533/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20.8.2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4848/2003 του ιδίου Δικαστηρίου και 2001/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-2-2006 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated533/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο αναιρεσείων έχει την υποχρέωση να προσκομίσει το έγγραφο, που φέρεται πως έχει παραμορφωθεί, για να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 § 2 του ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του, για τη διαπίστωση της βασιμότητάς του από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως, αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος (ΑΠ 437/2005, 1.116/1999).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 533 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 533/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ Α.Ε", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σταμούλη.
Της αναιρεσιβλήτου: Ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Β. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Ε.Ε." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστράτιο Γεωργιλά, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20.8.2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4848/2003 του ιδίου Δικαστηρίου και 2001/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-2-2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 21-9-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο οριζόμενος από την πρώτη διάταξη λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε σφάλμα αναγνώσεως και αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά τα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά αυτό έχει και ακολούθως καταλήγει, στηριζόμενο στο έγγραφο αυτό ή κυρίως σ' αυτό, σε επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999).
Ο αναιρεσείων έχει την υποχρέωση να προσκομίσει το έγγραφο, που φέρεται πως έχει παραμορφωθεί, για να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 § 2 του ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του, για τη διαπίστωση της βασιμότητάς του από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως, αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος (ΑΠ 437/2005, 1.116/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα εταιρία προβάλλει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, διότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του καταρτισθέντος με την αναιρεσίβλητη εταιρία από 8.9.1999 ιδιωτικού συμφωνητικού, αλλά και των αναφερόμενων σε αυτό εγγράφων (διακήρυξη, συμβατικά τεύχη δημοπρασίας, υποχρεώσεις αναδόχου), με βάση το οποίο η πρώτη ανέθεσε στη δεύτερη την εκπόνηση των οριστικών στατικών μελετών και των μελετών εφαρμογής για την εκτέλεση του έργου "Μελέτη και Κατασκευή Νέου Κτιρίου Εργαστηρίων και Αναδιαρρύθμιση Τμήματος της Πτέρυγας ΑΧΕΠΑ στο ΠΓΝΑ Ευαγγελισμός", αποδίδοντας σε αυτά προφανώς διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που έχει, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Όμως, η αναιρεσείουσα δεν προσκομίζει προς απόδειξη του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως, (εκτός από το επίμαχο από 8.9.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό, που προσκομίζει) όλα τα άλλα αναφερόμενα σε αυτό έγγραφα, στα οποία συνδυαστικά κατά τον ερευνώμενο λόγο αναίρεσης παραπέμπει το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό, για να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 § 2 του ΚΠολΔ, το περιεχόμενό τους και να διαπιστωθεί, αν υπήρξε παραμόρφωση τους, γι'αυτό και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος.
ΙΙ. Ο από τη διάταξη του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως πράγματα δε θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση ή την παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που έχει ασκηθεί με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση.
Όμως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί, οι οποίοι αποτελούν αμφισβήτηση της βαρύτητας ορισμένου αποδεικτικού μέσου (ΟλΑΠ 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλει, ότι το εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, διότι κακώς δέχθηκε:
α) ότι η αναιρεσίβλητη ολοκλήρωσε την οριστική στατική μελέτη το Σεπτέμβριο του 2000 και την παρέδωσε σε αυτή χωρίς να συνταγεί πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής, παραδοχή η οποία ήταν αυθαίρετη και αναληθής ως μη προκύπτουσα από κανένα έγγραφο, β) ότι η αναιρεσείουσα από βαρειά αμέλεια δεν συνέπραξε στην ανακοίνωση προς την αναιρεσίβλητη των στοιχείων που της ζητούσε και γ) ότι για την ολοκλήρωση της στατικής μελέτης δεν ήταν απαραίτητη, σύμφωνα και με τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως της αγωγής, νέα αναθεωρημένη εδαφοτεχνική μελέτη.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι παραπάνω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγμα" με την έννοια που προεκτέθηκε, αλλά επιχειρήματα, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, και αμφισβήτηση της βαρύτητας των αποδεικτικών μέσων.
ΙΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 28/1997, 30/1997).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 686 εδαφ. α' του ΑΚ, αν ο εργολάβος δεν αρχίσει εγκαίρως την εκτέλεση του έργου ή αν, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, επιβραδύνει την εκτέλεση στο σύνολό της ή εν μέρει με τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση του έργου, ο εργοδότης μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, χωρίς να περιμένει το χρόνο παράδοσης του έργου.
Κατά δε τη διάταξη του εδ. β' του αρθ. 686 του ΑΚ σε περίπτωση υπερημερίας του εργολάβου, ο εργοδότης μπορεί να υπαναχωρήσει από την σύμβαση κατά τους όρους των άρθρων 383 - 385 του ΑΚ, δηλαδή αφού τάξει στον εργολάβο εύλογη προθεσμία εκπληρώσεως, συνοδευόμενη και από τη σαφή δήλωση, ότι μετά την πάροδο της προθεσμίας αποκρούει την παροχή, και παρέλθει πράγματι άπρακτη η παροχή, εκτός αν από την όλη στάση του υπερήμερου οφειλέτη προκύπτει χωρίς αμφιβολία, ότι το μέτρο να ταχθεί σε αυτόν προθεσμία θα ήταν άσκοπο.
Η υπαναχώρηση και στις δύο περιπτώσεις επιφέρει απόσβεση των υποχρεώσεων για παροχή που πηγάζουν από τη σύμβαση και οι συμβαλλόμενοι έχουν την υποχρέωση να αποδώσουν τις παροχές που έλαβαν κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΟλΑΠ 568/1975). Ωστόσο, οι συνέπειες του άρθρου 686 εδαφ. α' του ΑΚ δεν επέρχονται και ο εργοδότης δεν δικαιούται να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, στην περίπτωση κατά την οποία η επιβράδυνση της εκτέλεσης του έργου οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του εργοδότη, και συγκεκριμένα σε δόλο ή βαριά αμέλειά του, ο δε συναφής ισχυρισμός του εργολάβου, ενόψει της ενδοσυμβατικής ευθύνης του και της τεκμαιρόμενης υπαιτιότητάς του, συνιστά ένσταση καταλύουσα το δικαίωμα του εργοδότη να υπαναχωρήσει κατά τα ανωτέρω από τη σύμβαση έργου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο δέχθηκε, εκτός άλλων, τα ακόλουθα: Με την από 15.6.1999 σύμβαση έργου, που συνήφθη μετά από μειοδοτικό διαγωνισμό, μεταξύ της αναιρεσείουσας εταιρείας με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕ" και της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΑΝΕΓΕΡΣΗΣ ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΩΝ ΜΟΝΑΔΩΝ" (ΔΕΠΑΝΟΜ), η πρώτη ανέλαβε την εκτέλεση του έργου "Μελέτη και κατασκευή νέου κτιρίου εργαστηρίων, όπως επίσης και μελέτη αναδιαρρύθμισης και κατασκευή του 2ου, 3ου και τμήματος του 4ου ορόφου της πτέρυγας ΑΧΕΠΑ του ΠΓΝΑ "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ".
Η αναιρεσείουσα για τη συμμετοχή της στην εν λόγω δημοπρασία συνέπραξε με την αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΕΕ", που ήταν μελετητικό γραφείο για έργα της κατηγορίας 08, δηλαδή για στατικές μελέτες. Στη συνέχεια η αναιρεσείουσα, ενεργώντας στα πλαίσια της ευχέρειας που της παρείχε η συναφθείσα με τη ΔΕΠΑΝΟΜ σύμβαση (άρθρο 2.2) για υπεργολαβική εκτέλεση μερών του αναληφθέντος έργου, με σύμβαση που κατάρτισε με την αναιρεσίβλητη, που περιλήφθηκε στο από 8.9.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό, ανέθεσε στην τελευταία την εκπόνηση των οριστικών στατικών μελετών και των μελετών εφαρμογής του παραπάνω έργου έναντι αμοιβής 21.000.000 δραχμών, από την οποία συμφωνήθηκε να καταβληθεί προκαταβολικά ποσό 8.000.000 δραχμών με επιταγή εκδόσεως στις 30.9.1999.
Στην ίδια σύμβαση ορίστηκε, ότι η εκπόνηση των πιο πάνω μελετών θα έπρεπε να έχει πραγματοποιηθεί ένα μήνα νωρίτερα από το σχετικό χρονοδιάγραμμα που θα εγκρινόταν από την Υπηρεσία (ΔΕΠΑΝΟΜ). Μετά την παραλαβή του φακέλου από την αναιρεσείουσα, η αναιρεσίβλητη εταιρεία διαπίστωσε, ότι ήταν τεχνικά ανεφάρμοστη η στατική προμελέτη, βάσει της οποίας έπρεπε να εκπονηθεί η οριστική στατική μελέτη.
Τούτο τέθηκε αμέσως σε γνώση των νόμιμων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας, η οποία, παρά ταύτα, έδωσε εντολή στην εργολάβο εταιρία να συνεχίσει την εκπόνηση των μελετών, που ανέλαβε, με βάση την παραπάνω προμελέτη. Η τελευταία προχώρησε στην ολοκλήρωση της οριστικής μελέτης, την οποία και παρέδωσε στην αναιρεσείουσα το Σεπτέμβριο του 2000.
Η μελέτη αυτή δεν υποβλήθηκε από την αναιρεσείουσα εργοδότρια στη ΔΕΠΑΝΟΜ, διότι προχωρούσε ήδη η διαδικασία για την έγκριση της τροποποίησης της μελέτης, αφού είχε διαπιστωθεί α) ότι υπήρχε εσφαλμένο περίγραμμα κτιρίου, με αποτέλεσμα την αναπόφευκτη ανάγκη "μειώσεως" του κτιρίου στην κατεύθυνση ΑΝΑΤΟΛΗ - ΔΥΣΗ κατά το πλάτος των υπαρχόντων πέδιλων των όμορων, συν το πάχος του τοιχίου της προβλεπόμενης στεγανολεκάνης, ενώ κατά τη διάσταση ΒΟΡΡΑΣ -ΝΟΤΟΣ δεν "χωρούσε" η κατασκευή που προβλεπόταν στα προσχέδια Cour Anglaise, β) ότι η ύπαρξη των θεμελιώσεων, που αφορούσε τα υπάρχοντα κτίρια "Αδελφών" και "ΑΧΕΠΑ" απαιτούσε την πλήρη αναδιάταξη των υποστυλωμάτων και τοιχίων, αφού σε μερικά απαιτείτο στροφή περισσότερο από 90 μοίρες, ενώ άλλα έπρεπε να καταργηθούν και άλλα να προστεθούν, γ) ότι ήταν τεχνικά απαραίτητο να μειωθεί το βάθος εκσκαφής κατά 3,5 μέτρα και λόγω της μείωσης αυτής και του εν γένει αναβιβασμού της κατώτατης στάθμης, προκειμένου να μη μειωθεί ο αριθμός των ορόφων που επρόκειτο να ανεγερθούν, ήταν απαραίτητη τεχνικά η μείωση του ύψους των ορόφων κατά 0,25 μέτρα και η μείωση των δοκών κατά 0,05 - 0,10 μέτρα, έτσι ώστε να είναι δυνατή η διέλευση των αγωγών κλιματισμού, και δ) ότι ήταν τεχνικά απαραίτητη η κατάργηση της μεταλλικής κλίμακας κινδύνου και η αντικατάστασή της, σε διαφορετική θέση, από άλλη με σκυρόδεμα.
Τα παραπάνω τεχνικά προβλήματα ανάγκασαν την κυρία του έργου (ΔΕΠΑΝΟΜ) περί τα μέσα Μαρτίου του 2001 να αποδεχθεί ριζικές τροποποιήσεις της μελέτης. Οι τροποποιήσεις δε αυτές θα είχαν μεγάλο οικονομικό όφελος για την αναιρεσείουσα, διότι δεν θα υποβάλλονταν σε δαπανηρές εργασίες, όπως η βαθιά εκσκαφή, η σημαντική σκυροδέτηση, οι αντιστηρίξεις κλπ., αλλά και μείωση του απαιτούμενου χρόνου εκτελέσεως του έργου, του οποίου η προθεσμία ήταν σχετικά μικρή.
Μετά από την εξέλιξη αυτή κατέστη αναγκαία η εκπόνηση μιας νέας οριστικής στατικής μελέτης, την οποία άρχισε να συντάσσει η αναιρεσίβλητη μετά από σχετική εντολή της αναιρεσείουσας και ύστερα από συνεργασία με τους εκπονούντες τις αρχιτεκτονικές μελέτες και τις μελέτες των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων.
Παράλληλα, λόγω του επαπειλούμενου κινδύνου να σταματήσουν οι εργασίες στο εργοτάξιο, η αναιρεσείουσα ανέθεσε στην αναιρεσίβλητη τη μελέτη αντιστηρίξεων, μελέτη που ήταν ανεξάρτητη από τη στατική μελέτη του φέροντος οργανισμού και επομένως πέρα από τις συμβατικές υποχρεώσεις, που εκείνη είχε αναλάβει.
Η αναιρεσίβλητη εκπόνησε ταχύτατα τη μελέτη αυτή και την παρέδωσε στην αναιρεσείουσα, η οποία με τη σειρά της την παρέδωσε στην κυρία του έργου (ΔΕΠΑΝΟΜ). Η τελευταία ενέκρινε την εν λόγω μελέτη, κάνοντας απλώς κάποιες παρατηρήσεις τεχνικής φύσεως (υπ' αριθ. πρωτοκόλλου Γ.Α. ... έγγραφό της προς την αναιρεσείουσα).
Οι εργασίες αντιστηρίξεων έγιναν στο χρονικό διάστημα από Ιούνιο έως Αύγουστο 2001, βάσει της μελέτης εφαρμογής και των κατασκευαστικών σχεδίων, που είχε εκπονήσει η αναιρεσίβλητη. Προ της ολοκληρώσεως και παραδόσεως της νέας οριστικής στατικής μελέτης, με βάση τα νέα δεδομένα, και αφού είχε παραδοθεί η μελέτη αντιστήριξης, η αναιρεσίβλητη εταιρεία έθιξε το ζήτημα της πληρωμής των, επιπλέον των συμβατικών της υποχρεώσεων, μελετών που εκπόνησε (μελέτη αντιστήριξης και νέα οριστική στατική μελέτη).
Η αναιρεσείουσα αρχικά κωλυσιεργούσε, αλλά στις 15.6.2001 κάλεσε με τηλεομοιοτυπία (FΑΧ) την αναιρεσίβλητη να συναντηθούν στις 20.6.2001 στα γραφεία της για να συζητήσουν τα οικονομικά αιτήματα, που της είχε υποβάλει αυτή προφορικά κατ' επανάληψη. Τελικά, η αναιρεσείουσα αρνήθηκε να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό για πρόσθετη αμοιβή της αναιρεσίβλητης, θεωρώντας ότι η αμοιβή για τη μελέτη αντιστήριξης περιλαμβανόταν στην αμοιβή για την σύνταξη οριστικής στατικής μελέτης και περαιτέρω ότι δεν όφειλε πρόσθετη αμοιβή για την σύνταξη της νέας δεύτερης στατικής μελέτης, σύμφωνα με τη σύμβαση που είχαν καταρτίσει, η οποία όριζε κατά λέξη τα εξής: "Ρητά συνομολογείται ότι το παραπάνω τίμημα αφορά όλες τις επιμέρους μελέτες που θα απαιτηθούν από τη ΔΕΠΑΝΟΜ για την αποπεράτωση του παραπάνω έργου, καθώς και τα απαιτούμενα τεύχη υπολογισμών -τεχνικών περιγραφών - τεχνικών προδιαγραφών υλικών προσμετρήσεων ανά χώρο και συγκεντρωτικών".
Από τη νέα οριστική στατική μελέτη, που εκπόνησε η αναιρεσίβλητη υπολειπόταν, από την πλήρη μελέτη εφαρμογής, η σχεδίαση του οπλισμού στους υποβληθέντες σε ψηφιακή μορφή ξυλότυπους. Η έλλειψη αυτή, η μη ολοκλήρωση δηλαδή, της οριστικής στατικής μελέτης βάσει των νέων δεδομένων, οφειλόταν στο γεγονός, ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε γνωστοποιήσει στην αναιρεσίβλητη, όπως είχε συμβατική υποχρέωση, την επιτρεπτή τάση εδάφους, σε συνάρτηση με τις αναμενόμενες καθιζήσεις, όπως έγινε και για την αρχική οριστική μελέτη.
Η γνωστοποίηση των στοιχείων αυτών ήταν αναγκαία, λόγω της ανυψώσεως της στάθμης θεμελιώσεως του κτιρίου κατά τρία (3) μέτρα, όπως προεκτέθηκε. Στις 13.7.2001 η αναιρεσείουσα κοινοποίησε στην αναιρεσίβλητη, με την υπ' αριθ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., τη με ίδια ημερομηνία εξώδικη δήλωση - πρόσκληση, στην οποία της δήλωνε για πρώτη φορά εγγράφως, ότι έπρεπε να παραδώσει την οριστική στατική μελέτη έως τις 30.6.2001 και της έταξε προθεσμία παράδοσης αυτής έως την 17.7.2001, δηλώνοντας συνάμα σ' αυτή ότι αν δεν συμμορφωθεί προς την παραπάνω υποχρέωση της θα την κηρύξει "έκπτωτη", θα υπαναχωρήσει, δηλαδή, κατά την αληθινή έννοια του περιεχομένου της άνω δηλώσεώς της, από τη σύμβαση έργου που τους συνέδεε.
Σε απάντηση της ανωτέρω εξώδικης δήλωσης, η αναιρεσίβλητη, με την από 17.7.2001 εξώδικη δήλωση της, που επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 18.7.2001 με την υπ' αριθ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ..., ανέφερε σ' αυτή, ότι η συμβατική της υποχρέωση εξαντλήθηκε με τη σύνταξη της πρώτης στατικής μελέτης που εκπόνησε, βάσει των σχεδίων της προμελέτης που αυτή της παρέδωσε, και ότι η νέα στατική μελέτη, που εκπόνησε στη συνέχεια, κατά το μεγαλύτερο μέρος της δεν συμπεριλαμβανόταν στις συμβατικές υποχρεώσεις που είχε αναλάβει με την από 8.9.1999 σύμβαση, όπως και η μελέτη αντιστήριξης, για τις οποίες η αναιρεσίβλητη καλούσε την αναιρεσείουσα να της καταβάλει πρόσθετη αμοιβή.
Παράλληλα, ανέφερε ότι για τη μη ολοκλήρωση της νέας στατικής μελέτης ευθυνόταν η ίδια η αναιρεσείουσα, που δεν συνέπραξε, ενημερώνοντας την αναιρεσίβλητη για την επιτρεπτή τάση εδάφους, σε συνάρτηση με τις αναμενόμενες καθιζήσεις, όπως όφειλε, λόγω της ανύψωσης της στάθμης θεμελιώσεως του κτιρίου κατά τρία (3) μέτρα.
Ακολούθως, στις 18.7.2001 η αναιρεσείουσα κοινοποίησε στην αναιρεσίβλητη νέα εξώδικη δήλωση με την υπ' αριθ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., στην οποία της δήλωνε ότι υπαναχωρεί από τη σύμβαση και την καλούσε να της επιστρέψει το ποσό της δοθείσας προκαταβολής ύψους 8.000.000 δραχμών.
Και στο δεύτερο αυτό εξώδικο απάντησε η αναιρεσίβλητη με δεύτερο εξώδικο που κοινοποίησε στην εφεσίβλητη στις 24.7.2001 με την υπ' αριθ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., στο οποίο αρνιόταν ότι κατέστη υπερήμερη ως προς την εκτέλεση των συμβατικών της υποχρεώσεων. Ταυτόχρονα, η αναιρεσίβλητη απέστειλε δύο επιστολές προς την κυρία του έργου ΔΕΠΑΝΟΜ, με ημερομηνίες 19.7.2001 και 20.7.2001, στις οποίες εξέθετε τις απόψεις της για την ανώμαλη εξέλιξη της συμβατικής της σχέσης με την αναιρεσείουσα, και συγχρόνως της παρέδωσε σε ψηφιακή μορφή το σύνολο της μελέτης σε CD (τόσο την αρχική, όσο και τη νέα στατική μελέτη).
Στην δεύτερη από τις ανωτέρω επιστολές η αναιρεσίβλητη επισήμανε στη ΔΕΠΑΝΟΜ, ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε υποβάλλει ούτε τις αρχιτεκτονικές, ούτε τις ηλεκτρομηχανολογικές μελέτες, οι οποίες υποβάλλονταν από κοινού με τις στατικές μελέτες, για το λόγο ότι δεν είχε παραδώσει στους μελετητές τα απαιτούμενα στοιχεία.
Η αναιρεσίβλητη κατέφυγε στο τμήμα αμοιβών του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας (ΤΕΕ) προς καθορισμό του ύψους της δικαιούμενης αμοιβής για τις μελέτες που είχε καταρτίσει για λογαριασμό της αναιρεσείουσας. Το ΤΕΕ, μετά από έλεγχο των σχεδίων, που προσκομίστηκαν σε αυτό και με βάση τις σχετικές διατάξεις, αποφάνθηκε ότι οι αμοιβές που δικαιούταν η αναιρεσίβλητη ήταν : 1) αμοιβή αρχικής μελέτης 57.491,41 ευρώ, 2) αμοιβή δεύτερης στατικής μελέτης 43.496,03 ευρώ, και 3) αμοιβή μελέτης αντιστηρίξεων 26.420,83 ευρώ και συνολικά 127.408,27 ευρώ, κάλεσε δε με το 8.118/4.10.2002 έγγραφό του την αναιρεσείουσα να καταθέσει το ποσό της οφειλόμενης αμοιβής στο λογαριασμό της αναιρεσίβλητης στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας.
Από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ακόμη, ότι η αναιρεσείουσα για πρώτη φορά όριζε χρόνο εκπόνησης της νέας οριστικής μελέτης στην αναιρεσίβλητη στις 13.7.2001, με την κοινοποίηση της ως άνω εξώδικης δηλώσεώς της. Έως τότε δεν είχε ορίσει προθεσμία παράδοσης, τουλάχιστον εγγράφως, παρότι οι διάδικες εταιρείες αντάλλασσαν πολύ συχνά τηλεομοιοτυπίες (FΑΧ) για διάφορα θέματα που είχαν ανακύψει.
Από τα έγγραφα δε της δικογραφίας, αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων, δεν προκύπτει αν η κυρία του έργου είχε τάξει προθεσμία στην αναιρεσείουσα για την παράδοση των επίμαχων μελετών, αλλά και των υπολοίπων μελετών (αρχιτεκτονικών και ηλεκτρομηχανολογικών), οι οποίες έπρεπε να κατατεθούν κατά τον ίδιο χρόνο, εφόσον στη σύμβαση οριζόταν, ότι "η εκτέλεση των παραπάνω μελετών συμφωνείται ότι θα πραγματοποιηθεί ένα μήνα νωρίτερα από το σχετικό χρονοδιάγραμμα, που θα εγκριθεί από την Υπηρεσία".
Από όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν προκύπτουν τα εξής: 1) Ότι η αναιρεσίβλητη εργολάβος εταιρεία παρέδωσε εμπρόθεσμα (Σεπτέμβριος 2000) την πρώτη στατική μελέτη που συνέταξε, με βάση την προμελέτη της ΔΕΠΑΝΟΜ, εκπληρώνοντας έτσι τη συμβατική υποχρέωση, που είχε αναλάβει με την από 8.9.1999 σύμβαση έργου, 2) Ότι οι νέες μελέτες που συνέταξε στη συνέχεια η αναιρεσίβλητη, μετά τις απαιτούμενες τροποποιήσεις της προμελέτης της ΔΕΠΑΝΟΜ, οι οποίες εγκρίθηκαν στις 22.3.2001, δεν αποτελούσαν αντικείμενο της συμβατικής υποχρέωσης, που είχε αναλάβει με την προαναφερόμενη σύμβαση και, ως εκ τούτου, για την εκπόνηση των μελετών αυτών (αντιστηρίξεως και νέας οριστικής στατικής μελέτης) όφειλε η εφεσίβλητη ιδιαίτερη, πρόσθετη, αμοιβή, και 3) Η μη ολοκλήρωση της νέας οριστικής στατικής μελέτης δεν οφειλόταν σε πταίσμα της αναιρεσίβλητης, αλλά της αναιρεσείουσας, η οποία από βαριά αμέλεια δεν συνέπραξε με την ανακοίνωση προς την τελευταία των στοιχείων που της ζητούσε και ήταν αναγκαία για την ολοκλήρωση της μελέτης.
Επομένως, εφόσον αποδεικνύεται, ότι η αναιρεσίβλητη δεν κατέστη υπερήμερη ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων, η αναιρεσείουσα δεν μπορούσε να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση έργου, κατ' άρθρο 686 εδαφ. α' του ΑΚ". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, το οποίο, μετ' εξαφάνιση της απόφασης του πρωτόδικου δικαστηρίου που έκρινε αντιθέτως, απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας για απόδοση σε αυτή της δοθείσας στην αναιρεσίβλητη προκαταβολής των 8.000.000 δραχμών, για το λόγο ότι αυτή δεν είχε δικαίωμα να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση έργου που την συνέδεε με την εργολάβο εταιρία, διότι η τελευταία δεν είχε περιέλθει σε υπερημερία, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσεως, γι' αυτό και είναι απορριπτέος ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως, με το οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, ενώ αβάσιμη είναι και η προβαλλόμενη με τον ίδιο λόγο περαιτέρω αιτίαση περί εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 281 του ΑΚ, ως στηριζόμενη επί αναληθούς προϋποθέσεως αφού η προσβαλλόμενη δεν έκρινε, ούτε με επικουρική αιτιολογία, ότι η γενόμενη από την αναιρεσείουσα υπαναχώρηση ήταν άκυρη ως καταχρηστική.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 Φεβρουαρίου 2006 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2001/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης που δεν κατέθεσε προτάσεις την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ