Legislator Case Law & Legislation
533/2012 AI generated

533/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 533/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 533 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 533/2012

Legislator headnote

AI generated

533/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 533 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 533/2012

Keywords

AI generated
road traffic violation driving in an unfit state negligence of truck driver liability of insured driver driving whilst disqualified traffic safety concerns
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 533 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 533/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ. Θ. του Α. και 2. Ε. Μ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεράσιμου Στρατιώτη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων:1. Β. Π. του Ν., 2. Σ. Α. του Α., κατοίκων ..., 3. Της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ - ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", της οποίας η επωνυμία και το καταστατικό της τροποποιήθηκαν σε "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημήτριου Τζινάλα, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις και 4. Α. Α. του Σ., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι 1ος, 2ος, 4ος εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Αριστομένη Καραχάλιου, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 633/26-7-2002 αγωγή των 1ου και 2ου ήδη αναιρεσιβλήτων, και την 256/13-3-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Αφού συνεκδικάσθηκαν οι αγωγές, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 466/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 892/2006 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-5-2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 27-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Εξάλλου η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος. Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Τέλος κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος για αναίρεση απόφασης αν δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναγόμενου απ' αυτές συμπεράσματος, γιατί το δικαστήριο προβαίνει στην κρίση του αυτή, ανέλεγκτα (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτόν είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο Λάρισας με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 20.12.2001 και ώρα 11.00' ο τέταρτος εναγόμενος της από 7.3.2003 αγωγής Α. Α., οδηγώντας το με αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΦ αγροτικό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του πρώτου ενάγοντος της από 24-7-2002 αγωγής και δεύτερου εναγόμενου της από 7-3-2003 αγωγής, Σ. Α., που ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη εναγόμενη της τελευταίας αγωγής, ασφαλιστική εταιρία, κινούνταν με συνεπιβαίνοντα τον πρώτο εναγόμενο της ίδιας αγωγής και δεύτερο ενάγοντα της παραπάνω από 24-7-2002 αγωγής Β. Π., επί της επαρχιακής οδού Μικροθηβών- Φαρσάλων με κατεύθυνση προς Μικροθήβες. Την ίδια ώρα ο πρώτος ενάγων της από 7-3-2003 αγωγής και πρώτος εναγόμενος της από 24-7-2002 αγωγής, Χ. Θ., οδηγώντας το με αριθμ. κυκλ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην δεύτερη εναγόμενη της τελευταίας αγωγής ασφαλιστική εταιρία κινούνταν με συνεπιβαίνοντες τη σύζυγό του δεύτερη ενάγουσα της από 7-3-2003 αγωγής και το αβάπτιστο τέκνο τους στην ίδια παραπάνω επαρχιακή οδό με κατεύθυνση προς Φάρσαλα. Όταν τα δύο προαναφερόμενα οχήματα κατά την παραπάνω χρονική στιγμή διασταυρώθηκαν στο ύψος του 57ου χιλιομέτρου της ως άνω επαρχιακής οδού, συγκρούσθηκαν μεταξύ τους με αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του ανήλικοι τέκνου των εναγόντων της από 7-3-2003 αγωγής και τον τραυματισμό του συνεπιβαίνοντα στο Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο Β. Π.. Στο σημείο του ένδικου ατυχήματος η οδός είναι ευθεία σε μήκος 600 μέτρων με διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας, ενώ κατά το χρόνο που προκλήθηκε αυτό, λόγω των επικρατουσών άσχημων καιρικών συνθηκών, υπήρχαν εκατέρωθεν του οδοστρώματος συσσωρευμένοι όγκοι χιονιού ύψους 80 εκατοστών περίπου, από προηγούμενη διέλευση εκχιονιστικών μηχανημάτων με αποτέλεσμα το εναπομένον ελεύθερο προς κυκλοφορία (εκχιονισμένο) τμήμα του οδοστρώματος να είναι 4,80 μέτρα, εξαιτίας δε της χιονόπτωσης το οδόστρωμα ήταν επικαλυμμένο με λεπτό στρώμα πάγου και ως εκ τούτου η κατάσταση της οδού ήταν ολισθηρή, ενώ οι συνθήκες ορατότητας ήταν καλές και η κυκλοφορία των οχημάτων επί της οδού κανονική. Όταν ο οδηγός του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου Χ. Θ., έπειτα από μία αριστερή στροφή εισήλθε στην παραπάνω ευθεία της οδού μήκους 600 μέτρων, μη αντιλαμβανόμενος τον κίνδυνο λόγω του παγετού του οδοστρώματος, ανέπτυξε ταχύτητα και στην προσπάθειά του να ελέγξει την κίνηση του αυτοκινήτου του, το οποίο σημειωτέον δεν έφερε αντιολισθητικές αλυσίδες, από κακό χειρισμό επιχείρησε να τροχοπεδήσει αυτό, με αποτέλεσμα να πλαγιολισθήσει το αυτοκίνητο επί του οδοστρώματος (όπως συνομολογεί και με την αγωγή του) και στη συνέχεια να εκτραπεί στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να επιπέσει επί του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Α. Α.. Τα σημεία πρόσκρουσης των δύο οχημάτων ήταν του μεν Ι.Χ.Ε. η οπίσθια πλάγια αριστερή πλευρά, του δε Ι.Χ.Φ. η εμπρόσθια αριστερή πλευρά. Αμέσως μετά τη σύγκρουση η τελική θέση των δύο οχημάτων ήταν του μεν Ι.Χ.Ε. στο ρεύμα κυκλοφορίας της πορείας του, αλλά με κατεύθυνση προς Μικροθήβες λόγω περιστροφής 180 μοιρών εξαιτίας της πρόσκρουσης του δε Ι.Χ.Φ. στο ρεύμα της πορείας του (βλ. έκθεση αυτοψίας και σχεδιάγραμμα της Τροχαίας του Α.Τ. ...). Με βάση τα παραπάνω και με τις προεκτεθείσες συνθήκες του ένδικου ατυχήματος αποκλειστικός υπαίτιος της σύγκρουσης είναι ο πρώτος εναγόμενος της από 24-7-2002 αγωγής και πρώτος ενάγων της από 7-3-2003 αγωγής οδηγός του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, Χ. Θ., καθόσον δεν έλαβε υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου του και ειδικότερα την κατάσταση της οδού λόγω του παγετού, με αποτέλεσμα να απωλέσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου του και να προκαλέσει το ένδικο ατύχημα και συνεπώς με τη συμπεριφορά του αυτή δεν επέδειξε την απαιτούμενη προσοχή και επιμέλεια την οποία θα κατέβαλε κάθε μέσος συνετός οδηγός, που θα βρίσκονταν κάτω από τις ίδιες συνθήκες κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 και 19 του Ν. 2696/1999 (βλ. και την με αριθμό 1830/2005 απόφ. Τρ. Πλημ/κείου Λάρισας). Τον έτερο οδηγό του Ι.Χ.Φ. Α. Α., ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει, καθόσον αιφνιδιασθείς από την ξαφνική είσοδο του αυτοκινήτου του Χ. Θ. στο δικό του ρεύμα πορείας δεν είχε περιθώρια αποφευκτικού ελιγμού. Με βάση τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός των εναγομένων με την από 24-7-2002 αγωγή περί συνυπαιτιότητας του οδηγού Ι.Χ.Φ. Α. Α., που αποτελεί νόμιμη ένσταση (ΑΚ 300) και συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί καθ' ολοκληρία ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 7-3-2003 αγωγή".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο Λάρισας απέρριψε κατ' ουσίαν την υπ' αρ. κατάθεσης 50/11.2.2004 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 466/2003 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η υπ' αρ. κατάθεσης 256/13.3.2003 αγωγή των δυο αναιρεσειόντων και είχε γίνει δεκτή εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη η υπ' αριθμ. 633/25.7.2002 αγωγή των δυο πρώτων αναιρεσιβλήτων. Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου (αστικού δικαίου, ν. ΓΠΝ/1911 και ν.2696/1997), τις οποίες ορθά εφάρμοσε. Ειδικότερα το ως άνω δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, τα οποία συνεκτίμησε και συναξιολόγησε, κατέληξε, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το επίδικο τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα και τις απ' αυτό τραγικές συνέπειες για τους αναιρεσείοντες είναι ο πρώτος αυτών Χ. Θ., ως οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου και συνακόλουθα οι αντίδικοί τους δεν υποχρεούνται σε αποζημίωση για οποιαδήποτε ζημία ή επιδίκαση, χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης αυτών (αναιρεσειόντων). Εξάλλου η προσβαλλόμενη απόφαση έχει πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς δεν στερείται νομικής βάσης. Επομένως οι εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγοι της κρινόμενης αίτησης, κατ' εκτίμηση του δικογράφου αυτής, με τους οποίους προβάλλονται οι πλημμέλειες περί παραβιάσεως κανόνων ουσιαστικού δικαίου και περί ελλιπούς και ανεπαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων για έλλειψη νόμιμης βάσης, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναγομένου απ' αυτές συμπεράσματος είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, καθόσον η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, το δε πόρισμα που εξήγαγε το δικαστήριο της ουσίας ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος για την πρόκληση του επίδικου τροχαίου αυτοκινητικού ατυχήματος είναι ως προαναφέρθηκε σαφές, που καθιστά στο δυνατό του αναιρεσείοντος έλεγχό του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Μετά απ' όλα τα προεκτιθέμενα και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-5-2009 αίτηση των 1) Χ. Θ. του Α. και 2) Ε. Μ. του Γ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 892/2006 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ για τους πρώτο, δεύτερο και τέταρτο αυτών συνολικά και σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ για την τρίτη αναιρεσίβλητη.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ