533/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 533 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 533/2007
Legislator headnote
AI generated533/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 533 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 533/2007
Full text
Απόφαση 533 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 533/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Των αναιρεσειόντων: 1)Χ1 2) .... και 3)...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Πήτα.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ1 η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Κοτσιώνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-6-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 6100/1998 προδικαστική, 1668/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 6747/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6 Φεβρουαρίου 2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 22 Δεκεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τη διάταξη του άρθρου 713 ΑΚ, κατά την οποία "με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας", προκύπτει ότι η εντολή είναι ενοχική σύμβαση, με την οποία ο εντολοδόχος αναλαμβάνει την υποχρέωση να διεξαγάγει την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας χωρίς αμοιβή. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 719 ΑΚ. ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της, ανεξάρτητα από τον τρόπο κτήσης ή τη φύση του αντικειμένου, επομένως και το πράγμα που αγόρασε σε εκτέλεση της εντολής. Η σύμβαση αυτή, και αν αφορά ακίνητο, δεν υπόκειται σε τύπο και μπορεί να συναφθεί είτε εγγράφως με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, είτε προφορικώς, ρητώς ή σιωπηρώς (άρθρο 158 ΑΚ, ΟλΑΠ 104/75). Αλλά η πράξη που ανατίθεται στον εντολοδόχο να ενεργήσει, πρέπει να μην αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή τα χρηστά ήθη, διότι αλλιώς η εντολή είναι άκυρη (άρθρα 174, 178, 180 ΑΚ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 17 παρ/φοι 1 και 10 του ν. 1337/1983 "επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων κλπ", "τα αυθαίρετα κτίσματα ή κατασκευές εν γένει που ανεγείρονται μετά την 31 Ιανουαρίου 1983 εντός ή εκτός εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων ή οικισμών που υπάρχουν πριν από το έτος 1923 καθώς και όσα δεν εξαιρούνται σύμφωνα με το άρθρο 15 του νόμου αυτού κατεδαφίζονται υποχρεωτικά από τους κυρίους ή συγκυρίους τους, έστω και αν έχει αποπερατωθεί η κατασκευή ή αν το κτίσμα κατοικείται ή χρησιμοποιείται με οποιονδήποτε τρόπο (παρ. 1). Πριν από την κατεδάφιση των κατεδαφιστέων αυθαιρέτων του άρθρου αυτού δεν επιτρέπεται: α) η μεταβίβασή τους ή η σύσταση εμπράγματων δικαιωμάτων σ'αυτά ή στο οικόπεδο, πάνω στο οποίο κατασκευάστηκαν. Κάθε μεταβίβαση που γίνεται κατά παράβαση των ανωτέρω θεωρείται αυτοδίκαια και εξαρχής άκυρη, β) η σύνδεσή τους με τα δίκτυα παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, ύδρευσης, αποχέτευσης και τηλεπικοινωνιών (παρ. 10)". Κατά το άρθρο δε 15 παρ. 1 του ίδιου νόμου, όπως το δεύτερο εδάφιό της αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 6 του ν. 1512/1985, "Αναστέλλεται η κατεδάφιση των αυθαίρετων κτισμάτων που έχουν ανεγερθεί μέχρι 31.1.1983 και που βρίσκονται σε περιοχές εντός ή εκτός σχεδίου πόλης ή εντός οικισμών που υπάρχουν πριν από το έτος 1923, αν οι ιδιοκτήτες τους υποβάλουν εμπρόθεσμα τις δηλώσεις που προβλέπονται από τις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου αυτού. Για τα εκτός σχεδίου αυθαίρετα η αναστολή από την κατεδάφιση ισχύει μέχρι να ρυθμιστεί η χρήση γης της περιοχής όπου βρίσκεται και κριθεί η οριστική διατήρηση ή όχι κάθε συγκεκριμένου αυθαιρέτου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 3". Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει, ότι η κατά την παρ/φο 10 απαγόρευση της μεταβιβάσεως, πριν από την κατεδάφισή τους, των αυθαίρετων κτισμάτων ή κατασκευών ενγένει ή συστάσεως εμπράγματων δικαιωμάτων επ'αυτών ή επί του οικοπέδου επί του οποίου έχουν κατασκευαστεί, όπως και η, ως κύρωση, για την παράβαση της απαγορεύσεως αυτής, οριζόμενη από την ίδια διάταξη, αυτοδίκαιη και εξαρχής ακυρότητα της οικείας δικαιοπραξίας, αναφέρεται όχι μόνο στα αυθαίρετα κτίσματα ή κατασκευές ενγένει, που ανεγείρονται μετά την 31 Ιανουαρίου 1983, αλλά και σε εκείνα που έχουν ανεγερθεί πριν από τη χρονολογία αυτή, για τα οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 15 του αυτού ν. 1337/1983 και κατά τις διατάξεις αυτού δεν εξαιρούνται της κατεδαφίσεως (ΑΠ 304/88). Κατά λογική ακολουθία, δεν ισχύει η απαγόρευση της μεταβιβάσεως και δεν είναι άκυρη η οικεία δικαιοπραξία, όταν πρόκειται για αυθαίρετα κτίσματα, τα οποία έχουν μεν ανεγερθεί εκτός σχεδίου μέχρι τις 31 Ιανουαρίου 1983, αλλ' έχει ανασταλεί η κατεδάφισή τους. Ως αυθαίρετα όμως κτίσματα ή κατασκευές, κατά την έννοια της ανωτέρω απαγορευτικής διατάξεως, προδήλως θεωρούνται τα οικοδομήματα και ενγένει κατασκευές, που έχουν ανεγερθεί κατά παράβαση των οικείων πολεοδομικών διατάξεων, έχουν δε αυτοτελή ύπαρξη και είναι δεκτικά μεταβιβάσεως σε τρίτους ή συστάσεως εμπράγματων επαυτών δικαιωμάτων, κατά τις οικείες διατάξεις του ΑΚ ή το ν. 3741/1929 "περί ιδιοκτησίας κατ'ορόφους" (ΑΠ 304/88), Επομένως, η κατά τα προεκτιθέμενα απαγόρευση της διαθέσεως ή συστάσεως εμπράγματου δικαιώματος δεν εκτείνεται και στα οικοδομήματα εκείνα, τα οποία έχουν εξαιρεθεί από την κατεδάφιση, αλλά μεταγενεστέρως έγιναν εντός αυτών, για την καλύτερη εξυπηρέτηση του σκοπού τους, για τον οποίο προορίζονταν από κατασκευής τους, διαρρυθμίσεις ή προσθήκες, χωρίς και πάλιν την απαιτούμενη προς τούτο οικοδομική άδεια, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, το εκνέου αυθαίρετο περιορίζεται σε μόνη τη χωρίς άδεια διαρρύθμιση ή προσθήκη, η οποία και μόνο υπόκειται πλέον σε αυτοτελή κατεδάφιση, αν δεν ήθελε νομιμοποιηθεί ή δεν συντρέχει περίπτωση νομιμοποιήσεώς της, η οποία (κατεδάφιση) είναι ανεξάρτητη από την τελική τύχη του ήδη εξαιρεθέντος από αυτήν αρχικού κτίσματος (πρβλ. ΑΠ 304/88). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Κατά το Πάσχα του έτους 1989 η ενάγουσα Ψ1 (ήδη αναιρεσίβλητη) και ο αδελφός της Ψ2, σύζυγος της πρώτης των εναγομένων και πατέρας των δεύτερου και τρίτου απ'αυτούς (που είναι οι ήδη αναιρεσείοντες), συμφώνησαν να αγοράσουν, από κοινού και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας απ'αυτούς, με κοινές δαπάνες ένα αγροτεμάχιο, που βρίσκεται στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Μαραθώνα Αττικής, εκτάσεως 1.497,20 τ.μ., με τον υπάρχοντα μέσα σ'αυτό ισόγειο οικίσκο, επιφάνειας 48 τ.μ. περίπου. Στη συνέχεια, η ενάγουσα έδωσε εντολή στον ειρημένο αδελφό της να προβεί στην αγορά του πιο πάνω ακινήτου επ'ονόματί του, αλλά για λογαριασμό αμφοτέρων, και δη κατά το άνω ιδανικό μερίδιο για καθένα απ'αυτούς, μετά ταύτα δε να μεριμνήσει αυτός για την εκτέλεση των πιο κάτω εργασιών που είχαν μεταξύ τους συμφωνήσει να γίνουν με κοινές δαπάνες τους και συγκεκριμένα για την ανακαίνιση του άνω οικίσκου, την επέκταση αυτού με την προσθήκη δύο νέων δωματίων για συνολικό εμβαδόν 80 μ2 περίπου, την κατασκευή υπερυψωμένης βεράντας, αποθήκης, διαδρόμων στον ακάλυπτο χώρο και περίφραξης, τη φύτευση δένδρων και φυτών, την τοποθέτηση εγκαταστάσεων κεντρικής θερμάνσεως και πλακακιών στις βεράντες και, τέλος, τη σύνδεση του ακινήτου με την ΟΥΛΕΝ για την ύδρευσή του. Μετά δε την περάτωση όλων των πιο πάνω εργασιών, και μάλιστα σε εύλογο χρόνο απ'αυτή, ώφειλε ο Ψ2, σε εκτέλεση της ειρημένης συμφωνίας τους, να μεταβιβάσει στην ενάγουσα αδελφή του κατά κυριότητα το 1/2 εξ αδιαιρέτου του άνω ακινήτου. Σημειώνεται ότι οι σχέσεις αυτής με τον εν λόγω αδελφό της ήταν άριστες και η αγορά του ακινήτου επ' ονόματι του τελευταίου, αλλά για λογαριασμό και της ενάγουσας, οφείλεται στο γεγονός ότι δεν ήθελε αυτή να εμπλακεί σε δικαστικές περιπέτειες κατά το στάδιο εκτελέσεως στο άνω ακίνητο των προμνημονευθεισών εργασιών, χωρίς άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας -ενόψει του ότι βρισκόταν αυτό τότε (1989) εκτός σχεδίου πόλεως-, και συγκεκριμένα να κατηγορηθεί για παραβάσεις της πολεοδομικής νομοθεσίας. Πράγματι, στη συνέχεια, και δη στις 2-6-1989 προέβη ο Ψ2 στην αγορά επ' ονόματί του τού ειρημένου αγροτεμαχίου (με τον υπάρχοντα μέσα σ'αυτό ισόγειο οικίσκο), δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ'αριθμ. .... πωλητήριου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών .... σε εκτέλεση της ειρημένης και καθόλα νόμιμης πιο πάνω εντολής τής ενάγουσας αδελφής του. Σε εκτέλεση δε της προλαβούσας συμφωνίας τους η ενάγουσα κατέβαλε στον αδελφό της Ψ2 το συνολικό ποσό των δραχμών 3.600.000, και συγκεκριμένα δραχμές 3.500.000, που αντιστοιχούν στο ήμισυ του καταβληθέντος εν προκειμένω στον πωλητή του ακινήτου τιμήματος αγοράς του εκ δρχ. 7.000.000, και δραχμές 100.000, το οποίο ποσό αντιστοιχεί στο ήμισυ των εκ δρχ. 200.000 εξόδων που καταβλήθηκαν για την αμοιβή του συμβολαιογράφου, τη δαπάνη μεταγραφής του άνω πωλητήριου συμβολαίου στα οικεία βιβλία μεταγραφών κλπ. Περαιτέρω, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι μετά την αγορά του εν λόγω ακινήτου και συγκεκριμένα κατά τα έτη 1990, 1991, 1992 και 1993 πραγματοποιήθηκαν σ'αυτό από τον αδελφό της ενάγουσας Ψ2 σε εκτέλεση της πιο πάνω συμφωνίας του με αυτήν, οι προμνημονευθείσες εργασίες τής ανακαινίσεως του υπάρχοντος μέσα στο ακίνητο ισόγειου οικίσκου, της επεκτάσεως αυτού με την προσθήκη δύο νέων δωματίων για συνολικό εμβαδόν 80μ2 περίπου, της κατασκευής αποθήκης, υπερυψωμένης βεράντας κλπ και της διαμορφώσεως του περιβάλλοντος χώρου. Για τις εν λόγω εργασίες και κατά τους χρόνους εκτελέσεως αυτών κατέβαλε η ενάγουσα, όπως κατά τα ανωτέρω υποχρεούτο, στον αδελφό της Ψ2 το ήμισυ των γενόμενων σχετικών δαπανών. Καθόλο το πιο πάνω χρονικό διάστημα οι σχέσεις της ενάγουσας τόσο με τον αδελφό της, όσο και με την οικογένειά του, ήτοι τους εναγομένους, ήταν άριστες. Η ενάγουσα, που ήταν τότε άγαμη, εργαζόταν ως ιδιωτική υπάλληλος και διέμενε μαζί με τη συνταξιούχο μητέρα της, μετέβαινε συχνά στο Μαραθώνα Αττικής, είτε μόνη ή και με τη μητέρα της, και διέμενε στο επίδικο ακίνητο, για τη χρήση του οποίου είχε δικά της κλειδιά, και γενικά συμπεριφερόταν, ενόψει των όσων προαναφέρθηκαν, ως συνιδιοκτήτρια αυτού, το οποίο σημειωτέον, μετά την εκτέλεση των πιο πάνω εργασιών είχε πλέον διαμορφωθεί σε μια καλή εξοχική κατοικία. Προς τούτοις, αποδείχθηκε ότι και κατά το έτος 1995, ήτοι μετά το θάνατο του Ψ2 -ο οποίος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους εναγομένους που αποδέχθηκαν νόμιμα την κληρονομία του, και δη από την πρώτη εξ αυτών σύζυγό του, κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου, και από τους δεύτερο και τρίτο εναγομένους (τέκνα του), κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου από καθένα απ'αυτούς-, έγιναν από την πρώτη εναγομένη, που εκπροσωπούσε και τα ανήλικα τότε πιο πάνω τέκνα της, οι πιο κάτω εργασίες στο επίδικο ακίνητο, σε εκτέλεση της προμνημονευθείσας σχετικής συμφωνίας του δικαιοπαρόχου τους με την ενάγουσα αδελφή του, και συγκεκριμένα στρώθηκε με πλακάκια η βεράντα του σπιτιού και εγκαταστάθηκαν οι σωληνώσεις της κεντρικής θερμάνσεως. Για τις εργασίες δε αυτές η ενάγουσα κατέβαλε, όπως είχε υποχρέωση να πράξει, στην πρώτη εναγομένη Χ1 ατομικά και με την προεκτεθείσα ιδιότητά της, το ήμισυ των γενόμενων σχετικών δαπανών. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα ζήτησε από τους εναγομένους κληρονόμους τού αδελφού της Ψ2 στις αρχές του έτους 1996, ότε ήδη είχαν αποπερατωθεί στο επίδικο ακίνητο οι εργασίες που είχε συμφωνηθεί κατά τα ανωτέρω να γίνουν, αλλά και μετά ταύτα και δη στις 29-3-1996 και 5-10-1996 να της μεταβιβάσουν κατά κυριότητα το 1/2 εξ αδιαιρέτου του ενλόγω ακινήτου, όπως υποχρεούνταν να πράξουν, αλλ'αυτοί αρνήθηκαν. Ακολούθως το Εφετείο, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, κρίνοντας ως νόμιμη και κατ'ουσίαν βάσιμη την αγωγή της αναιρεσίβλητης, απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε κρίνει ομοίως και είχε υποχρεώσει τους εναγόμενους αναιρεσείοντες, σε εκτέλεση της εντολής, να προβούν ενώπιον συμβολαιογράφου σε δήλωση μεταβιβάσεως προς την αναιρεσίβλητη του πιο πάνω ακινήτου κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου και ανάλογα με τις κληρονομικές τους μερίδες. Οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, επικαλούμενοι τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 174, 713, 721 του ΑΚ και 17 του ν. 1337/1983, με το να δεχτεί ότι καταρτίστηκε καθόλα νόμιμη σύμβαση εντολής μεταξύ του δικαιοπαρόχου τους και της αναιρεσίβλητης, μολονότι η εντολή, ως αφορώσα δικαιοπραξία με αντικείμενο τη μεταβίβαση αγροτεμαχίου εκτός σχεδίου πόλεως, εντός του οποίου υπήρχε αυθαίρετο κτίσμα, καθώς και τη διενέργεια σ'αυτό κατασκευών και προσθηκών, χωρίς άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής, προσέκρουε στην απαγορευτική διάταξη του άρθρου 17 του ν. 1337/1983 και ήταν έτσι άκυρη. Όμως οι αναιρεσείοντες, ρητώς αναφέρουν στο λόγο αυτόν, όπως είχαν εκθέσει και στο Εφετείο, κατά τα προκύπτοντα από την επιτρεπτή κατ'άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της έφεσής τους, ότι το κτίσμα, για την αγορά του οποίου δόθηκε η εντολή, "εξαιρέθηκε από την κατεδάφιση δυνάμει των διατάξεων του ν. 1337/1983", γεγονός το οποίο λογικώς υποδηλώνει, ότι το κτίσμα αυτό είχε ανεγερθεί πριν από τις 31-1-1983 και, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η αναστολή από την κατεδάφιση ισχύει μέχρι να ρυθμιστεί η χρήση γης της περιοχής, όπου βρίσκεται το πιο πάνω ακίνητο και κριθεί η οριστική ή όχι διατήρησή του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 3 του ν. 1337/1983 και επομένως η κατά την παρ/φο 10 του άρθρου 17 του νόμου αυτού απαγόρευση της μεταβίβασης δεν ισχύει για το ακίνητο αυτό, αφού έχει εξαιρεθεί από την κατεδάφιση, ούτε εκτείνεται για τις κατασκευές και προσθήκες που έγιναν σ'αυτό μεταγενεστέρως και συνακόλουθα η προαναφερόμενη εντολή, αφού η πράξη για την οποία δόθηκε δεν αντιβαίνει στην πιο πάνω απαγορευτική διάταξη, δεν είναι άκυρη. Άρα το Εφετείο, με τις προαναφερόμενες παραδοχές του, δεν παραβίασε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και έτσι ο προκείμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
2. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Εξάλλου, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β΄ του Κ.Πολ.Δ., η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ'αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ'αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτήν πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β΄ ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι καταρτίστηκε σύμβαση εντολής για την αγορά του ακινήτου στο όνομα του δικαιοπαρόχου τους, αλλά με την υποχρέωση να το μεταβιβάσει στη συνέχεια, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, στην αναιρεσίβλητη, αγνοώντας τα διδάγματα της κοινής πείρας, που αν τα ελάμβανε υπόψη, θα κατέληγε σε αντίθετη κρίση και κατά τα οποία, α) όταν περισσότερα από ένα πρόσωπα αποφασίζουν να αγοράσουν από κοινού ένα αγροτεμάχιο, με αυθαίρετο οικίσκο, έχουν συμφέρον να εμφανίζονται όλοι ως αγοραστές, διότι η προσδιοριζόμενη αξία του ακινήτου και οι φορολογικές και λοιπές επιβαρύνσεις για τη μεταβίβαση υπολογίζονται με τη νομική και πραγματική κατάσταση του ακινήτου κατά το χρόνο της αγοράς, στην προκείμενη δε περίπτωση, αν το ακίνητο αγοράζονταν από κοινού από το δικαιοπάροχό τους και την αναιρεσίβλητη, η εκτίμηση της εφορίας θα ήταν κατά 10% χαμηλότερη και θα κατέβαλαν για φόρο μειωμένο ποσό, β) όταν αγοράζεται ακίνητο από περισσοτέρους, το τίμημα αγοράς, για να δικαιολογηθεί "το πόθεν έσχες" των αγοραστών, κατανέμεται σε περισσοτέρους και ο καθένας έχει να αποδείξει την προέλευση μικρότερου ποσού, γ) αν το ακίνητο αγοραστεί στο όνομα του ενός, η μεταβίβαση στη συνέχεια ποσοστού 50% από τον αρχικό αγοραστή σε υποκρυπτόμενο αγοραστή, συνεπάγεται νέες οικονομικές επιβαρύνσεις, για καταβολή φόρων, εξόδων μεταβίβασης κλπ, δ) ουδείς νομίμως φερόμενος πολίτης αναθέτει σε άλλον να αγοράσει στο όνομα του άλλου ακίνητο, του οποίου ο πραγματικός κύριος κατά ποσοστό ή στο σύνολο θα είναι ο εντολέας, με την εντολή να του το μεταβιβάσει αργότερα, αφού τέτοιες κινήσεις γίνονται μόνο από όσους δεν μπορούν, κατά το χρόνο της αρχικής αγοράς, να δικαιολογήσουν τη νόμιμη προέλευση των χρημάτων τους, είτε από εκείνους που ενεργούν για καταδολίευση των δανειστών τους ή έχουν κάποιο νομικό ή πραγματικό κώλυμα να συμβληθούν στο όνομά τους, πράγματα τα οποία δεν συνέβησαν στο πρόσωπο της αναιρεσίβλητης και ε) κανένας λογικός άνθρωπος δεν αναλαμβάνει να εμφανίζεται ως κύριος ακινήτου που ανήκει σε άλλον και να αναλαμβάνει ακόμα και να διαπράξει αξιόποινες πράξεις, προβαίνοντας σε αυθαίρετες κατασκευές, όπως συνέβη με το δικαιοπάροχό τους, ο οποίος υποβλήθηκε σε δαπάνες για την αντιμετώπιση ποινικών διώξεων εναντίον του, την πληρωμή φόρου μεταβίβασης και την ασφάλιση εργατοτεχνικού προσωπικού. Με το περιεχόμενο όμως αυτό, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία κανόνος δικαίου ή την υπαγωγή σ'αυτόν αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που περιέχει και αιτίαση για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, λόγω μη προσφυγής σ'αυτούς για την ανεύρεση της αληθούς βουλήσεως των συμβληθέντων, είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν δέχτηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, έστω και έμμεσα, κενό ή ασάφεια της σύμβασης και έτσι δεν ήταν απαραίτητο να προσφύγει στους κανόνες αυτούς.
3. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α΄ και 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, καθώς και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τελευταίος αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη, από εκείνη που, δεσμευτικά γι'αυτό (το δικαστήριο), καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, τα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από αυτά. Για να θεμελιωθεί όμως ο λόγος αυτός, απαιτείται να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, α) ποία είναι η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε στο σχετικό αποδεικτικό μέσο από το δικαστήριο της ουσίας και β) το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 529 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι κατά κανόνα είναι παραδεκτή η προσκόμιση νέων αποδεικτικών μέσων στο Εφετείο, το οποίο αν δεν τα αποκρούσει ως απαράδεκτα, για κάποιον από τους αναφερόμενους στο άρθρο αυτό λόγους, δεν απαιτείται να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία, Με το δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α΄ ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και συγκεκριμένα α) το τιτλοφορούμενο ως "Διάταξη τελευταίας βουλήσεως" από 12-6-1989 έγγραφο (του οποίου ο τίτλος, όπως δέχεται το Εφετείο, δεν έχει καμμία σχέση με το περιεχόμενό του), που φέρεται ότι περιέχει δήλωση του δικαιοπαρόχου τους Ψ2 παρά το ότι είχαν αρνηθεί τη γνησιότητά του και β) την από 14-12-2001 βεβαίωση γραφολογικής εξέτασης, παρά το ότι το έγγραφο αυτό είχε προσκομίσει η αναιρεσίβλητη για πρώτη φορά όχι στην πρώτη, αλλά στη δεύτερη ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου συζήτηση της αγωγής. Όμως το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με το πρώτο πιο πάνω έγγραφο, δέχτηκε, με κύρια αιτιολογία που στηρίζει το διατακτικό, ότι οι εκκαλούντες (ήδη αναιρεσείοντες) προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι το έγγραφο αυτό "είναι αγνώστου συγγραφέως, πρόδηλα κατασκευασμένο και οπωσδήποτε προϊόν πλαστογραφίας", αλλά τον περί πλαστότητας ισχυρισμό τους αυτόν απέρριψε ως απαράδεκτο, λόγω του ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους δεν είχε επικαλεστεί ούτε προσκομίσει σχετική συμβολαιογραφική πράξη, προς απόδειξη ότι είχε αυτός ειδική πληρεξουσιότητα για την προσβολή του πιο πάνω εγγράφου ως πλαστού. Με επικουρική δε αιτιολογία, που επίσης επαρκώς στηρίζει το διατακτικό της απόφασής του, δέχτηκε, ότι από την από 14-12-2001 "βεβαίωση γραφολογικής διερευνήσεως" της ειδικής δικαστικής γραφολόγου .... που διενεργήθηκε με επιμέλεια της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης), προκύπτει ότι στην επίμαχη από 12-6-1989 χειρόγραφη δήλωση "η γραφή και υπογραφή ως Ψ2 " προέρχονται από τον ίδιο και επομένως το προαναφερόμενο έγγραφο είναι καθόλα γνήσιο".
Συνεπώς, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο. Εφόσον δε, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, είναι παραδεκτή η προσκόμιση νέων αποδεικτικών μέσων στο Εφετείο, παραδεκτά το ουσιαστικό αυτό Δικαστήριο, αφού δεν την απέκρουσε ως απαράδεκτη, έλαβε υπόψη και την πιο πάνω βεβαίωση, ακόμη και ως νέο αποδεικτικό μέσο, έστω και αν δεν έπρεπε να την είχε λάβει υπόψη του το Πρωτοδικείο, λόγω μη εμπρόθεσμης κατάθεσής της. Επομένως, ο προκείμενος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του που αναφέρεται στο πρώτο πιο πάνω έγγραφο, είναι αβάσιμος, κατά το μέρος του δε που αναφέρεται στη βεβαίωση γραφολογικής διερεύνησης, είναι απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο προσέδωσε στα δύο πιο πάνω έγγραφα, αποδεικτική ισχύ την οποία δεν έχουν, είναι αόριστος, διότι δεν εκτίθεται στο λόγο αυτόν ποια αποδεικτική δύναμη, μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά για το δικαστήριο καθορίζει ο νόμος, αποδόθηκε από το Εφετείο στα δύο αυτά έγγραφα.
4.Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ΄ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου. Αλλά δεν ιδρύεται ο παρών λόγος, όταν προβάλλεται ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστους λόγους της εφέσεως για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως ο από το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ΄ ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστους τους αναφερόμενους στο αναιρετήριο λόγους εφέσεως, με τους οποίους όλους, όπως προκύπτει από αυτούς, με την επίκληση και επιχειρημάτων προβάλλεται κακή εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το ότι καταρτίστηκε η επίμαχη σύμβαση εντολής μεταξύ του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων και της αναιρεσίβλητης, που αποτελεί και το ουσιώδες στην προκείμενη περίπτωση για την έκβαση της δίκης ζήτημα, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι οι προβαλλόμενοι λόγοι της εφέσεως δεν αποτελούν αίτηση με την προαναφερόμενη έννοιά της.
5. "Πράγματα" που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, είναι και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ. ΑΠ 25/2002, ΟλΑΠ 11/96). Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό, επομένως και το λόγο εφέσεως, και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003). Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο παρέλειψε να εξετάσει τους ίδιους πιο πάνω λόγους έφεσης και έτσι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο εξέτασε και τους λόγους αυτούς εφέσεως, οι οποίοι όλοι ανάγονται σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς το αν καταρτίστηκε η επίμαχη σύμβαση εντολής και τους έκρινε ως ουσιαστικά αβάσιμους. Επομένως, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη και με τη σημείωση ότι ο τρόπος της κατάστρωσης των σκέψεων του δικαστηρίου της ουσίας και ειδικότερα η αυτοτελής μνεία από το Εφετείο των λόγων έφεσης ή η παράλειψη τέτοιας μνείας, δεν παρέχει λόγο αναίρεσης, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Οι ειδικότερες δε αιτιάσεις που περιέχονται στους ίδιους αυτούς λόγους, με τις οποίες πλήσσεται η αξιολόγηση από το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικών μέσων και προβάλλονται επιχειρήματα, τα οποία ως διδάγματα κοινής πείρας προβλήθηκαν με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και αναφέρονται σε προηγούμενη σκέψη, κατατείνουν δε στην άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής, αυτοτελώς λαμβανόμενες ως λόγοι αναίρεσης από την ίδια διάταξη (άρθρο 559 αριθ. 8), είναι απαράδεκτες, διότι δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την πιο πάνω έννοια, οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία επικαλούνται οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους, ή αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που αποτελούν αμφισβήτηση της βαρύτητας ορισμένου αποδεικτικού μέσου.
6. Με τους πέμπτο, έκτο και όγδοο κατά το τελευταίο μέρος του από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, διότι ενώ η αναιρεσίβλητη είχε ισχυριστεί με την αγωγή της ότι προκατέβαλε στο δικαιοπάροχό τους στις 2-6-1989 για την αγορά του επίδικου ακινήτου το ποσό των 3.600.000 δρχ. και για το θέμα αυτό, με την 6100/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διατάχθηκαν αποδείξεις, το Εφετείο δέχτηκε ότι η αναιρεσίβλητη κατέβαλε στο δικαιοπάροχό τους το πιο πάνω ποσό, για την αγορά από αυτόν, για λογαριασμό της, του 1/2 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου και ότι επίσης μετά την αγορά του ακινήτου και συγκεκριμένα κατά τα έτη 1990, 1991, 1992, 1993 και 1995 έγιναν στο επίδικο, σε εκτέλεση της σχετικής συμφωνίας, οι αναφερόμενες οικοδομικές εργασίες και προσθήκες, για τις οποίες η αναιρεσίβλητη κατέβαλε το μισό των γενόμενων σχετικών δαπανών, χωρίς όμως να διευκρινίζει αν το πιο πάνω ποσό των 3.600.000 δρχ. καταβλήθηκε πριν ή μετά τις 2-6-1989 και πότε, πού και με ποιο τρόπο, ούτε ποιες εργασίες έγιναν στο κάθε έτος, ούτε πόση δαπάνη απαιτήθηκε για κάθε εργασία, ούτε πότε κάθε φορά η αναιρεσίβλητη κατέβαλλε την αναλογία της, ούτε πού και αν κάθε φορά η δαπάνη προκαταβλήθηκε. Όμως τα ζητήματα αυτά δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και επομένως οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απαράδεκτοι. Κατά τα λοιπά, με τους δύο αυτούς λόγους αναίρεσης, πλήττεται και η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως αναιρετικώς είναι ανέλεγκτη και έτσι οι λόγοι αυτοί, κατά το αντίστοιχο αυτό μέρος τους, είναι επίσης απαράδεκτοι.
7. Κατά το άρθρο 721 ΑΚ, ο εντολέας έχει υποχρέωση να προκαταβάλει τις δαπάνες που απαιτούνται για την εκτέλεση της εντολής. Όμως η προκαταβολή των εξόδων δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη σύναψη της σύμβασης της εντολής, η οποία μπορεί να εκτελεστεί από τον εντολοδόχο και με δικές του δαπάνες και με δικό του βέβαια κίνδυνο, αλλά η παράλειψη της προκαταβολής τους παρέχει απλώς το δικαίωμα στον εντολοδόχο να αρνηθεί την εκτέλεση της εντολής, κατά τις περιστάσεις, μέχρι του χρόνου προκαταβολής της δαπάνης, ή και να καταγγείλει τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο (άρθρο 725 ΑΚ). Περαιτέρω ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε η περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθενται σαφώς (ΟλΑΠ 1/99, ΟλΑΠ 24/92). Με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι τους αναιρετικούς λόγους των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλουν ότι το Εφετείο, με το να δεχτεί ότι καταρτίστηκε σύμβαση εντολής, παρότι δεν δέχτηκε ότι προκαταβλήθηκαν τα ποσά που αναφέρονται στην αγωγή ως προκαταβληθέντα από την αναιρεσίβλητη, για την εκτέλεση της εντολής, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 713 και 721 ΑΚ, ενώ, εκτιμώντας εσφαλμένα το περιεχόμενο της εισηγητικής εκθέσεως, από τις οποίες δεν προκύπτει καμμία απολύτως προκαταβολή οποιουδήποτε ποσού, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες για το πιο πάνω ζήτημα. Όμως, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η προκαταβολή των εξόδων δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη σύναψη της εντολής, το Εφετείο, με τις πιο πάνω παραδοχές του, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις και έτσι ο προκείμενος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο πιο πάνω μέρος του, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι απαράδεκτος, διότι με αυτόν πλήσσεται η αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου ότι καταρτίστηκε σύμβαση εντολής, το οποίο, όμως, όπως προέκυψε από την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, εκτίθεται σαφώς και χωρίς οποιονδήποτε ενδοιασμό. 8. Ο όγδοος, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς αποδείξεις δέχτηκε ότι η αναιρεσίβλητη προκατέβαλε στον αδελφό της και δικαιοπάροχό τους το ποσό των 3.600.000 δρχ., είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του αυτό πόρισμα ύστερα από εκτίμηση αποδείξεων (καταθέσεων μαρτύρων και εγγράφων), που είχαν ταχθεί με την 6100/1998 προδικαστική απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, με την επίκληση του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχτεί ότι για την αγορά του ακινήτου "προκαταβλήθηκε" το ποσό των 3.600.000 δρχ., μολονότι η αναιρεσίβλητη είχε αποσύρει τον περί προκαταβολής ισχυρισμό της πριν από την αγοραπωλησία, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, αλλιώς επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, προεχόντως είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη πιο πάνω παραδοχή δεν συνιστά επιδίκαση μη αιτηθέντος, ανεξάρτητα από το ότι είναι και αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν δέχτηκε "προκαταβολή" του πιο πάνω ποσού.
9. Κατ΄ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Φεβρουαρίου 2004 αίτηση των 1) Χ1 2) ... και 3) ....για αναίρεση της 6747/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 12 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ