533/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated533/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 533 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 533/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Kωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: Ι. Σ. του Χ. και 2. Δ. Σ. του Χ., 3. Χ. Σ., κατοίκων ... . Οι 1η και 2η ατομικώς και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων μετά του 3ου αναιρεσειόντων της αποβιωσάσης Ε. Φ. συζ. Χ. Σ.. Η πρώτη και τρίτος παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Νιζάμη και η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK Ergasias AE" και με τον διακριτικό τίτλο ΕURΟΒΑΝΚ Εργασίας" που εκπροσωπείται νόμιμα ως καθολικής διαδόχου της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Λάλα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2002 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 184/2003 μη οριστική 135/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 503/2008 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-3-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 6-9-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης τους, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η κρινομένη, αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 503/2008 αποφάσεως του Εφετείου Λαρίσης, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566, 574 και 577 του Κ.Πολ.Δ.), αφού ούτε από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ούτε και οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνωμένης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 868/2008, 19/2012, 109/2012, 226/2012).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 847, 848, 851 Α.Κ., 47, 64-67 του ν.δ. της 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" και 112 Εισ. Ν. Α.Κ. προκύπτει, ότι ο εγγυητής απαιτήσεως του δανειστού για την καταβολή από μέρους του οφειλέτου του καταλοίπου που θα προκύψει από τη λειτουργία συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, κατά το οριστικό κλείσιμο αυτού, ευθύνεται, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρος της εγγυήσεως, μέχρι του ποσού της κυρίας οφειλής (ήτοι της πιστώσεως), για το οποίο εγγυήθηκε και όχι για άλλες απαιτήσεις από μεταγενεστέρα σύμβαση, την εκπλήρωση της οποίας αυτός δεν εγγυήθηκε, εκτός αν η μεταγενεστέρα αυτή σύμβαση δεν είναι αυτοτελής, αλλά πρόσθετη σύμβαση (συμπληρωματική), με την οποία απλώς αυξάνεται το ποσό της πιστώσεως, χωρίς να επέρχεται άλλη μεταβολή, οπότε ο εγγυητής ευθύνεται για την πληρωμή οποιουδήποτε χρεωστικού καταλοίπου από τη λειτουργία του λογαριασμού και αν ακόμη δεν έλαβε μέρος (με την ιδιότητα του εγγυητού) στην πρόσθετη αυτή σύμβαση, μέχρι όμως του ποσού της πιστώσεως της αρχικής βασικής συμβάσεως ή και των προσθέτων στη συνέχεια συμβάσεων (όλων ή μερικών), εφόσον και αυτές τις εγγυήθηκε, αποδέχθηκε δηλαδή να ευθύνεται για την καταβολή μεγαλυτέρου κάθε φορά χρεωστικού καταλοίπου σε βάρος του οφειλέτου, προερχομένου από τη λειτουργία της συμβάσεως (Α.Π. 186/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος τους, τα εξής: "Δυνάμει της με αριθμ. .../1.2.1999 "συμβάσεως παροχής πιστώσεως επ' ανοικτώ (αλληλοχρέω) λογαριασμώ, που καταρτίστηκε στον Βόλο μεταξύ της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Α.Ε.", ως δανείστριας, που απορροφήθηκε, λόγω συγχωνεύσεως από την καθ' ης η ανακοπή, και της εταιρίας με την επωνυμία "ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", χορηγήθηκε στην τελευταία πίστωση μέχρι του ποσού των 20.000.000 δραχμών, κατά τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες, που περιλαμβάνονται στην ανωτέρω σύμβαση, η οποία (πίστωση) με την υπ' αριθμ. .../1/11.6.1999 πρόσθετη πράξη...αυξήθηκε στο ποσό των 30.000.000 δραχμών.
Την τήρηση των όρων των με αριθμ. .../1.2.1999 και .../1/11/6.1999 συμβάσεων..., εγγυήθηκαν εγγράφως προς την δανείστρια τράπεζα οι ανακόπτουσες Ε., Ι. και Δ. Σ., με τις από 11-6-1999 "συμβάσεις παροχής εγγυήσεως εις ασφάλειαν πιστοδοτήσεως"... Ο ως άνω λογαριασμός έκλεισε οριστικώς μετά από καταγγελία της καθ' ης με ημερομηνία 31.10.2000, κατά την οποίαν και εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο από 25.772.608 δραχμών.
Μετά από αίτηση της καθ' ης εκδόθηκε η ανακοπτόμενη με αριθμ. 47/2001 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποίαν υποχρεώθηκαν οι ανακόπτουσες, μαζί με την πιστούχο και τους εγγυητές Ι. Κ. του Χ., Ν. Β. του Χ., Κ. Ζ. του Χ., Χ. Σ. του Γ. να της καταβάλουν το ως άνω ποσό με το νόμιμο τόκο από 1-11-2000 και μέχρι την εξόφληση πλέον ειδικού φόρου τραπεζικών εργασιών (ΕΦΤΕ) επί των επιδικαζομένων τόκων προς 3%, καθώς και τη δικαστική δαπάνη.
Η ως άνω διαταγή πληρωμής επιδόθηκε νόμιμα στις ανακόπτουσες, για πρώτη φορά στις 2.4.2001 ... και για δεύτερη φορά στις 20.11.2002 ..., οπότε και άσκησαν, σύμφωνα με το άρθρο 633 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατ' αυτής (διαταγής πληρωμής) την ένδικη ανακοπή τους. Οι ανακόπτουσες ισχυρίζονται με τον πρώτο λόγο της ανακοπής τους ότι ουδέποτε εγγυήθηκαν για το ποσό των "30.000.000" δραχμών και ούτε υπέγραψαν τις από 11.6.1999 "συμβάσεις παροχής εγγυήσεως εις ασφάλειαν πιστοδοτήσεως", αλλά στις 4.2.1999 στο Βόλο όπου είχαν μεταβεί εγγυήθηκαν για την αρχική σύμβαση πιστώσεως ανοικτού λογαριασμού και για το ποσό των 20.000.000 δραχμών, αφού υπέγραψαν σε ασυμπλήρωτο ως προς το ποσό και την ημεροχρονολογία έντυπο συμβάσεως εγγυήσεως.
Ότι στην συμπλήρωση των ελλειπόντων στοιχείων (ημεροχρονολογία "4.2.1999" και ποσό εγγυήσεως "20.000.000") του εντύπου θα προέβαινε αρμόδιος υπάλληλος της καθ' ης αργότερα, όπως και πράγματι προέβη, αλλά κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, με την αναγραφή στο ενυπόγραφο απ' αυτούς έντυπο ως ημεροχρονολογία εκδόσεως την "11-6-1999" και ως ποσό εγγυήσεως "30.000.000" δραχμές, με εντεύθεν αποτέλεσμα οι συμβάσεις εγγυήσεως να είναι πλαστογραφημένες (νοθευμένες) και κατά συνέπεια να τυγχάνει ακυρωτέα η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, η οποία εκδόθηκε με βάση τις εν λόγω συμβάσεις.
Ο πιο πάνω ισχυρισμός των ανακοπτουσών δεν αποδεικνύεται από κανένα στοιχείο. Αντίθετα οι ανακόπτουσες υπέγραψαν τις επίδικες συμβάσεις εγγυήσεως στις 11-6-1999, όπως προκύπτει τόσο από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Χ. Σ., που εξετάστηκε ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ..., όσο και από την κατάθεση της μάρτυρας ανταπόδειξης Φ.
Τ., που περιέχεται στα ίδια ως άνω πρακτικά ... Και είναι μεν αληθές ότι οι ανακόπτουσες στις 4-2-1999 μετέβησαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου, όπου δήλωσαν την συναίνεση τους για εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης σε ακίνητο τους, οπότε εκδόθηκε η με αριθμό 190/1999 απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, στην οποίαν αναφέρεται η χορήγηση πιστώσεως του ποσού των 20.000.000 δραχμών προς την "ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΗ Α.Ε.", καθώς επίσης ότι την σύμβαση αυτή "εγγυήθηκαν εγγράφως ανεπιφύλακτα οι τρεις καθ' ων (ήδη ανακόπτουσες), ευθυνόμενες μετά της πιστούχου εις ολόκληρον", πλην όμως το γεγονός αυτό δεν αποκλείει να υπέγραψαν οι ανακόπτουσες στις 11-6-1999 τις επίδικες συμβάσεις εγγυήσεως, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι οι τελευταίες δεν εκθέτουν και λόγους για τους οποίους έπρεπε να υπογράψουν στις 4-2-1999 σε ασυμπλήρωτο έντυπο, το οποίο στη συνέχεια θα συμπληρωνόταν από τους υπαλλήλους της καθ' ης, αφού εξ αρχής, όπως ισχυρίζονται, η βούληση τους ήταν να εγγυηθούν για "20.000.000" δραχμές.
Αλλά ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι υπέγραψαν συμβάσεις εγγυήσεως στις 4-2-1999, οπότε και δόθηκε και η συναίνεση για την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης σε ακίνητο τους, από τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν αποδείχτηκε ότι αυτές υπέγραψαν και στις 11-9-1999, [11-6-1999 το ορθό] μαζί με τους άλλους ως άνω εγγυητές.
Εξάλλου, το ότι η εκ των ανακοπτουσών Ε. Σ. κατά το χρονικό διάστημα από 9-6-1999 μέχρι 14-6-1999 νοσηλευόταν στο Γ. Ν. Νίκαιας- Πειραιά- Άγιος Παντελεήμων ... δεν συνεπάγεται από μόνο του ότι αυτή δεν ανέλαβε και σχετική υποχρέωση από την ως άνω από 11-6-1999 σύμβαση εγγυήσεως, που φέρει την υπογραφή της, την οποίαν και ουδέποτε αμφισβήτησε.
Επομένως, ο προβληθείς ως άνω λόγος της ανακοπής-ένσταση των ανακοπτουσών αν και νόμιμος (αρθρ. 460 επ. ΚΠολΔ) πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Επομένως η εκκαλουμένη, που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε τον ανωτέρω λόγο της ανακοπής, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, οι δε σχετικοί λόγοι της έφεσης, που υποστηρίζουν τα αντίθετα πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε με την προσβαλλομένη απόφαση την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, με την οποία είχε απορριφθεί η από 4-12-2002 ανακοπή των δύο πρώτων εξ αυτών και της αποβιωσάσης μητέρας των Ε. Σ., στη θέση της οποίας υπεισήλθαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της οι ίδιες και ο τρίτος αναιρεσείων σύζυγός της Χ. Σ.. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές διατυπώσεις αιτιολογίες σχετικά με την αβασιμότητα τόσον του ισχυρισμού των ανακοπτόντων (και εδώ αναιρεσειόντων) περί πλαστογραφίας της συμβάσεως με βάση την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής και επισπεύδεται κατ' αυτών αναγκαστική εκτέλεση, όσο και του αντιστοίχου -προβληθέντος με λόγο ανακοπής- αιτήματός των για ακύρωση και δη στο σύνολό της, της διαταγής πληρωμής.
Κατά την γνώμη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου, του Αρεοπαγίτου Γεωργίου Κοντού, το Εφετείο με τις ανωτέρω παραδοχές του διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την ως άνω ένσταση περί πλαστότητος των συμβάσεων εγγυήσεως για το επί πλέον των 20.000.000 δραχμών χρηματικό ποσό, η οποία ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού η παραδοχή της συνεπάγεται ακύρωση, κατά το αντίστοιχο μέρος της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής και επομένως θα έπρεπε να γίνει δεκτός ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ.
σχετικός, μοναδικός, λόγος αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση. Ειδικότερα οι ανακόπτουσες ισχυρίσθηκαν πρωτοδίκως και ενώπιον του Εφετείου με σχετικό λόγο εφέσεως ότι ουδέποτε εγγυήθηκαν για το ποσό των 30.000.000 δραχμών ούτε και υπέγραψαν τις από 11-6-1999 "συμβάσεις παροχής εγγυήσεως εις ασφάλειαν πιστοδοτήσεως", αντιθέτως δε αυτές, στην πόλη του Βόλου, όπου φέρονται να έχουν υπογραφεί οι εν λόγω συμβάσεις, μετέβησαν μία μόνο φορά την 4-2-1999, οπότε και εγγυήθησαν για την αρχική σύμβαση πιστώσεως ανοικτού λογαριασμού, για το ποσό των 20.000.000 δραχμών, με την υπογραφή των αντιστοίχων συμβάσεων, οι οποίες όμως δεν είχαν συμπληρωθεί ως προς την ημεροχρονολογία και το ποσό.
Ότι στην συμπλήρωση των ελλειπόντων στοιχείων (ημεροχρονολογία 4-2-1999 και ποσό εγγυήσεως 20.000.000) του εντύπου των συμβάσεων θα προέβαινε αρμόδιος υπάλληλος της αναιρεσιβλήτου αργότερα, όπως και έγινε, αλλά κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, με την αναγραφή ως ημεροχρονολογίας συνάψεως των συμβάσεων της 11-6-1999 και ως ποσού του τοιούτου των 30.000.000 δραχμών.
Το Εφετείο απέρριψε ως αναπόδεικτο τον ισχυρισμό αυτό χωρίς να λάβει σαφή θέση ως προς το καθοριστικό για την συγκρότηση τούτου στοιχείο του αριθμού δηλαδή των συμβάσεων εγγυήσεως που υπέγραψαν οι ανακόπτουσες, εάν δηλαδή αυτές υπέγραψαν δύο τέτοιες συμβάσεις ήτοι μία κατά την σύναψη της αρχικής συμβάσεως πιστώσεως για το ποσό των 20.000.000 δραχμών την 4-2-1999 και μία κατά την σύναψη της προσθέτου πράξεως περί αυξήσεως του ποσού της πιστώσεως σε 30.000.000 δραχμές, την 11-6-1999, ή εάν υπέγραψαν μία μόνο σύμβαση εγγυήσεως, όπως υπεστήριξαν οι ανακόπτουσες και δεν αμφισβητήθηκε από την αντίδικό τους και πότε έλαβε χώρα η υπογραφή της εν λόγω συμβάσεως.
Επί του ζητήματος τούτου το Εφετείο δέχεται αρχικώς ότι οι ανακόπτουσες στις 4-2-1999 μετέβησαν πράγματι στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου, όπου δήλωσαν την συναίνεση τους για εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης σε ακίνητο τους και εκδόθηκε η με αριθμό 190/1999 απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, στην οποίαν αναφέρεται η χορήγηση πιστώσεως του ποσού των 20.000.000 δραχμών προς την "ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΗ Α.Ε.", καθώς επίσης ότι την σύμβαση αυτή εγγυήθησαν εγγράφως και ανεπιφυλάκτως οι ανακόπτουσες, πλην όμως το γεγονός αυτό δεν αποκλείει να υπέγραψαν οι ανακόπτουσες στις 11-6-1999 τις επίδικες συμβάσεις εγγυήσεως.
Δηλαδή δέχεται ότι οι ανακόπτουσες, κατά την μετάβασή τους στο Βόλο την 4-2-1999, οπότε και καταρτίσθηκε η βασική σύμβαση πιστώσεως μέχρι του ποσού των 20.000.000 δραχμών και συνήνεσαν για την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης στο ακίνητό τους εγγυήθησαν τη συναφθείσα σύμβαση για το ως άνω ποσό, προφανώς με την υπογραφή των αντιστοίχων συμβάσεων εγγυήσεως, την οποία όμως εν συνεχεία τοποθετεί στις 11-6-1999.
Δηλαδή δέχεται τη σύναψη μιας συμβάσεως εγγυήσεως, την 11-6-1999, όπως σαφώς προκύπτει από την επακολουθούσα επικουρική του αιτιολογία κατά την οποία "Αλλά ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι υπέγραψαν συμβάσεις εγγυήσεως στις 4-2-1999 ... αποδείχτηκε ότι αυτές υπέγραψαν και στις 11-6-1999, μαζί με τους άλλους ως άνω εγγυητές".
Δηλαδή δέχεται ως ενδεχομένη την υπογραφή δύο συμβάσεων εγγυήσεως μία την 4-2-1999 και μία την 11-6-1999. Τέλος το Εφετείο απορρίπτοντας τον ως είρηται ισχυρισμό των ανακοπτουσών καταλήγει με την σκέψη ότι: "το ότι η εκ των ανακοπτουσών Ε. Σ. (αποβιώσασα εν συνεχεία) κατά το χρονικό διάστημα από 9-6-1999 μέχρι 14-6-1999 νοσηλευόταν στο Γ.
Ν. Νίκαιας- Πειραιά- Άγιος Παντελεήμων ... δεν συνεπάγεται από μόνο του ότι αυτή δεν ανέλαβε και σχετική υποχρέωση από την ως άνω από 11-6-1999 σύμβαση εγγυήσεως, που φέρει την υπογραφή της, την οποίαν και ουδέποτε αμφισβήτησε". Σύμφωνα όμως με τις παραδοχές της ιδίας αποφάσεως που ήδη μνημονεύονται ανωτέρω, η αποβιώσασα Ε.
Σ. καθώς επίσης και οι λοιπές ανακόπτουσες σφόδρα αμφισβητούν και θεωρούν ως πλαστογραφημένες κατά το ποσό και την χρονολογία τις από 11-6-1999 συμβάσεις εγγυήσεως, αφού ναι μεν δεν αμφισβητούν την υπογραφή τους, ισχυρίζονται όμως ότι αυτή ετέθη άπαξ την 4-2-1999 και αφορούσε το κατά την σύναψη των συμβάσεων τούτων ποσό της αρχικής συμβάσεως των 20.000.000 δραχμών.
Κατόπιν τούτων, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-3-2009 αίτηση των Ι. Σ., Δ. Σ. και Χ. Σ. περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 503/2008 αποφάσεως του Εφετείου Λαρίσης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ