Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment in CMR road cargo liability case regarding voluntary bad management.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment in a dispute over road cargo liability under the Geneva Convention. The appellant argued for voluntary bad management to extend the limitation period, but the court found this claim inadmissible due to vagueness and unsupported by facts. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 3, 17 of the Geneva Convention on International Road Transport of Goods (CMR); The carrier is liable for loss or damage to goods, but a claim for voluntary bad management must be substantiated with specific facts to extend the limitation period.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 532 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 532/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Ασημίνα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "... HELLAS ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ζάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Αλλοδαπής Εταιρείας με την επωνυμία "G. S. Z. O. O. S. K." και τον διακριτικό τίτλο "G.", που εδρεύει στην Πολωνία και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Χαρτοματζίδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 97/2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 419/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8559/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/9/2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 24.9.2020 αίτηση αναίρεσης κατά της 8559/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση της αναιρεσίβλητης κατά 419/2019 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και, μετά από εξαφάνιση της εκκληθείσας απόφασης, απέρριψε την από 9-7-2018 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου. Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 3 και 17 παρ. 1 της Σύμβασης της Γενεύης, που υπογράφηκε στις 19.5.1956 επί του Συμβολαίου για τη διεθνή μεταφορά εμπορευμάτων οδικώς (C.M.R.) και κυρώθηκε με τον νόμο 559/1977, επί μεταφοράς εμπορευμάτων οδικώς που γίνεται με οχήματα σε χώρα διαφορετική από εκείνη της παραλαβής αυτών και η μια τουλάχιστον από αυτές είναι συμβαλλόμενη χώρα, ο μεταφορέας ευθύνεται για την ολική ή μερική απώλεια των εμπορευμάτων και για τη βλάβη αυτών, που λαμβάνει χώρα μεταξύ του χρόνου κατά τον οποίο παραλαμβάνει τα εμπορεύματα και του χρόνου της παραδόσεώς τους, αυτός ευθύνεται δε και για τις πράξεις και παραλείψεις των πρακτόρων και υπαλλήλων του και οποιωνδήποτε ετέρων προσώπων, τις υπηρεσίες των οποίων χρησιμοποιεί για την εκτέλεση της μεταφοράς, όταν εκείνοι ενεργούν στο πλαίσιο της απασχολήσεώς τους αυτής.
Κατά το άρθρο 28 παρ. 1 της ίδιας Σύμβασης στις περιπτώσεις όπου με βάση την κείμενη νομοθεσία η απώλεια ή η ζημία ή η καθυστέρηση που προκύπτει από μεταφορά διεπόμενη από τη Σύμβαση αυτή δημιουργεί θέμα εξωσυμβατικής απαίτησης, ο μεταφορέας μπορεί να επωφεληθεί των διατάξεων της Σύμβασης, οι οποίες αποκλείουν την ευθύνη αυτού ή οι οποίες ορίζουν ή περιορίζουν την οφειλόμενη αποζημίωση.
Σύμφωνα όμως με το άρθρο 29 παρ. 1 της αυτής Σύμβασης, ο μεταφορέας δεν θα δικαιούται να επωφεληθεί των διατάξεων της Σύμβασης, οι οποίες αποκλείουν ή περιορίζουν την ευθύνη του ή οι οποίες μεταφέρουν το βάρος της αποδείξεως, εάν η ζημία προκλήθηκε λόγω ηθελημένης κακής διαχείρισης αυτού, ή λόγω τέτοιας παράλειψής του η οποία, σύμφωνα με τη νομοθεσία του δικαστηρίου που έχει τη δικαιοδοσία της υπόθεσης, θεωρείται ως ισοδυναμούσα με ηθελημένη κακή διαχείριση από μέρους του.
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι, σε περίπτωση διεθνούς μεταφοράς εμπορευμάτων οδικώς, εφόσον ανακύψει αξίωση για αποζημίωση από εξωσυμβατική ευθύνη, εξαιτίας βλάβης ή καταστροφής μεταφερόμενου εμπορεύματος, ο μεταφορέας μπορεί να επικαλεστεί την εφαρμογή των διατάξεων της Σύμβασης που αποκλείουν την ευθύνη του ή ορίζουν ή περιορίζουν την οφειλόμενη αποζημίωση.
Κατ' εξαίρεση όμως ευθύνεται προς αποζημίωση κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου, χωρίς τους ποσοτικούς περιορισμούς της Σύμβασης, αν ο δικαιούχος της αποζημίωσης ενάγων ισχυρισθεί και αποδείξει ότι η ζημία επήλθε από ηθελημένη κακή διαχείριση του μεταφορέα ή από πταίσμα το οποίο, σύμφωνα με τη νομοθεσία του δικαστηρίου της Χώρας, που επιλήφθηκε της υπόθεσης, ισοδυναμεί με ηθελημένη κακή διαχείριση (ή το οποίο είναι βαρύτερο αυτής, δηλ.
συντρέχει δόλος του μεταφορέα). Ο όρος "ηθελημένη κακή διαχείριση", που αποτελεί απόδοση στην Ελληνική του όρου "wilful misconduct" από το πρωτότυπο και επίσημο αγγλικό κείμενο της ως άνω διεθνούς Σύμβασης, που υιοθέτησε η Ελλάδα, ως βαθμός πταίσματος, με τη συνδρομή του οποίου ο μεταφορέας ενέχεται κατά το κοινό δίκαιο προς πλήρη αποζημίωση του παθόντος, είναι άγνωστος στο ελληνικό δίκαιο και δεν ταυτίζεται ούτε με τον άμεσο δόλο, κατά τον οποίο ο δράστης επιδιώκει το παράνομο αποτέλεσμα ή προβλέπει αυτό ως αναγκαίο και το αποδέχεται, ούτε με τον ενδεχόμενο δόλο, κατά τον οποίο ο δράστης προβλέπει το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και το αποδέχεται.
Αποτελεί μορφή πταίσματος ελαφρότερη της έννοιας του δόλου, άμεσου ή έμμεσου. Διαφοροποιείται όμως και από την έννοια της βαριάς αμέλειας, κατά την οποία ο δράστης δεν καταβάλλει την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, διότι από μεγάλη αδιαφορία ή απερισκεψία δεν έχει αντίληψη των επιζήμιων συνεπειών της συμπεριφοράς του.
Τούτο δε διότι, ενώ στη μορφή αυτή της αμέλειας το μέτρο της επιμέλειας, που απαιτείται, κρίνεται αντικειμενικώς, ενώ στην ηθελημένη (wilful) κακή διαχείριση απαιτείται αναγκαίως η συνδρομή και του υποκειμενικού στοιχείου, ήτοι της ψυχικής εκείνης στάσης του μεταφορέα που γνωρίζει ότι η ενέργειά του ή η παράλειψή του επαυξάνει τον κίνδυνο πραγμάτωσης του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου και του σκοπού της ως άνω Σύμβασης, που απέβλεψε στην ομοιομορφία διεθνώς των όρων και της έκτασης της ευθύνης του μεταφορέα προς απεριόριστη αποζημίωση και για πταίσμα του ελαφρότερο του ενδεχόμενου δόλου, ο ανωτέρω όρος της "ηθελημένης κακής διαχείρισης", ως μορφή πταίσματος, περιλαμβάνει, εκτός από το δόλο, άμεσο ή ενδεχόμενο, και τη συμπεριφορά εκείνη του μεταφορέα, κατά την οποία αυτός ενεργεί εν γνώσει του ότι η πράξη ή η παράλειψή του οδηγεί σε επαύξηση του κινδύνου επέλευσης του ζημιογόνου αποτελέσματος, για το οποίο επιδεικνύει αδιαφορία χωρίς όμως κατ' ανάγκη και να το αποδέχεται (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1729/2014, 1628/2001).
Ειδικότερα η ανωτέρω διεθνής Σύμβαση στο άρθρο 29 παρ. 1 και 2 προβλέπει τα εξής: "1. Ο μεταφορεύς δεν θα δικαιούται να επωφεληθή των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου αι οποίαι αποκλείουν ή περιορίζουν την ευθύνην αυτού ή αι οποίαι μεταφέρουν το βάρος της αποδείξεως εάν η ζημία προεκλήθη λόγω ηθελημένης κακής διαχειρίσεως αυτού ή εκ τοιαύτης παραλείψεως εκ μέρους του ήτις συμφώνως προς την νομοθεσίαν του έχοντος την δικαιοδοσίαν της υποθέσεως δικαστηρίου θεωρείται ως ισοδυναμούσα προς ηθελημένην κακήν διαχείρισιν εκ μέρους αυτού. 2.
Η ιδία διάταξις θα έχη εφαρμογήν εάν η ηθελημένη κακή διαχείρισις ή παράλειψις διαπραχθούν υπό των πρακτόρων ή υπαλλήλων του μεταφορέως ή υπό οιωνδήποτε ετέρων προσώπων των οποίων ποιείται χρήσιν των υπηρεσιών δια την εκτέλεσιν της μεταφοράς, όταν οι εν λόγω πράκτορες, υπηρέται ή λοιπά πρόσωπα, ενεργούν εντός του πλαισίου της απασχολήσεώς των.
Περαιτέρω, εν τοιαύτη περιπτώσει οι εν λόγω πράκτορες, υπάλληλοι ή έτερα πρόσωπα δεν θα δικαιούνται να επωφεληθούν όσον αφορά την προσωπικήν των ευθύνην, των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου των αναφερομένων εις την παράγραφον Ι". Από την ακριβή διατύπωση των ως άνω διατάξεων και συγκεκριμένα από το χωρίο στο οποίο αναφέρεται "...εάν η ζημία προεκλήθη λόγω ηθελημένης κακής διαχειρίσεως αυτού ή εκ τοιαύτης παραλείψεως εκ μέρους του..." προκύπτει ότι για την επαυξημένη ευθύνη του μεταφορέως κατά το παραπάνω άρθρο απαιτείται η ζημία να έχει προκληθεί ακριβώς εξαιτίας πράξεως ή παραλείψεως αυτού, που οφείλεται σε ηθελημένη κακή διαχείριση εκ μέρους του ιδίου ή προβλεπόμενων στην παρ. 2 προσώπων.
Επομένως για να επέλθουν τα προαναφερόμενα αποτελέσματα απαιτείται να υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αποδιδόμενης σε εκείνον ή στα ανωτέρω πρόσωπα υπαιτιότητας υπό τη μορφή της ηθελημένης κακής διαχείρισης και της επελεύσεως της ζημίας, ενώ η ευθύνη του μεταφορέως περιορίζεται ή αποκλείεται κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, εάν το γεγονός που προξένησε τη ζημία δεν συνδέεται αιτιωδώς με την, έστω και επιδειχθείσα από αυτόν, ηθελημένη κακή διαχείριση, αλλά αποτελεί γεγονός άσχετο προς αυτήν, μη δυνάμενο να παράξει, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, το ζημιογόνο αποτέλεσμα.
Εξάλλου, κατ' άρθρο 32 παρ. 1 της παραπάνω Διεθνούς Συμβάσεως, ο χρόνος παραγραφής της αξιώσεως κατά του μεταφορέα για βλάβη, απώλεια κ.λπ. των μεταφερομένων είναι ενός έτους. Σε περίπτωση όμως ηθελημένης κακής διαχείρισης ή τέτοιας αμέλειας, η οποία, σύμφωνα με τη νομοθεσία της χώρας το δικαστήριο της οποίας επιλήφθηκε της υποθέσεως, θεωρείται ότι αντιστοιχεί με ηθελημένη κακή διαχείριση, το ως άνω χρονικό διάστημα της παραγραφής είναι τρία έτη.
Από την τελευταία διάταξη του άρθρου 32 παρ. 1 της Διεθνούς Συμβάσεως προκύπτει ότι, επί διεθνούς οδικής μεταφοράς εμπορευμάτων, αν ο εναγόμενος επικαλεσθεί την ετήσια παραγραφή των εκ της Συμβάσεως αγωγικών αξιώσεων, ο ενάγων δικαιούται να προβάλλει, κατ` αντένσταση, ότι η βλάβη ή η απώλεια του φορτίου οφείλεται σε ηθελημένη κακή διαχείριση και η παραγραφή των άνω αξιώσεων δεν είναι ετήσια αλλά τριετής.
Επομένως ο δικαιούχος της αποζημιώσεως ενάγων μπορεί να επικαλεσθεί την "ηθελημένη κακή διαχείριση" τόσο για να θεμελιώσει, με την αγωγή του, ευθύνη του εναγομένου προς αποζημίωσή του κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου, ήτοι χωρίς τους περιορισμούς της Συμβάσεως, όσο και κατ' αντένσταση, για να αποκρούσει την ένσταση του εναγομένου για ετήσια παραγραφή της αξιώσεώς του, κατά το προαναφερόμενο άρθρο (ΑΠ 157/2008, 205/2007).
Και στις δύο περιπτώσεις για το ορισμένο της αγωγής ή της αντένστασης απαιτείται να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο ή στις προτάσεις αντιστοίχως τα περιστατικά που θεμελιώνουν τον υποκειμενικό στοιχείο της ηθελημένης κακής διαχείρισης εκ μέρους του μεταφορέως, καθώς και ο, κατά τα προεκτιθέμενα, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του πταίσματος αυτού και της επελθούσας ζημίας.
Περαιτέρω με την ανωτέρω Διεθνή Σύμβαση δεν ορίζεται ο,τιδήποτε για την διακοπή ή την αναστολή της παραγραφής. Οι περιπτώσεις αυτές ρυθμίζονται από τα εθνικά δίκαια. Έτσι η διακοπή της παραγραφής ρυθμίζεται από τα άρθρα 261 επ. ΑΚ και η αναστολή της παραγραφής κατ'αρχήν από το άρθρο 255 ΑΚ. Όταν όμως στη θέση του δικαιουμένου αποζημιώσεως υποκαταστάθηκε ασφαλιστής λόγω καταβολής ασφαλίσματος έχει εφαρμογή το άρθρο 14 § 5 του νόμου 2496/1997, που ορίζει ότι, σε περίπτωση υποκατάστασης του ασφαλιστή, η παραγραφή των αξιώσεων του λήπτη της ασφάλισης κατά του τρίτου δεν συμπληρώνεται πριν την παρέλευση έξι (6) μηνών από την υποκατάσταση εφόσον αυτή έλαβε χώρα πριν από την παραγραφή ή την απόσβεση αυτών των αξιώσεων.
Η διάταξη αυτή δεν έρχεται σε αντίθεση με την ανωτέρω Διεθνή Σύμβαση, καθόσον δεν εισάγει ρύθμιση διαφορετική από εκείνην, αλλά την συμπληρώνει σε θέμα το οποίο δεν ρυθμίζεται από αυτήν και είναι σύμφωνη προς το άρθρο 28 § 1 εδ. α` του Συντάγματος (ΑΠ 1411/2018). Επίσης με τη διάταξη του άρθρου 34 της ως άνω Συμβάσεως ορίζεται ότι "εάν μεταφορά διεπομένη υπό μοναδικού συμβολαίου εκτελεσθεί υπό διαδοχικών οδικών μεταφορέων, έκαστος εξ αυτών θα είναι υπεύθυνος δια την εκτέλεσιν ολοκλήρου της εργασίας, του δεύτερου μεταφορέως και εκάστου επομένου τοιούτου καθισταμένων συμβαλλομένων εις το συμβόλαιον μεταφοράς, δυνάμει των όρων του δελτίου παραδόσεως, λόγω αποδοχής υπ` αυτών των εμπορευμάτων και του δελτίου παραδόσεως".
Είναι σαφές ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται, όταν επί περισσοτέρων μεταφορέων, ο ένας διαδέχεται τον άλλο σε τμήματα της μεταφοράς, οπότε σε περίπτωση ολικής ή μερικής βλάβης των μεταφερομένων εμπορευμάτων, ευθύνονται όλοι έναντι του δικαιουμένου αποζημίωση παραλήπτη (βλ. και άρθρο 36). Πρέπει όμως η ανωτέρω διάταξη να τύχει εφαρμογής για την ταυτότητα του νομικού λόγου και όταν κάποιος από τους μεταφορείς δεν εκτελεί κανένα τμήμα της μεταφοράς, αλλά, ενεργώντας ως παραγγελιοδόχος μεταφοράς, αναθέτει το όλο έργο σε άλλο μεταφορέα, με τον οποίο δεν είχε συμβληθεί άμεσα ο αποστολέας ή ο παραλήπτης.
Με τη διάταξη δε του άρθρου 37 της ανωτέρω διεθνούς συμβάσεως, που ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ των διαδοχικών μεταφορέων, ορίζεται ότι "ο μεταφορεύς όστις κατέβαλε αποζημίωσιν εις συμμόρφωσιν προς τις διατάξεις της παρούσης συμβάσεως, θα δικαιούται να ανακτήσει την τοιαύτην αποζημίωσιν, εντόκως και μετά των δαπανών και εξόδων, τα οποία προέκυψαν λόγω της απαιτήσεως παρά των λοιπών μεταφορέων, οι οποίοι μετέσχον εις την μεταφοράν, υπό την επιφύλαξιν των κατωτέρω διατάξεων α) ο υπεύθυνος διά την απώλειαν ή ζημίαν μεταφορεύς θα είναι αποκλειστικώς υπεύθυνος διά την αποζημίωσιν είτε καταβαλλομένην υπό του ιδίου είτε υπό ετέρου μεταφορέως...".
Από την τελευταία αυτή διάταξη σαφώς προκύπτει ότι αν καταβάλει αποζημίωση στον παραλήπτη ένας από τους διαδοχικούς μεταφορείς (μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται, κατά την παραπάνω έννοια και ο παραγγελιοδόχος) για απώλεια ή βλάβη των μεταφερομένων πραγμάτων, για την οποία είναι υπεύθυνος άλλος διαδοχικός μεταφορέας, χορηγείται στον πρώτο δικαίωμα αναγωγής μόνον κατά του ως άνω υπευθύνου (και όχι και κατά των τυχόν υπολοίπων διαδοχικών μεταφορέων) για το κεφάλαιο και για τους τόκους, αλλά και για τα σχετικά έξοδα (βλ.
ΑΠ 728/1994).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνον: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού η διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2)... και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη δίκη".
Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι οι λόγοι αναίρεσης κατ` αποφάσεων των ειρηνοδικείων ή των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατ` αποφάσεων των ειρηνοδικείων, απαριθμούνται περιοριστικώς και δεν χωρεί ανάλογη εφαρμογή των λοιπών λόγων αναιρέσεως του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1702/2018). Η κατά το άρθρο 560 αρ. 1 εδ.
α' ΚΠολΔ (αντίστοιχο με το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υφίσταται αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Η νομική δε αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντίθετα, αρκέστηκε σε λιγότερα από εκείνα που απαιτούνται (ΑΠ 116/2021, 1701/2018).
Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο, ιδρύεται δε ο ανωτέρω λόγος, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (πρβλ.
επί του αντίστοιχου λόγου του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ: ΑΠ 995/2017, 713/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ'άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 9-7-2018 αγωγή της η αναιρεσείουσα- ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία επικαλείτο ότι η ίδια υποκαταστάθηκε λόγω καταβολής του ασφαλίσματος στις αξιώσεις της προσδιοριζόμενης παραγγελιοδόχου μεταφοράς, ασφαλισμένης της και λήπτριας του ασφαλίσματος κατά τη μεταξύ τους σύμβαση ασφάλισης, η οποία είχε αποζημιώσει τις δικές της αντισυμβαλλόμενες, παραλήπτριες των επίσης προσδιοριζόμενων και κατά την αξία τους εμπορευμάτων λόγω απώλειάς τους (υπεξαίρεσης) κατά τη μεταφορά τους από την Πολωνία στην Ελλάδα, που η ανωτέρω παραγγελιοδόχος είχε αναθέσει δυνάμει του αναφερόμενου συμβολαίου μεταφοράς στην αναιρεσίβλητη- εναγομένη, ζητούσε δε, σωρεύοντας το αγωγικό δικόγραφο αξίωση από ενδοσυμβατική ευθύνη της μεταφορέως και αξίωση από εξωσυμβατική της ευθύνη λόγω ηθελημένης κακής διαχείρισης εκ μέρους της, να αναγνωρισθεί (μετά από παραδεκτό περιοριορισμό του αρχικώς καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό) ότι η εναγομένη υποχρεούτο να της καταβάλει 17.643,31 ευρώ.
Προκειμένου να θεμελιώσει ηθελημένη κακή διαχείριση της αναιρεσίβλητης η αναιρεσείουσα ανέφερε στο αγωγικό της δικόγραφο, όπως το σχετικό μέρος του παρατίθεται και στο αναιρετήριο, τα ακόλουθα: "... ο εναγόμενος μεταφορέας [ήτοι η ήδη αναιρεσίβλητη] αφενός επέλεξε, όλως αυθαιρέτως την "διάσπαση" των αρχικών φορτίων και τη μεταφόρτωσή τους σε άσχετη ομαδική μεταφορά- groupage (επιτείνοντας, ωσαύτως, τον κίνδυνο απώλειας των εμπορευμάτων κατά την μεταφορά τους), αφετέρου δε ανέθεσε, και πάλι αυθαιρέτως και αυτοβούλως, σε άσχετο, ως προς την αρχική σύμβαση μεταφοράς, μεταφορέα, την οδική διακομιδή των ένδικων εμπορευμάτων.
Αποτέλεσμα της ηθελημένης κακής διαχειρίσεως από την πλευρά της εναγομένης, ήταν η οριστική απώλεια του συνόλου των ενδίκων εμπορευμάτων, κατά την διάρκεια της μεταφοράς τους, καθώς αυτά υπεξαιρέθηκαν, εν τέλει, από τον ως άνω οδηγό του υπ'αριθ. ....φορτηγού οχήματος [και επομένως προστηθέντος της διαδοχικής μεταφορέως στην οποία ανέθεσε με τη σειρά της η αναιρεσίβλητη τη μεταφορά] και αγνοούνται μέχρι σήμερα".
Με τις έγγραφες προτάσεις της στο Μονομελές Πρωτοδικείο η αναιρεσείουσα απέκρουσε επίσης την ένσταση της ενιαύσιας παραγραφής που προέβαλε με λόγο έφεσής της κατά της πρωτόδικης απόφασης η αναιρεσίβλητη, αρκούμενη να αναφέρει, κατ'αντένσταση, ότι η ευθύνη της στηρίζεται σε ηθελημένη κακή διαχείριση και επομένως υπόκειται σε τριετή παραγραφή, χωρίς να προσθέσει οποιοδήποτε πραγματικό περιστατικό σε σχέση με τα εκτεθέντα στην ανωτέρω σωρευόμενη στην αγωγή της βάση τη στηριζόμενη σε εξωσυμβατική ευθύνη της αναιρεσίβλητης και στην αποδιδόμενη σε αυτήν ηθελημένη κακή διαχείριση (σελ. 6-7 των προτάσεών της ενώπιον του Πρωτοδικείου).
Το Πρωτοδικείο έκρινε την αγωγή μόνον εν μέρει ορισμένη και δη όσον αφορά τη σωρευόμενη στο αγωγικό δικόγραφο βάση της τη στηριζόμενη στην ενδοσυμβατική ευθύνη της μεταφορέως - αναιρεσίβλητης, ενώ έκρινε αόριστη τη βάση της τη στηριζόμενη σε εξωσυμβατική της ευθύνη, δεχόμενο ότι τα διαλαμβανόμενα σε αυτήν περιστατικά δεν επαρκούσαν προς θεμελίωσή της, διότι αυτά θα μπορούσαν να θεμελιώσουν απλώς αμέλεια της αναιρεσίβλητης, δεν ήταν ικανά όμως να συγκροτήσουν υπαιτιότητά της με τη μορφή της ηθελημένης κακής διαχείρισης.
Κατόπιν αυτών εξαφάνισε, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της έφεσης της αναιρεσίβλητης, την εκκληθείσα απόφασή του Ειρηνοδικείου, που είχε δεχθεί την αγωγή κατά τη βάση της αυτή, την οποία το Πρωτοδικείο απέρριψε για τον προαναφερόμενο λόγο ως απαράδεκτη (αόριστη), και, κρατώντας την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή και κατά τη βάση της τη θεμελιούμενη σε ενδοσυμβατική ευθύνη της αναιρεσίβλητης, δεχόμενο την ένσταση της αναιρεσίβλητης περί της ενιαύσιας κατ'άρθρα 32 της ανωτέρω διεθνούς Σύμβασης και 107 ΕμπΝ παραγραφής της αξιώσεως της αναιρεσείουσας, η οποία υπεισήλθε στη θέση της αποζημιώσασας τις παραλήπτριες παραγγελιοδόχου (που υπείχε εγγυητική ευθύνη για την εκτέλεση της μεταφοράς), σε συνδυασμό με την εξάμηνη προβλεπόμενη για την αξίωση του ασφαλιστή στο άρθρο 14 του ν. 2496/1997 παραγραφή από τον χρόνο καταβολής του ασφαλίσματος (23-2-2017) μέχρι την άσκηση της αγωγής (9-8-2018).
Με όσα έκρινε το Πρωτοδικείο και απέρριψε, κατά τα προεκτιθέμενα την αγωγή κατά τη σωρευθείσα σε αυτήν βάση της τη στηριζόμενη σε ηθελημένη κακή διαχείριση ως αόριστη δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1, 28 παρ.1 και 29 παρ. 1 της Σύμβασης της Γενεύης, που υπογράφηκε στις 19.5.1956 επί του Συμβολαίου για τη διεθνή μεταφορά εμπορευμάτων οδικώς (C.M.R.) και κυρώθηκε με τον νόμο 559/1977.
Ειδικότερα το ανωτέρω δικαστήριο δεν απαίτησε για την εφαρμογή των προαναφερόμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου περισσότερα στοιχεία από εκείνα που αυτοί απαιτούν, δεχόμενο: α) Ότι για τη θεμελίωση της αγωγής αποζημίωσης σε ηθελημένη κακή διαχείριση απαιτείται να συντρέχει, σύμφωνα και με όσα προεκτίθενται στη μείζονα σκέψη, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αποδιδόμενης στον μεταφορέα υπαιτιότητας υπό την προαναφερθείσα μορφή (της ηθελημένης κακής διαχειρίσεως) και της προξενηθείσας ζημίας, τέτοιος δε σύνδεσμος δεν περιλαμβανόταν στο αγωγικό δικόγραφο, αφού τα επικληθέντα από την ενάγουσα περιστατικά της διάσπασης των αρχικών προς μεταφορά φορτίων και της ανάθεσης της μεταφοράς από την εναγόμενη αρχική μεταφορέα σε άλλον μη συμβληθέντα αρχικώς διαδοχικό μεταφορέα, η οποία απαντάται συχνά και είναι επιτρεπτή (εφόσον δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο) στις διεθνείς μεταφορές, δεν αποτελούσαν από μόνα τους ή και σε συνδυασμό μεταξύ τους περιστατικά ικανά να προκαλέσουν το ζημιογόνο αποτέλεσμα της υπεξαίρεσης του φορτίου από τον προστηθέντα οδηγό της επόμενης διαδοχικής μεταφορέως.
β) Ότι η αγωγή ήταν ως προς την προαναφερόμενη βάση της αόριστη και διότι σε αυτήν δεν περιλαμβανόταν, προκειμένου να θεμελιωθεί ηθελημένη κακή διαχείριση της εναγομένης, και επίκληση του στοιχείου της γνώσης της τελευταίας ως προς το ότι οι ανωτέρω ενέργειές της επέφεραν επαύξηση του κινδύνου πραγμάτωσης του παραπάνω ζημιογόνου αποτελέσματος, για το οποίο επέδειξε αδιαφορία χωρίς αναγκαίως και να το αποδέχεται.
Οι ως άνω διατάξεις δεν παραβιάσθηκαν επίσης από το Πρωτοδικείο, δια της παραδοχής του πως τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά θα μπορούσαν να θεμελιώσουν απλή αμέλεια της εναγομένης, που δεν επαυξάνει την ευθύνη του μεταφορέα κατά την ανωτέρω Διεθνή Σύμβαση (έστω και αν αυτή θα αρκούσε ως προϋπόθεση αδικοπραξίας κατά το εθνικό δίκαιο), όχι όμως και ηθελημένη κακή διαχείριση.
Αυτές οι παραδοχές αναφέρονται στην ερμηνεία του κανόνα δικαίου του άρθρου 29 παρ. 1 της παραπάνω διεθνούς Σύμβασης και στη διαφοροποιούμενη κατά τα προδιαλαμβανόμενα έννοια των ανωτέρω δύο μορφών υπαιτιότητας, που δεν ταυτίζονται, δεδομένου ότι για τη συνδρομή ηθελημένης κακής διαχείρισης (ως ιδιαίτερης μορφής υπαιτιότητας), η οποία διακρίνεται σαφώς από την προβλεπόμενη στο εθνικό δίκαιο αμέλεια, απαιτείται αναγκαίως η συνδρομή και του υποκειμενικού στοιχείου, ήτοι της ψυχικής εκείνης στάσης του μεταφορέα που γνωρίζει ότι η ενέργειά του ή η παράλειψή του επαυξάνει τον κίνδυνο πραγμάτωσης του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτό δε το στοιχείο απαιτείται να περιλαμβάνεται στο αγωγικό δικόγραφο ως απαραίτητο στοιχείο της σχετικής βάσης της, μη δυνάμενο να διαγνωσθεί το πρώτον από το δικαστήριο της ουσίας με βάση τις προσκομιζόμενες αποδείξεις όπως συμβαίνει με τα επί μέρους περιστατικά που θεμελιώνουν την τυχόν επικαλούμενη αμέλεια, διότι με αυτό τον τρόπο θα διαφοροποιείτο ανεπίτρεπτα η βάση της αγωγής.
Επομένως είναι αβάσιμοι οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, καθώς και τρίτος λόγος της αίτησής της, στηριζόμενος επίσης στον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ κατ'ορθή εκτίμησή του, καθόσον η αναιρεσείουσα επικαλείται με αυτόν παραβίαση από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, η οποία δεν στοιχειοθετείται παρά μόνον αν πρόκειται για αιτιολογίες κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, στην οποία δεν υπεισήλθε καν το Πρωτοδικείο ερευνώντας την ως άνω βάση της αγωγής και απορρίπτοντάς την ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.
Αβάσιμος είναι και πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης επίσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο παραβίασε δια της μη εφαρμογής της, ενώ ήταν εφαρμοστέα, η ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 249 ΑΚ, επικαλούμενη ότι η παραγραφή για αξιώσεις των δικαιουμένων αναγωγής, όπως η ίδια, έναντι των εξ αναγωγής υποχρέων, όπως η αναιρεσίβλητη, είναι εικοσαετής κατά τον ανωτέρω γενικό κανόνα του Αστικού Κώδικα.
Το Πρωτοδικείο δεν παραβίασε την ανωτέρω διάταξη, που δεν εφάρμοσε και που δεν ήταν εφαρμοστέα, δεδομένου μάλιστα ότι ο ως άνω κανόνας εφαρμόζεται, όπως ρητώς στο κείμενό του ορίζεται, όταν δεν ορίζεται διαφορετικά, στην κρινόμενη δε περίπτωση εφαρμοστέες ήταν οι προαναφερόμενες ειδικές, ρυθμίζουσες διαφορετικά τον χρόνο της παραγραφής για τις ζημίες τις προκαλούμενες κατά τις οδικές διεθνείς μεταφορές, διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1 της υπερισχύουσας Διεθνούς Συμβάσεως, καθώς και η διάταξη του άρθρου 14 § 5 του νόμου 2496/1997 του εθνικού δικαίου, όσον αφορά τις αξιώσεις του υποκατασταθέντος ασφαλιστή, η τελευταία από τις οποίες ορίζει ότι η παραγραφή των αξιώσεων του λήπτη της ασφάλισης κατά του τρίτου δεν συμπληρώνεται πριν την παρέλευση έξι (6) μηνών από την υποκατάσταση του ασφαλιστή, εφόσον αυτή έλαβε χώρα πριν από την παραγραφή ή την απόσβεση αυτών των αξιώσεων.
Με τη διάταξη του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αντίστοιχη με εκείνη του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996). "Πράγματα", κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελούν και οι επί μέρους λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 22/2005, 11/1996, 71/2019, 2221/2014, 1434/2010), όχι όμως και οι λόγοι έφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής (ΑΠ 194/2021, 1108/2021).
Δεν αποτελούν δε πράγματα κατά την πιο πάνω έννοια και συνεπώς δεν ιδρύεται ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναίρεσης, αν δεν ληφθούν υπόψη, μεταξύ άλλων, τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματά τους από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/1984), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων (ΟλΑΠ 3/1997), οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013) ή περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό ή περιστατικά, που εκτίθενται εκ περισσού (ΑΠ 569/2018).
Ο άνω δε αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ ΑΠ 12/1991, ΑΠ 856/2018), γεγονός, που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1374/2019, 403/2017). Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο και τον τέταρτο λόγο της αίτησής της προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη αντιστοίχως ότι το Πρωτοδικείο:
α) Απορρίπτοντας κατ'ουσίαν την αγωγή ως προς τη βάση της τη θεμελιούμενη σε ενδοσυμβατική ευθύνη λόγω παραγραφής, έλαβε υπόψη του μη προταθέντα και δη μη επαναφερθέντα ενώπιόν του ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, που συνιστά "πράγμα", και συγκεκριμένα την ένστασή της περί της ενιαύσιας παραγραφής της ένδικης αξιώσεως.
Και, β) δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα ενώπιόν του και κατ' αντένσταση ισχυρισμό της περί ηθελημένης κακής διαχείρισης, που σε περίπτωση παραδοχής του θα επέφερε επιμήκυνση του χρόνου παραγραφής σε τριετία. Ο πρώτος από αυτούς τους λόγους είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης πραγματικής προϋποθέσεως, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 18-10-2019 εφέσεως της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Πρωτοδικείου προκύπτει ότι η ανωτέρω ένσταση (που είχε προβληθεί και ενώπιον του Ειρηνοδικείου) επαναφέρθηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου με τον τρίτο λόγο της ανωτέρω έφεσης, στον οποίο αναφέρεται ρητώς και η προσβαλλόμενη απόφαση.
Ο δεύτερος από τους παραπάνω λόγους είναι απαράδεκτος, διότι ο λόγος από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται όταν ο ισχυρισμός είναι απαράδεκτος και το δικαστήριο της ουσίας δεν είναι υποχρεωμένο να τον απαντήσει ειδικώς, στην προκειμένη δε περίπτωση ο ισχυρισμός περί ηθελημένης κακής διαχείρισης ως θεμελιωτικός της σχετικής σωρευόμενης στην αγωγή βάσης της απορρίφθηκε από το Πρωτοδικείο ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, δεν απαιτείτο δε εκ νέου απόρριψή του ως αντενστάσεως, αφού η αντένσταση αυτή ήταν ομοίως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της και πάλι (άρθ. 262 παρ.1 ΚΠολΔ).
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του Πρωτοδικείου, αυτή αρκέσθηκε να αποκρούσει την ένσταση της προβληθείσας από την αντίδικό της συμπληρωθείσας ετήσιας παραγραφής (στην οποία αναφερόταν ο τρίτος λόγος της έφεσής της), η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε ότι η αντίδικός της μεταφορέας βαρυνόταν με ηθελημένη κακή διαχείριση χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω αποσαφήνιση πραγματικών περιστατικών που θα μπορούσαν να θεμελιώσουν τέτοια αντένστασή της (σελ. 7 των προτάσεών της) και μάλιστα επιπλέον των αναφερομένων στην αγωγή της πραγματικών περιστατικών, που θα καθιστούσαν την αντένστασή της παραδεκτή και ορισμένη.
Ο επιμέρους περαιτέρω ισχυρισμός της, που αναφέρεται στον χρόνο έναρξης τριετούς παραγραφής, ερείδεται και αυτός επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού η τριετής παραγραφή ισχύει μόνον όταν γίνεται δεκτή ηθελημένη κακή διαχείριση, προϋπόθεση που δεν συνέτρεξε στην κρινόμενη περίπτωση. Μετά την απόρριψη όλων των λόγων της, πρέπει να απορριφθεί η από 24.9.2020 αίτηση για αναίρεση της της 8559/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησής της.
Η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24.9.2020 αίτηση αίτηση για αναίρεση της 8559/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Απριλίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ