Legislator Case Law & Legislation
532/2024 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on damages claim due to insufficient causal link argument in construction delay case.

Case Number 532/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against a final judgment regarding construction delays and lost profits. The court found the lower court's reasoning insufficient because it failed to establish a direct causal link between the delay in the vertical building and the delay in the basement construction, nor did it address potential agreements regarding vehicle ramps. Consequently, the court set aside the damages award portion and remitted the case for retrial by a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal argument is admissible if the lower court fails to substantiate the causal connection between alleged delays in related construction projects, necessitating a remittal for further examination of the damages claim.

Keywords

AI generated
construction delay damages causal link insufficiency remittal for retrial lost profits claim vertical property construction vehicle ramp agreement Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 569 of the Code of Civil Procedure
Article 1 of Law 1157/1981
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Articles 495, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 532 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 532/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Ελένη Θεοδωρακοπούλου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γ. Α.. Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Γ. του Β., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κονταξή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 66/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-6-2021 αίτησή της και τους από ... προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. ... τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., το οποίο, αφού απέρριψε την από 12-2-2019 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, δέχθηκε την από 1-11-2018 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της υπ' αριθ. 66/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την από 10-7-2017 αγωγή του κατά της αναιρεσείουσας, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και ως προς εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αντίγραφο του δικογράφου αυτού, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 εδ. α' του ν. 1157/12.5.1981, η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών αρχίζει από την επόμενη της ημέρας της επίδοσης ή της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 7 μ.μ. ώρα της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο, την ίδια ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας.

Από την αναμφίβολη διατύπωση της εν λόγω διάταξης, όπως και των όμοιων διατάξεων του άρθρου 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτές, ως προς τη λήξη της προθεσμίας που καθιερώνουν, εφαρμόζονται τόσο επί των προθεσμιών ενεργείας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων που τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξης, έτσι ώστε, αν η τελευταία ημέρα των προθεσμιών αυτών συμπίπτει προς εξαιρετέα ή Σάββατο, αυτή δεν υπολογίζεται και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα, 7 μ.μ., της επόμενης εργάσιμης ημέρας.

Τέτοια προπαρασκευαστική προθεσμία είναι και εκείνη των τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρων ημερών, οι οποίες πρέπει να έχουν περάσει από την κατάθεση και επίδοση των πρόσθετων λόγων αναίρεσης μέχρι την ημέρα της συζήτησης της αίτησης. Στην προθεσμία αυτή των 30 ημερών δεν υπολογίζονται οι ημέρες κατάθεσης και επίδοσης, καθώς και της συζήτησης της αναίρεσης.

Επομένως, αν η τελευταία (30ή), πριν από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο, ημέρα (με αφετηρία την επομένη της επίδοσης) συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα ή Σάββατο, δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι απορρίπτονται, και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 33/1996, Ολ ΑΠ 266/1985, ΑΠ 522/2020, ΑΠ 762/2019, ΑΠ 1333/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα άσκησε προσθέτους λόγους με το από ... δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης, που κατατέθηκε στις 14-12-2023 στο γραμματέα του Αρείου Πάγου (βλ. την 171/14-12-2023 πράξη κατάθεσης του αρμοδίου Γραμματέα του Αρείου Πάγου) και επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο στις 14-12-2023, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 210Ε/14-12-2023 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου ...

Χ. Β., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα. Ενόψει όμως των προαναφερθέντων και δεδομένου ότι ως ημέρα συζήτησης της αίτησης αναίρεσης ορίσθηκε η 15-1-2024 (Δευτέρα), μεταξύ αυτής και της ημέρας επίδοσης (που δεν λαμβάνονται υπόψη) δεν μεσολαβούν 30 πλήρεις ημέρες, αφού η τελευταία ημέρα της εν λόγω προπαρασκευαστικής προθεσμίας (13-1-2024) είναι κατά νόμο εξαιρετέα [Σάββατο] και συνεπώς αυτή έληγε την 7η μ.μ.

ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας (15-1-2024), δηλαδή μετά τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, η οποία είχε οριστεί για την 09.30 π.μ. ώρα της ημέρας αυτής (15-1-2024), κατά τα προεκτεθέντα.

Συνεπώς οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι αναίρεσης, που συνεκδικάζονται με την αίτηση λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρ. 246 ΚΠολΔ), είναι εκπρόθεσμοι και ως εκ τούτου απαράδεκτοι και απορριπτέοι. Με τη διάταξη του άρθρου 404 ΑΚ ορίζεται ότι "Ο οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή ως ποινή χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο (ποινική ρήτρα), για την περίπτωση που δεν θα εκπλήρωνε ή που δεν θα εκπλήρωνε προσηκόντως την παροχή", ενώ κατά το άρθρο 405 ΑΚ "Η ποινή καταπίπτει αν ο οφειλέτης αδυνατεί υπαίτια να εκπληρώσει την παροχή ή αν περιέλθει σε υπερημερία.

Η κατάπτωση της ποινής επέρχεται και αν ακόμη ο δανειστής δεν έχει υποστεί καμιά ζημία". Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 342 ΑΚ "Ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος, αν η καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη", σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 336 ΑΚ "Ο οφειλέτης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση εξαιτίας αδυναμίας να εκπληρώσει την παροχή, αν αποδείξει ότι η αδυναμία οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη.

Οφείλει, όμως, αμέσως, μόλις μάθει την αδυναμία για εκπλήρωση, να ειδοποιήσει το δανειστή". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η από το άρθρο 404 ΑΚ προβλεπομένη σύμβαση γνήσιας ποινικής ρήτρας, με την οποία ο ένας των συμβαλλομένων υπόσχεται στον άλλον, ότι, εάν δεν εκπληρώσει ή δεν εκπληρώσει προσηκόντως την οφειλομένη σ' αυτόν παροχή από άλλη ενοχή, θα του καταβάλει ένα χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο, αποτελεί παρεπόμενη συμφωνία, που αμέσως μεν αποτελεί μέσον πίεσης προς εξασφάλιση της εκπλήρωσης της κυρίας ενοχής, περαιτέρω δε συνιστά ένα τρόπο αποζημίωσης, την οποία υποχρεούται να καταβάλει ο ασυνεπής συμβαλλόμενος, αποκαθιστώντας έτσι την προξενούμενη από την εν λόγω συμπεριφορά του ζημία στον άλλο, χωρίς ωστόσο ο τελευταίος για την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει την ύπαρξη ή την έκταση της ζημίας του κατ' άρθρ. 405 παρ. 2 ΑΚ (AΠ 928/2019, ΑΠ 1360/2017, ΑΠ 797/2010, ΑΠ 611/1998).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 407 ΑΚ, "Αν η ποινή συμφωνήθηκε για την περίπτωση της μη προσήκουσας και ιδίως της μη έγκαιρης, εκπλήρωσης της παροχής, ο δανειστής έχει δικαίωμα να απαιτήσει, εκτός από την ποινή που κατέπεσε, και την εκπλήρωση της παροχής. Έχει επίσης το δικαίωμα να απαιτήσει και την επιπλέον αποδεικνυόμενη ζημία από τη μη προσήκουσα εκπλήρωση".

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν, σχετικώς με την ποινική ρήτρα, να συμφωνήσουν είτε ότι η συμβατική "ποινή" καλύπτει την (τεκμαιρόμενη) ζημία του δανειστού από τη μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής εκ μέρους του οφειλέτου και ότι ο δανειστής έχει δικαίωμα να αξιώσει την αποκατάσταση και της τυχόν περαιτέρω ζημίας του, είτε ότι ο δανειστής δικαιούται να ζητήσει σωρευτικά την συμφωνημένη ποινή και αποκατάσταση του συνόλου της ζημίας του, είτε ότι η αποζημίωση του δανειστού περιορίζεται και εξαντλείται στο ποσό της συμφωνημένης ποινής και μόνον (ΑΠ 1213/2010).

Εξάλλου, κατά τα άρθρα 330, 341 και 342 ΑΚ, ο οφειλέτης, καθίσταται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της προς εκπλήρωση της παροχής ημέρας, εκτός αν η καθυστέρηση οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη. Έτσι το πταίσμα του οφειλέτη δεν αποτελεί προϋπόθεση της αξίωσης του δανειστή, αλλ' αντιθέτως, η έλλειψη υπαιτιότητας του οφειλέτη θεμελιώνει καταλυτική ένσταση της αγωγικής αξιώσεως, την οποία οφείλει ο τελευταίος να επικαλεσθεί και αποδείξει, οπότε θα θεωρηθεί ότι αυτός δεν περιήλθε σε υπερημερία, καθόσον η έλλειψη πταίσματος δεν είναι λόγος άρσεως της υπερημερίας, αφού το πταίσμα του τεκμαίρεται, αλλά λόγος μη επελεύσεώς της (ΑΠ 1327/2014, ΑΠ 1950/2013).

Επομένως, η συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα καταπίπτει, δηλαδή δημιουργείται η απαίτηση του δανειστή σε σχέση με το αντικείμενο αυτής, όταν ο οφειλέτης αθετεί υπαίτια τις υποχρεώσεις του, όπως όταν αδυνατεί να εκπληρώσει την κύρια παροχή ή όταν περιέλθει σε υπερημερία, καθώς και όταν εκπληρώσει πλημμελώς την παροχή.

Οι προϋποθέσεις για την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας, σε περίπτωση συνομολόγησής της για την περίπτωση της μη έγκαιρης εκπλήρωσης της παροχής, είναι η υπερημερία του οφειλέτη ως προς την εκπλήρωση της, η οποία επέρχεται, εκτός από την όχληση, κατ' άρθρο 340 ΑΚ, και με την παρέλευση της δήλης ημέρας, που συμφωνήθηκε, κατ' άρθρο 341 παρ. 1 ΑΚ, καθώς και η υπαιτιότητα του, που προβλέπεται στο άρθρο 330 ΑΚ (ΑΠ 1184/2019).

Κατά συνέπεια, η αγωγή για την καταβολή ποινικής ρήτρας, η οποία έχει συμφωνηθεί για την περίπτωση της μη εκπληρώσεως ή μη προσηκούσης εκπληρώσεως της παροχής, απορρίπτεται, αν ο εναγόμενος ισχυρισθεί και αποδείξει ότι η μη εκπλήρωση ή η μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής οφείλεται σε γεγονός, για το οποίο δεν έχει ευθύνη, αφού στην περίπτωση αυτήν, δεν περιέρχεται σε υπερημερία, η οποία αποτελεί προϋπόθεση της καταπτώσεως της ποινικής ρήτρας (ΑΠ 689/2021).

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις και εκείνες των άρθρων 111 παρ.2, 118 περ.4 και 216 παρ.1 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι σε περίπτωση συνομολογήσεως ποινικής ρήτρας για την περίπτωση της μη προσήκουσας, υπό τη μορφή της μη έγκαιρης, εκπλήρωσης της παροχής ο δανειστής, απαιτώντας την ποινή, και σωρευτικά προς αυτήν κάθε άλλη αξίωσή του οφείλει, για το ορισμένο της αγωγής του, να επικαλεσθεί και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει:

α) τη σύμβαση που πρέπει να εκπληρωθεί, β) τη συμφωνία για την ποινική ρήτρα και το, βάσει συμφωνίας των συμβαλλομένων, δικαίωμα του δανειστή προς διεκδίκηση της ποινής σωρευτικά με κάθε άλλη αξίωσή του από τη μη έγκαιρη εκπλήρωση της παροχής γ) τις προϋποθέσεις της υπερημερίας, δηλαδή την όχληση του οφειλέτη ή ότι παρήλθε ή δήλη ημέρα εκπληρώσεως της παροχής (ΑΠ 1955/2013, ΑΠ 1460/2005).

Ακόμη, κατά το άρθρ. 298 ΑΚ, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος, λογίζεται δε ως τέτοιο το προσδοκώμενο με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.

Συνεπώς, για να είναι ορισμένη κατά το άρθρ. 216 ΚΠολΔ, η αγωγή, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, πρέπει να εκτίθενται σαφώς σ` αυτή τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία του αντίστοιχου κέρδους. Δεν αρκεί δηλαδή να αναφέρονται αφηρημένα στο δικόγραφο της αγωγής οι σχετικές με τον προσδιορισμό του διαφυγόντος κέρδους εκφράσεις του νόμου, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση, μνεία των περιστατικών, που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επιμέρους κονδύλια, καθώς και η ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών (ΟλΑΠ 20/1992, 22/1995, ΑΠ 59/2017).

Ειδικότερα, για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη ο ενάγων, η οποία συνίσταται στην, από υπαιτιότητα του εναγόμενου, ματαίωση μίσθωσης ακινήτου και την εντεύθεν απώλεια μισθωμάτων, αρκεί να αναφέρεται το μηνιαίο μίσθωμα, που με πιθανότητα θα εισέπραττε ο ενάγων από την εκμίσθωση του ακινήτου, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή με βάση τις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης και ιδίως τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρεται, ότι το μίσθιο θα μπορούσε να εκμισθωθεί σε συγκεκριμένο τρίτο εκμισθωτή, ο οποίος θα έκανε πρόταση και θα εκδήλωνε ενδιαφέρον για τη μίσθωσή του (ΑΠ 1682/2022, ΑΠ 935/2014, ΑΠ 1062/2008).

Τέλος, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 5/2020).

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής (ΑΠ 18/2018).

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 261/2020, ΑΠ 18/2018, ΑΠ 1487/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την από 10-7-2017 αγωγή του, εξέθεσε τα εξής: Ότι με το υπ' αριθ. 5725/6-4-2011 προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών οικοπέδων και εργολαβικού συμβολαίου της συμβ/φου ... Φ. Ν.- Ζ., όπως αυτό τροποποιήθηκε με την υπ' αριθ ... πράξη της ίδιας συμβολαιογράφου, που κατάρτισε αυτός και οι αναφερόμενοι στην αγωγή οικοπεδούχοι με την εναγομένη εργολήπτρια εταιρία, η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να ανεγείρει με δικές της δαπάνες στο περιγραφόμενο σε αυτή τμήμα οικοπέδου εμβαδού 1048 τ.μ., που βρίσκεται στην πόλη της ..., πολυώροφη οικοδομή με την ονομασία ΚΑΘΕΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ, με το σύστημα της αντιπαροχής.

Ότι με το ίδιο εργολαβικό συμβόλαιο συμφωνήθηκε ότι στην εναγομένη θα περιερχόταν ως εργολαβικό αντάλλαγμα ποσοστό 403/1000 εξ αδιαιρέτου στο ενιαίο οικόπεδο, εμβαδού 1.249 τ.μ. και 456/1000 εξ αδιαιρέτου στην ως άνω δεύτερη κάθετη ιδιοκτησία, με τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που αντιστοιχούν σε αυτό. Ότι με βάση την ανωτέρω σύμβαση η εναγομένη ήταν υποχρεωμένη να του παραδώσει τις περιγραφόμενες στην αγωγή επτά οριζόντιες ιδιοκτησίες (δύο χώρους στάθμευσης αυτοκινήτων, μια αποθήκη, ένα ισόγειο κατάστημα, ένα γραφείο και ένα διαμέρισμα) αποπερατωμένες και έτοιμες προς χρήση, μέσα σε προθεσμία είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από τη σύνταξη και υπογραφή της πράξης σύστασης οριζόντιων ιδιοκτησιών, που θα γινόταν μόλις ολοκληρωνόταν η αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας.

Ότι για την περίπτωση που η εναγομένη δεν του παρέδιδε τις ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες στην ανωτέρω προθεσμία συμφωνήθηκε να καταβάλει σε αυτόν ως ποινική ρήτρα για κάθε μήνα τα αναφερόμενα σε αυτή ποσά. Ότι με το ίδιο εργολαβικό συμφωνήθηκε, επίσης, ότι εκτός από την ως άνω ποινική ρήτρα, δικαιούται σωρευτικά να ζητήσει από την εναγομένη και αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη για κάθε μήνα καθυστέρησης αποπεράτωσης των παραπάνω οριζόντιων ιδιοκτησιών του.

Ότι ακολούθως καταρτίστηκε η υπ' αριθ. ... πράξη σύστασης οριζόντιων ιδιοκτησιών, από την οποία άρχισε να τρέχει η παραπάνω συμφωνηθείσα προθεσμία των 24 μηνών. Ότι η εναγομένη ξεκίνησε τις εργασίες εκτέλεσης του έργου, ωστόσο στις 21-3-2012 διατάχθηκε από την Εφορεία Προϊστορικών και ... ...- ... παύση εργασιών, οι οποίες στη συνέχεια συνεχίστηκαν στις 10-1-2014 και ως εκ τούτου οι οριζόντιες ιδιοκτησίες έπρεπε να παραδοθούν εντός 22 μηνών ήτοι μέχρι 9-11-2015.

Ότι η εναγομένη από αποκλειστική της υπαιτιότητα δεν του παρέδωσε κατάλληλες και έτοιμες προς χρήση τις οριζόντιες ιδιοκτησίες στις 9-11-2015 και έτσι από 10-11-2015 περιήλθε σε υπερημερία, που συνεχίστηκε μέχρι και το χρόνο άσκησης της αγωγής και έτσι κατέπεσαν οι συμφωνηθείσες ως άνω ποινικές ρήτρες. Ότι, επίσης, εξαιτίας της καθυστέρησης της εναγομένης να του παραδώσει τις ανωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες, αυτός απώλεσε τα μηνιαία μισθώματα που θα κέρδιζε, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, από την εκμίσθωσή τους για το χρονικό διάστημα από 10-11-2015 έως και 10-7-2017 (χρόνος άσκησης της αγωγής).

Ότι το μηνιαίο μίσθωμα για τις εν λόγω οριζόντιες ιδιοκτησίες, οι οποίες βρίσκονται στο εμπορικό κέντρο της πόλης της ..., σε περιοχή με μεγάλο εμπορικό και μισθωτικό ενδιαφέρον, ανέρχεται στα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή ποσά. Ότι ακόμη, εξαιτίας της ως άνω υπαίτιας παράλειψης της εναγομένης να του παραδώσει μέσα στη συμφωνηθείσα προθεσμία, κατάλληλες και έτοιμες προς χρήση τις παραπάνω οριζόντιες ιδιοκτησίες του, στερήθηκε τη χρήση και την εκμετάλλευσή τους και ως εκ τούτου υπέστη ψυχική ταλαιπωρία και συνακόλουθα ηθική βλάβη.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει α) ως ποινική ρήτρα το ποσό των 43.514,46 ευρώ, β) ως αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη από την απώλεια μισθωμάτων το ποσό των 52.000 ευρώ και γ) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 10.000 ευρώ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 66/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία, αφού αυτή, αφού απορρίφθηκε ως αόριστη ως προς το κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών και ως μη νόμιμη ως προς το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, έγινε δεκτή κατά τα λοιπά ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 43.514,46 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Κατά της ανωτέρω απόφασης οι διάδικοι άσκησαν αντίθετες εφέσεις, οι οποίες συνεκδικάστηκαν και επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθ. ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., το οποίο, αφού απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της εναγομένης, έκανε δεκτή κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή, δέχθηκε αυτή εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 94.314,46 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Ειδικότερα, ο ενάγων - αναιρεσίβλητος, με τον πρώτο λόγο της έφεσής του, παραπονέθηκε για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως αόριστου του κονδυλίου της αγωγής του για τα διαφυγόντα κέρδη. Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, διέλαβε ως προς τον ανωτέρω λόγο έφεσης του αναιρεσιβλήτου τα ακόλουθα: "....

Η κρινόμενη αγωγή,... αναφορικά με το αίτημα επιδίκασης ποσού 52.000 ευρώ ως αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη από την απώλεια μισθωμάτων, είναι ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα από το νόμο αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωσή της στις διατάξεις που εκτίθενται στην ως άνω νομική σκέψη. Ειδικότερα ο ενάγων εκθέτει στο δικόγραφο της αγωγής ότι η εναγομένη περιήλθε από υπαιτιότητά της σε υπερημερία αναφορικά με την παράδοση των ένδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών, ότι εξαιτίας αυτής της υπερημερίας της δεν μπόρεσε να εκμισθώσει τις ένδικες οριζόντιες ιδιοκτησίες του με συνέπεια την απώλεια των μισθωμάτων και ότι τα μισθώματα λόγω της θέσης της ένδικης οικοδομής στο εμπορικό κέντρο της πόλης της Αρτας σε περιοχή με μεγάλο εμπορικό και μισθωτικό ενδιαφέρον, θα ανέρχονταν στα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά, που προσδιορίζει κατά μήνα, χρονικό διάστημα και στο σύνολο τους.

Επίσης εκθέτει στο δικόγραφο ότι συμφώνησαν με την εναγομένη ότι εκτός από την ποινική ρήτρα θα δικαιούται σωρευτικά να ζητήσει και αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε την αγωγή όσον αφορά το ως άνω σωρευμένο αίτημα ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις που εκτίθενται στην ανωτέρω νομική σκέψη...".

Με βάση την αιτιολογία αυτή το Εφετείο, κρίνοντας ορισμένη την αγωγή ως προς το αίτημα της αποζημίωσης του αναιρεσιβλήτου για διαφυγόντα κέρδη, και νόμιμη ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 681, 686 παρ. 2, 341, 343 παρ. 1 και 298 ΑΚ, έκανε δεκτό το σχετικό λόγο της έφεσης αυτού και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω αναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον περιέχει όλα εκείνα τα περιστατικά που απαιτούνται, κατά τη μείζονα σκέψη, για τον προσδιορισμό του κεφαλαίου των διαφυγόντων κερδών, δεδομένου ότι, ειδικότερα, αναφέρονται στην αγωγή, α) η από υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας μη παράδοση των ένδικων ιδιοκτησιών στον αναιρεσίβλητο στο συμφωνημένο χρόνο, ήτοι μέχρι 9-11-2015, με αποτέλεσμα να καταστεί αυτή υπερήμερη, β) ότι υπήρξε συμφωνία των διαδίκων ότι εκτός από την ποινική ρήτρα ο αναιρεσίβλητος θα δικαιούται να ζητήσει, σωρευτικά, και αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη, γ) η δυνατότητα αυτού να εκμεταλλευτεί τις εν λόγω ιδιοκτησίες προς αύξηση της περιουσίας του εκμισθώνοντας αυτές, αφού βρίσκονταν στο εμπορικό κέντρο της ..., σε περιοχή με μεγάλο εμπορικό και μισθωτικό ενδιαφέρον, αντί των αναφερομένων στην αγωγή μηνιαίων μισθωμάτων, το δε κατάστημα θα το λειτουργούσε ως φαρμακείο, αφού το επάγγελμά του είναι φαρμακοποιός και διατηρεί μισθωμένο φαρμακείο σε απόσταση 15 μ.

από το κατάστημα αυτό, με συνέπεια να απωλέσει το κέρδος που θα αποκόμιζε από την εκμετάλλευση των ενδίκων ιδιοκτησιών, τα περιστατικά δε αυτά αρκούσαν για την πληρότητα της αγωγής ως προς το αίτημα επιδίκασης των διαφυγόντων κερδών του αναιρεσίβλητου και δεν απαιτούνταν άλλα πρόσθετα στοιχεία. Επομένως, το Εφετείο, κρίνοντας ορισμένη την αγωγή, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος, ούτε παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, λόγω αοριστίας ως προς το αίτημα καταβολής αποζημίωσης για τα διαφυγόντα κέρδη, και, ως εκ τούτου, οι πρώτος, κατά το τέταρτο σκέλος, από τον αρ. 1 και τρίτος, από τον 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 681 ΑΚ, με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, αποκαλούμενος εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, ο δε έτερος, αποκαλούμενος εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 688, 689, 690 και 694 του Α.Κ. προκύπτει ότι ένα έργο θεωρείται περατωμένο ή εκτελεσμένο έστω και αν έχει ελλείψεις συμφωνημένων ιδιοτήτων ή πραγματικά ελαττώματα, ακόμη και ουσιώδη, που το καθιστούν άχρηστο.

Στην περίπτωση αυτή, ο κύριος έχει τα αναφερόμενα στα άρθρα 688, 689 και 690 του Α.Κ. δικαιώματα και μπορεί να ασκήσει τις περιοριστικώς προβλεπόμενες αξιώσεις του προς διόρθωση του έργου μέσα σε εύλογη προθεσμία, ή προς ανάλογη μείωση της αμοιβής, ή προς υπαναχώρηση από τη σύμβαση, ή προς καταβολή αποζημίωσης (Α.Π. 1487/2017, Α.Π. 5/2016, Α.Π. 597/2015 Α.Π. 713/2015, Α.Π. 877/2013), ενώ δεν έχει ούτε τις, κατά τις γενικές διατάξεις, ενστάσεις της μη εκπλήρωσης ή της μη προσήκουσας εκπλήρωσης της σύμβασης (άρθρο 374 Α.Κ.), ούτε τα δικαιώματα από τα άρθρα 380 επ.

και 383 επ., σε συνδυασμό προς τα άρθρα 337, 343 παρ. 2, 384, 386 και 387 του Α.Κ., για τις περιπτώσεις της αδυναμίας ή της υπερημερίας του εργολάβου, σχετικά με τη μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του, άρα ούτε απαλλαγής του από την αντιπαροχή (καταβολή της αμοιβής του εργολάβου), εκτός αν: α) εξαιτίας της ελλείψεως ιδιοτήτων ή των ελαττωμάτων το έργο, το οποίο παραδόθηκε ή προσφέρθηκε, είναι εντελώς διάφορο του συμφωνηθέντος ως εκτελεστέου, αφού τότε δεν υπάρχει εκπλήρωση της παροχής και ο εργολάβος δεν δικαιούται να αξιώσει την αμοιβή του, ή β) έχει συμφωνηθεί μεταξύ κυρίου του έργου και εργολάβου αντίθετη της προαναφερόμενης ρύθμιση, αφού οι σχετικές διατάξεις έχουν χαρακτήρα διατάξεων ενδοτικού δικαίου (ΑΠ 1390/2022, Α.Π. 1019/2020, Α.Π. 5/2016, Α.Π. 877/2013).

Ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κυρίας υποχρεώσεως του εργολάβου, συνισταμένη στην εκτέλεση και προσπόριση του έργου στον εργοδότη, στην περιέλευση δηλαδή τούτου στη σφαίρα εξουσιάσεως του τελευταίου, υπό την προϋπόθεση ότι το έργο είναι το προσήκον, ήτοι δεν είναι εντελώς διάφορο του συμφωνηθέντος (ΑΠ 135/2022).

Παράδοση θεωρείται ότι έχει συντελεστεί εκ των πραγμάτων και στην περίπτωση, που ο εργοδότης, χωρίς να ασκήσει κάποιο από τα προβλεπόμενα στο νόμο δικαιώματά του, εμμένοντας στη μετά του εργολάβου σύμβασή του, αποδέχτηκε οριστικά το έργο στη σφαίρα δράσης του (ΑΠ 1587/2013), καθώς και στην περίπτωση ανεπιφύλακτης παραλαβής αυτού δυνάμει σχετικού όρου της εργολαβικής σύμβασης (πλασματική παραλαβή) (ΑΠ 1142/2019).

Αντίθετα η παράδοση έργου με ελλείψεις, είτε πρόκειται για έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων, είτε για ουσιώδη ή επουσιώδη ελαττώματα του έργου, δεν απαλλάσσει τον εργοδότη από την υποχρέωση καταβολής της εργολαβικής αμοιβής, ακόμη και αν πρόκειται για έργο άχρηστο, ούτε μπορεί ο εργοδότης να αποποιηθεί το προσφερόμενο σ' αυτόν ελαττωματικό έργο, ώστε να αποφύγει έτσι την καταβολή αμοιβής, αλλά έχει μόνον τα προβλεπόμενα στα άρθρα 688-690 ΑΚ δικαιώματα, εκτός βέβαια διαφορετικής και πάλι συμφωνίας τους (ΑΠ 183/2011).

Συνεπώς και η προσφορά μέρους μόνον του συμφωνημένου έργου, εφόσον κριθεί ως απλή έλλειψη και όχι ως διαφορετικό έργο σε σύγκριση με το όλο, υποχρεώνει τον εργοδότη σε αποδοχή του προσφερόμενου μέρους και σε καταβολή της αμοιβής (ΑΠ 1184/2021, ΑΠ 119/2014, ΑΠ 1480/2010, ΑΠ 1336/2008). Σύμβαση έργου υπάρχει και στην περίπτωση κατά την οποία συμφωνείται μεταξύ οικοπεδούχου και τρίτου, όπως ο τελευταίος ανεγείρει επί οικοπέδου του πρώτου οικοδομή, η οποία θα διέπεται από τις περί οριζοντίου ιδιοκτησίας διατάξεις, οπότε η μεν βασική παροχή του εργολάβου συνίσταται στην κατασκευή της οικοδομής, του δε οικοπεδούχου- εργοδότη στην υποχρέωση που αναλαμβάνει να μεταβιβάσει, ως αμοιβή, στον εργολάβο ή τα πρόσωπα που αυτός θα του υποδείξει, ορισμένα ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, με τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που αντιστοιχούν σ` αυτά, παραμένοντας κύριος των υπολοίπων ποσοστών εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, μετά των αντίστοιχων οριζόντιων ιδιοκτησιών (ΑΠ 1623/2014, ΑΠ 352/2011).

Περαιτέρω, μετά την πάροδο του χρόνου παράδοσης του έργου, δεν εφαρμόζεται η 686 ΑΚ, αλλά η ανώμαλη εξέλιξη της ενοχής ή υπερημερία του εργολάβου και η εκπλήρωση των υποχρεώσεων του τελευταίου κρίνονται με τις γενικές διατάξεις (ΑΠ 464/2022, ΑΠ1623/2014). Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα άρθρα 686 εδ. τελευταίο, 343 παρ. 1 και 383 επ.

ΑΚ, ο εργοδότης, σε περίπτωση υπερημερίας του εργολάβου περί την εκτέλεση και παράδοση του έργου, μπορεί: α) να απαιτήσει την εκπλήρωση της παροχής (εκτέλεση και παράδοση του έργου) και ακόμη αποκατάσταση της ζημίας, που υπέστη από τη μη περάτωση του έργου μέσα στη συμφωνηθείσα προθεσμία (άρθρο 343 παρ. 1 ΑΚ) ή β) να τάξει, κατά το άρθρο 383 ΑΚ, στον εργολάβο εύλογη προθεσμία για εκπλήρωση δηλώνοντας συνάμα, ότι μετά την πάροδό της αποκρούσει την παροχή, οπότε, σε περίπτωση που η προθεσμία θα παρέλθει άπρακτη (ή που δεν θα απαιτείται να ταχθεί λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 385 ΑΚ), μπορεί περαιτέρω, επιλεκτικά, ή να ζητήσει πλήρη αποζημίωση για τη μη εκπλήρωση ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση και να αξιώσει, τότε, μόνο εύλογη αποζημίωση κατά το άρθρο 387 ΑΚ.

Ό,τι ισχύει στην ολική ισχύει και στη μερική υπερημερία του εργολάβου ύστερα από ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 383 και 385 ΑΚ.

Συνεπώς, και στη μερική υπερημερία του εργολάβου μπορεί ο εργοδότης, ως προς το καθυστερούμενο μέρος της παροχής, να ασκήσει τα δικαιώματα που του παρέχονται από το άρθρο 343 παρ. 1 ΑΚ ή σε περίπτωση συνδρομής των όρων των άρθρων 383 και 385 ΑΚ, να ζητήσει (αποκρούοντας πάντοτε το μη εκπληρωθέν μέρος της παροχής) αποζημίωση ή να προβεί σε μερική υπαναχώρηση και να ζητήσει εύλογη αποζημίωση, εκτός αν αυτός, λόγω της καθυστέρησης του μέρους, δεν έχει πλέον συμφέρον, ούτε στη γενόμενη μερική εκπλήρωση, οπότε, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 384 και 386 ΑΚ, του παρέχονται ευρύτερα δικαιώματα (ΑΠ 1047/2023, ΑΠ 1353/2018).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "....Δυνάμει του υπ' αριθμ. 5725/6-4-2011 προσυμφώνου μεταβίβασης ποσοστών οικοπέδων-σύστασης οριζόντιου ιδιοκτησίας-κανονισμού πολυκατοικίας και εργολαβικού συμβολαίου της συμβολαιογράφου ...

Φ. Ν.-Ζ., όπως αυτό τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ. ... πράξη της ίδιας συμβολαιογράφου, που καταρτίστηκε αφενός μεν μεταξύ του ενάγοντος οικοπεδούχου (αναιρεσιβλήτου) και των λοιπών οικοπεδούχων (μη διαδίκων στην παρούσα δίκη) και αφετέρου της εναγομένης εργολήπτρια εταιρίας (αναιρεσείουσας), η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να ανεγείρει με δικές της δαπάνες, με το σύστημα της αντιπαροχής, μια πολυώροφη οικοδομή με την ονομασία ΚΑΘΕΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ, αποτελούμενη από επτά (7) ορόφους πάνω από το ισόγειο και τέσσερις (4) υπόγειους ορόφους, σε τμήμα οικοπέδου, εμβαδού (τμήματος) 1048 τ.μ.

και κατά το κτηματολόγιο 1.039 τμ, που βρίσκεται μέσα στην πόλη της ..., στη δημοτική ... και αποτελεί τη με αριθμό ΚΑΕΚ 040103004036/2/0 αυτοτελή, ανεξάρτητη και διηρημένη κάθετη ιδιοκτησία, της οποίας ο ενάγων είναι συγκύριος κατά ποσοστό 167,12/1000 εξ αδιαιρέτου. Η ως άνω οικοδομή συμφωνήθηκε να έχει ποσοστό συνιδιοκτησίας στο ενιαίο οικόπεδο, εμβαδού 1.249 τ.μ. (ΚΑΕΚ ...), ...

εξ αδιαιρέτου και να καλύψει μέσα στο ως άνω τμήμα μέχρι ... εξ αδιαιρέτου της όλης νόμιμης δόμησης και κάλυψης του ενιαίου οικοπέδου. Επίσης συμφωνήθηκε ότι στην εναγομένη θα μεταβιβαζόταν σταδιακά ως εργολαβικό αντάλλαγμα ποσοστό 403/1000 εξ αδιαιρέτου στο ενιαίο οικόπεδο και 456/1000 εξ αδιαιρέτου στην ένδικη κάθετη ιδιοκτησία με τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που αντιστοιχούν σε αυτό.

Στον ενάγοντα-οικοπεδούχο θα περιέρχονταν οι παρακάτω οριζόντιες ιδιοκτησίες: 1) το υπό στοιχεία γιώτα ένα (II) κατάστημα του ισογείου, εμβαδού 50,12 τμ με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του ενιαίου οικοπέδου 20/1000 εξ αδιαιρέτου και επί του οικοπέδου της κάθετης ιδιοκτησίας 23/1000 εξ αδιαιρέτου, 2) το υπό στοιχεία βήτα έξι (Β6) γραφείο του δευτέρου (Β) ορόφου, εμβαδού 45,15 τμ με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του ενιαίου οικοπέδου 18/1000 εξ αδιαιρέτου και επί του οικοπέδου της κάθετης ιδιοκτησίας 19/1000 εξ αδιαιρέτου, 3) το υπό στοιχεία δέλτα ένα (ΔΙ) γραφείο του τετάρτου (Δ) ορόφου, εμβαδού 54,65 τμ με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του ενιαίου οικοπέδου 16/1000 εξ αδιαιρέτου και επί του οικοπέδου της κάθετης ιδιοκτησίας 18/1000 εξ αδιαιρέτου, 4) το υπό στοιχεία δέλτα δύο (Δ2) γραφείο του τετάρτου (Δ) ορόφου, εμβαδού 57,30 τμ με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του ενιαίου οικοπέδου 15/1000 εξ αδιαιρέτου και επί του οικοπέδου της κάθετης ιδιοκτησίας 17/1000 εξ αδιαιρέτου, 5) ο υπό στοιχεία θήτα βήτα 2 (...) χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων του δευτέρου (Β) υπογείου κάτω από το ισόγειο, εμβαδού 11,40 τμ με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του ενιαίου οικοπέδου 1/1000 εξ αδιαιρέτου και επί του οικοπέδου της κάθετης ιδιοκτησίας 2/1000 εξ αδιαιρέτου, 6) ο υπό στοιχεία θήτα βήτα 3 (...) χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων του δευτέρου (Β) υπογείου κάτω από το ισόγειο, εμβαδού 11,40 τμ με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του ενιαίου οικοπέδου 1/1000 εξ αδιαιρέτου και επί του οικοπέδου της κάθετης ιδιοκτησίας 1/1000 εξ αδιαιρέτου και 7) η υπό στοιχεία ύψιλον 2 (Υ2) αποθήκη του πρώτου (Α) υπογείου κάτω από το ισόγειο, εμβαδού 35,75 τμ με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του ενιαίου οικοπέδου 2/1000 εξ αδιαιρέτου και επί του οικοπέδου της κάθετης ιδιοκτησίας 3/1000 εξ αδιαιρέτου.

Ακολούθως κατόπιν συμφωνίας των διαδίκων τα υπό στοιχεία ΔΙ και Δ2 γραφεία του τετάρτου ορόφου συνενώθηκαν, ώστε να αποτελέσουν πλέον έναν ενιαίο χώρο, ήτοι μια αυτοτελή και ανεξάρτητη οριζόντια ιδιοκτησία και ειδικότερα διαμέρισμα του τετάρτου ορόφου, συνολικού εμβαδού 111,95 τμ με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του ενιαίου οικοπέδου 31/1000 εξ αδιαιρέτου και επί του οικοπέδου της κάθετης ιδιοκτησίας 35/1000 εξ αδιαιρέτου.

Με το άρθρο 7 του ως άνω εργολαβικού η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να κατασκευάσει και να παραδώσει κατάλληλες και έτοιμες για χρήση τις ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες, που θα περιέρχονταν στον ενάγοντα, μετά των κοινόχρηστων χώρων και εγκαταστάσεων σε πλήρη λειτουργία, μέσα σε προθεσμία είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από τη σύνταξη και υπογραφή της πράξης σύστασης οριζόντιων ιδιοκτησιών, που θα γινόταν μόλις ολοκληρωνόταν η αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας με βάση την οποία θα ανεγειρόταν η παραπάνω οικοδομή.

Με το ίδιο άρθρο συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση που η εναγομένη δεν παραδώσει από αποκλειστική της υπαιτιότητα τις ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες μέσα στην παραπάνω προθεσμία θα υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα-οικοπεδούχο ως ποινική ρήτρα για κάθε μήνα καθυστέρησης το ποσό των 8 ευρώ για κάθε τμ γραφείου, το ποσό των 16 ευρώ για κάθε τμ καταστήματος, το ποσό των 8 ευρώ για κάθε τμ διαμερίσματος, το ποσό των 5 ευρώ για κάθε τμ αποθήκης, το ποσό των 60 ευρώ για κάθε γκαράζ και για την αποπεράτωση των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων μερών της οικοδομής και τη διαμόρφωση του ακαλύπτου χώρου για την καθεμιά οριζόντια ιδιοκτησία (εξαιρουμένων των χώρων γκαράζ) 15 ευρώ και για έξι (6) μήνες από την ημέρα που η εναγομένη εργολήπτρια κατέστη υπερήμερη, το οποίο ποσό, μετά την πάροδο των έξι (6) μηνών, θα διπλασιαζόταν για ακόμη έξι (6) μήνες.

Επίσης, με το ίδιο άρθρο συμφωνήθηκε ότι ο ενάγων-οικοπεδούχος, εκτός από την παραπάνω ποινική ρήτρα, θα δικαιούται να ζητήσει σωρευτικά και αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη για κάθε μήνα καθυστέρησης αποπεράτωσης των ως άνω οριζόντιων ιδιοκτησιών του. Για την κατασκευή της ως άνω οικοδομής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 48/109/29-10-2011 οικοδομική άδεια του Τμήματος Πολεοδομίας του Δήμου ....

Ακολούθως με την υπ' αριθμ. ... πράξη σύστασης οριζόντιων ιδιοκτησιών-διανομής μελλοντικών κτισμάτων και κανονισμού πολυκατοικίας την ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ... και υπογράφηκε μεταξύ όλων των οικοπεδούχων, περιλαμβανομένου και του ενάγοντος, και της εναγομένης η ανωτέρω οικοδομή υπήχθη στις διατάξεις των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ και του ν. 3741/1929 περί οριζοντίου ιδιοκτησίας και καταρτίστηκε ο κανονισμός των σχέσεων των συνιδιοκτητών.

Από την επομένη της υπογραφής της ανωτέρω πράξης ήτοι από 23-12-2011 άρχισε να τρέχει η ως άνω συμφωνηθείσα προθεσμία των 24 μηνών. Η εναγομένη ξεκίνησε κανονικά τις εργασίες ανέγερσης της οικοδομής, ωστόσο στις 21-3-2012 διατάχθηκε από την ΛΓ' Εφορεία Προϊστορικών και ... ...-... παύση εργασιών, οι οποίες συνεχίστηκαν στις 10-1-2014, οπότε πλέον οι οριζόντιες ιδιοκτησίες έπρεπε να παραδοθούν εντός 22 μηνών (αφαιρουμένου του διμήνου που είχε εκτελέσει εργασίες η εναγομένη) ήτοι μέχρι 9-11-2015, γεγονός που δεν αμφισβητεί η εναγομένη.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη, κατά παράβαση της ως άνω συμβατικής της υποχρέωσης, δεν παρέδωσε στον ενάγοντα τις ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες κατάλληλες και έτοιμες για χρήση με περαιωμένους του κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους, εντός της συμφωνηθείσας προθεσμίας, ήτοι μέχρι 9-11-2015. Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι οι ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες (πλην των υπογείων) ήταν αποπερατωμένες και έτοιμες για χρήση και ηλεκτροδότηση από τον Απρίλιο του 2016.

Για την απόδειξη του ως άνω ισχυρισμού της επικαλείται την από 23-5-2016 επιστολή της προς τους οικοπεδούχους, μεταξύ των οποίων και προς τον ενάγοντα, καθώς και την τεχνική έκθεση του μηχανικού Α. Κ., ο οποίος τον Μάρτιο του 2016 διαπίστωσε την ολοκλήρωση των εργασιών στην ένδικη οικοδομή, τα οποία όμως έγγραφα δεν προσκομίζει, έτσι ώστε να εκτιμηθούν από το Δικαστήριο.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη από την από 2-11-2016 εξώδικη πρόσκληση-δήλωση κάλεσε τον ενάγοντα να προσέλθει στην ορισθείσα συμβολαιογράφο προκειμένου να παραλάβει τις ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες του (πλην των υπογείων χώρων στάθμευσης), διότι αυτές ήταν κατά τους ισχυρισμούς της πλήρως αποπερατωμένες και έτοιμες προς χρήση.

Ο ενάγων με την από 11-11-2016 εξώδικη πρόσκληση-δήλωση-διαμαρτυρία γνωστοποίησε στην εναγομένη τις ελλείψεις και πλημμέλειες των προς παραλαβή οριζόντιων ιδιοκτησιών του, οι οποίες καθιστούσαν αδύνατη την παραλαβή τους και αρνήθηκε να τις παραλάβει. Ειδικότερα ο ενάγων γνώρισε στην εναγομένη τις εξής ελλείψεις: 1) δεν είχε γίνει η αναθεώρηση της 48/2010 οικοδομικής άδειας για τη συνένωση του ισογείου καταστήματος με το υπόγειο σε εσωτερική κλίμακα καθώς και για τη συνένωση των υπό στοιχεία ΔΙ και Δ2 γραφείων του Δ ορόφου σε ένα όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους, 2) δεν είχε γίνει η αλλαγή χρήσης των ως άνω γραφείων σε κατοικία, 3) δεν είχαν τοποθετηθεί τα πλακίδια στο ισόγειο κατάστημα και δεν είχε κατασκευαστεί η σκάλα και η τουαλέτα και 4) δεν είχε γίνει η ηλεκτροδότηση της οικοδομής, έτσι ώστε να καθίσταται δυνατή η χρήση της.

Ακολούθως η εναγομένη κοινοποίησε στον ενάγοντα την από 30-11-2016 νέα εξώδικη απάντηση-δήλωση, στην οποία απάντησε αρνητικά ο ενάγων με την από 13-12-2016 εξώδικη απάντηση δήλωση. Η μη εκτέλεση των ως άνω εργασιών από την εναγομένη προκύπτει από την ένορκη κατάθεση του αρχιτέκτονα μηχανικού Β. Μ., που περιέχεται στην 329/24-7-2017 ένορκη βεβαίωσή του, ο οποίος, κατόπιν αυτοψίας που διενήργησε στην επίδικη οικοδομή και στις οριζόντιες ιδιοκτησίες του ενάγοντος, διαπίστωσε τις ως άνω ελλείψεις που καθιστούσαν μη λειτουργικές αυτές, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη η παραλαβή τους από τον ενάγοντα πριν την εκτέλεση τους.

Επίσης και ο πολιτικός μηχανικός Ε. Χ. στη ένορκη κατάθεσή του που περιέχεται στην 378/26-9-2017 ένορκη βεβαίωση, αναφέρει σχετικά ότι δεν έχει ακόμη περαιωθεί η διαδικασία αναθεώρησης της οικοδομικής άδειας της ένδικης οικοδομής και δεν έχει γίνει σύνδεση αυτής με δίκτυα κοινής ωφέλειας (ΔΕΗ), ότι δεν έχει ολοκληρωθεί ο περιβάλλων χώρος του οικοπέδου και οι κοινόχρηστοι χώροι της οικοδομής, καθώς και ότι κανείς από τους οικοπεδούχους-ιδιοκτήτες δεν έχει παραλάβει τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που του αντιστοιχούν και δεν έχει εγκατασταθεί αυτές.

Με βάση τα ανωτέρω ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι οι ένδικες οριζόντιες ιδιοκτησίες (πλην των υπογείων) ήταν αποπερατωμένες και έτοιμες για χρήση και ηλεκτροδότηση από τον Απρίλιο του 2016 απορριπτέος κρίνεται ως ουσιαστικά αβάσιμος αφού από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω η εναγομένη παραδέχεται ότι πράγματι καθυστέρησε να παραδώσει τις ένδικες ιδιοκτησίες (πλην των υπογείων) για λίγους μήνες ήτοι το χρονικό διάστημα από 9-11-2015 (συμφωνημένη ημερομηνία παράδοσης) μέχρι και τον Απρίλιο του 2016, πλην όμως ισχυρίζεται ότι αυτό οφείλεται σε λόγους ανωτέρας βίας και ειδικότερα στην αδυναμία χρηματοδότησης του έργου το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 2015 λόγω των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων (capital controls), που επιβλήθηκαν στα τέλη Ιουνίου 2015 και εμπόδισαν τη συνέχιση των εργασιών της οικοδομής για ένα πεντάμηνο περίπου, μέχρι τη μερική χαλάρωσή τους που έγινε τέλη Οκτωβρίου 2015.

Ο ισχυρισμός αυτός, που συνιστά ένσταση, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι η επιβολή των capital controls στις τραπεζικές συναλλαγές επηρέασε αρνητικά την οικονομική κατάσταση της εναγομένης με έλλειψη ρευστότητας και αδυναμία χρηματοδότησής της από κάποιο τραπεζικό ίδρυμα, που να δικαιολογεί τη διακοπή των εργασιών στην ένδικη οικοδομή.

Η εναγομένη σε απόδειξη του ως άνω ισχυρισμού της επικαλείται την από 8-7-2015 επιστολή της προς τη κύρια υπεργολάβο του έργου εταιρία J & ..., με την οποία, όπως ισχυρίζεται, την ενημερώνουν για τα προβλήματα στην χρηματοδότηση της που της προκάλεσαν τα capital controls, το οποίο όμως έγγραφο δεν προσκομίζει, έτσι ώστε να εκτιμηθεί από το Δικαστήριο.

Η δε κρίση του Δικαστηρίου ότι η καθυστέρηση στην παράδοση των ένδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών δεν οφείλεται στην επιβολή των capital controls ενισχύεται και από το γεγονός ότι η εναγομένη μέχρι την άσκηση της αγωγής δεν είχε παραδώσει αυτές στον ενάγοντα αποπερατωμένες και έτοιμες για χρήση. Περαιτέρω και αναφορικά με τις οριζόντιες ιδιοκτησίες του υπογείου η εναγομένη παραδέχεται ότι πράγματι αυτές δεν έχουν παραδοθεί στον ενάγοντα μέχρι σήμερα για χρήση, πλην όμως ισχυρίζεται ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η κατασκευή τους ήταν σε άμεση εξάρτηση με την κατασκευή άλλης οικοδομής στο τμήμα του ενιαίου οικοπέδου με την ονομασία ΚΑΘΕΤΗ ΠΡΩΤΗ εμβαδού 201 τ.μ.

ιδιοκτησίας του Ι. Σ., όπως αυτή καθορίστηκε με τη με αριθμό 5724/6-4-2011 πράξη σύστασης κάθετων ιδιοκτησιών σε ενιαίο οικόπεδο και διανομής της συμβολαιογράφου ... Φ. Ν.-Ζ.. Από την προσκομιζόμενη με επίκληση ως άνω πράξη σύστασης προκύπτει ότι με αυτή οι οικοπεδούχοι, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, του ενιαίου οικοπέδου, εμβαδού 1.249 τ.μ.

υπήγαγαν αυτό στις διατάξεις περί καθέτου ιδιοκτησίας και δημιούργησαν δύο αυτοτελείς, ανεξάρτητες και διηρημένες κάθετες ιδιοκτησίες και ειδικότερα: α) μια κάθετη ιδιοκτησία, την οποία θα αποτελεί η οικοδομή που θα ανεγερθεί σε τμήμα του παραπάνω οικοπέδου εμβαδού 201 τ.μ. με τα στοιχεία ΚΑΘΕΤΟΣ ΠΡΩΤΗ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο ενιαίο οικόπεδο 112/1000 εξ αδιαιρέτου και β) μια κάθετη ιδιοκτησία, η οποία θα αποτελεί την οικοδομή που θα ανεγερθεί στο υπόλοιπο τμήμα του ίδιου οικοπέδου εμβαδού 1048 τ.μ.

με τα στοιχεία ΚΑΘΕΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο ενιαίο οικόπεδο ... εξ αδιαιρέτου. Επίσης με το ίδιο συμβόλαιο διένειμαν τις ως άνω κάθετες ιδιοκτησίες και συμφώνησαν ότι αυτές θα ανήκουν η μεν πρώτη, μεταξύ άλλων και στον από τους αρχικούς οικοπεδούχους Ι. Σ., η δε δεύτερη στους υπόλοιπους αρχικούς οικοπεδούχους μεταξύ των οποίων και στον ενάγοντα, κατά τα αναφερόμενα ποσοστά στον καθένα.

Ακολούθησε το προαναφερόμενο υπ' αριθμ. 5725/6-4-2011 προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών οικοπέδων-σύστασης οριζόντιου ιδοκτησίας-κανονισμού πολυκατοικίας και εργολαβικού συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, με το οποίο η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να ανεγείρει την επίδικη οικοδομή με την ονομασία ΚΑΘΕΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ, στο τμήμα του ως άνω ενιαίου οικοπέδου εμβαδού (τμήματος) 1048 τ.μ.

Περαιτέρω από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη οικοδομή βρισκόταν σε άμεση εξάρτηση με την οικοδομή που θα ανεγειρόταν στο τμήμα του ίδιου οικοπέδου εμβαδού 201 τ,μ με τα στοιχεία ΚΑΘΕΤΟΣ ΠΡΩΤΗ. Από το περιεχόμενο του ως άνω εργολαβικού δεν προκύπτει αλληλεξάρτηση των δύο οικοδομών.

Ούτε αυτό προκύπτει από την υπ' αριθμ, 48/109/29-10-2010 οικοδομική άδεια του Τμήματος Πολεοδομίας του Δήμου ... που εκδόθηκε για την ανέγερση της επίδικης οικοδομής όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη. Το γεγονός ότι η πρόσβαση στα υπόγεια της επίδικης οικοδομής θα γινόταν από το υπόγειο της οικοδομής που θα ανεγειρόταν στη πρώτη κάθετη ιδιοκτησία με την κατασκευή σε αυτό δύο (2) ραμπών διέλευσης αυτοκινήτων, προκειμένου αυτά (υπόγεια επίδικης οικοδομής) να έχουν πρόσβαση στην δημοτική ..., ήταν γνωστό στην εναγομένη, η οποία με το προαναφερόμενο εργολαβικό ανέλαβε τη σχετική υποχρέωση χωρίς καμιά επιφύλαξη.

Η δε κρίση του Δικαστηρίου σχετικά με τη μη αλληλεξάρτηση των δύο οικοδομών ενισχύεται και από την κατάθεση του πολιτικού μηχανικού ... που περιέχεται στην 329/24-7-2017 ένορκη βεβαίωσή του. Από τα ως άνω προκύπτει ότι για τη μη παράδοση των υπογείων της επίδικης οικοδομής ευθύνεται η εναγομένη, η οποία δεν προέβη έγκαιρα στην κατασκευή των ραμπών πρόσβασης στο υπόγειο της άλλης οικοδομής στην πρώτη κάθετη ιδιοκτησία, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η πρόσβαση σε αυτά (επίδικα υπόγεια) από την ...

και συνεπώς ο σχετικός ισχυρισμός της εναγομένης περί μη ευθύνης της πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε τα ίδια και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμους τους ως άνω ισχυρισμούς της εναγομένης ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς οι σχετικοί λόγοι της έφεσης με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι η εναγομένη παραβίασε ουσιώδεις όρους της εργολαβικής σύμβασης που αφορούν την εμπρόθεσμη εκπλήρωση της παροχής εκ μέρους της και ειδικότερα την παράδοση εμπρόθεσμα των ως άνω οριζόντιων ιδιοκτησιών στον ενάγοντα, με αποτέλεσμα να περιέλθει αυτή (εναγομένη) υπαίτια σε θέση υπερήμερου οφειλέτη και να οφείλει ακολούθως τις συμφωνηθείσες ποινικές ρήτρες που κατέπεσαν από την αιτία αυτή για το χρονικό διάστημα από 10-11-2015 έως 9-11-2016.

Συνακόλουθα η εναγομένη οφείλει να καταβάλλει: 1) για την καθυστέρηση παράδοσης των υπό στοιχεία (...) και (...) δύο χώρων στάθμευσης αυτοκινήτων το συνολικό ποσό των 2.160 ευρώ και ειδικότερα: α) από 10-11-2015 έως 9-5-2016 το ποσό των 720 (6 μήνες Χ 60 ευρώ η κάθε θέση στάθμευσης) ευρώ και β) από 10-5-2016 έως 9-11-2016 το ποσό των 1.440 (6 μήνες Χ 120 ευρώ η κάθε θέση στάθμευσης) ευρώ, 2) για την καθυστέρηση παράδοσης της υπό στοιχείο (Υ2) αποθήκης εμβαδού 35,75 τμ το συνολικό ποσό των 3.217,5 ευρώ και ειδικότερα:

α) από 10-11-2015 έως 9-5-2016 το ποσό των 1.072,5 (6 μήνες Χ 5 ευρώ το τμ) ευρώ και β) από 10-5-2016 έως 9-11-2016 το ποσό των 2.145 (6 μήνες Χ 10 ευρώ το τμ) ευρώ, 3) για την καθυστέρηση παράδοσης του υπό στοιχεία (II) καταστήματος, εμβαδού 50,12 τμ, το συνολικό ποσό των 14.434,56 ευρώ και ειδικότερα: α) από 10-11-2015 έως 9-5-2016 το ποσό των 4.811,52 (6 μήνες Χ 16 ευρώ το τμ) ευρώ και β) από 10-5-2016 έως 9-11-2016 το ποσό των 9.623,04 (6 μήνες Χ 32 ευρώ το τμ) ευρώ, 4) για την καθυστέρηση παράδοσης του υπό στοιχεία έξι (Β6) γραφείου, εμβαδού 45,15 τμ, το συνολικό ποσό των 6.501,6 ευρώ και ειδικότερα:

α) από 10-11-2015 έως 9-5-2016 το ποσό των 2.167,2 (6 μήνες Χ 8 ευρώ το τμ) ευρώ και β) από 10-5-2016 έως 9-11-2016 το ποσό των 4.343,4 (6 μήνες Χ 16 ευρώ το τμ) ευρώ, 5) για την καθυστέρηση παράδοσης των συνενωθέντων υπό στοιχεία (ΔΙ) και (Δ2)γραφείων σε ένα ενιαίο διαμέρισμα, εμβαδού 111,95 τ.μ. το συνολικό ποσό των 16.120,8 ευρώ και ειδικότερα: α) από 10-11-2015 έως 9-5-2016 το ποσό των 5.373,6 (6 μήνες Χ 8 ευρώ το τμ) ευρώ και β) από 10-5-2016 έως 9-11-2016 το ποσό των 10.747,2 (6 μήνες Χ 16 ευρώ το τμ) ευρώ, 6) για την καθυστέρηση παράδοσης των κοινόχρηστων χώρων το συνολικό ποσό των 1.080 ευρώ και ειδικότερα:

α) από 10-11-2015 έως 9-5-2016 το ποσό των 360 (6 μήνες Χ 15 ευρώ για κάθε μια από τις 4 οριζόντιες ιδιοκτησίες) ευρώ και β) από 10-5-2016 έως 9-11-2016 το ποσό των 720 (6 μήνες Χ 30 ευρώ για κάθε μια από τις 4 οριζόντιες ιδιοκτησίες) ευρώ. Ήτοι οφείλει να καταβάλει λόγω κατάπτωσης των συμφωνηθέντων ως άνω ποινικών ρητρών το συνολικό ποσό των 43.514,46 (2.160 + 3.217,5 + 14.434,56 + 6.501,6 + 16.120,8 + 1.080) ευρώ.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων από την καθυστέρηση παράδοσης των ως άνω οριζόντιων ιδιοκτησιών στον συμφωνηθέντα χρόνο υπέστη και αποθετική ζημιά, αφού κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων αυτός θα εκμίσθωνε τις ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες (πλην του καταστήματος) σε τρίτους λαμβάνοντας μισθώματα.

Η επίδικη οικοδομή βρίσκεται στο κέντρο της πόλης της ..., σε πολυσύχναστο πεζόδρομο με μεγάλη εμπορική κίνηση, δίπλα ακριβώς στην κεντρική πλατεία Εθνικής Αντίστασης και στην κεντρική πλατεία ... της πόλης της ..., στις οποίες (πλατείες) στεγάζονται δημόσιες και διοικητικές υπηρεσίες, όπως το κτίριο του ΟΤΕ, το κτίριο της Περιφερειακής Ενότητας ...

κλπ, η κεντρική λαϊκή αγορά, δημόσια και ιδιωτικά εκπαιδευτήρια, καφετέριες, εστιατόρια και εμπορικά καταστήματα όλων των ειδών κλπ. Με βάση τα ανωτέρω το μηνιαίο μίσθωμα που θα μπορούσε να κερδίσει ο ενάγων για το αιτούμενο στην αγωγή χρονικό διάστημα από 10-11-2015 έως 10-7-2017 (20 μήνες) ανέρχεται: α) στο ποσό των 80 ευρώ για κάθε μια από τις δύο (2) θέσεις στάθμευσης και την υπόγεια αποθήκη και συνολικά στο ποσό των 4.800 (20 μήνες Χ 80 ευρώ το μήνα Χ 2 θέσεις στάθμευσης + 1 αποθήκη) ευρώ και β) στο ποσό των 500 ευρώ για το γραφείο και το διαμέρισμα και συνολικά στο ποσό των 20.000 (20 μήνες Χ 500 ευρώ το μήνα Χ 1 κατάστημα + 1 διαμέρισμα) ευρώ.

Ήτοι τα μισθώματα τα οποία με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε μηνιαίως ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 24.800 (4.800 + 20.000) ευρώ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, ο οποίος ασκεί το επάγγελμα του φαρμακοποιού, μίσθωνε για τη στέγαση του φαρμακείου του ισόγειο κατάστημα, εμβαδού 38 τ.μ., σε απόσταση 15 μέτρα περίπου από την επίδικη οικοδομή, για το χρονικό διάστημα από 1-12-2015 έως 30-11-2020 καταβάλλοντας ως μηνιαίο μίσθωμα το ποσό των 1.300 ευρώ (βλ.

την από 15-12-2015 απόδειξη υποβολής της με αριθμό δήλωσης7811528/15-12-2015 στοιχείων μίσθωσης ακίνητης περιουσίας της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών). Ο ίδιος θα χρησιμοποιούσε το υπό στοιχεία (II) ισόγειο κατάστημα εμβαδού 50,12 τμ, για τη στέγαση της ως άνω επαγγελματικής του δραστηριότητας.

Συνεπώς αυτός από την καθυστέρηση παράδοσης του ως άνω καταστήματος και τη στέρηση της χρήσης αυτού για τη στέγαση του φαρμακείου του ζημιώθηκε και κατά το ποσό των 26.000 ευρώ, το οποίο κατέβαλε ως μίσθωμα το χρονικό διάστημα από 10-11-2015 έως 10-7-2017 (20 μήνες) στο ως άνω μίσθιο ακίνητο για τη στέγαση του φαρμακείου του...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 94.314,46 (43.514,46 + 24.800 + 26.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δηλαδή ότι η αναιρεσείουσα εργολάβος κατέστη υπαιτίως υπερήμερη ως προς την παράδοση των ένδικων οριζοντίων ιδιοκτησιών στον αναιρεσίβλητο και ότι οφείλει σ' αυτόν τις συμφωνηθείσες ποινικές ρήτρες, που κατέπεσαν λόγω της υπερημερίας του, για το χρονικό διάστημα από 10-11-2015 έως 9-11-2016, ορθώς ερμήνευσε εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 404, 405, 340, 341 και 342 του ΑΚ, δεδομένου ότι τα ανωτέρω, ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, αφενός μεν πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της υπερημερίας της αναιρεσείουσας, αφού αυτή δεν παρέδωσε στον αναιρεσίβλητο τις ένδικες οριζόντιες ιδιοκτησίες εντός της συμφωνηθείσας προθεσμίας, ήτοι μέχρι 9-11-2015, ούτε και προσφέρθηκε να παραδώσει, κατά τη νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου της απόφασης, μέχρι τις 9-11-2016, αφετέρου δε δικαιολογούν την απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας για έλλειψη υπαιτιότητάς της λόγω αδυναμίας χρηματοδότησης του έργου εξ αιτίας των επιβληθέντων τον Ιούνιο 2015 περιορισμών στην κίνηση των κεφαλαίων, με συνέπεια, συντρεχουσών των αναγκαίων αυτών προϋποθέσεων, να καταπέσει η σε βάρος της αναιρεσείουσας συμφωνηθείσα, για εκάστη ιδιοκτησία, ποινική ρήτρα κατά το χρονικό διάστημα από 10-11-2015 έως 9-11-2016.

Εφόσον δε είχε συμφωνηθεί συγκεκριμένη ημέρα παραδόσεως του έργου, δεν απαιτείτο για την επέλευση της υπερημερίας της αναιρεσείουσας όχληση αυτής εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου, αφού ο οφειλέτης, γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της συμφωνημένες δήλης ημέρας.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι μόνη η παρέλευση της προθεσμίας παράδοσης του έργου δεν θεμελιώνει υποχρέωση της αναιρεσείουσας προς καταβολή ποινικής ρήτρας στον αναιρεσίβλητο, αν δεν έχει προηγηθεί όχληση της αναιρεσείουσας για την περιέλευση αυτής σε κατάσταση υπερημερίας, είναι αβάσιμος.

Εξάλλου το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε διέλαβε σ' αυτή επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την παραδοχή της αγωγής, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι ούτε εκ πλαγίου παραβίασε.

Πέραν των εκτιθεμένων ως άνω παραδοχών, ότι η αναιρεσείουσα δεν παρέδωσε τις ένδικες ιδιοκτησίες τη συμφωνημένη δήλη ημέρα και κατέστη για την αιτία αυτή υπερήμερη για το χρονικό διάστημα από 10-11-2015 έως 9-11-2016, δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων και δη αναφορικά με το αν η αναιρεσείουσα οχλήθηκε για την παράδοση των ιδιοκτησιών και, επίσης, ως προς την υφισταμένη κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα κατάσταση των ιδιοκτησιών αυτών.

Επομένως, ο δεύτερος, κατά το πρώτο και τέταρτο σκέλος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, όμως, το Εφετείο, κρίνοντας ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται, σωρευτικά, πέραν της ποινικής ρήτρας, και α) το ποσό των 24.800 ευρώ, που αντιστοιχεί στα μισθώματα που απώλεσε, κατά το χρονικό διάστημα από 10-11-2015 έως 10-7-2017 (20 μήνες), από τη μη εκμίσθωση των ένδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών (πλην του καταστήματος), λόγω της υπερημερίας του αναιρεσιβλήτου, και β) το ποσό των 26.000 ευρώ, το οποίο αναγκάστηκε να καταβάλει ως μίσθωμα, κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα (10-11-2015 έως 10-7-2017), για τη στέγαση του φαρμακείου του σε γειτονικό ακίνητο, λόγω της υπαίτιας καθυστέρησης της αναιρεσείουσα να του παραδώσει το υπό στοιχεία (II) ισόγειο κατάστημα, όπου επρόκειτο να ασκήσει την ως άνω επαγγελματική του δραστηριότητα, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με το ζήτημα της υπερημερίας της αναιρεσείουσας ως προς την παράδοση των ένδικων οριζοντίων ιδιοκτησιών καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 681, 686 εδ.

β', 341, 342, 404, 405 και 407 ΑΚ, που εφάρμοσε, καθώς και των διατάξεων των άρθρων 688, 689, 690 και 694 του Α.Κ., που δεν εφάρμοσε, παραβιάζοντας έτσι αυτές εκ πλαγίου. Και τούτο διότι, Α) ενώ δέχεται ότι η αναιρεσείουσα, με την από 2-11-2016 εξώδικη πρόσκληση-δήλωσή της, κάλεσε τον αναιρεσίβλητο να προσέλθει στην ορισθείσα συμβολαιογράφο, προκειμένου να παραλάβει τις ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες του (πλην των υπογείων χώρων στάθμευσης), ισχυριζόμενη ότι αυτές ήσαν πλήρως αποπερατωμένες και έτοιμες προς χρήση, ακολούθως δέχεται, ότι ο αναιρεσείων δικαιολογημένα αρνήθηκε την παραλαβή τους επικαλούμενος των ύπαρξη ελλείψεων, με συνέπεια να κρίνει ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται αποζημίωσης για το χρονικό διάστημα από 10-11-2015 έως 10-7-2017, ήτοι και μετά το χρονικό διάστημα (10-11-2015 έως 9-11-2016), για το οποίο δέχθηκε κατάπτωση της ποινικής ρήτρας, χωρίς ωστόσο να διαλαμβάνει παραδοχές, 1) αν οι ελλείψεις αυτές καθιστούσαν το όλο έργο εντελώς διάφορο του συμφωνηθέντος ως εκτελεστέου, ώστε να θεωρείται ότι δεν αποπερατώθηκε και δεν παραδόθηκε, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, οι ελλείψεις και κακοτεχνίες του έργου δεν καθιστούν αυτό μη αποπερατωμένο και την παροχή του εργολάβου μη εκπληρωθείσα και, ως εκ τούτου, ο εργοδότης δεν μπορεί να αποποιηθεί το προσφερόμενο σ` αυτόν ελαττωματικό έργο, ακόμη και αν πρόκειται για έργο άχρηστο, αλλά έχει μόνον τα προβλεπόμενα στα άρθρα 688-690 ΑΚ δικαιώματα, και 2) αν αναιρεσίβλητος είχε ή όχι συμφέρον στην ως άνω μερική εκ μέρους της αναιρεσείουσας εκπλήρωση της παροχής της, με συνέπεια, εξ αιτίας της ανωτέρω ανεπαρκούς αιτιολογίας, να μη μπορεί να κριθεί, αν υπήρξε ή όχι μερική παράδοση του συμφωνηθέντος έργου και, συνακόλουθα, αν η αναιρεσείουσα κατέστη ολικά ή μερικά υπερήμερη καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ήτοι από 10-11-2015 έως 10-7-2017, και Β) απέρριψε τον προβληθέντα από την αναιρεσείουσα ισχυρισμό, ότι η μη έγκαιρη παράδοση των οριζοντίων ιδιοκτησιών του υπογείου οφείλεται στο γεγονός ότι η κατασκευή τους ήταν σε άμεση εξάρτηση με την κατασκευή της οικοδομής (ΚΑΘΕΤΗ ΠΡΩΤΗ) στο έτερο τμήμα του ενιαίου οικοπέδου και έτσι η καθυστέρηση έναρξης κατασκευής αυτής προκάλεσε και την καθυστέρηση κατασκευής των εν λόγω ιδιοκτησιών, με την όλως ανεπαρκή και ασαφή αιτιολογία, ότι "δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη οικοδομή βρισκόταν σε άμεση εξάρτηση με την οικοδομή που θα ανεγειρόταν στο τμήμα του ίδιου οικοπέδου εμβαδού 201 τ,μ με τα στοιχεία ΚΑΘΕΤΟΣ ΠΡΩΤΗ. ....

Το γεγονός ότι η πρόσβαση στα υπόγεια της επίδικης οικοδομής θα γινόταν από το υπόγειο της οικοδομής που θα ανεγειρόταν στη πρώτη κάθετη ιδιοκτησία με την κατασκευή σε αυτό δύο (2) ραμπών διέλευσης αυτοκινήτων,..., ήταν γνωστό στην εναγομένη, η οποία με το προαναφερόμενο εργολαβικό ανέλαβε τη σχετική υποχρέωση χωρίς καμιά επιφύλαξη", χωρίς να διαλαμβάνει σαφείς παραδοχές, αν η αναιρεσείουσα είχε αναλάβει και την κατασκευή της ξεχωριστής οικοδομής στην άλλη κάθετη ιδιοκτησία και αν για την κατασκευή των ραμπών διέλευσης αυτοκινήτων υπήρξε συμφωνία και των συγκυρίων της κάθετης αυτής ιδιοκτησίας, σε καταφατική δε περίπτωση, αν υπήρξε και μετέπειτα σχετική συναίνεση των εν λόγω συνιδιοκτητών και, συνακόλουθα, πραγματική ή όχι δυνατότητα κατασκευής των ραμπών διέλευσης αυτοκινήτων, ανεξαρτήτως της ρητώς αναληφθείσας από την αναιρεσείουσα υποχρέωσης.

Επομένως, ο πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος (κατ' εκτίμηση) και ο δεύτερος, κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος, από τον 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, είναι βάσιμοι. Μετά ταύτα, κατά παραδοχή των ανωτέρω κριθέντων βασίμων λόγων αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καταλαμβάνει και τους λοιπούς, πρώτο, κατά το τρίτο σκέλος, από τον αρ. 1 και τέταρτο, από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικούς λόγους, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που αφορά το αίτημα της αγωγής για επιδίκαση αποζημίωσης λόγω διαφυγόντων κερδών, και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του προκατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρα 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα αυτής στον αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τους από ... προσθέτους λόγους της αναιρεσείουσας εταιρίας με την επωνυμία "....".

Αναιρεί εν μέρει την υπ` αριθμ. ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., μόνο κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιό της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Φεβρουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ