Legislator Case Law & Legislation
532/2025 AI generated

Supreme Court dismisses retrial request for new evidence of good behavior not previously known to the court.

Case Number 532/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the applicant's request for a retrial and suspension of sentence execution. The applicant submitted new documents regarding his charitable work and children's education to prove good behavior, but the court found these facts were already known or attributable to family effort rather than post-crime conduct. Consequently, the court ruled the evidence insufficient to overturn the final conviction.

Legislator headnote

AI generated

Articles 525(1) and 528(1), 3, 529 of the Code of Criminal Procedure; A retrial for the benefit of the convicted is permitted only upon the discovery of new facts or evidence that were unknown to the judges at the time of conviction and which alone or in combination with previously submitted evidence clearly demonstrate that the convicted person is innocent or was wrongly convicted of a heavier crime.

Keywords

AI generated
retrial request good behavior mitigation new evidence final judgment suspension of execution

Cited Legislation

AI generated
Articles 525(1), 528(1), 3, 529 of the Code of Criminal Procedure
Article 578(1) of the Code of Criminal Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 532 / 2025 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 532/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή και Λεωνίδα Χατζησταύρου, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίας Μασούρα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α.

Συνήλθε ως συμβούλιο σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 28 Ιανουαρίου 2025, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Λ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Δημήτριο Σκαρίπα και Νικόλαο Γαλάνη, για επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμ. 30/2022 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαμίας και για αναστολή εκτέλεσης της ποινής που του επιβλήθηκε με την άνω απόφαση.

Το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λαμίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας και αναστολή εκτέλεσης της ποινής που του επιβλήθηκε με την άνω απόφαση, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30-10-2024 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστασία Μασούρα εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την υπ' αριθμ. πρωτ. 238/14-11-2024 πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αικατερίνης Ψύρη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

""Εισάγω ενώπιον του Συμβουλίου σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περ. 2, 528 παρ. 1, 3 και 529 του ΚΠΔ την από 30-10-2024 αίτηση του Λ. Μ. του Χ., κατοίκου ... περί επανάληψης προς το συμφέρον αυτού, της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την έκδοση κατ` αυτού της υπ` αριθ. 30/4-5-2022 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακ/των Λαμίας, η οποία κατέστη αμετάκλητη κατόπιν της υπ'αριθμ. 1212/2024 απόφασης του Αρείου Πάγου που απέρριψε στην ουσία της την αίτηση του για αναίρεση της απόφασης αυτής και με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών και στα έξοδα της δίκης 500 €, ενώ υποχρεώθηκε σε καταβολή του ποσού των 44€ στην πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία "Louis Dreyfus Company Suisse SA".

Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 του ισχύοντος από 1.7.2019 ΚΠΔ (Ν. 4620/2019), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 162 του Ν. 4855/2021, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο ανωτέρω άρθρο, και αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε (περ. 2). Υπάρχει δε βαρύτερο έγκλημα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όταν τροποποιείται ουσιωδώς ο χαρακτήρας της πράξης που μεταβάλλεται, το είδος αυτής, όχι δε όταν παρέχεται η δυνατότητα επιεικέστερης μεταχείρισης του υπαιτίου, λόγω συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων ή άλλου λόγου μείωσης της ποινής (ΑΠ 603/2022, ΑΠ 51/2015, Λ. Μαργαρίτης ΚΠΔ Ερμηνεία κατ'άρθρο , 2η έκδοση , σελ.1914).

Κατά την αληθινή έννοια της ανωτέρω διάταξης "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνα τα οποία, ασχέτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστα σ` αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αίτησης επανάληψης διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει μετά την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας.

Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις συμπληρωματικές, διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις και πρακτικά, υπό την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες από μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Τα νέα, άγνωστα στους καταδικάσαντες δικαστές, γεγονότα ή αποδείξεις που αποκαλύφθηκαν, απαιτείται να ήταν άγνωστα στον καταδικασθέντα, γιατί, διαφορετικά, θα μπορούσε να τα είχε επικαλεσθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και να προσκομίσει τις αποδείξεις, πρέπει δε να αφορούν τα πραγματικά στοιχεία της υπόθεσης, τα οποία συγκροτούν το συλλογισμό του δικαστηρίου, με τον οποίο δέχεται ότι συντρέχουν οι αντικειμενικοί ή υποκειμενικοί όροι τέλεσης ορισμένου εγκλήματος (ΑΠ 84/2023, 1209/2022, 1356/2022, ΑΠ 1459/2018).

Δεν είναι, όμως, νέα γεγονότα και δεν θεμελιώνουν λόγο επανάληψης διαδικασίας η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή νόμου, ούτε η εσφαλμένη εκτίμηση ή αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, όπως και παραλείψεις ή πλημμέλειες που έλαβαν χώρα κατά την κύρια διαδικασία κατά την οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση, ενώ δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας, γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν, αμέσως ή εμμέσως, και απορρίφθηκαν έστω και κατ` εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, ή δεν άσκησαν επιρροή στο σχηματισμό της δικανικής κρίσης (ΑΠ 1570/2022).

Επίσης, δεν θεωρούνται άγνωστα γεγονότα, εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από νομικής και ουσιαστικής πλευράς έλεγχος της καταδικαστικής απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την απόφαση (ΑΠ 1015/2021), καθόσον η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Ειδικότερα, δεν αποτελούν νέες αποδείξεις η διαφορετική ή η νέα αξιολόγηση ή η εκτίμηση του ιδίου γεγονότος, τα επιχειρήματα και οι κρίσεις για προϋπάρχουσες αποδείξεις ή οι λόγοι που πλήττουν την κατά το άρθρο 177 ΚΠΔ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και, επομένως, την από ουσιαστικής άποψης ορθότητα της καταδικαστικής απόφασης (ΑΠ 1533/2009). Τα ανωτέρω συμπορεύονται τόσο με τον τίτλο του Έβδομου Βιβλίου του ΚΠΔ, ο οποίος αντικαταστάθηκε, με το άρθρο 163 του Ν. 4855/2021, από "ΕΚΤΑΚΤΑ ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ" σε "ΕΚΤΑΚΤΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ", όσο και με τη νέα διάταξη του άρθρου 462 του ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 137 του ιδίου ως άνω νόμου, κατά την οποία η επανάληψη διαδικασίας δεν χαρακτηρίζεται πλέον έκτακτο ένδικο μέσο, αλλά και με το σκοπό της, σύμφωνα με τον οποίο δεν συνάδει η αναγνώριση στη διαδικασία αυτή της διενέργειας ενός ανάλογου των ένδικων μέσων ελέγχου της νομικής και ουσιαστικής ορθότητας της δικαστικής απόφασης (ΑΠ 603/2022, ΑΠ 243/2021).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 528 παρ. 1 εδ. α` και 529 του ΚΠΔ, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο και τα λοιπά αναφερόμενα πρόσωπα που νομιμοποιούνται, αρμόδιο δε να αποφασίσει επί της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας είναι το συμβούλιο εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο, σε κάθε άλλη δε περίπτωση το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου (συγκροτούμενο από τον Πρόεδρό του και δύο αρεοπαγίτες κατ` άρθρο 14 παρ. 1 περ. ε` του Ν. 4938/2022-Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών), το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, σχηματίζει την κρίση του από την έρευνα των πρακτικών της δίκης που προηγήθηκε και τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία ή επισυνάπτονται στην αίτηση (ΑΠ 946/2020), ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 528 παρ. 3 εδ. α` ΚΠΔ, η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη (ΑΠ 925/2022, 5/2022, ΑΠ 1015/2021, ΑΠ 1070/2021, ΑΠ 310/2021, ΑΠ 562/2018).

ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, ο Λ. Μ. του Χ., κάτοικος ..., με την υπό κρίση από 30-10-2024 αίτηση του η οποία κατατέθηκε ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δια των πληρεξουσίων δικηγόρων του Νικολάου ΓΑΛΑΝΗ και Δημητρίου ΣΚΑΡΙΠΑ κατόπιν των συνημμένων από 25-10-2024 εξουσιοδοτήσεων του , ζητά την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας προς το συμφέρον του που περατώθηκε με την υπ` αριθμ. 30/4-5-2022 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαμίας.

Με αυτήν ο ανωτέρω αιτών-καταδικασθείς κηρύχθηκε ένοχος για υπεξαίρεση αντικειμένου που η αξία του υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ με το ελαφρυντικό του προτέρου συννόμου βίου (άρθρα 26,27, 83, 84παρ.2α', και 375παρ.1β ΠΚ) και καταδικάστηκε σε κάθειρξη πέντε ετών μέρος της οποίας εξέτισε από 5-5-2022 έως 5-10-2022 οπότε και αποφυλακίσθηκε με όρους δυνάμει της υπ'αριθμ. 41/5-10-2022 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας μετά από αίτηση αναστολής της απόφασης αυτής ενόψει της αιτήσεως αναιρέσεως του (ήδη μετά την απόρριψη της, με την 1212/2024 απόφαση του Αρείου Πάγου, απομένει προς έκτιση το υπόλοιπο μέρος της, ιδ.

σχετ. την απόφαση και το από 5-10-2022 αποφυλακιστήριο). Ως λόγο επικαλείται ότι μετά την αμετάκλητη καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέες άγνωστες αποδείξεις στους δικαστές που τον καταδίκασαν οι οποίες από μόνες τους και σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο τέλεσε επειδή το δικαστήριο εάν τις γνώριζε θα του αναγνώριζε το ελαφρυντικό της μεταγενέστερης συμπεριφοράς μετά την πράξη του (άρθρο 84παρ.2ε'ΠΚ).

Η αίτηση αυτή ασκήθηκε νομότυπα ενώ δεν τάσσεται προθεσμία στο νόμο για την άσκηση της (ΑΠ 964/2023). III. Από τα έγγραφα που επισυνάπτονται στην αίτηση, και την έρευνα των πρακτικών της δίκης που προηγήθηκε προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ'αριθμ. 30/2022 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαμίας ο αιτών κηρύχθηκε ένοχος, μετά την αναγνώριση συνδρομής στο πρόσωπο του (ως και πρωτοδίκως) της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ.

α' ΠΚ, σε ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών, του ότι: Στην ... στις ....2010, με πρόθεση ιδιοποιήθηκε ξένα ολικά κινητά πράγματα, που περιήλθαν στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο και δη αντικείμενα αξίας, υπερβαίνουσας το ποσό των 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, αφότου συνήψε τις υπ' αριθ. .../2010 συμβάσεις πωλήσεως με τον όρο παρακράτησης της κυριότητας με την πωλήτρια - εγκαλούσα εταιρία με την επωνυμία "Louis Dreyfus Commodities Suisse SA" και παρέλαβε στην κατοχή του 3.000 περίπου μετρικούς τόνους εκκοκισμένου βάμβακος, συσκευασμένου σε 12.712 δέματα, συνολικής αξίας 3.689.70,11 ευρώ, όταν η εγκαλούσα εταιρία, λόγω μη εξόφλησης του τιμήματος, υπαναχώρησε από τις άνω συμβάσεις με την από 12.4.2010 εξώδικη διαμαρτυρία -πρόσκληση - δήλωση της, επιδοθείσα στις ....2010, ο κατηγορούμενος δεν απέδωσε τα παραπάνω αναφερόμενα κινητά πράγματα στην εγκαλούσα, αλλά τα παρακράτησε και τα ενσωμάτωσε στην περιουσία του, εκδηλώνοντας τη βούληση του να τα ιδιοποιηθεί.

Η συνολική δε αξία των παρακρατηθέντων πραγμάτων ανέρχεται στο ποσό των 3.689.70,11 ευρώ." . Μετά την απαγγελία της περί ενοχής του απόφασης, ο αιτών ζήτησε να του αναγνωρισθούν περαιτέρω και τα ελαφρυντικά των μη ταπεινών αιτίων και της καλής συμπεριφοράς για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του (άρθρο 84 παρ.2β',ε' ΠΚ) , πλην όμως το δικαστήριο , αφού έλαβε υπόψη του τα προσκομιζόμενα από τον ίδιο έγγραφα σχετικά με το ελαφρυντικό της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς που ενδιαφέρει εν προκειμένω, (ήτοι το εκκαθαριστικό σημείωμα 20020 του ιδίου, το πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης, ευχαριστήρια επιστολή της Αστυνομικής Διεύθυνσης Βοιωτίας για δωρεά προς αυτή ενός αυτοκινήτου από τη Β.

Σ., σύζυγο του, κάρτα ότι είναι μέλος του Κέντρου του Οικουμενικού Ελληνισμού, ταυτότητα διασώστη, δελτίο εθελοντή αιμοδότη, επιστολή του Εμπορικού Συλλόγου ..., με την οποία ευχαριστούν την οικογένεια Λ. Μ. για την χορηγία που έκανε αυτό για τη διοργάνωση της "..." στην πόλη της ... (σελίδα 32,33 του σκεπτικού) , απέρριψε τον ισχυρισμό του με την αιτιολογία ότι "...

δεν αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά εκ των οποίων να υποδηλώνεται η ουσιαστική μεταστροφή του κατηγορουμένου προς ενστερνισμό των κανόνων της ομαλής κοινωνικής συμβίωσης και προς αγαθοποιό δραστηριότητα και η στάση του να παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, καθόσον η καλή συμπεριφορά δεν εννοείται ως παθητική καλή διαγωγή ή μόνο ως απουσία παραβατικότητας αλλά περιλαμβάνει και τη θετική δραστηριότητα του υπαιτίου, η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού.

Συντρέχει δε στο πρόσωπο εκείνου του δράστη, ο οποίος πραγματικά, μεταστράφηκε ηθικά και ψυχικά, έχοντας αντιληφθεί τις επιπτώσεις της αξιόποινης πράξεως του και απέχοντας, μετά ταύτα, για σχετικά μεγάλο διάστημα, από οποιασδήποτε φύσης επιλήψιμη ενέργεια και συμπεριφορά. Εξάλλου, ο κατηγορούμενος έχει απασχολήσει επανειλημμένως τις δικαστικές αρχές για αδικήματα οικονομικού ενδιαφέροντο".

Κατόπι αυτού υπέβαλε αίτηση για αναίρεση της απόφασης επικαλούμενος εκτός των άλλων λόγων την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας για την απόρριψη των ελαφρυντικών. Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου με την υπ'αριθμ. 1212/2024 απόφαση του έκρινε, εκτός των άλλων, ότι η αιτιολογία του δικαστηρίου της ουσίας για το κεφάλαιο αυτό "είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, αυτός απορρίφθηκε με ιδιαίτερη αναφορά στο σκεπτικό συγκεκριμένων αρνητικών περιστατικών που αποκλείουν την αναγνώριση του και ειδικότερα ότι δεν αποδείχτηκε ουσιαστική μεταστροφή του προς ενστερνισμό των κανόνων της ομαλής κοινωνικής συμβίωσης και προς αγαθοποιό δραστηριότητα, καθώς και ότι έχει απασχολήσει επανειλημμένως τις δικαστικές αρχές για αδικήματα οικονομικού ενδιαφέροντος.

Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ πέμπτος (και τελευταίος) λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των ως άνω ελαφρυντικών περιστάσεων, είναι αβάσιμος."

IV. Ο αιτών, με την κρινόμενη αίτησή του, ζητεί, όπως προαναφέρθηκε, την επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την ως άνω υπ` αριθμ. 1212/2024 απόφαση του Αρείου Πάγου επικαλούμενος ότι καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε, με την έννοια ότι όταν δικάσθηκε συνέτρεχε και η ως άνω δεύτερη ελαφρυντική περίσταση η οποία προκύπτει από νέες αποδείξεις οι οποίες ήταν άγνωστες στους καταδικάσαντες δικαστές και σε συνδυασμό με αυτές που προσκομίσθηκαν στη δίκη καθιστούν άνευ άλλου τινός βάσιμο τον ισχυρισμό του, ο οποίος εφόσον γίνει δεκτός, δεσμεύει το δικαστήριο σε περαιτέρω μείωση της ποινής που του επιβλήθηκε σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 85παρ.1 του ΚΠΔ ως ίσχυε κατά το χρόνο της έκδοσης της υπό κρίση απόφασης.

Ο λόγος αυτός που επικαλείται ο αιτών καταδικασθείς είναι απαράδεκτος αφού δεν περιλαμβάνεται στις προβλεπόμενες στη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 525 ΚΠΔ ούτε έχει την έννοια του "βαρύτερου" εγκλήματος η δυνατότητα επιεικέστερης μεταχείρισης κατ'άρθρο 83 και 85 ΠΚ σύμφωνα με τις σκέψεις που αναπτύχθηκαν στο νομικό μέρος της παρούσας και θα πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση . Επικουρικά για την περίπτωση που ήθελε η υπό κρίση αίτηση να θεωρηθεί ως παραδεκτή, εκθέτω τα εξής :

- Ο αιτών προσκόμισε με την υπό κρίση αίτηση του 1.ΒΕΒΑΙΩΣΗ - ΕΠΙΣΤΟΛΗ του Αρχιμ. Σ. Καθηγούμενου της Ιερά Βυζαντινής Μονής Οσίου Λουκά, με την οποία βεβαιώνεται η έμπρακτη συνδρομή του από το έτος 2018 στο έργο της μονής, 2. ΒΕΒΑΙΩΣΗ έτους 2024 της Ελληνικής Ένωσης Έρευνας και Διάσωσης ... στην οποία αναφέρεται η συμμετοχή του στις δράσεις της από το έτος 2015 , 3.

Αριστείο Προόδου με βαθμό 18 και 5/10 της κόρης του Λ. Μ. για την Β τάξη του Λυκείου, 4. Βεβαίωση φοίτησης της κόρης του Λ. Μ. για το τρέχον σχολικό έτος που φοιτά στην Γ τάξη του Λυκείου,5. Πιστοποιητικό φοίτησης του υιού του Χ. Μ. του πολυτεχνείου Κρήτης, τμήμα ηλεκτρολόγων μηχανικών, 6. Πιστοποιητικό αναλυτικής βαθμολογίας του υιού του Χ.

Μ. 7. Πράξεις διοικητικού Προσδιορισμού φόρου των ετών 2022 και 2023 που αφορούν τον ίδιο και τη σύζυγο του που αποδεικνύουν τα πενιχρά εισοδήματα του. Από την επισκόπηση των εγγράφων αυτών προκύπτει ότι αφενός μεν τα γεγονότα αυτά δεν ήταν άγνωστα στον καταδικασθέντα αφού από τα υπ' αριθμόν (1) και (2) προκύπτει ότι η κοινωνική δράση που επικαλείται διαρκεί από το έτος 2015 και εντεύθεν και συνεπώς μπορούσε να την επικαλεσθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 506/202), είχε προσκομίσει εκκαθαριστικό σημείωμα έτους 2020 για την κακή οικονομική του κατάσταση την οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο ενώ η μορφωτική εξέλιξη των παιδιών του οφείλεται σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, αφενός μεν στην προσπάθεια των ίδιων των νέων αλλά και στην οφειλόμενη υποστήριξη της οικογένειας τους, η οποία από μόνη της δεν προσήκει στην έννοια της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς από την πράξη (ΑΠ 1415/2023, ΑΠ 503/2022).

Επομένως οι αποδείξεις αυτές δεν είναι φανερό ότι μπορούν να αναιρέσουν την δικανική πεποίθηση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου σχετικά με τον αυτοτελή ισχυρισμό του περί συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη του και πρέπει η υπό κρίση αίτηση του να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της και να του επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα. Τέλος, πρέπει να απορριφθεί και το συνυποβαλλόμενο αίτημα για αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσας σ` αυτόν ποινής (άρθρο 531 ΚΠΔ), καθόσον τούτο προϋποθέτει παραδοχή ως βάσιμης της αίτησης για επανάληψη της διαδικασίας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

1. Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 30-10-2024 αίτηση του Λ. Μ. του Χ. , κατοίκου ..., περί επανάληψης, προς το συμφέρον αυτού, της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την έκδοση κατ` αυτού της υπ` αριθμ. 30/4-5-2022 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακ/των Λαμίας, άλλως επικουρικά να απορριφθεί αυτή ως αβάσιμη.

2. Να απορριφθεί το συνυποβαλλόμενο αίτημα του για αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσας σ` αυτόν ποινής.

3. Να του επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα.

Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αικατερίνη Γ. Ψύρη"

Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τους πληρεξούσιους του αιτούντος που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 και 2 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 162 του Ν. 4855/2021, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις, που περιοριστικά αναφέρονται στο ανωτέρω άρθρο, και αν ύστερα από την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, από μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Υπάρχει δε βαρύτερο έγκλημα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όταν τροποποιείται ουσιωδώς ο χαρακτήρας της πράξης και μεταβάλλεται το είδος αυτής όχι δε όταν παρέχεται η δυνατότητα επιεικέστερης μεταχείρισης του υπαιτίου, λόγω συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων ή άλλου λόγου μείωσης της ποινής [Εισ.

προτ. ΑΠ 452/2016]. Κατά την αληθινή έννοια της παραπάνω διάταξης <<νέα γεγονότα ή αποδείξεις>> είναι εκείνες οι οποίες, ασχέτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ' αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει μετά την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας.

Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις συμπληρωματικές, διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις και πρακτικά, υπό την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες από μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Τα νέα, άγνωστα στους καταδικάσαντες δικαστές, γεγονότα ή αποδείξεις που αποκαλύφθηκαν, απαιτείται να ήταν άγνωστες στον καταδικασθέντα, διότι διαφορετικά, θα μπορούσε να τις είχε προσκομίσει, πρέπει δε να αφορούν τα πραγματικά στοιχεία της υπόθεσης, τα οποία συγκροτούν τον συλλογισμό του δικαστηρίου, με τον οποίο δέχεται ότι συντρέχουν οι αντικειμενικοί ή υποκειμενικοί όροι τέλεσης ορισμένου εγκλήματος [ΑΠ 954/2024, ΑΠ 1107/2023, ΑΠ 603/2022].

Δεν είναι όμως νέα γεγονότα και δεν θεμελιώνουν λόγο επανάληψης διαδικασίας η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή νόμου, ούτε η εσφαλμένη εκτίμηση ή αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, όπως και παραλείψεις ή πλημμέλειες, που έλαβαν χώρα κατά την κύρια διαδικασία κατά την οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση, ενώ δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν, αμέσως ή εμμέσως, και απορρίφθηκαν, ή δεν άσκησαν επιρροή στο σχηματισμό της δικανικής κρίσης.

Τέλος, δεν θεωρούνται άγνωστα γεγονότα, εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από νομικής και ουσιαστικής πλευράς έλεγχος της καταδικαστικής απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό, που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές, που εξέδωσαν την απόφαση, εφόσον η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά ένδικο βοήθημα του άρθρου 463 ΚΠΔ.

Τα παραπάνω συμπορεύονται και με τη νέα διάταξη του άρθρου 462 ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 137 του Ν.4855/2021, κατά την οποία η επανάληψη διαδικασίας δεν χαρακτηρίζεται πλέον έκτακτο ένδικο μέσο, αλλά και με τον σκοπό της, σύμφωνα με τον οποίο δεν συνάδει στη διαδικασία αυτή η αναγνώριση της δυνατότητας διενέργειας ενός αναλόγου των τακτικών ενδίκων μέσων ελέγχου της νομικής και ουσιαστικής ορθότητας της δικαστικής απόφασης [ΑΠ 954/2024, ΑΠ 603/2022, ΑΠ 243/2021].

Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 528 παρ.1 εδ. α' και παρ. 3, 529 ΚΠΔ, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο και τα λοιπά αναφερόμενα πρόσωπα, που νομιμοποιούνται, αρμόδιο δε να αποφασίσει επί της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας είναι το συμβούλιο εφετών, αν η αμετάκλητη απόφαση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο, σε κάθε άλλη δε περίπτωση το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, το οποίο σχηματίζει την κρίση του από την έρευνα των πρακτικών της δίκης που προηγήθηκε και τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία ή επισυνάπτονται στην αίτηση [ΑΠ 954/2024, ΑΠ 603/2022, ΑΠ 946/2020].

Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 531 ΚΠΔ ορίζει ότι: <<Μόλις υποβληθεί η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, το συμβούλιο που είναι αρμόδιο να την κρίνει, αποφαίνεται μέσα σε τρεις ημέρες, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα, για την αναστολή ή μη της εκτέλεσης της ποινής, εφόσον υποβληθεί αίτημα από τον εισαγγελέα ή τον καταδικασμένο>>. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η παραδοχή της αίτησης αναστολής προϋποθέτει ασκηθείσα, τυπικά παραδεκτή, αίτηση επανάληψης της διαδικασίας. Επίσης, νόμιμα με την αίτηση αυτή [επανάληψης της διαδικασίας] ασκείται και αυτοτελής αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσας και εκτιόμενης ποινής [ΑΠ 954/2024, ΑΠ03/2022, ΑΠ 200/2021].

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτών Λ. Μ. του Χ., με την υπό κρίση από 30-10-2024 αίτησή του, η οποία κατατέθηκε ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, δια των πληρεξουσίων δικηγόρων του Νικολάου Γαλάνη και Δημητρίου Σκαρίπα, ζητά την επανάληψη της διαδικασίας, προς το συμφέρον του, που περατώθηκε με την υπ' αριθ. 30/4-5-2022 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαμίας.

Με αυτήν ο ανωτέρων αιτών - καταδικασθείς κηρύχθηκε ένοχος για υπεξαίρεση αντικειμένου που η αξία του υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, με το ελαφρυντικό του προτέρου συννόμου βίου [άρθρα 26, 27, 83, 84 παρ. 2 α' και 375 παρ.1 β' ΠΚ] και καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης πέντε [5] ετών , μέρος της οποίας εξέτισε από 5-5-2022 έως 5-10-2022, οπότε και αποφυλακίσθηκε με όρους δυνάμει της υπ' αριθ. 41/5-10-2022 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας, μετά από αίτηση αναστολής της απόφασης αυτής ενόψει της αίτησης αναίρεσής του [ήδη μετά την απόρριψη της με την υπ' αριθ. 1212/2024 απόφαση του Αρείου Πάγου, απομένει προς έκτιση το υπόλοιπο μέρος της].

Ως λόγο επικαλείται ότι μετά την αμετάκλητη καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέες άγνωστες αποδείξεις στους Δικαστές που τον καταδίκασαν, οι οποίες από μόνες τους και σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο τέλεσε, επειδή το Δικαστήριο αν τις γνώριζε θα του αναγνώριζε το ελαφρυντικό της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη του [άρθρο 84 παρ. 2 ε' ΠΚ].

Η αίτηση αυτή ασκήθηκε νομότυπα, ενώ δεν τάσσεται προθεσμία στο νόμο για την άσκησή της [ΑΠ 964/2023]. Από τα έγγραφα που επισυνάπτονται στην αίτηση και την έρευνα των πρακτικών της δίκης που προηγήθηκε, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθ. 30/2022 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαμίας, ο αιτών κηρύχθηκε ένοχος του ότι: <<Στην ...

στις 13-4-2010, με πρόθεση ιδιοποιήθηκε ξένα ολικά κινητά πράγματα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο και δη αντικείμενο αξίας, υπερβαίνουσας το ποσό των 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, αφότου συνήψε τις υπ' αριθ. .../2010 συμβάσεις πωλήσεως με τον όρο παρακράτησης της κυριότητας με την πωλήτρια - εγκαλούσα εταιρία με την επωνυμία <<Louis Dreyfus Commodities Suisse SA>> και παρέλαβε στην κατοχή του 3.000 περίπου μετρικούς τόνους, εκκοκισμένου βάμβακος, συσκευασμένου σε 12.712 δέματα, συνολικής αξίας 368970,11 ευρώ, όταν η εγκαλούσα εταιρία, λόγω μη εξόφλησης του τιμήματος, υπαναχώρησε από τις άνω συμβάσεις με την από 12-4-2010 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση - δήλωσή της, επιδοθείσα την 13-4-2010, ο κατηγορούμενος δεν απέδωσε τα παραπάνω αναφερόμενα κινητά πράγματα στην εγκαλούσα, αλλά τα παρακράτησε και τα ενσωμάτωσε στην περιουσία του, εκδηλώνοντας τη βούλησή του να τα ιδιοποιηθεί.

Η συνολική δε αξία των παρακρατηθέντων πραγμάτων ανέρχεται στο ποσό των 368970,11 ευρώ>>. Μετά την απαγγελία της περί ενοχής απόφασης και την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου συννόμου βίου, ο αιτών ζήτησε να του αναγνωρισθούν και τα ελαφρυντικά των μη ταπεινών αιτίων και της καλής συμπεριφοράς για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του [άρθρο 84 παρ. 2 β' και ε' ΠΚ], πλην όμως το Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα από τον κατηγορούμενο έγγραφα σχετικά με το ελαφρυντικό της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς που ενδιαφέρει εν προκειμένω, απέρριψε τον ισχυρισμό για την αναγνώριση του ελαφρυντικού αυτού.

Ο αιτών, με την υπό κρίση αίτησή του, ζητεί, όπως προαναφέρθηκε, την επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε αμετάκλητα με την ως άνω 1212/2024 απόφαση του Αρείου Πάγου, επικαλούμενος ότι καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε, με την έννοια ότι όταν δικάσθηκε συνέτρεχε και η ως άνω δεύτερη ελαφρυντική περίσταση, η οποία προκύπτει από νέες αποδείξεις, οι οποίες ήταν άγνωστες στους καταδικάσαντες Δικαστές και σε συνδυασμό με αυτές που προσκομίσθηκαν στη δίκη καθιστούν άνευ άλλου τινός βάσιμο τον ισχυρισμό του, ο οποίος εφόσον γίνει δεκτός, δεσμεύει το Δικαστήριο σε περαιτέρω μείωση της ποινής που του επιβλήθηκε, σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 85 παρ. 1 ΠΚ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης της υπό κρίση απόφασης.

Ο λόγος αυτός που επικαλείται ο αιτών είναι απαράδεκτος, αφού δεν περιλαμβάνεται στις προβλεπόμενες στη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ περιπτώσεις, ούτε έχει την έννοια του <<βαρύτερου>> εγκλήματος η δυνατότητα επιεικέστερης μεταχείρισης κατ' άρθρα 83 και 85 ΠΚ, σύμφωνα με τις σκέψεις που αναπτύχθηκαν στο νομικό μέρος της παρούσας και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί η αίτηση ως απαράδεκτη.

Σε κάθε περίπτωση η αίτηση είναι ουσιαστικά αβάσιμη. Ειδικότερα, ο αιτών επικαλείται ως νέα στοιχεία: α] βεβαίωση - επιστολή του Αρχιμ. Σ. καθηγούμενου της Ιεράς Βυζαντινής Μονής Οσίου Λουκά, με την οποία βεβαιώνεται η έμπρακτη συνδρομή του από το έτος 2018 στο έργο της μονής, β] βεβαίωση έτους 2024 της Ελληνικής Ένωσης Έρευνας και Διάσωσης Λειβαδιάς, στην οποία αναφέρεται η συμμετοχή του στις δράσεις της από το έτος 2015, γ] αριστείο προόδου με βαθμό 18 και 5/10 της κόρης του Λ.

Μ. για τη Β' τάξη Λυκείου, δ]βεβαίωση φοίτησης της κόρης του Λ. Μ. για το τρέχον σχολικό έτος που φοιτά στη Γ' τάξη Λυκείου, ε] πιστοποιητικό φοίτησης του υιού του Χ. Μ. του πολυτεχνείου Κρήτης, τμήμα ηλεκτρονικών μηχανικών, στ] πιστοποιητικό αναλυτικής βαθμολογίας του υιού του Χ. Μ., ζ] πράξεις διοικητικού προσδιορισμού φόρου των ετών 2022 και 2023 που αφορούν τον ίδιον και τη σύζυγό του που αποδεικνύουν τα πενιχρά εισοδήματά του.

Από την επισκόπηση των εγγράφων αυτών προκύπτει ότι αφενός τα γεγονότα αυτά δεν ήταν άγνωστα στον καταδικασθέντα, αφού από το δύο πρώτα ως άνω στοιχεία προκύπτει ότι η κοινωνική του δράση που επικαλείται διαρκεί από το 2015 και εντεύθεν και, συνεπώς μπορούσε να τα επικαλεσθεί στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ότι είχε προσκομίσει εκκαθαριστικό σημείωμα έτους 2020 για την κακή οικονομική κατάστασή του, την οποία έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο, ενώ η μορφωτική εξέλιξη των παιδιών του οφείλεται αφενός στην προσπάθεια των ίδιων των παιδιών, αλλά και στην υποστήριξη της οικογένειας τους, η οποία από μόνη της δεν προσήκει στην έννοια της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς από την πράξη [ΑΠ 1515/2023, ΑΠ 503/2022].

Επομένως, οι αποδείξεις αυτές δεν είναι φανερό ότι μπορούν να αναιρέσουν τη δικανική πεποίθηση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, σχετικά με τον αυτοτελή ισχυρισμό του περί συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη του. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση επανάληψης της διαδικασίας και μετά την, κατά τα ανωτέρω, απόρριψη της υπό κρίση αίτησης επανάληψης της διαδικασίας, πρέπει για τον ίδιο λόγο, να απορριφθεί και η ενσωματωμένη σ' αυτήν αίτηση αναστολής εκτέλεσης της ποινής που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο και ήδη αιτούντα την επανάληψη της διαδικασίας με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Τέλος, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αιτούντος τα έξοδα της προκειμένης ποινικής διαδικασίας [άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 115 Ν.5090/2024], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-10-2024 αίτηση του Λ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., οδός ..., για α] επανάληψη προς το συμφέρον του, της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε αμετάκλητα με την έκδοση της υπ' αριθ. 30/2022 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαμίας, και, β] για αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής κάθειρξης των πέντε [5] ετών.

Επιβάλλει σε βάρος του αιτούντος την επανάληψη της διαδικασίας τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων [400] ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 2025.

Και Εκδόθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ