Legislator Case Law & Legislation
533/2008 AI generated

533/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 533/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/3/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 492/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5273/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/8/2006 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

533/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αναιρεσίβλητη με την από 28-5-2003 αίτησή της προς την αναιρεσείουσα δήλωσε ότι επιθυμεί να παραμείνει στο προσωπικό της και να συμμετάσχει στο προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 7 του ν. 3139/2003 πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου. Η αναιρεσείουσα που δέχτηκε την αίτηση αυτή, αφού υπολόγισε την αποζημίωση στο ποσό των 110.053,81 ευρώ, παρακράτησε από αυτήν τον αναλογούντα φόρο εισοδήματος από 18.010,73 ευρώ και της κατέβαλε το υπόλοιπο.

Keywords

AI generated
refund of contributions to foreigners excessive remuneration expatriation allowance calculation of severance payment pay policy unemployment benefits overpayment
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 533 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 533/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ", όπως μετονομάστηκε με το νόμο 3270/2004 (ΦΕΚ 187/Α/11-10-04) άρθρο 2 η εταιρία ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαργετίνα Στεφανάτου.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γερογιάννη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/3/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 492/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5273/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/8/2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας, ανέγνωσε την από 13/2/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως της παραβιάσεως των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, οι οποίοι περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες με την εφαρμογή των αρχών της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών ή εφαρμόζει εσφαλμένα τις αρχές αυτές ή παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: Η εναγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, προσλήφθηκε στις 16-9-1982 από τον Εθνικό Οργανισμό Τουρισμού (ΕΟΤ), με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως τεχνικός παιγνίων στην επιχείρηση Καζίνο-Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας, της οποίας η διοίκηση και διαχείριση ανήκε στην εναγομένη.

Σ' αυτήν, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 3139/2003, χορηγήθηκε αυτοδικαίως η άδεια λειτουργίας Καζίνο στη "θέση του Μον Παρνές στην Πάρνηθα" και εισφέρθηκε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας ΑΕ". Κατ' εφαρμογή δε του άρθρου 4 παρ. 6 εδ. β'του ίδιου νόμου, από την ανάληψη της διοικήσεως, διαχειρίσεως και εκμεταλλεύσεως των επιχειρηματικών μονάδων της εναγομένης από τις εταιρείες της παρ. 1, στις οποίες περιλαμβάνεται και η προαναφερθείσα ανώνυμη εταιρεία, όλο το προσωπικό που εργαζόταν στις εν λόγω επιχειρηματικές μονάδες μεταφέρθηκε αυτοδικαίως με την ίδια σχέση εργασίας στις εταιρείες αυτές εκτός από όσους εργαζόμενους δήλωσαν εγγράφως μέσα στην ορισθείσα αποκλειστική προθεσμία του ενός μηνός ότι επιθυμούν να παραμείνουν στις εταιρείες που εργάζονταν.

Πριν από την ψήφιση του νόμου αυτού και ενόψει της αναλήψεως της διοικήσεως, διαχειρίσεως και εκμεταλλεύσεως του συγκροτήματος και της επιχειρηματικής μονάδας "Καζίνο Ξενοδοχείο Τελεφερίκ Πάρνηθας" από την τελευταία αυτή εταιρεία, η εναγομένη κατάρτισε την από ..... συμφωνία με την πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση ".......", το "Πανελλήνιο Σωματείο ......" και την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας", με την οποία συμφωνήθηκαν τα εξής:

Οι εργαζόμενοι, οι οποίοι δεν επιθυμούν την αυτοδίκαιη μεταφορά τους στην ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", σύμφωνα με τις διατάξεις του υπό ψήφιση σχεδίου νόμου (ήδη ν. 3139/2003), αλλά την εθελουσία αποχώρησή τους από την εργασία, μπορούν με έγγραφη δήλωσή τους προς την "Ε.Τ.Α. ΑΕ", υποβαλλόμενη εντός προθεσμίας ενός μηνός από την υπογραφή της παρούσας συμφωνίας να ασκήσουν δικαίωμα συμμετοχής σε πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου, το οποίο προτείνει η εν λόγω εταιρεία και διέπεται από τους αναφερόμενους σ' αυτήν όρους.

Στην παράγραφο δε 3 γ' της συμφωνίας αυτής ορίζεται ότι "ο εργαζόμενος που αποχωρεί δικαιούται αποζημίωση διπλάσια από την οφειλόμενη, λόγω καταγγελίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 2112/20 και 3198/55 και σαν βάση υπολογισμού της λαμβάνεται ο μέσος όρος των τακτικών μηνιαίων αποδοχών υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως του 12 μήνου πριν από την υποβολή της αιτήσεως...Όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της παραπάνω αποζημιώσεως και συνυπολογίζονται πέραν αυτής".

Η αναιρεσίβλητη με την από 28-5-2003 αίτησή της προς την αναιρεσείουσα δήλωσε ότι επιθυμεί να παραμείνει στο προσωπικό της και να συμμετάσχει στο προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 7 του ν. 3139/2003 πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου. Η αναιρεσείουσα που δέχτηκε την αίτηση αυτή, αφού υπολόγισε την αποζημίωση στο ποσό των 110.053,81 ευρώ, παρακράτησε από αυτήν τον αναλογούντα φόρο εισοδήματος από 18.010,73 ευρώ και της κατέβαλε το υπόλοιπο.

Ακολούθως το Εφετείο εκθέτει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι κατά το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 22381994 "Κύρωση του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος", όπως το εδάφιο β' της παραγράφου αυτής αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 8 του άρθρου 3 του ν. 3091/2002, "με την επιφύλαξη των διατάξεων της περίπτωσης γ' της παραγράφου 4 του άρθρου 45, φορολογούνται αυτοτελώς, εξαντλουμένης της φορολογικής υποχρεώσεως, τα ποσά των αποζημιώσεων που καταβάλλονται στους δικαιούχους με βάση α)..β) το ν. 2112/20, ο φόρος υπολογίζεται με συντελεστή 20% στο καθαρό ποσό της αποζημιώσεως μετά την αφαίρεση ποσού 20.000 ευρώ και παρακρατείται κατά την πληρωμή στο δικαιούχο".

Πρόκειται δηλαδή για ιδιαίτερη φορολογική μεταχείριση της αποζημιώσεως του ν. 2112/1920 που καταβάλλεται στο μισθωτό. Η εν λόγω αποζημίωση δεν υπόκειται σε ασφαλιστικές εισφορές, ούτε σε τέλος χαρτοσήμου διότι αυτό, που ανερχόταν σε 1,20% και βάρυνε εξ ημισείας το μισθωτό και τον εργοδότη, καταργήθηκε από 1-1-2002.

Άρα, η νόμιμη επιβάρυνση του ποσού της αποζημιώσεως, είναι ο παραπάνω φόρος.

Συνεπώς (καταλήγει το Εφετείο), όταν τα συμβαλλόμενα μέρη όριζαν με το τελευταίο εδάφιο της παρ. γ' του όρου ε' της ως άνω από .... συμφωνίας τους, ότι "όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της παραπάνω αποζημιώσεως, και συνυπολογίζονται πέραν αυτής", σαφώς εννοούσαν το φόρο του άρθρου 14 ν. 2238/1994, εφόσον δεν υπάρχει άλλη νόμιμη επιβάρυνση της αποζημιώσεως αυτής, τα δε μέρη ήθελαν να εξαιρεθεί του φόρου η ένδικη αποζημίωση, ώστε να μην επιβαρυνθεί με αυτόν ο δικαιούχος, ώστε να λάβει ενισχυμένο ποσό.

Aπ' αυτά που δέχτηκε το Εφετείο προκύπτει ότι, εμμέσως πλην σαφώς, διαπίστωσε κενό στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων στην πιο πάνω από 28-3-2003 συμφωνία, ήτοι ότι αυτές δεν ήταν σαφείς ως προς την έννοια του όρου "νόμιμες επιβαρύνσεις", αφού για τη διαπίστωση του περιεχομένου του, που δεν προσδιοριζόταν και ειδικότερα αν περιλαμβάνεται στην απαλλαγή από τις νόμιμες επιβαρύνσεις και ο φόρος εισοδήματος, αναζήτησε την αληθινή βούληση των μερών που κατάρτισαν τη συμφωνία αυτή ( η οποία δε φέρει το χαρακτήρα της ΣΣΕ), σε στοιχεία εκτός του κειμένου της συμβάσεως και συγκεκριμένα στη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 2238/1994 και στο ότι η αποζημίωση απολύσεως δεν υπόκειται σε ασφαλιστικές εισφορές, ούτε επιβαρύνεται με τέλος χαρτοσήμου, καθόσον αυτό είχε ήδη καταργηθεί κατά το χρόνο της συμφωνίας, Ενώ, όμως, ενόψει αυτών, το Εφετείο ήταν υποχρεωμένο να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες που αναφέρονται στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, προκειμένου να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, ως προς την έννοια του όρου νόμιμες επιβαρύνσεις, δεν προσέφυγε σ' αυτούς, τους οποίους ούτε αυτούς τους ίδιους ούτε τις διατάξεις που τους περιέχουν αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ούτε και από το περιεχόμενο της εν λόγω αποφάσεως συνάγεται ότι έκανε χρήση αυτών.

Συνεπώς, το Εφετείο με τον τρόπο αυτόν παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ακολούθως δε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρ. 380 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5273/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, με σύνθεση από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ