Legislator Case Law & Legislation
532/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against exclusive distribution contract ruling due to insufficient factual findings on exclusivity.

Case Number 532/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece annulled the First Instance Court's decision regarding an exclusive distribution contract due to insufficient factual findings. The court noted that the lower court failed to clearly establish whether the exclusivity was contractual or self-imposed, nor did it assess the appellant's ability to distribute products through other channels if the respondent failed. Consequently, the case was remitted to the same Court of Appeal for further examination by a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must annul a judgment if the lower court fails to provide sufficient and non-contradictory reasoning regarding the legal characterization of facts essential to the case outcome, particularly concerning the existence of contractual exclusivity in distribution agreements.

Keywords

AI generated
exclusive distribution contract contractual exclusivity non-competition clause insufficient reasoning remittal for retrial appellate review commercial freedom

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 16/2013
Supreme Court 698/2020
Supreme Court 1374/2019
Supreme Court 1112/2018
Supreme Court 191/2016
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 532 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 532/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου -Εισηγήτρια, Μυρσίνη Παπαχίου, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Σπυρίδωνα Τσαντίνη και Βασίλειο Κωνσταντινίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Σκούρα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-7-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 71/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 5438/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-12-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, αποτελούσα δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας προς εξυπηρέτηση των συναλλακτικών αναγκών της διεπιχειρησιακής συνεργασίας και θεμελιούμενη στη συνταγματική αρχή της οικονομικής ελευθερίας (άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος) και στην υπό του άρθρου 361 ΑΚ προβλεπόμενη αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικά, για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα και ο τελευταίος να προμηθεύεται αποκλειστικά από εκείνον τα εμπορεύματα αυτά, τα οποία στη συνέχεια μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.

Η έννοια, ειδικότερα, της αποκλειστικότητας στη διανομή ορισμένων προϊόντων είναι ότι ο παραγωγός αυτοδεσμεύεται με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή της διανομής και αντιστρόφως ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεούται να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή (Ολ ΑΠ 16/2013, ΑΠ 698/2020, ΑΠ 1374/2019, ΑΠ 1112/2018, ΑΠ 191/2016).

Έτσι, η ρήτρα της αποκλειστικότητας, με αμφίδρομη ενέργεια, επιβάλλει στο διανομέα και την παράλληλη υποχρέωση παράλειψης πράξεων ανταγωνισμού, η οποία, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να είναι συμβατική και όχι προϊόν αυτόβουλης δέσμευσης. Σε αντίθεση, δηλαδή, με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, στην οποία ο αντιπρόσωπος έχει και χωρίς σχετική συμβατική πρόβλεψη, με βάση τη γενικότερη υποχρέωση αυτού να επιμελείται των συμφερόντων του παραγωγού, (παρεπόμενη) υποχρέωση μη ανταγωνισμού έναντι του αντιπροσωπευομένου εντός της ορισθείσας εδαφικής περιοχής, ο διανομέας δεν έχει, κατ' αρχήν, υποχρέωση μη προωθήσεως ανταγωνιστικών προϊόντων, παρά μόνον εφόσον έχει αναλάβει ρητά με τη σύμβαση τέτοια δέσμευση.

Επομένως, βασικά στοιχεία της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής αποτελούν αφενός μεν η απαγόρευση ανταγωνισμού, αφού στην περίπτωση που ο διανομέας έχει το δικαίωμα να διαθέτει, εκτός από τα προϊόντα του παραγωγού, και άλλα, ανταγωνιστικά προς τα δικά του, προϊόντα, η σύμβαση έχει το χαρακτήρα της απλής διανομής, αφετέρου δε η αποκλειστικότητα της συμφωνηθείσας εδαφικής περιοχής, η οποία όμως αίρεται, κατ' αρχήν, όταν εντός αυτής η διανομή περιορίζεται συμβατικά από τον παραγωγό σε ορισμένα μόνον σημεία ή σε περιορισμένο κύκλο πελατών, αφού ο περιορισμός αυτός επηρεάζει καταφανώς την επιχειρηματική δραστηριότητα του διανομέα και μειώνει την αυτοδέσμευση του παραγωγού.

Συνεπώς, εντός της καθορισθείσας περιοχής ο παραγωγός δεν μπορεί να προμηθεύει με τα συμβατικά προϊόντα άλλους εμπόρους ή να συμβάλλεται και με έτερο διανομέα για την προώθηση των προϊόντων του, αλλά ούτε και δικαιούται να προβαίνει ο ίδιος σε απευθείας πωλήσεις, ενόψει μάλιστα και της δυνατότητας διαμόρφωσης από αυτόν ελκυστικότερων τιμών.

Οπωσδήποτε, όμως, στην τελευταία αυτή περίπτωση, συνεκτιμάται και η έκταση της σχετικής επιφύλαξης. Η ιδιότυπη αυτή, διαρκούς χαρακτήρα, ενοχική σύμβαση της αποκλειστικής διανομής, αντιδιαστέλλεται, ως προς την νομική της υφή, από εκείνη της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, υποκείμενης σε ειδική νομική ρύθμιση από τις διατάξεις του Π.Δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών-μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επιχειρηματίες), όπως τροποποιήθηκε με τα Π.Δ. 249/1993, 88/1994 και 312/1995, καθόσον στο πλαίσιο της λειτουργίας της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος ενεργεί ως βοηθητικό όργανο διαμεσολαβήσεως στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, ενώ στο πλαίσιο της λειτουργίας της συμβάσεως αποκλειστικής διαθέσεως (διανομής) ο διανομέας ενεργεί στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.

Παρόλη, όμως, τη διαφοροποίηση των δύο αυτών συμβατικών μορφών, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 ΑΚ, 1 παρ. 2 του ΠΔ 219/1991 και 14 παρ. 4 Ν. 3577/2007, είναι δυνατή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και επί της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, η οποία δεν ρυθμίζεται ειδικώς στο νόμο, η αναλογική, ολική ή μερική, εφαρμογή των διατάξεων του ΠΔ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", με βάση τις αρχές της ισότητας και της καλής πίστης, εφόσον όμως η διαμεσολαβητική λειτουργία του αποκλειστικού διανομέα, προσομοιάζει με αυτήν του εμπορικού αντιπροσώπου σε τέτοιο βαθμό, ώστε να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, πράγμα που συμβαίνει, όταν ο αποκλειστικός διανομέας αναλαμβάνει με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες με αυτές του εμπορικού αντιπροσώπου (ΑΠ 1374/2019, ΑΠ 1370/2019, ΑΠ 1057/2018).

Ειδικότερα, με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 3557/2007 ορίστηκε ότι οι διατάξεις του π.δ. 219/1991, όπως ισχύει, εφαρμόζονται αναλόγως και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, "εφόσον, ως συνέπεια της σύμβασης αυτής, ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή". Από τη διάταξη αυτή, η οποία εμμέσως διακρίνει την αποκλειστική από την απλή διανομή, αποκλείοντας την τελευταία από την εφαρμογή του, δεν προκύπτει επέκταση των πιο πάνω διατάξεων γενικώς σε όλες τις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, αλλά μόνον στις συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπου συντρέχει η ως άνω πρόσθετη προϋπόθεση, δηλαδή να έχει καταστεί ο αποκλειστικός διανομέας, με βάση τους σχετικούς όρους της σύμβασης, τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή, έχοντας έτσι την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από τον παραγωγό, αλλά και τον αυτό βαθμό εντάξεως στο δίκτυο διανομής, με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου, τον οποίο ο κοινοτικός νομοθέτης είχε υπ' όψη όταν θέσπισε τις προστατευτικές διατάξεις της άνω Οδηγίας.

Ουσιαστικά, δηλαδή, με την ως άνω διάταξη ο νομοθέτης αποτύπωσε τις προϋποθέσεις που έθετε η νομολογία για την εφαρμογή των διατάξεων του ανωτέρω π.δ/τος στις συμβάσεις διανομής, ενσωματώνοντας στο κριτήριο της ενέργειας του διανομέα ως τμήματος της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή όλες τις μέχρι τότε απαιτούμενες προϋποθέσεις.

Έτσι, πληρούται το εν λόγω κριτήριο, ιδίως, όταν ο διανομέας, πέραν της βασικής υποχρέωσής του να παραλείπει πράξεις ανταγωνιστικές σε βάρος του αντιπροσωπευόμενου, που αποτελεί στοιχείο της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, αναλαμβάνει και πρόσθετες υποχρεώσεις, όπως: α) να τηρεί το επαγγελματικό απόρρητο, β) να προωθεί διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του παραγωγού στη συμβατική περιοχή ευθύνης του, υποκείμενος μάλιστα στον έλεγχό του ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων και την επίτευξη τεθέντων στόχων, και να συμβάλλει έτσι στην επέκταση της πελατείας του αντιπροσωπευόμενου, χωρίς δηλαδή να αρκείται στην παθητική αναμονή πελατείας, επιτελώντας, σε σημαντική έκταση, καθήκοντα συγκρίσιμα με εκείνα του εμπορικού αντιπροσώπου, γ) να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλούμενων προϊόντων, δ) να διαφημίζει τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές του δαπάνες, ε) να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, στ) να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιασθούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, ζ) να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού, και η) να γνωστοποιεί στον αντιπροσωπευόμενο το πελατολόγιο του, ενώ ακόμη και όταν έχει το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές μεταπώλησης των προϊόντων στους τρίτους, δεν αποκλείεται να έχουν συμβατικά καθορισθεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών (ΑΠ 1369/2019, ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 1057/2018).

Η συνομολόγηση ακριβώς των υποχρεώσεων αυτών, που δεν είναι πάντως αναγκαίο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά μπορούν και να παραλλάσσουν, έτσι ώστε η έλλειψη μιας ή ορισμένων από αυτές να καλύπτεται από την ιδιαίτερη ένταση των λοιπών, καθιστά τους παραπάνω επαγγελματίες αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα τους και, ουσιαστικά, τότε αυτοί ενεργούν ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του εν λόγω προμηθευτή, αφού η εμπορική τους δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό τους κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον εντολέα τους, καθόσον αυτός δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής τους υποχρέωσης, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις τους, με σπουδαιότερο γι' αυτόν (εντολέα) όφελος το ότι λαμβάνει γνώση του πελατολογίου τους, οπότε και μπορεί, μετά τη λύση της σύμβασης τους, να το χρησιμοποιήσει, μέσω άλλων επαγγελματιών, και να συνεχίσει έτσι να αποκομίζει οικονομικά οφέλη (Ολ ΑΠ 16/2013, ΑΠ 1374/2019, ΑΠ 1369/2019).

Ενόψει αυτών, η αναλογική αυτή εφαρμογή του ως άνω π. δ/τος "περί εμπορικών αντιπροσώπων" δεν εξικνείται μέχρι του σημείου εφαρμογής του και επί των συμβάσεων απλής και όχι αποκλειστικής διανομής, δηλαδή εκείνων στις οποίες ο διανομέας διαθέτει, εκτός από τα προϊόντα του παραγωγού, και άλλα, ανταγωνιστικά προς τα δικά του, προϊόντα.

Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει το πλέον ουσιώδες στοιχείο της άνω ομοιότητας, δηλαδή εκείνο της εκ μέρους του διανομέα αναλήψεως υποχρεώσεως μη ανταγωνισμού και προωθήσεως διαρκώς και αποκλειστικώς των προϊόντων του παραγωγού στην περιοχή ευθύνης του (ΑΠ 1325/2019, ΑΠ 1057/2018, ΑΠ 804/2015, ΑΠ 1909/2013).

Η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής του π.δ/τος 219/1991 για τον εμπορικό αντιπρόσωπο και σε άλλες μορφές εμπορικών διαμεσολαβητικών δραστηριοτήτων, κρίνεται κατά περίπτωση, με την έννοια όχι βέβαια επιλεκτικά, έτσι ώστε η αναλογία να αποτελεί για την περίπτωση αυτή εισαγωγή στην πραγματικότητα ατομικού δικαίου, αλλά θα πρέπει η ατομική περίπτωση να συγκεντρώνει τα στοιχεία που δικαιολογούν εξ αντικειμένου την επέκταση και σ' αυτή των ρυθμίσεων του ως άνω π.δ/τος.

Δηλαδή, με βάση τα στοιχεία αυτά, επιτυγχάνεται η αναλογική εφαρμογή του π.δ/τος 219/1991 σε κάθε όμοια περίπτωση και όχι αποκλειστικά στην κρινόμενη ατομική περίπτωση και μάλιστα κατά τον ίδιο αντικειμενικό τρόπο εξειδικεύεται και η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής των επιμέρους διατάξεων του π.δ/τος στο σύνολο των όμοιων περιπτώσεων, οπότε ασφαλώς δεν πρόκειται για ανεπίτρεπτη από το άρθρο 26 του Συντάγματος άσκηση νομοθετικού έργου από τα δικαστήρια.

Στο πλαίσιο αυτό κρίνεται και η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής του άρθρου 9 του π.δ/τος 219/1991 σε κάθε δυνατή περίπτωση και η επιδίκαση έτσι της προβλεπόμενης, από την παρ. 1 εδ. α' αυτού, αποζημίωσης πελατείας, που δικαιολογείται συνεπώς και στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, όταν συντρέχουν τα αναγκαία προς τούτο στοιχεία (ΑΠ 1369/2019).

Περαιτέρω, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης ως αποκλειστικής ή απλής διανομής, καθώς και η επιλογή των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, μη δεσμευόμενο από το χαρακτηρισμό, που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, αποφαίνεται με βάση τα προτεινόμενα από τους διαδίκους και αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 754/2021, ΑΠ 1049/2020, ΑΠ 772/2012).

Σε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε ανέλεγκτα, κατατάσσει τη σύμβαση σε νομική κατηγορία άλλη και όχι εκείνη στην οποία ανήκει κατά νόμο, πρόκειται για εσφαλμένο χαρακτηρισμό, ο οποίος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 928/2019, ΑΠ 878/2018, ΑΠ 925/2017), ενώ, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του εφαρμοσθέντος ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 853/2019, ΑΠ 1665/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' αρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "...Η εκκαλούσα-εναγόμενη (αναιρεσείουσα) είναι θυγατρική του πολυεθνικού ομίλου ... και δραστηριοποιείται στην Ελλάδα στον τομέα της εμπορίας, διακίνησης και διανομής ταχυκίνητων καταναλωτικών προϊόντων (...), στους κλάδους των απορρυπαντικών, καλλυντικών και τροφίμων στα οποία περιλαμβάνονται και τα παγωτά.

Ειδικότερα για την αγορά των παγωτών η εναγόμενη από μακρόν εισάγει, εμπορεύεται και διανέμει σε όλη την ελληνική επικράτεια μεταξύ άλλων, παγωτά και παγωμένα γλυκίσματα, υπό το σήμα "ομπρέλα" "..." και ένα τύπο παγωτού (soft ice) υπό την ονομασία .... Η εναγομένη από το έτος 1988 και εντεύθεν έχει οργανώσει σε όλη την Ελλάδα ένα δίκτυο διάθεσης των παγωτών προς τους πελάτες, αποτελούμενο από ανεξάρτητους διανομείς- συνεργάτες, οι οποίοι με ίδιο κίνδυνο και στο όνομά τους αναλαμβάνουν την προώθηση, διανομή και προμήθεια των ειδικότερων "καναλιών" εμπορίας σε επίπεδο λιανικής παγωτών, ήτοι αυτοί αγοράζουν παγωτά στο όνομά τους από την εναγόμενη και τα μεταπωλούν στους πελάτες, στο δικό τους όνομα και με δικό τους κίνδυνο (ήτοι φέρουν τους σχετικούς χρηματοοικονομικούς και εμπορικούς κινδύνους).

Οι συνεργαζόμενοι με την εναγομένη διανομείς οφείλουν να έχουν δικά τους φορτηγά αυτοκίνητα για τη μεταφορά των προϊόντων της. Η εναγομένη παραχωρεί σε αυτούς λόγω χρησιδανείου ψυγεία, τα οποία αυτοί με τη σειρά τους χρησιδανείζουν στους πελάτες. Οι συνεργαζόμενοι διανομείς οφείλουν να διαθέτουν ηλεκτρονικούς υπολογιστές για την τήρηση των δρομολογίων των οδηγών και του πελατολογίου τους, έτσι ώστε ανά πάσα στιγμή να γνωρίζουν την οικονομική θέση εκάστου (πωλήσεις προϊόντων, πιστώσεις, παροχές προς το εμπόριο, υπόλοιπα πελατών) αλλά και να τηρούν στατιστικά στοιχεία αναφορικά με τη κερδοφορία εκάστου πελάτη, την πρόβλεψη του τζίρου και κόστους.

Επιπροσθέτως οι διανομείς διαθέτουν υπολογιστές παλάμης για την ορθή λήψη των παραγγελιών και την ηλεκτρονική τιμολόγηση των πελατών τους. Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται η μηχανογράφηση των λογιστικών στοιχείων των διανομέων, έτσι ώστε τόσο η εναγομένη όσο και αυτοί να έχουν σαφή εικόνα της διαμορφούμενης οικονομικής κατάστασης.

Στα πλαίσια των καθηκόντων τους οι διανομείς οφείλουν να διενεργούν ελέγχους στα καταστήματα των πελατών τους -προς διασφάλιση της ορθής συντήρησης των προϊόντων της και να προβαίνουν στην αντικατάσταση των ακατάλληλων για το καταναλωτικό κοινό. Οι δίαυλοι (κανάλια) εμπορίας του παγωτού προς το καταναλωτικό κοινό είναι βασικά τρεις και περιλαμβάνουν: 1.

Τις αλυσίδες Super Market, όπου σε αυτές, οι πωλήσεις γίνονται μετά από κεντρικές συμφωνίες που συνάπτει η εναγομένη μαζί τους, οι δε διανομείς διακινούν τα προϊόντα της προμηθεύτριας εταιρίας, αντί αμοιβής, με τη μορφή εκπτώσεως από την εναγομένη. 2. Τους μεγάλους ή Μαζικούς Πελάτες, δηλαδή αλυσίδες ξενοδοχείων, στρατόπεδα, αλυσίδες κινηματογράφων, αλυσίδες φούρνων, αλυσίδες μαζικής εστίασης, αλυσίδες πρατηρίων βενζίνης κλπ.

Και εδώ οι πωλήσεις γίνονται μετά από κεντρικές συμφωνίες που συνάπτει η εναγομένη μαζί τους. 3. Την Παραδοσιακή Αγορά (TRD ή Traditional) στην οποία περιλαμβάνονται όλα τα υπόλοιπα σημεία λιανικής πώλησης παγωτού που δεν περιλαμβάνονται στις δύο προηγούμενες κατηγορίες, όπως π.χ. περίπτερα, καταστήματα ψιλικών, παντοπωλεία, καφενεία, εστιατόρια, μπαρ, φούρνοι, ζαχαροπλαστεία κλπ.

Σε αυτό το κανάλι δραστηριοποιούνται οι τοπικοί διανομείς και αντί συμφωνηθείσης αμοιβής, πραγματοποιούν τις πωλήσεις τους, προωθώντας τα προϊόντα της εναγομένης. Τέλος υπάρχει και το κανάλι του "χύμα" παγωτού, που ομοίως προσφέρεται μέσω καταστημάτων πώλησης της "παραδοσιακής αγοράς". Στα πλαίσια της άνω δραστηριότητας της εναγομένης, την 15.12.1987 συνήφθη μεταξύ -της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης), υπό την εταιρική κατά τον άνω χρόνο μορφή της, με την επωνυμία "..." και της εναγομένης, (η οποία τότε είχε την επωνυμία "...), το από 15.12.1987 Ιδιωτικό συμφωνητικό "...", με το οποίο η πρώτη (αναιρεσίβλητη) ανέλαβε ως εμπορικός αντιπρόσωπος της δεύτερης (αναιρεσείουσας), με τους ειδικότερους όρους και τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο εν λόγω συμφωνητικό, τη διάθεση των παγωτών με το σήμα "..." σε συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή στο νομό Αττικής.

Ακολούθως συνήφθη μεταξύ των ανωτέρω εταιριών, το από 30.12.1989 ιδιωτικό συμφωνητικό, ετήσιας διάρκειας, με όμοιο περιεχόμενο, καθώς και το από 11.1.1991 ιδιωτικό συμφωνητικό (με λήξη την 30.11.1991), με όμοιο περιεχόμενο, όπου η άνω ΕΠΕ αναφέρεται πλέον ως διανομέας. Σημειώνεται ότι η ενάγουσα, ως ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...", συνεστήθη το έτος 1997, με έδρα, τη διεύθυνση όπου είχε την έδρα της η άνω ΕΠΕ και με σκοπό την κατασκευή ή την εκμίσθωση κτιριακών εγκαταστάσεων με ψυκτικούς θαλάμους και αποθηκευτικούς χώρους και την εκμίσθωση αυτών σε τρίτους, την αγορά, αντιπροσώπευση, εισαγωγή, εξαγωγή, εμπορία, αποθήκευση και διανομή τροφίμων, φρούτων, παγωτών -και συναφών σκευασμάτων, -ειδών διατροφής.

Η ενάγουσα, ως ανώνυμη εταιρία, από 2.1.2001, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων, που συνήπτε με την εναγομένη, ενιαύσιας διάρκειας, που ανανεώνονταν συνεχώς, συνέχισε να έχει το δικαίωμα διανομής των παγωτών ... (και του παγωτού με το σήμα ... με το από 27:3.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό και εντεύθεν) της εναγομένης στη γεωγραφική περιοχή του νομού Αττικής, που καθοριζόταν στο Παράρτημα Α της σύμβασης και συγκεκριμένα στα Μέγαρα, Αλεποχώρι, Βίλλια, Δερβενοχώρια έως Κάζα, Μάνδρα, Μαγούλα, Ασπρόπυργο, Ελευσίνα, Χαϊδάρι και Δάσος Χαϊδαρίου, Περιστέρι, τμήμα Σεπολίων, Κολωνό, κέντρο Αθηνών, όπως ορίζεται από τις οδούς Αγίου Μελετίου, Πατησίων, Πειραιώς, Θησείο, Ρουφ, Βοτανικό, Ταύρο, Μοσχάτο, Κουκάκι, Νέο Κόσμο, Νέο Φάληρο, Καμίνια, Ρέντη, τμήμα Πειραιώς, τμήμα Νίκαιας, Κορυδαλλό, Αγία Βαρβάρα, Αιγάλεω και Σχίνο Κορινθίας (Παράρτημα Α), σε πελάτες της άνω περιοχής δραστηριότητάς της (χωρίς να υποχρεώνεται αυτή να δραστηριοποιείται αποκλειστικά και μόνο στην περιοχή αυτή), σύμφωνα με τους εμπορικούς όρους και οδηγίες της τελευταίας, η οποία από μέρους της είχε αναλάβει την υποχρέωση να μην πωλεί και διαθέτει με οποιοδήποτε τρόπο, σε τρίτους τα προϊόντα της στην άνω γεωγραφική περιοχή και στους πελάτες που είχε η ενάγουσα, εκτός εάν η τελευταία δεν τηρούσε οποιοδήποτε από τους έντυπους όρους της μεταξύ τους σύμβασης (π.χ.

καθυστέρηση πληρωμών), με αποτέλεσμα τον ελλιπή ή κακό εφοδιασμό με προϊόντα των σημείων πώλησης που αυτή εξυπηρετούσε (όρος 1 της σύμβασης). Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι εκτός από τις προαναφερθείσες συμβάσεις, προσκομίζονται από την ενάγουσα... και τα εξής συμφωνητικά ετήσιας διάρκειας α) το από 7.1 2003 συμφωνητικό για τη διαφήμιση, προώθηση του προϊόντος "...

της. ..., διάρκειας ενός έτους, β) το από 2.3.2004 συμφωνητικό διανομής που αφορά το έτος 2004, το από 18.1.2005 συμφωνητικό διανομής που αφορά το 2005, το από 10.3.2006 συμφωνητικό διανομής, που αφορά το έτος 2006, το από 16.4.2007 συμφωνητικό, που αφορά το έτος 2007, το από 2.4.2008 συμφωνητικό που αφορά το έτος 2008, το από 22.5.2009 συμφωνητικό, που αφορά το έτος 2009.

Από την επισκόπηση αυτών, προκύπτει ότι από το έτος 2001 και εντεύθεν η σύμβαση μεταξύ των διαδίκων χαρακτηριζόταν ως σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και η ενάγουσα αναφέρεται στο συμφωνητικό για τα έτος 2004 ως μη αποκλειστικός αντιπρόσωπος- διανομέας, ενώ στα συμφωνητικά για τα έτη 2005 και 2006 ως αντιπρόσωπος και ανεξάρτητος συνεργάτης, διανομέας σε μη αποκλειστική βάση στην περιοχή δραστηριότητάς της, καθοριζόμενη στο Παράρτημα Α, και χαρακτηριζόμενη ως μη αποκλειστική περιοχή δραστηριότητας, με την έννοια ότι ο αντιπρόσωπος δεν υποχρεώνεται να δραστηριοποιείται αποκλειστικά και μόνο στην περιοχή αυτή.

Στο τελευταίο ως άνω συμφωνητικό, ήτοι το από 10.3.2006, με ετήσια διάρκεια αρχόμενη από 1.1.2006, συμφωνήθηκε επίσης ότι στην περιοχή δραστηριότητας του αντιπροσώπου, έχουν δικαίωμα να δραστηριοποιούνται και άλλοι συνεργάτες της εναγομένης ... καθώς και η ίδια η ..., σε περίπτωση που δεν τηρείται από τον Αντιπρόσωπο οποιοσδήποτε από τους όρους συνεργασίας (π.χ.

καθυστέρηση πληρωμών από τον Αντιπρόσωπο) με αποτέλεσμα τον ελλιπή ή κακό εφοδιασμό με παγωτό των σημείων πώλησης που αυτός εξυπηρετεί. Όμοιο περιεχόμενο έχουν και τα επόμενα ιδιωτικά συμφωνητικά από 16.4.2007, 2.4.2008, 22.5.2009, που αφορούν αντίστοιχα τα έτη 2007,2008 και 2009. Εν συνεχεία την 6.4.2010 συνήφθη μεταξύ των διαδίκων, όμοια γραπτή σύμβαση, με διάρκεια από 1.1.2010 μέχρι 31.2.2011, που παρατάθηκε μέχρι και το έτος 2012 (με το από 1.3.2011 ιδιωτικό συμφωνητικό), η οποία όπως και η προηγούμενη διεπόταν από έντυπους όρους συνεργασίας και τα Παραρτήματα Α και l- VII, που αποτελούσαν αναπόσπαστο τμήμα αυτών.

Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι οι διάδικοι πέραν της επίδικης συμβατικής σχέσης, διατηρούν σχέση συνεργασίας συνιστάμενη στην εκ μέρους της ενάγουσας επ' αμοιβή παροχή υπηρεσιών συντήρησης υπό μορφή καταψύξεως και φορτοεκφόρτωσης των παγωτών υπό το σήμα ομπρέλα ... καθώς και των συσχετιζόμενων με τα παγωτά προϊόντων, σε χώρους και εγκαταστάσεις της στην περιοχή της Αττικής και της Κέρκυρας.....

Ωστόσο, εδώ ενδιαφέρει η επίδικη συμβατική σχέση των διαδίκων με αντικείμενο τη διανομή των παγωτών. Στα πλαίσια αυτής της σχέσης, η ενάγουσα ανέλαβε μεταξύ άλλων τις ακόλουθες υποχρεώσεις : Να καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την επιλογή των καλύτερων σημείων πωλήσεως (όρος 1.1.) στην περιοχή που δραστηριοποιείτο, να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την προώθηση και πώληση των προϊόντων της εναγομένης σε πελάτες της περιοχής δραστηριότητάς της, να προβάλλει και να διαφημίζει τα προϊόντα της εναγομένης σύμφωνα με τις οδηγίες της, να επισκέπτεται τα σημεία πώλησης συνεχώς και αδιακόπως, προς άμεσο εφοδιασμό και επιθεώρηση των ψυγείων, να τηρεί καρτέλες ενημερωμένες ως προς τις επισκέψεις των σημείων πωλήσεως - πελατών, τα στοιχεία του πελάτη, τις αγορές, να καλύπτει και διακοσμεί τα σημεία πώλησης με διαφημιστικό υλικό που θα τις παραδίδει η εναγομένη και σύμφωνα με τις οδηγίες της, να έχει εκτενές δίκτυο διανομής, κατάλληλη υποδομή και να χρησιμοποιεί κάθε εύλογο μέσο προς επίτευξη της μεγαλύτερης δυνατής χρήσης του άνω δικτύου (όρος 2.1 περ.η), να εφαρμόζει το σύστημα διανομής της εναγομένης για τα προϊόντα της και να συμμορφώνεται με τις εν γένει οδηγίες αυτής καθώς και να προβαίνει στην αύξηση των σημείων πώλησης προϊόντων ....

Επίσης η ενάγουσα είχε υποχρέωση να διαθέτει και διατηρεί επαρκή εξοπλισμό (ειδικά αυτοκίνητα -ψυγεία για τη διακίνηση) και εγκαταστάσεις για την αποθήκευση, πώληση και κατάλληλη συντήρηση των παγωτών που διένειμε. Επίσης υποχρεούτο να εκπαιδεύει και διατηρεί πάντοτε επαρκές και έμπειρο προσωπικό. Επιπρόσθετα η ενάγουσα προσχώρησε πλήρως στους ορισμούς του Κώδικα Δεοντολογίας που τηρεί η εναγομένη.

Σημειωτέον ότι η ενάγουσα δραστηριοποιείτο κυρίως στην παραδοσιακή αγορά, ενώ είχε μικρότερη δραστηριότητα στην αγορά των Super Market. Σύμφωνα με τη σύμβαση, η ενάγουσα διατηρούσε μια ανεξάρτητη επιχείρηση, η οποία αγόραζε και διακινούσε τα παγωτά που εισήγαγε και διέθετε η εναγομένη, τα οποία εν συνεχεία διακινούσε, συναλλασσόμενη με τους τρίτους στο δικό της όνομα, με δικό της επιχειρηματικό κίνδυνο, δικαιούμενη να χρησιμοποιεί τα παραπάνω εμπορικά σήματα της εναγομένης, ενώ ήταν υποχρεωμένη να μη διακινεί με τα αυτοκίνητα-ψυγεία, στη διάρκεια της σύμβασης, στην περιοχή δραστηριότητάς της, προϊόντα τρίτων, πέραν των συμβατικών της εναγομένης και γενικά να μη λειτουργεί ανταγωνιστικά προς την εναγομένη.

Οι συμβατικές υποχρεώσεις και δεσμεύσεις της ενάγουσας, ήτοι ο τρόπος διανομής και πωλήσεως, η προβολή και προώθηση-διαφήμιση των προϊόντων, τα ποιοτικά χαρακτηριστικά, οι τεχνικές προδιαγραφές για τη συντήρηση

και διανομή των προϊόντων, οι προδιαγραφές ποιότητας των ψυκτικών θαλάμων, ο αριθμός των αυτοκινήτων-ψυγείων που ήταν υποχρεωμένη η ενάγουσα να διατηρεί, ο αριθμός των δρομολογίων, το ύψος των παροχών στο εμπόριο κλπ.., τελούσαν υπό τον έλεγχο και την έγκριση της εναγομένης, μέσω των εποπτών και περιφερειακών διευθυντών αυτών.

Κάθε σύμβαση είχε ετήσια διάρκεια αρχομένη την 1η Ιανουαρίου εκάστου έτους και ανανεωνόταν κάθε φορά στη λήξη της για ένα ακόμη έτος, εφόσον δεν υπήρχε έγγραφη ειδοποίηση από οποιονδήποτε από τους συμβαλλόμενους ότι επιθυμεί την λήξη της σύμβασης στο τέλος της εκάστοτε διάρκειάς της, επιφυλασσομένων των όρων του άρθρου 6.2 της σύμβασης, (παρ.6.1).

Ήτοι για τη μη ανανέωση της σύμβασης έπρεπε να δηλωθεί ρητά από το ένα συμβαλλόμενο μέρος και μάλιστα πριν τη λήξη του συμβατικού χρόνου ότι δεν επιθυμεί την παράτασή της. Η ανυπαρξία τέτοιας δήλωσης επέφερε τη σιωπηρή ανανέωση της σύμβασης. Είναι χαρακτηριστικό ότι προηγείτο η σιωπηρή ανανέωση της σύμβασης και επακολουθούσε η τυπική υπογραφή της παρατάσεώς της, η οποία στο σύνολο σχεδόν των συμβάσεων ανανεώσεως έχει υπογράφει τρεις έως και πέντε μήνες αργότερα, ήτοι τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο ή Μάιο.

Περαιτέρω η αμοιβή της ενάγουσας για την ως άνω διαμεσολαβητική της δραστηριότητα, καθοριζόταν στο Παράρτημα Ι, που αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα της σύμβασης. Η αρχική τιμή πώλησης των προϊόντων, ίση με την τιμή του επίσημου τιμοκαταλόγου της εναγομένης για τα προϊόντα αυτά, περιελάμβανε την αμοιβή της ενάγουσας (που συνίστατο σε έκπτωση επί της αρχικής τιμής), τις παροχές στο εμπόριο (που επίσης αποτελούσαν έκπτωση επί της αρχικής τιμής) και τις οποιεσδήποτε άλλες εκπτώσεις (άρθρο 4 της σύμβασης).

Επίσης είχε συμφωνηθεί ότι η ενάγουσα θα λάβει σε χρονικό ορίζοντα τριών (3) ετών αμοιβή για την εκ μέρους της συμμετοχή και υλοποίηση του Πλάνου Προωθητικών ενεργειών, το οποίο αναλυτικά περιγραφόταν στο συνημμένο στη σύμβαση Παράρτημα VIII. (άρθρο 4.4). Στο Παράρτημα ΙΑ. B "ΑΜΟΙΒΗ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΥ" προβλεπόταν ότι η αμοιβή της ενάγουσας ήταν σταθερή και κυμαινόμενη.

Η σταθερή αμοιβή για τις συνολικές αγορές προϊόντων συνίστατο σε ποσοστιαία έκπτωση (αναφερόμενη στο Παράρτημα Ι (ΒΙ) επί της τιμής του τιμοκαταλόγου της εναγομένης για τα προϊόντα. Η εν λόγω έκπτωση αποτελούσε τη σταθερή αμοιβή της ενάγουσας για τις υπηρεσίες της σε εκτέλεση της σύμβασης και δεν σχετιζόταν με τις πωλήσεις που θα πραγματοποιούσε στην περιοχή.

Επιπλέον η κυμαινόμενη αμοιβή της ενάγουσας για τις υπηρεσίες της σε εκτέλεση της σύμβασης αναφερόταν στο Παράρτημα Ι, (Δ) της σύμβασης. Ήτοι σταθερή και κυμαινόμενη αμοιβή καταβαλλόταν στην ενάγουσα από την εναγομένη, με έκπτωση επί των τιμολογίων αγορών προϊόντων ή πιστωτικά τιμολόγια εκπτώσεως ή με συνδυασμό και των δύο τρόπων.

Ρητά είχε συμφωνηθεί ότι το κόστος λειτουργίας, καθώς και οι εκάστοτε παροχές προς το εμπόριο, όπως αναφέρονται στο Παράρτημα Ι, άρθρο (Β.2), (Β.3), (Β.4), (Β.5), (Β.6), (Β.7) και (Γ), δεν αποτελούν με οποιονδήποτε τρόπο αμοιβή της ενάγουσας. Το Κόστος Λειτουργίας αφορούσαν: διάφορα κόστη διανομής (αυτοκίνητα, οδηγοί, διάφορα έξοδα γραφείου), κόστος ψυκτικού θαλάμου, τυχόν καταστροφές προϊόντων, κόστος διαχείρισης ψυγείων και ελαφριών επισκευών επί των ψυγείων, κόστος συντήρησης υποστήριξης μηχανογραφικών συστημάτων και εβδομαδιαία αποστολή στοιχείων πωλήσεων.

Οι παροχές προς το εμπόριο δίδονταν μέσω της ενάγουσας στον εκάστοτε λιανοπωλητή με έκπτωση επί του τιμολογίου ή/και με πιστωτικά σημειώματα εκπτώσεως και αφορούσαν επιπλέον εκπτώσεις που συμφωνούνταν με τον λιανοπωλητή για την πώληση των προϊόντων από τα καταστήματα ή το κατάστημα του τελευταίου.

Η χορηγούμενη στην ενάγουσα έκπτωση για μεν τις πωλήσεις σε μικρούς πελάτες (παραδοσιακή αγορά) ήταν σε ποσοστό 13% επί της προ ΦΠΑ αξίας των αγορών, για δε τους μεγάλους πελάτες 10,50% επί της προ ΦΠΑ αξίας των αγορών, με επιπλέον "πριμ" για την επίτευξη ορισμένων στόχων πωλήσεων (άρθρο 4 της σύμβασης και Παράρτημα Ι).

Η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων, καθ' όλη τη διάρκειά της, βάσει των άνω συμφωνηθέντων, λειτούργησε ως εξής: Η ενάγουσα, η οποία διέθετε την απαιτούμενη υποδομή και κεφάλαια για τη διανομή και διάθεση των παγωτών της εναγομένης, δηλαδή δικά της φορτηγά αυτοκίνητα-ψυγεία, εφοδιασμένα με ισόθερμους ψυκτικούς θαλάμους και ψυκτικά μηχανήματα, υπαλληλικό προσωπικό και δικά της μηχανογραφικά ηλεκτρονικά μέσα, όφειλε να αποστέλει τις παραγγελίες για προϊόντα της εναγομένης τουλάχιστον τρεις (3) ημέρες πριν από την ημερομηνία της αιτούμενης παράδοσης (άρθρο 3. 1 της σύμβασης).

Ακολούθως η ενάγουσα αγόραζε από την εναγόμενη τα παγωτά με τη συμφωνηθείσα έκπτωση, και τα παραλάμβανε στις καθορισθείσες από την ίδια ως άνω ημερομηνίες με δικά της αυτοκίνητα-ψυγεία από το πλησιέστερο διανεμητικό κέντρο που λειτουργούσε η ενάγουσα στην περιοχή, όπου δραστηριοποιούνταν (άρθρο 3 .2 της σύμβασης).

Αντίστοιχα η εναγόμενη εξέδιδε και παρέδιδε στην ενάγουσα τιμολόγια πώλησης των ανωτέρω προϊόντων, κατά ή και μετά την παράδοσή τους (άρθρο 3.4 της σύμβασης), τα οποία η ενάγουσα έπρεπε να αποπληρώνει κατά τα οριζόμενα στο Παράρτημα

ΙΙ. Ακολούθως η ενάγουσα εκτελούσε προκαθορισμένα δρομολόγια, προς τα σημεία λιανικής πώλησης, όπου μεταπωλούσε τα παγωτά στην αξία που τα είχε αγοράσει, προσαυξανόμενη με το ανωτέρω ποσοστό της αμοιβής της, εκδίδοντας στο όνομά της αντίστοιχα μηχανογραφημένα πώλησης - δελτία αποστολής, μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή και εκτυπωτή, με ειδικό υποσύστημα που είχε κατασκευαστεί κατόπιν συμφωνίας με την εναγομένη, προκειμένου η τελευταία να εξάγει στοιχεία πελατών και πωλήσεων.

Με τον τρόπο αυτό, η εναγομένη καθόριζε τις τιμές μεταπώλησης και γνώριζε, ανά πάσα στιγμή, τις πωλούμενες ποσότητες σε κάθε λιανοπωλητή. Η ενάγουσα διακινούσε με τα αυτοκίνητα - ψυγεία αποκλειστικά τα προϊόντα της εναγομένης και δεν προωθούσε προϊόντα τρίτων στην άνω γεωγραφική περιοχή. Αντίστοιχα η εναγομένη δεν δραστηριοποιείτο είτε η ίδια είτε μέσω άλλου διανομέα στην ίδια περιοχή, παρά μόνον σε περίπτωση μη τήρησης από την ενάγουσα οποιοδήποτε από τους αναγραφόμενους όρους συνεργασίας, με αποτέλεσμα τον ελλιπή ή κακό εφοδιασμό με προϊόντα των σημείων πώλησης που αυτή εξυπηρετούσε .

Επίσης η ενάγουσα είχε ως στόχο να διαθέτει τις οριζόμενες με βάση σχετικές εγκυκλίους της εναγομένης ποσότητες παγωτών, τον οποίο στόχο εάν επιτύγχανε θα αμειβόταν με πρόσθετη αμοιβή (πριμ), επισκεπτόταν συνεχώς και αδιάκοπα τους λιανοπωλητές επιθεωρώντας τα σημεία πώλησης, την ορθή λειτουργία τους, την επάρκεια των αποθεμάτων τους, την καλή εμφάνιση και κατάστασή τους και εν γένει προωθούσε τα συμφέροντα της εναγομένης -προμηθεύτριας (άρθρο 2.1.

της σύμβασης). Η εναγομένη καταχωρούσε στο μηχανογραφικό της σύστημα, με τον κωδικό της ενάγουσας, όλους τους πελάτες αυτής, τις τιμές μεταπώλησης και τους κωδικούς των προϊόντων. Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα η ενάγουσα - ήδη εφεσίβλητη λειτουργούσε ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της εναγομένης, έχοντας ασθενή θέση, έντονη εξάρτηση και πλήρη ένταξη στο δίκτυο διανομής αυτής, όπως ο εμπορικός αντιπρόσωπος.

Επίσης η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν μακρόχρονη ενιαία συμβατική σχέση αορίστου χρόνου, κατά τη διάρκεια της οποίας καταρτίζονταν μερικότερες συμβάσεις ορισμένου χρόνου, με ταυτόσημο ή κυρίως όμοιο περιεχόμενο, χωρίς να υπάρχει στάδιο διαπραγμάτευσης κάθε φορά για τους ουσιώδεις συμβατικούς όρους που διέπουν τη συνεργασία τους, αλλά εξακολουθούσαν να ισχύουν κατά βάση οι περιεχόμενοι (όροι) στις προγενέστερες συμβάσεις, οι οποίες τροποποιούνταν με τις μεταγενέστερες ως προς ορισμένα μόνο σημεία (π.χ.

ύψος της αμοιβής), ενώ κατά τα λοιπά εξακολουθούσαν να ισχύουν. Ανεξάρτητα δε από το νομικό χαρακτηρισμό που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, (με ρητή πρόβλεψη στα συμφωνητικά), η ένδικη σύμβαση δεν είναι μη αποκλειστική σύμβαση απλής διανομής, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη-ήδη εκκαλούσα, και επαναφέρει με τον δεύτερο λόγο έφεσης, αλλά φέρει τον χαρακτήρα της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, στην οποία έχουν εφαρμογή τα άρθρα 8 και 9 του π.δ.219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη.

Και τούτο διότι συνέτρεχαν στην επίδικη σχέση τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: α) αποκλειστικότητα στην άνω γεωγραφική περιοχή, με την έννοια της υποχρέωσης μη ανταγωνισμού, β) ανάληψη επιχειρηματικού κινδύνου από την ενάγουσα, γ) μη λήψη προμήθειας, αλλά αμοιβής, συνισταμένης στο όφελος από την πώληση των προϊόντων, δ) αγορά των προϊόντων εισαγωγής της εναγομένης και μεταπώληση σε πελάτες, είσπραξη από την ενάγουσα προσυμφωνημένου περιθωρίου κέρδους, καθορισμός τελικής τιμής από την εναγομένη (άρθρο 3 της σύμβασης), ε) έλεγχος, εποπτεία και έγκριση από την εναγομένη, ως προς τον τρόπο διανομής, την πώληση (καθόριζε τις εκπτώσεις και την τελική τιμή πώλησης), την προώθηση -διαφήμιση των προϊόντων της (άρθρο 2), στ) υποχρέωση διαρκούς προώθησης των προϊόντων της εναγομένης.

Στην σύμβαση με τα άνω στοιχεία, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του άρθρου 8 του άνω π.δ.219/1991, όσον αφορά την καταγγελία της σύμβασης.....". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού, στη συνέχεια, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση καταγγελίας της σύμβασης λόγω σπουδαίου λόγου και έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη δικαιούται ως αποζημίωση πελατείας το ποσό των 1.000.000 ευρώ και περαιτέρω αποζημίωση ποσού 64.708,22 ευρώ ως αναπόσβεστη δαπάνη επένδυσης, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που κρίνοντας ομοίως είχε δεχθεί την αγωγή της αναιρεσίβλητης ως ουσιαστικά βάσιμη.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο και με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζήτημα του περιεχομένου της σύμβασης που κατάρτισαν τα διάδικα μέρη και εντεύθεν της γέννησης ή όχι των απορρεόντων εξ αυτής δικαιωμάτων, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 361, 713 επ.

ΑΚ, 14 παρ.4 εδ.β ν.3557/2007, 8 και 9 π.δ 219/1991, τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου. Ειδικότερα: α) Αφού αρχικώς δέχεται ότι οι βασικοί δίαυλοι (κανάλια) εμπορίας του παγωτού προς το καταναλωτικό κοινό είναι τρεις και περιλαμβάνουν αφενός μεν τις αλυσίδες Super Market και τους μεγάλους ή Μαζικούς Πελάτες, όπου οι μεν πωλήσεις γίνονται μετά από κεντρικές συμφωνίες που συνήπτε η εναγομένη αναιρεσείουσα μαζί τους, οι δε διανομείς διακινούσαν τα προϊόντα της προμηθεύτριας εταιρίας, αντί αμοιβής, με τη μορφή εκπτώσεως από την εναγομένη, και αφετέρου την Παραδοσιακή Αγορά (που περιλαμβάνει και το κανάλι του "χύμα" παγωτού), όπου δραστηριοποιούντο οι τοπικοί διανομείς, οι οποίοι αντί συμφωνηθείσης αμοιβής πραγματοποιούσαν τις πωλήσεις τους, προωθώντας τα προϊόντα της αναιρεσείουσας, στη συνέχεια δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη, από 2.1.2001, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ενιαύσιας διάρκειας, που συνήπτε με την αναιρεσείουσα, συνέχισε να έχει το δικαίωμα διανομής των παγωτών ...

της αναιρεσείουσας στην ως άνω αναφερόμενη γεωγραφική περιοχή του νομού Αττικής, σε πελάτες της άνω περιοχής δραστηριότητάς της, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζει, αν το ως άνω δικαίωμα διανομής της αναιρεσίβλητης περιελάμβανε και τα τρία κανάλια εμπορίας παγωτού ή μόνον ορισμένο ή ορισμένα εξ αυτών, με αποτέλεσμα να προκαλείται ασάφεια ως προς το ζήτημα αυτό, β) η ασάφεια δε αυτή επιτείνεται από την έτερη παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με την οποία η αναιρεσίβλητη δραστηριοποιείτο κυρίως στην παραδοσιακή αγορά, ενώ είχε μικρότερη δραστηριότητα στην αγορά των Super Market, χωρίς να κάνει οποιαδήποτε μνεία για το κανάλι των μαζικών πελατών, γ) δέχεται ότι, σύμφωνα με τη σύμβαση, η αναιρεσίβλητη ήταν υποχρεωμένη να μη διακινεί με τα αυτοκίνητα-ψυγεία, στην περιοχή δραστηριότητάς της, προϊόντα τρίτων, πέραν των συμβατικών της εναγομένης και γενικά να μη λειτουργεί ανταγωνιστικά προς την εναγομένη, χωρίς να προκύπτει σαφώς, από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης, αν η ως άνω υποχρέωση παράλειψης ανταγωνισμού αποτελούσε ή όχι ρητό συμβατικό όρο, δ) κατ' ακολουθίαν τούτων, λόγω ελλείψεως σχετικής σαφούς παραδοχής, προκαλείται αμφιβολία, αφενός μεν ως προς την ύπαρξη ρητής συμβατικής δέσμευσης καθώς και για την έκταση της παράλειψης ανταγωνισμού της αναιρεσίβλητης, αν δηλαδή αυτή περιελάμβανε ή όχι όλα τα κανάλια εμπορίας παγωτού εντός της πιο πάνω γεωγραφικής περιοχής ή μόνον κάποια από αυτά, αφετέρου δε, και ως προς την αντίστοιχη συμβατική υποχρέωση της αναιρεσείουσας, να μην πωλεί και διαθέτει, με οποιοδήποτε τρόπο, σε τρίτους τα προϊόντα της στην ίδια ως άνω γεωγραφική περιοχή και στους πελάτες που είχε η αναιρεσίβλητη, ενόψει και της διαλαμβανόμενης παραδοχής ότι στις αλυσίδες Super Market και τους μεγάλους ή Μαζικούς Πελάτες, οι πωλήσεις γίνονταν μετά από κεντρικές συμφωνίες που συνήπτε η εναγομένη μαζί τους, την οποία ουδόλως αξιολογεί το Εφετείο στο πλαίσιο των αμοιβαίων υποχρεώσεων των διαδίκων εντός της προσδιορισθείσας γεωγραφικής περιοχής, ήτοι της υποχρεώσεως της αναιρεσίβλητης να παραλείπει πράξεις ανταγωνισμού και της αντίστοιχης υποχρεώσεως της αναιρεσείουσας να διαθέτει κατ' αποκλειστικότητα τα προϊόντα της στην αναιρεσίβλητη διανομέα, με αποτέλεσμα να καθίσταται ασαφές, αν η παρεχόμενη στην αναιρεσείουσα δυνατότητα αυτή για τη σύναψη ξεχωριστών συμφωνιών με τους πελάτες των συγκεκριμένων δύο καναλιών περιόριζε ή όχι την πιο πάνω συμβατική υποχρέωσή της για αποκλειστική διάθεση των προιόντων της στην αναιρεσίβλητη, αφού μάλιστα και κατά τη διατύπωση του καταληκτικού πορίσματος ως προς το χαρακτήρα της ένδικης σύμβασης, γίνεται μνεία περί αποκλειστικότητας στην άνω γεωγραφική περιοχή, μόνον με την έννοια της υποχρέωσης μη ανταγωνισμού εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, χωρίς αναφορά και σε αυτοδέσμευση της αναιρεσείουσας να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές της αναιρεσίβλητης, ε) δέχεται, κατά τα ανωτέρω, ότι η αναιρεσίβλητη είχε μικρότερη δραστηριότητα στην αγορά των Super Market και, επίσης, ότι στις αλυσίδες αυτές οι πωλήσεις γίνονταν μετά από κεντρικές συμφωνίες που συνήπτε η αναιρεσείουσα μαζί τους, οι δε διανομείς διακινούσαν τα προϊόντα της προμηθεύτριας εταιρίας, χωρίς να διευκρινίζεται επαρκώς, αν η αναιρεσίβλητη ενεργούσε στην περίπτωση αυτή εντός του πλαισίου της ένδικης σύμβασης διανομής ή ως απλή διακινήτρια των προϊόντων της αναιρεσείουσας, προς τους πιο πάνω πελάτες, χωρίς να έχει οποιαδήποτε άλλη συμμετοχή της στην προώθηση των πωλήσεων προς αυτούς (πχ.

επίτευξη περαιτέρω συμφωνιών, επιχείρηση επαύξησης των πωλούμενων ποσοτήτων κλπ), στ) ενόψει της ίδιας πιο πάνω παραδοχής, ότι εντός της επίμαχης γεωγραφικής περιοχής η αναιρεσίβλητη είχε μικρότερη δραστηριότητα στην αγορά των Super Market, προκαλείται ασάφεια σχετικά με την κάλυψη των λοιπών αναγκών της ίδιας αυτής αγοράς, αλλά και της έτερης αγοράς των μεγάλων ή μαζικών πελατών, αν δηλαδή η συγκεκριμένη κάλυψη γινόταν από την ίδια την αναιρεσείουσα ή άλλους διανομείς αυτής.

ζ) η ως άνω ασάφεια, ως προς το ζήτημα της αποκλειστικότητας ή μη, επιτείνεται και από την παραδοχή ότι η αναιρεσείουσα μπορούσε να διαθέτει η ίδια ή με άλλους διανομείς παγωτά, σε περίπτωση ελλείψεων στην αγορά από υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης, χωρίς να αξιολογείται η συμβατότητα της εν λόγω δυνατότητας της αναιρεσείουσας (που συνιστά κατά τις παραδοχές της απόφασης και συμβατικό όρο) προς τον χαρακτηρισμό της επίμαχης σύμβασης ως αποκλειστικής διανομής, όπως επίσης και η προβλεπόμενη, κατά τις ίδιες παραδοχές, έλλειψη υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης να δραστηριοποιείται αποκλειστικά και μόνο στην καθορισθείσα γεωγραφική περιοχή.

Εν όψει των προαναφερομένων ελλείψεων και ασαφειών σε σχέση με την διανομή του παγωτού από την αναιρεσίβλητη και στα τρία κανάλια διανομής στην επίμαχη γεωγραφική περιοχή και την αντίστοιχη υποχρέωση της αναιρεσείουσας να εφοδιάζει την αναιρεσίβλητη με τα προϊόντα της εντός της εν λόγω γεωγραφικής περιοχής και για το σύνολο των υφισταμένων καναλιών διανομής, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των εφαρμοστέων ως άνω διατάξεων αναφορικά με τη φύση της επίδικης σύμβασης ως αποκλειστικής (ή μη) διανομής.

Συνεπώς, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο, κατ' ορθή νοηματική εκτίμηση, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των προμνημονευθέντων περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαγιγνώσκοντας ότι συνέτρεχε το στοιχείο της αποκλειστικότητας χωρίς την ύπαρξη συμβατικής ρήτρας δέσμευσης μη ανταγωνισμού και παρότι η αναιρεσίβλητη δεν δραστηριοποιούνταν σε όλα τα κανάλια της συγκεκριμένης γεωγραφικής αγοράς, είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών διατυπούμενων με την ένδικη αίτηση λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρουμένη, αφού είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα (495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της (άρθρ.176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό 5438/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από Δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την εν λόγω απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ