533/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Μαρτίου 1999 αγωγή της ήδη αποβιώσασας Α. Τ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1648/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7180/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28 Φεβρουαρίου 2003 αίτηση.
Legislator headnote
AI generated533/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς νόμιμα (άρθρα 286 εδ.α, 287 παρ.1 και 290 ΚΠολΔικ) επαναλαμβάνεται η δίκη, ως προς τα διάδικα αυτά μέρη που πέθαναν.
Full text
Απόφαση 533 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 533/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. συζ. Α. Τ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε. Εμφανίσθηκε η πληρεξούσια δικηγόρος Ζωή Βισβάρδη, η οποία δήλωσε ότι η ως άνω αναιρεσείουσα απεβίωσε στις 28 Νοεμβρίου 2004, σύμφωνα με την …25/2004 προσκομισθείσα ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου … και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί νόμιμοι κληρονόμοι της: α. Α. Τ. του Π., κάτοικος ..., β. Π. Τ. του Α., κάτοικος ... και γ. Α. συζ. Δ. Ρ., κάτοικος ..., τους οποίους εκπροσώπησε η ίδια δια πληρεξουσίου εγγράφου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Δ. του Ν., 2. Γ. Δ. του Ν., κατοίκων ... και 3. Β. χήρας Ν. Δ., η οποία δεν παραστάθηκε. Οι 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Σπινάσα, ο 2ος παραστάθηκε με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος δήλωσε ότι η 3η αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις 1-10-2004, σύμφωνα με την …4/2004 προσκομισθείσα ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου … και την παρούσα δίκη συνεχίζουν επ'ονοματί της οι μοναδικοί και νόμιμοι κληρονόμοι της Α. Δ. και Γ. Δ. (1η και 2ος αναιρεσίβλητοι).
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Μαρτίου 1999 αγωγή της ήδη αποβιώσασας Α. Τ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1648/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7180/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28 Φεβρουαρίου 2003 αίτηση.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης ανέγνωσε την από 29 Δεκεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Όπως συνομολογείται από τα διάδικα μέρη, που απευθύνουν τις προτάσεις τους κατά των κληρονόμων των αρχικών διαδίκων (Ολ.ΑΠ17/1989), και αποδεικνύεται από τα έγγραφα που προσκομίζονται με επίκληση (βλ. την …25/2004 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Δήμου … Σ. Π. και το …71/30-3-2005 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του Δημάρχου του ίδιου Δήμου, καθώς και την ….4/2004 ληξιαρχική πράξη του ληξιάρχου-Δημάρχου ... Γ. Γ., με το …071/14-10-2004 πιστοποιητικό του Δημάρχου ...), η αναιρεσείουσα Α. σύζυγος Α. Τ. πέθανε στις 26-11-2004 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους Α. Π. Τ. (σύζυγο), Π. Α. Τ. και Α. συζ. Δ. Ρ. (τέκνα), επίσης η τρίτη αναιρεσίβλητη Β. χήρα Ν. Δ. πέθανε στις 1-10-2004 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους Γ. Ν. Δ. και Α. Ν. Δ. (τέκνα). Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο οι κληρονόμοι αυτοί (άρθρα 1710, 1813, 1820 και 1846 ΑΚ) με δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων τους γνωστοποίησαν τη βίαιη διακοπή της δίκης που επήλθε με τους θανάτους αυτούς και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψή της.
Συνεπώς νόμιμα (άρθρα 286 εδ.α, 287 παρ.1 και 290 ΚΠολΔικ) επαναλαμβάνεται η δίκη, ως προς τα διάδικα αυτά μέρη που πέθαναν.
ΙΙ.- Από τα άρθρα 1,2 παρ.1, 3,4,5,13 του ν.3741/1929, 1 παρ.1, 3 ΝΔ 1024/1971, 1002 και 1117ΑΚ με σαφήνεια προκύπτει, ότι σε περίπτωση σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας η συμφωνία ότι κάθε συνιδιοκτήτης θα έχει δικαίωμα κάλυψης ορισμένης επιφάνειας του κοινού οικοπέδου έχει χαρακτήρα δουλείας, κατά το περιεχόμενο της οποίας απαγορεύεται η κάλυψη ποσοστού μεγαλύτερου από εκείνο που αναλογεί στο ποσοστό του οικοπέδου του ή υπέρβαση του συντελεστή δόμησης που αναλογεί στην ιδιοκτησία του κατά τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, γιατί αλλιώς περιορίζεται το δικαίωμα του συνιδιοκτήτη να εκμεταλλευθεί το χωριστό τμήμα οικοπέδου που του ανήκει ανεγείροντας αυτοτελή οικοδομή, δεδομένου ότι παρά τη σύσταση της κάθετης ιδιοκτησίας, το οικόπεδο από άποψη δόμησης παραμένει ενιαίο και επίκοινο και ο συντελεστής δόμησης υπολογίζεται ενιαίως, οπότε ο συνιδιοκτήτης που ζημιώνεται δικαιούται να απαιτήσει την κατεδάφιση κατά το μέτρο που υπάρχει υπέρβαση ή, κατά την επιλογή του ή στην περίπτωση που υπάρχει αδυναμία καταδάφισης, την αποζημίωσή του ίση προς την αξία του δικαιώματος κάλυψης της επιφανείας που στερήθηκε.
Η αποζημίωση αυτή υπολογίζεται κατά τα άρθρα 297, 298 ΑΚ και συνίσταται στην αξία της παραπάνω επιφανείας, ως προς την ποία και δημιουργείται στην περιουσία του κενό και όχι στην αξία του εδάφους, το οποίο παρόλη την υπέρβαση εξακολουθεί να του ανήκει. Ειδικότερα η ζημία συνίσταται στην αξία του διαμερίσματος ή του ορόφου ή μέρους αυτών που στερήθηκε ο συνιδιοκτήτης, από την οποία πρέπει να αφαιρεθεί η αξία των υλικών και λοιπών δαπανών ανοικοδόμησης, όσο και η αξία του εδάφους που αντιστοιχεί σ'αυτό, γιατί διαφορετικά θα γινόταν αδικαιολογήτως πλουσιότερος, αφού η ζημία του θα υπολογιζόταν ανάλογα με την αξία πλήρως αποπερατωμένης οικοδομής με το ανάλογο ποσοστό εδάφους, ενώ ούτε το ποσοστό συγκυριότητάς του έχασε, ούτε δαπάνες ανέγερσής του πλήρωσε.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να περιέχονται στην αγωγή αποζημίωσης, γιατί διαφορετικά αυτή είναι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, αφού στην ειδική διαδικασία των άρθρων 648 έως 657 ΚΠολΔικ που δικάζονται και οι διαφορές του άρθρου 17 αριθ.2 ΚΠολΔικ, δεν είναι δυνατή η διεξαγωγή απόδειξης (άρθρα 118 εδ. 4, 216 ΚΠολΔικ).
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα (ενάγουσα) με την από 5-3-1999 αγωγή της προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ζήτησε επικουρικά να αναγνωριστεί, ότι οι αναιρεσίβλητοι (εναγόμενοι), επειδή με αντισυμβατικό και παράνομο τρόπο ανοικοδόμησαν την κάθετη ιδιοκτησία τους στο περιγραφόμενο κοινόκτητο οικόπεδο 240 τετρ.
μέτρων και της στέρησαν έτσι τη δυνατότητα νόμιμης ανοικοδόμησης της δικής της εσωτερικής κάθετης ιδιοκτησίας, κατά τα αναφερόμενα με λεπτομέρεια στο δικόγραφο περιστατικά, υπέχουν υποχρέωση να καταβάλουν, σε ολόκληρο ο καθένας, ως αποζημίωσή της για τη ζημία που υπέστη από τη στέρηση της δυνατότητας ανέγερσης κτίσματος επιφανείας 160 τετρ.
μέτρων στο ενιαίο οικόπεδο, το συνολικό ποσό των 29.160.000 δραχμών, το οποίο υπολόγισε ίσο με ολόκληρη την αξία της συνιδιοκτησίας της (41,67/οο) στο κοινόκτητο αυτό οικόπεδο (συνολική αξία όλου του οικοπέδου 70.000.000 δραχμές Χ 41,67/οο) και όχι, όπως έπρεπε σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, προσδιορίζοντας την αξία έτοιμου διαμερίσματος ή διαμερισμάτων μετά από αφαίρεση της αξίας του ποσοστού οικοπέδου (το οποίο επίσης έπρεπε να προσδιορίζει) και της δαπάνης ανέγερσης.
Με αυτό το περιεχόμενο η βάση αυτή της αγωγής ήταν αόριστη και ορθά απορρίφθηκε ως τέτοια από την αναιρεσιβαλλομένη, η οποία σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις άνω διατάξεις, χωρίς να αξιώσει περισσότερα στοιχεία από όσα εδώ ο νόμος απαιτεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος της αναιρεσείουσας.
Συνεπώς το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔικ προβλεπόμενη πλημμέλεια και ο αντίθετος πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙΙ.- Ο από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονας πρότασης της προσβαλλόμενης απόφασης σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, άρα ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή ως αόριστη (ΟλΑΠ 44/1990). Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη, το Εφετείο απέρριψε το επικουρικό αίτημα της αγωγής για αποζημίωση, όπως στην προηγούμενη σκέψη αναφέρθηκε, ως αόριστο. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο η προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε το πιο πάνω αίτημα της αγωγής ως αόριστο, έχει ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
IV.- Κατά το άρθρο 174 ΑΚ "δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη". Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1,2 παρ.1, 3, 4, 5, 8 παρ.1, 9 και 13 του ν.3741/1929, 1, 2 παρ.1 του ν.δ. 1024/1971, 1002 και 1117 ΑΚ, με τη συστατική της, οριζοντίως ή καθέτως, διαιρεμένης ιδιοκτησίας πράξη επιτρέπεται να επιφυλαχθεί, υπέρ ενός ή περισσοτέρων ιδιοκτητών οριζοντίως ή καθέτως διαιρεμένων ιδιοκτησιών, το δικαίωμα επέκτασης της οικοδομής προς τα άνω, προς τα κάτω και προς τα πλάγια.
Στην περίπτωση αυτή, οι οικοδομές που θα ανεγερθούν στο μέλλον ανήκουν στην αποκλειστική κυριότητα εκείνου υπέρ του ποίου έγινε η επιφύλαξη του δικαιώματος επέκτασης της οικοδομής. Το κύρος της πράξης, με την οποία συνίσταται νομότυπα σε ένα ακίνητο διαιρεμένη οριζοντίως ή καθέτως (υπό την απλή ή σύνθετη μορφή της) ιδιοκτησία δεν εξαρτάται από τη συμφωνία αυτής προς τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις, ούτε από την ύπαρξη ή μη, κατά το χρόνο κατάρτισης της συμφωνίας, διαιρεμένων υπό την ανωτέρω έννοια ιδιοκτησιών, δεδομένου ότι είναι επιτρεπτή κατά το νόμο η σύσταση αυτοτελών, καθέτως ή οριζοντίως διαιρεμένων ιδιοκτησιών και σε μέρη της οικοδομής που πρόκειται να κατασκευαστούν μελλοντικά, η δε κατά παράβαση των ισχυουσών πολεοδομικών διατάξεων σύσταση τέτοιων ιδιοκτησιών επισύρει μόνον τις προβλεπόμενες από τις οικείες πολεοδομικές διατάξεις κυρώσεις και δεν επηρεάζει το κύρος της νομότυπα καταρτισθείσας σχετικής συστατικής συμφωνίας.
Τέλος δικαιοπραξία που είναι αντίθετη σε απαγορευτική διάταξη νόμου είναι άκυρη, όταν επιπλέον προκύπτει από την τελευταία με σαφήνεια ή ρητά, ότι η ρύθμιση αποβλέπει στην επαγωγή ακυρότητας. Ως απαγορευτικές διατάξεις θεωρούνται και αυτές με τις οποίες θεσπίζεται κανόνας δημόσιας τάξης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και κάθε τέτοιος κανόνας είναι οπωσδήποτε και απαγορευτικός.
Διατάξεις δημόσιας τάξης είναι και αυτές του δεύτερου κεφαλαίου του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού (ΓΟΚ) 1955 (ΒΔ 9/1955, ΦΕΚ Α' 266), όσο και των άρθρων 8 επ. του Γ.Ο.Κ. 1985 (ν.1577/1985), που προνοουν για τη θέση που αφήνεται ο υποχρεωτικός ακάλυπτος χώρος του οικοπέδου, καθώς και για τον τρόπο της δόμησης και της τοποθέτησης του κτιρίου στο οικόπεδο.
Όμως από τις πολεοδομικές αυτές διατάξεις και ιδίως το άρθρο 22 του Γ.Ο.Κ. 1955 δεν προκύπτει ότι απαγορεύεται καθεαυτή η σύσταση διαιρεμένης ιδιοκτησίας με την οποία ορίζεται ότι το έτερο τμήμα του κοινού οικοπέδου θα βρίσκεται στο βάθος αυτού, δηλαδή στο μέρος που το οικόπεδο συνορεύει με όμορη ιδιοκτησία και αφήνεται ως υποχρεωτικός ακάλυπτος χώρος του.
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε με την αγωγή της, ότι με τις …83/1959 και …908/1986 συστατικές πράξεις οριζόντιας ιδιοκτησίας των συμβολαιογράφων Χ. Κ. και Β. Χ., αντίστοιχα, έγιναν παράνομες, απαγορευμένες από τον Γ.Ο.Κ., συμφωνίες, γιατί α) συμφωνήθηκε να συσταθεί εσωτερική κάθετη ιδιοκτησία στη θέση του κοινόκτητου οικοπέδου που βρισκόταν στο βάθος του, συνορεύει με όμορη ιδιοκτησία και προοριζόταν να αποτελεί τον υποχρεωτικά ακάλυπτο χώρο κατά τις διατάξεις του ΓΟΚ, β) δεν προσδιορίστηκε στις πράξεις αυτές σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας επακριβώς η θέση που έπρεπε να ανεγερθούν οι οικοδομές, ώστε να μπορεί ο καθένας να ανοικοδομήσει νόμιμα την κάθετη ιδιοκτησία του, χωρίς να παρεμποδίζει τα δικαιώματα των άλλων και γ) στη δεύτερη (τροποποιητική) πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας παράνομα καθορίστηκε ότι η οριζόντια ιδιοκτησία της πρόσοψης θα έχει από το κοινόκτητο οικόπεδο την αποκλειστική χρήση 162 τετρ.
μέτρων (πρόσοψη 9 μέτρων και βάθος 18 μέτρων), πράγμα που κατέστησε αδύνατη τη νόμιμη ανοικοδόμηση της εσωτερικής κάθετης ιδιοκτησίας της. Με βάση αυτά ζήτησε, επικουρικότερα, να αναγνωριστεί ότι οι παραπάνω πράξεις σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, με τις οποίες δημιουργούνται παράνομα δύο κάθετες-οριζόντιες ιδιοκτησίες, είναι άκυρες, γιατί είναι αντίθετες στις διατάξεις του τότε ΓΟΚ (1955), σε συνδυασμό προς το άρθρο 174 ΑΚ.
Με τέτοιο περιεχόμενο το αίτημα αυτό δεν ήταν νόμιμο σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν και σωστά το Εφετείο ως τέτοιο το απέρριψε, αφού δεν προκύπτει από κάποια διάταξη νόμου και μάλιστα αυτές του ΓΟΚ 1955 και 1985 ότι οι πράξεις αυτές είναι άκυρες. Συνακόλουθα πρέπει, ο τρίτος αντίθετος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων του ΓΟΚ και του άρθρου 174 ΑΚ και για αντίστοιχη πλημμέλεια, να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-2-2003 αίτηση της αναιρεσείουσας (αρχικά) Α. συζ. Α. Τ., για αναίρεση της 7180/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους κληρονόμους της αναιρεσείουσας αυτής, που συνέχισαν εκούσια στο όνομά τους την παρούσα δίκη, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων Α. και Γ. Ν. Δ., την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ