπάνη που έγινε για τον ανωτέρω σκοπό, από του κατάπλου του πλοίου στον τελευταίο λιμένα, δηλαδή σ' εκείνο τον οποίο κατέπλευσε το πλοίο και από τον οποίο παρεμποδίστηκε να αποπλεύσει, λόγω της κατάσχεσης του, χωρίς να είναι απαραίτητο οι δαπάνες αυτές να έχουν γίνει μετά την κατάσχεση (ΑΠ 295/2002, ΑΠ 52/1995, ΑΠ 284/1989).

Ειδικότερα, έξοδα φύλαξης, αναγνωριζόμενα ως προνομιούχα στην πρώτη τάξη, νοούνται τα έξοδα "επιστασίας και αναγκαίας μερίμνης", προς το σκοπό διασφάλισης του πλοίου με τα συστατικά και παραρτήματά του στην υλική κατάσταση που κατασχέθηκε. Στα έξοδα φύλαξης περιλαμβάνονται όχι μόνο οι δαπάνες αλλά και η αμοιβή των αναγκαίων προς τούτο υπηρεσιών και φροντίδων, που καταβάλλεται για τη φύλαξη του πλοίου σε φύλακα οριζόμενο από τον πλοιοκτήτη.

Δεν απολαμβάνουν, όμως, του εν λόγω προνομίου, όλα τα έξοδα φύλαξης, αλλά μόνο εκείνα που έγιναν σε πλοίο ακινητοποιημένο ενόψει του πλειστηριασμού. Αποκλείεται, δηλαδή, κάθε δαπάνη που δεν συμβιβάζεται με τη δικαιολογητική αιτία της καθιέρωσης του προνομίου, η οποία αναφέρεται σε πλοίο που τελεί σε σταθερή παραμονή προς το σκοπό της εκποίησης.

Εξάλλου το προνόμιο αυτό έχει ως έρεισμα λόγους επιείκειας. Η φύλαξη του πλοίου στο τελευταίο λιμάνι δεν προστατεύει μόνο τα συμφέροντα του πλοιοκτήτη, αλλά ωφελεί αμέσως και το σύνολο των δανειστών, διότι, χωρίς το προνόμιο αυτό, ο οφειλέτης διακινδυνεύει να μη βρεί φύλακες πρόθυμους να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους και έτσι το πλοίο να παραμένει χωρίς προστασία ενόψει του πλειστηριασμού, προς βλάβη των δανειστών.

Στην περίπτωση κατά την οποία το πλοίο που κατασχέθηκε βρισκόταν επί μεγάλο χρονικό διάστημα παροπλισμένο στο ίδιο λιμάνι στο οποίο και πλειστηριάστηκε, το λιμάνι αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ο "τελευταίος λιμένας μετά τον κατάπλου", έτσι ώστε κάθε δαπάνη φύλαξης και συντήρησης που έγινε κατά το διάστημα αυτό να καλύπτεται από το πιο πάνω προνόμιο.

Τούτο δε, διότι, δεν πρόκειται για λιμάνι στο οποίο το πλοίο ακινητοποιήθηκε και παρακωλύθηκε να αποπλεύσει συνεπεία της κατάσχεσης, αλλά η ακινητοποίησή του αυτή ήταν άσχετη με την κατάσχεση, αφού το πλοίο είχε καταπλεύσει με τον αποκλειστικό σκοπό να ακινητοποιηθεί και να παροπλισθεί επί μακρό χρόνο.

ΙΙ) Περαιτέρω η Δημοκρατία του Παναμά (αρ. 1507 Εμπορικού Κώδικα του κράτους αυτού) δεν έχει προσχωρήσει στις Διεθνείς Συμβάσεις των Βρυξελλών της 10-4-1926 και της 27-5-1967 "περί ενοποιήσεως κανόνων τινών αφορώντων στα ναυτικά προνόμια και τις υποθήκες" (International Convention for the Unification of Certain Rules relating to Maritime Liens and Mortgages of 1926 and 1967).

Ωστόσο, αρκετές διατάξεις των εν λόγω διεθνών συμβάσεων έχουν περιληφθεί στο εθνικό της δίκαιο, στο οποίο τα συγκεκριμένα ζητήματα διέπονται από τον Κώδικα Ναυτικής Δικονομίας (Maritime Procedural Code, Νόμος No 8 της 30-3-1982) ως έχει τροποποιηθεί με το Νόμο No 11 της 23-05-1986, το Νόμο No 23 της 01-06-2001 και το Νόμο 12 της 23-01-2009 και ισχύει, καθώς και από το Νόμο 55 του 2008.

Σύμφωνα με τον άνω Κώδικα, ένα πλοίο μπορεί να κατασχεθεί (attachment of ship) ή να διαταχθεί δικαστικώς η απαγόρευση του απόπλου του (arrest of ship) για κάθε είδους απαίτηση προερχόμενη από ναυτιλιακή εμπορική συναλλαγή (maritime commerce, maritime trade), υπό τον όρο ότι αυτή στρέφεται σε βάρος του πλοιοκτήτη ή έχει εξασφαλιστεί με ναυτικό προνόμιο επί του πλοίου (maritime liens).

Αν και στον Κώδικα δεν υπάρχει ρητός ορισμός των ναυτικών προνομίων, ως τέτοια νοούνται οι προνομιούχες απαιτήσεις επί πλοίου ή άλλης ναυτικής περιουσίας αναφορικά με παρασχεθείσες σε αυτό υπηρεσίες ή προκληθείσες από αυτό ζημίες. Το άρθρο 244 του Νόμου 55 του 2008 ορίζει σε περίπτωση πλειστηριασμού πλοίου ως προνομιούχες απαιτήσεις επί αυτού (του πλοίου) και του ναύλου τις εξής: 1) τα δικαστικά έξοδα, τα οποία έγιναν προς το κοινό συμφέρον των ναυτικών πιστωτών, 2) τις δαπάνες αποζημιώσεως και τους μισθούς για την επιθαλάσσια αρωγή και τη διάσωση, οι οποίες οφείλονται για το τελευταίο ταξίδι, 3) τους μισθούς, τις αμοιβές και τις αποζημιώσεις, οι οποίες οφείλονται στον πλοίαρχο και στα μέλη του πληρώματος για το τελευταίο ταξίδι, 4) τη ναυτική υποθήκη, 5) τα ποσά που οφείλονται στο Κράτος για ετήσιους φόρους και τέλη του πλοίου, 6) τους οφειλόμενους στους στοιβαδόρους και στους εργάτες της προκυμαίας μισθούς και αμοιβές, οι οποίοι έχουν συμφωνηθεί αμέσως από τον πλοιοκτήτη, τον εφοπλιστή ή τον πλοίαρχο κατά τη φόρτωση ή εκφόρτωση του πλοίου κατά τον τελευταίο κατάπλου, 7) τις οφειλόμενες αποζημιώσεις για τις ζημίες προκληθείσες από υπαιτιότητα ή από αμέλεια, 8) τα οφειλόμενα ποσά λόγω συνεισφοράς σε κοινές αβαρίες, 9) τα οφειλόμενα ποσά λόγω υποχρεώσεων συναφθεισών για τις ανάγκες ή τον ανεφοδιασμό του πλοίου, 10) το ληφθέν ναυτοδάνειο επί του κύτους του πλοίου και των εξαρτημάτων του για τα εφόδια του εξοπλισμού και την προετοιμασία, εάν η σύμβαση καταρτίστηκε και υπογράφτηκε πριν τον απόπλου του πλοίου από το λιμένα, στον οποίο οι υποχρεώσεις αυτές έχουν συναφθεί, ως και τις ασφαλιστικές εισφορές για τους τελευταίους έξι μήνες, 11) τους μισθούς των πιλότων, των φυλάκων και τις δαπάνες συντηρήσεως και φυλάξεως του πλοίου, των εξαρτημάτων και των εφοδίων του μετά το τελευταίο ταξίδι και την είσοδο στον λιμένα, 12) τις οφειλόμενες αποζημιώσεις στους φορτωτές και τους επιβάτες για πλημμελή παράδοση των φορτωθέντων ή ζημία αυτών, οφειλόμενη στον πλοίαρχο ή το πλήρωμα κατά το τελευταίο ταξίδι και 13) το τίμημα της τελευταίας αγοράς του πλοίου και των οφειλόμενων τόκων των τελευταίων δύο ετών.

Σύμφωνα με την άνω διάταξη, προνομιούχες επί του πλοίου και του ναύλου είναι, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις για έξοδα φυλάξεως και συντηρήσεως του πλοίου εφόσον πραγματοποιήθηκαν μετά τον κατάπλου του πλοίου στο τελευταίο λιμάνι, δηλαδή σε εκείνο στο οποίο κατέπλευσε το πλοίο και από το οποίο παρεμποδίστηκε να αποπλεύσει λόγω της κατασχέσεώς του, χωρίς να είναι απαραίτητο οι δαπάνες αυτές να έχουν γίνει μετά την κατάσχεση.

Έξοδα φυλάξεως, όπως και έξοδα συντηρήσεως θεωρούνται, κατά το παναμαϊκό δίκαιο, όσα δαπανώνται για να διατηρηθεί σε καλή κατάσταση το πλοίο για την εκπλήρωση του προορισμού του ως οικονομικής μονάδας, κατάλληλου για αυτοδύναμη κίνηση και ναυτιλιακή εκμετάλλευση, αλλά και για να αποφευχθεί η μείωση της αξίας του.

Ειδικότερα, ως έξοδα φυλάξεως νοούνται τα έξοδα επιστασίας και αναγκαίας μέριμνας προς το σκοπό διασφαλίσεως του πλοίου με τα συστατικά και παραρτήματα του στην υλική κατάσταση στην οποία τελούσε κατά το χρόνο της κατασχέσεώς του. Ως έξοδα, δε, συντηρήσεως του πλοίου νοούνται, ειδικότερα όλα όσα δαπανήθηκαν για την αποκατάσταση των φθορών που προκλήθηκαν από την πάροδο του χρόνου και από τη λειτουργία του, ώστε να διατηρηθεί το πλοίο στο λιμένα και μέχρι τον πλειστηριασμό του σώο και αναλλοίωτο.

Το συγκεκριμένο προνόμιο αποβλέπει στην προστασία των συμφερόντων του πλοιοκτήτη, αλλά ενεργεί και επ' ωφελεία του συνόλου των δανειστών, διότι χωρίς το προνόμιο αυτό ο οφειλέτης τελεί υπό τον κίνδυνο να μην καταστεί εφικτή η ανεύρεση φυλάκων πρόθυμων να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, κατά τρόπο ώστε το πλοίο να παραμείνει χωρίς προστασία ενόψει του πλειστηριασμού προς βλάβη των δανειστών.

Σύμφωνα με το δίκαιο της Δημοκρατίας του Παναμά δεν απολαμβάνουν το εν λόγω προνόμιο όλα ανεξαιρέτως τα έξοδα φυλάξεως και συντηρήσεως του πλοίου, αλλά μόνο εκείνα που έγιναν σε πλοίο ακινητοποιημένο προς το σκοπό διατηρήσεώς του μετά την ακινησία του και ενόψει της εκπλειστηριάσεως αυτού. Έτσι, δεν εξασφαλίζονται με προνόμιο οι κάθε φύσεως δαπάνες εκμεταλλεύσεως του πλοίου σύμφωνα με τον προορισμό του, καθώς και οι κάθε φύσεως δαπάνες για την επισκευή του πλοίου που αποβλέπουν στη βελτίωση ή τη μεταβολή της καταστάσεώς του και στην επαύξηση και όχι στη διατήρηση της αξίας του.

Κατά το παναμαϊκό δίκαιο, ως "δικαστική επιμέλεια" πλοίου (custody of law, custodia legis) νοείται το καθεστώς στο οποίο τελεί πλοίο που βρίσκεται σε αναμονή υπό φυσική δέσμευση, επειδή του απαγορεύθηκε ο απόπλους. Στην περίπτωση αυτή, οι απαιτήσεις για φύλαξη και συντήρηση του πλοίου δεν εξοπλίζονται με προνόμιο αυτοτελώς ως εντασσόμενες στην περίπτωση 11 του άρθρου 244 του άνω Νόμου 55 του 2008, αλλά τα ποσά που δαπανήθηκαν για τη συντήρηση και τη φύλαξη του πλοίου μετά την ως άνω φυσική δέσμευσή του θεωρούνται έξοδα διενεργηθέντα διαρκούσης της δικαστικής επιμέλειας αυτού και χαρακτηρίζονται ως δικαστικά έξοδα υπαγόμενα στην περίπτωση 1 του άρθρου 244 του ίδιου Νόμου, τα οποία κατατάσσονται προνομιακώς μόνο όμως υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω έξοδα υπό το καθεστώς της "custodia legis":

α) έχουν διαταχθεί (i) από το λιμενάρχη (Court Marshal) ή (ii) από το Δικαστήριο του πλειστηριασμού "Maritime Court) ή β) έχουν προκαταβληθεί από τον αιτηθέντα τη συντηρητική κατάσχεση ή την δικαστική απαγόρευση του απόπλου του πλοίου στο Λιμενάρχη για τις συγκεκριμένες αιτίες. Σε περίπτωση μη συνδρομής μίας εκ των άνω περιοριστικά αναφερομένων στο νόμο προϋποθέσεων, οι συγκεκριμένες δαπάνες δεν διαθέτουν ναυτικό προνόμιο και κατατάσσονται μετά τις απαιτήσεις των ενυπόθηκων δανειστών.

Διαφορετική είναι η περίπτωση κατά την οποία το πλοίο που κατασχέθηκε βρισκόταν επί μεγάλο χρονικό διάστημα παροπλισμένο στο ίδιο λιμάνι στο οποίο και εκπλειστηριάστηκε. Σύμφωνα με το παναμαϊκό δίκαιο, το λιμάνι αυτό δεν θεωρείται ως ο "τελευταίος λιμένας μετά τον κατάπλου" (last voyage and entry into port) με την έννοια του άρθρου 244 περ. 11 του Νόμου 55/2008, γιατί στην περίπτωση παροπλισμού πλοίου η ακινητοποίηση αυτού και η παρακώλυση απόπλου του δεν σχετίζεται με την επιβληθείσα κατάσχεση και τον επισπευδόμενο πλειστηριασμό.

Κατά συνέπεια, οι δαπάνες φυλάξεως και συντηρήσεώς του, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν κατά το διάστημα αυτό, δεν καλύπτονται από το προνόμιο του άρθρου 244 περ 11 του Νόμου 55 του 2008, γιατί συντελούνται σε χρόνο και για λόγο μη συνδεόμενο με την κατάσχεση. Για την ίδια αιτία οι συγκεκριμένες δαπάνες δεν θεωρούνται δικαστικά έξοδα, εντασσόμενα στην 1η περίπτωση του ίδιου άρθρου και δεν απολαμβάνουν ούτε του προνομίου της περιπτώσεως αυτής.

ΙΙΙ) Στην προκειμένη περίπτωση εκ της 4061/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εγένοντο δεκτά ανελέγκτως τα κάτωθι: Το εκπλειστηριασθέν πλοίο "S... M..." κατέπλευσε στο λιμένα Ελευσίνας, όπου με επίσπευση της ήδη αναιρεσίβλητης, κατασχέθηκε αναγκαστικά στις 26-4-2010, ενώ ήταν παροπλισμένο σε αυτόν, δυνάμει της υπ' αριθ. 1424/2010 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Α.

Χ.. Είχε δε προηγηθεί η έκδοση της από 22-1-2009 προσωρινής διαταγής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε επί της υπ' αριθμ. 441/22-1-2009 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων της εταιρίας "PROIOS MARITIME S.A.", δυνάμει της οποίας απαγορεύθηκε προσωρινά ο απόπλους του πλοίου ενώ ήταν ελλιμενισμένο στο λιμένα της Ελευσίνας από 22-1-2009 και εντεύθεν.

Αναγγέλθηκαν δε η πρώτη και ο δεύτερος των αναιρεσειόντων για τις κάτωθι απαιτήσεις τους. Ειδικότερα: 1) Η πρώτη εταιρία "ΚΥΜΙ SHIPPING AND TRADING Π. Τ. Μ. Π. Ο.Ε." με την από 22-06-2010 αναγγελία της, όπως και ζήτησε να καταταγεί προνομιακά για απαιτήσεις της συνολικού ποσού 141.001 ευρώ, που δημιουργήθηκαν στο πλαίσιο συμβάσεως πρακτόρευσης του εκπλειστηριασθέντος πλοίου που καταρτίσθηκε μεταξύ της καθ' ης και της εφοπλίστριας εταιρίας "S...

SHIPPING S.A." και αφορούσαν σε δαπάνες αυτής, τέλη παροπλισμού και ρυμουλκικά δικαιώματα, δαπάνες φύλαξης, ανεφοδιασμού, συντήρησης και αγοράς ανταλλακτικών του πλοίου, κατά το χρονικό διάστημα από 16-1-2009 μέχρι 9-6-2010. 2) Ο δεύτερος (Μ. Ζ.) ... ζήτησε να καταταγεί προνομιακά για απαιτήσεις του, συνολικού ποσού 114.000 ευρώ, που αφορούσαν σε υποχρεωτικές κατά το νόμο (ΠΔ 280/2000) δαπάνες φύλαξης του πλοίου, λόγω του παροπλισμού αυτού, κατά το χρονικό διάστημα από 1-8-2009 μέχρι 30-4-2010, κατόπιν κατάρτισης σχετικής συμβάσεως φύλαξης με την ως άνω εφοπλίστρια εταιρία.

Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού έκρινε ορισμένη στο σύνολό της την αναγγελία της πρώτης των καθών και εν μέρει ορισμένη την αναγγελία του δευτέρου των καθών κατά το ποσό των 102.600 ευρώ (βάσει των εκτιθέμενων στην κατατεθείσα αγωγή). Ακολούθως, κατέταξε προνομιακά στην πρώτη τάξη: α) την πρώτη των καθών για το ποσό των 95.944,51 Ευρώ, ως προς τις δαπάνες φυλάξεως και συντηρήσεως του πλοίου και τέλη ναυσιπλοΐας, κρίνοντας ότι τα αιτούμενα λοιπά κονδύλια που αφορούσαν σε πρακτορική αμοιβή δεν ήταν εξοπλισμένα με προνόμια και β) τον δεύτερο των καθών για το ποσό των 102.600 Ευρώ ως προς τις δαπάνες φυλάξεως του πλοίου.

Ειδικότερα, η πρώτη των καθών κατετάγη προνομιακά στον πίνακα κατάταξης: α) για το ποσό των 8.309,56 Ευρώ για τέλη παροπλισμού και εισφορές επί ρυμουλκικών δικαιωμάτων κατά το χρονικό διάστημα έτους 2009, β) για το ποσό των 28.480 Ευρώ για έξοδα συντήρησης, ασφαλούς πρόσδεσης και μετακίνησης του παροπλισμένου πλοίου κατά το χρονικό διάστημα από 1-2-2009 έως 2-6-2010, γ) για το ποσό των 25.800 Ευρώ για έξοδα φύλαξης του πλοίου κατά το χρονικό διάστημα από 12-2-2009 έως 7-8-2009, δ) για το ποσό των 15.600 Ευρώ για αποκατάσταση ζημιών του πλοίου συνεπεία πυρκαγιάς που έλαβε χώρα στις 24-1-2009 και ε) για το ποσό των 17.754,95 Ευρώ για ανεφοδιασμό του πλοίου με πετρέλαιο για τις αναγκαίες μετακινήσεις του που έλαβε χώρα στις 31-1-2009.

Ο δε δεύτερος των καθών κατετάγη προνομιακά στο πίνακα κατάταξης για το ποσό των 81.000 Ευρώ για έξοδα φύλαξης και για το ποσό των 21.600 Ευρώ για έξοδα μεταφοράς των φυλάκων με λάντζες κατά το χρονικό διάστημα από 1-8-2009 μέχρι 30-4-2010 ... Το Δικαστήριο δέχθηκε περαιτέρω ότι οι ως άνω απαιτήσεις των καθών δημιουργήθηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας παροπλισμού, του εκπλειστηριασθέντος πλοίου, ήτοι για την προστασία των συμφερόντων της πλοιοκτήτριας οφειλέτριας και αφότου αυτό είχε καταπλεύσει στο λιμάνι της Ελευσίνας με αποκλειστικό σκοπό να ακινητοποιηθεί και να παροπλιστεί επί μακρό χρόνο, ενώ δεν συνέχονται με την διαδικασία της απαγόρευσης απόπλου του ανωτέρω πλοίου, ως προς τον σκοπό της διατηρήσεώς του, μετά την ακινησία του, προκειμένου να εκπλειστηριασθεί.

Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι όπως προκύπτει από τον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης, οι δαπάνες φύλαξης του πλοίου στο πλαίσιο της διαδικασίας κατασχέσεως και απαγόρευσης απόπλου καλύφθηκαν, από την εταιρία "PROIOS MARITIME S.A.". Ενόψει δε του ότι η προαναφερθείσα ακινητοποίηση του πλοίου δεν σχετίζεται με την επιβληθείσα κατάσχεση και τον επισπευδόμενο πλειστηριασμό, το λιμάνι της Ελευσίνας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ο "τελευταίος λιμένας μετά τον κατάπλου", με την έννοια του άρθρου 244 περ. 11 του νόμου 55/2008, αλλά ούτε και τα έξοδα υπαγόμενα, υπό το καθεστώς της δικαστικής επιμέλειας πλοίου, στην περίπτωση 1 του ιδίου ως άνω άρθρου.

Διαφορετική εκδοχή θα οδηγούσε στην προνομιακή κατάταξη όλων σχεδόν των απαιτήσεων που αφορούν παροπλισμένα πλοία (αφού αυτές αφορούν κατά κανόνα έξοδα φύλαξης και συντήρησης που έγιναν στο λιμάνι της κατάσχεσης), εκδοχή η οποία θα ήταν αντίθετη με την έννοια των διατάξεων του δικαίου του Παναμά που καθιερώνουν τα ναυτικά προνόμια και οι οποίες πρέπει να ερμηνεύονται στενά, σύμφωνα με τη νομολογία των Maritime Courts και Supreme Court της Δημοκρατίας του Παναμά (βλ.

σχετ. την υπ' αριθ. πρωτ. 289/25-9-2012 νομική πληροφορία του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου) καθόσον διαταράσσουν την ισότητα μεταξύ των πιστωτών). Σε κάθε δε περίπτωση και πέραν της προαναφερθείσας φύσεως των απαιτήσεων των καθών, οι τελευταίες δεν μπορούν να υπαχθούν στα προνόμια της περίπτωσης 1 του άρθρου 244 ν. 55/2008 (δικαστικής επιμέλειας πλοίου) και λόγω της έλλειψης απόφασης Δικαστηρίου ή απόφασης του λιμενάρχη με τις οποίες διατάσσεται η πραγματοποίηση των σχετικών δαπανών, όπως απαιτείται από την προαναφερθείσα περίπτωση του άρθρου 244, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, πρέπει να ερμηνεύεται στενά ...".

Κατόπιν όλων αυτών το Δικαστήριο έκρινε ότι εσφαλμένα ο υπάλληλος του πλειστηριασμού κατέταξε αυτές προνομιακά κατ' άρθρ. 205 του ΚΙΝΔ και προέβει σε μεταρρύθμιση του .../1-10-2010 πίνακα κατατάξεως του Συμβολαιογράφου Πειραιά Στέφανου Βασιλάκη. Με τ' ανωτέρω εκτιθέμενα ορθώς εφαρμόσθηκε το άρθρο 244 του Νόμου 55/2008 της Δημοκρατίας του Παναμά, με αναλυτική αναφορά, όπως αυτή περιγράφεται στην έκθεση του Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου που εφαρμόζεται κατ' άρθρον 9 ΚΙΝΔ, στην δε περίπτωση αυτή δεν αποτελούν οι αναγγελθείσες απαιτήσεις έξοδα φυλάξεως και συντηρήσεως του παροπλισμένου πλοίου, αφού δεν διετάχθησαν από το Δικαστήριο ή τον Λιμενάρχη, οι δε πράγματι γενόμενες δαπάνες φυλάξεως που έγιναν από τη μη διάδικο - αιτούσα την προσωρινή διαταγή απαγορεύσεως απόπλου, που είχε κατά νόμο (αρθ. 1 ΠΔ 280/2000) υποχρέωση προσλήψεως φυλάκων, καταβλήθηκαν στην "PROIOS MARITIME SA" ύψους 11.111,59 και 149.647 Ευρώ, που σε κάθε περίπτωση αρκούσαν (ως έξοδα) για την επαρκή φύλαξη του παροπλισμένου πλοίου και όλες οι άλλες συμβάσεις φύλαξης παραβλέπουν τα συμφέροντα των δανειστών.

Επομένως δεν έγινε ούτε ευθεία ούτε εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικής διατάξεως. Επίσης δεν έγινε παραβίαση του κανονισμού 43/1994 "περί διορισμού φύλακα παροπλισμένων πλοίων" καθότι επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, με αίτηση του υπευθύνου παροπλισμού και έπειτα από έγκριση της Λιμενικής αρχής η πρόσληψη φυλάκων, ενέργειες που δεν έγιναν από την πλοιοκτήτρια ή εκπρόσωπό της, όπως σαφώς απαιτεί ο ανωτέρω κανονισμός.

Κατά τα λοιπά ως άνω αναφερόμενα κονδύλια, πρόκειται περί λιμενικών τελών που δεν απολαύουν προνομίου κατά το εφαρμοστέο Παναμαϊκό δίκαιο. Κατ' ακολουθίαν οι λόγοι αναιρέσεως που ερείδονται στο άρθρο 559 αριθμοί 1 και 19 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού δεν έγινε ούτε ευθεία ούτε εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, αλλά επιπλέον περιλαμβάνει η απόφαση αιτιολογίες σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή με ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Πρέπει επομένως να απορριφθεί η αναίρεση, διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, αρθ. 12 Ν. 4055/2012) και τέλος επιβληθεί η δικαστική δαπάνη σε βάρος των αναιρεσειουσών και υπέρ της αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθ. 178, 183 ΚΠολΔ.), όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης κατά της 4061/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, και

Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειουσών τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου και για τις προτάσεις που κατέθεσε, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ