Legislator Case Law & Legislation
532/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court ruling on fraudulent conveyance of assets to creditors' detriment.

Case Number 532/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by three individuals against the Third Instance Court of Patras regarding a fraudulent conveyance ruling. The appellants argued the lower court lacked sufficient reasoning on the debtor's intent and insufficient remaining assets, but the Supreme Court found these claims vague and unsupported by specific missing elements. The court upheld the lower court's finding that the transfer was made with intent to harm creditors due to the debtor's clear inability to meet the debt.

Legislator headnote

AI generated

Articles 939, 941, 942, 943 of the Civil Code; A transfer of assets by a debtor to the detriment of creditors constitutes a fraudulent conveyance when the debtor knows the transfer will leave them unable to satisfy the creditors' claims.

Keywords

AI generated
fraudulent conveyance creditors detriment insufficient assets intent to harm appeal dismissal civil code provisions debtor liability

Cited Legislation

AI generated
Articles 495(3), 552, 553, 556, 558, 564(1), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 939, 941, 942, 943 of the Civil Code
Articles 176, 180(1), 182, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 532 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 532/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 2) Α. Κ. του Δ., 3) Α. Β. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ξενοφώντα Νικολάου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΣΙΔΗΡΕΜΠΟΡΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΣΙΔΜΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Ρουσσόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/10/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 698/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 112/2016 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/7/2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 20-7-2017 (23/21-7-2017) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 112/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της 698/2009 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία είχε κάνει δεκτή κατ' ουσίαν την από 17-10-2003 (4225/1579/2003) αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης περί διαρρήξεως χαριστικής δικαιοπραξίας ως καταδολιευτικής. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 3 Β' αριθμ. 4, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ). Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942, 943 του Α.Κ. συνάγεται, ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι : 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη γεννημένη κατά τον χρόνο, που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως, με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου, θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως, συνέπεια της πράξης του, είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται (Ολ.Α.Π. 15/2012), 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή, ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών.

Η αφερεγγυότητα αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής, πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει, μόνο, όταν ο οφειλέτης είναι, κατά τον χρόνο αυτό, αφερέγγυος και 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι, κατά την απαλλοτρίωση, σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, ενώ το τεκμήριο αυτό δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής.

Επίσης, η ανωτέρω γνώση δεν απαιτείται, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία (Ολ.Α.Π. 6/2003). Ως απαλλοτρίωση, κατά την έννοια της άνω διάταξης, του άρθρου 942 του Α.Κ., δηλαδή, χαριστική είναι και η γονική παροχή, που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 του ίδιου Κώδικα αφού και αυτή συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα.

Αν υπάρχουν περισσότεροι συνοφειλέτες, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, δεν απαιτείται, για την άσκηση της εκ του άρθρου 939 του Α.Κ. αγωγής εναντίον ενός από αυτούς, η έλλειψη περιουσιακών στοιχείων στο πρόσωπο και των λοιπών συνοφειλετών, αφού καθένας από αυτούς ευθύνεται απεριόριστα για ολόκληρο το χρέος έναντι του δανειστή, ο οποίος δικαιούται κατ` αρέσκεια να αξιώσει το χρέος από οποιονδήποτε εις ολόκληρον συνοφειλέτη, συγχρόνως ή διαδοχικά, χωρίς να μπορεί να του αντιταχθεί η ύπαρξη και των άλλων εις ολόκληρον συνοφειλετών (Α.Π. 1382/2019).

Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αν το δικαστήριο, για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα, που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος.

Αντίθετα, το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής, ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής), εκτιμά κυριαρχικά το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται, κατά τούτο, η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα, που δεν διαλαμβάνονται σε αυτή και που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του για τη νομική βασιμότητά της ή, αντίθετα, έκρινε αόριστη την αγωγή, επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, αν και περιλαμβάνονταν σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

λόγοι αναίρεσης. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ., υπάρχει λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο και μόνο, ήτοι εκείνες τις ακυρότητες (δικονομικές), κατά την έννοια των άρθρων 159-161 του ίδιου Κώδικα, που αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, οι οποίες απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων.

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 118 εδάφ. 4, 566 παρ. 1 και 577 του Κ.Πολ.Δ., αν στο αναιρετήριο δεν ιστορείται ότι το απαράδεκτο προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 562 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως, λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ.2 του ίδιου Κώδικα.

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά στη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.

Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.Α.Π. 15/2000, ΑΠ 646/2020, Α.Π. 94/2020, Α.Π. 403/2019, Α.Π. 209/2019, Α.Π. 74/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., άλλως, επικουρικά, η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου. Συγκεκριμένα, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο όφειλε να απορρίψει την αγωγή της αναιρεσίβλητης ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας του δικογράφου αυτής, αφού δεν προσδιορίζεται σ' αυτό αν η αξία του μεταβιβασθέντος ακινήτου (διαμερίσματος), ποσού 90.000 ευρώ, αναφέρεται στο χρόνο μεταβίβασης ή στο χρόνο άσκησης της αγωγής, ισχυρισμό, τον οποίο προέβαλαν, με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επανέφεραν με την έφεσή τους, άλλως, επικουρικά, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε με ανεπαρκή αιτιολογία τον περί αοριστίας του αγωγικού δικογράφου ισχυρισμό τους.

Από την επισκόπηση, όμως, των από 22-5-2009 έγγραφων προτάσεων, που οι αναιρεσείοντες υπέβαλαν στην πρωτοβάθμια δίκη προκύπτει ότι αυτοί δεν προέβαλαν ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής, παρά μόνο ένσταση περί καθ' ύλην αναρμοδιότητας του δικάσαντος πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ως εκ της αξίας του επίδικου διαμερίσματος, η οποία, κατ' αυτούς, δεν υπερέβαινε το ποσό των 35.000 ευρώ, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής.

Εξάλλου, από την επισκόπηση της από 16-3-2010 (186/17-3-2010) έφεσης δεν προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες διατύπωσαν παράπονο κατά της εκκαλουμένης για την κρίση της περί του ορισμένου του δικογράφου της αγωγής. Πρέπει, συνεπώς, ν' απορριφθεί ο λόγος αυτός, προεχόντως, ως απαράδεκτος, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Περαιτέρω, οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, οι οποίες προβάλλονται, επικουρικά, πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτες, καθόσον η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της δι' ανεπαρκούς αιτιολογίας απόρριψης του ισχυρισμού τους περί αοριστίας της αγωγής δεν εντοπίζεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού της συλλογισμού και, συνεπώς, δεν εγκαθιδρύει τον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

αναιρετικό λόγο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβιάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, το οποίο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού του συλλογισμού, σχετικά με ουσιαστικό πραγματικό ισχυρισμό α) δεν αναφέρει καθόλου πραγματικά περιστατικά (παντελής έλλειψη αιτιολογίας), β) τα εκτιθέμενα περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), γ) τα περιστατικά αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι, λόγω της πλημμέλειας αυτής, δεν μπορεί να ελεγχθεί από τον Άρειο Πάγο, αν συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν οι όροι εκείνης που εφαρμόστηκε (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Ιδρύεται, επίσης, ο λόγος αυτός, όταν η διατύπωση της απόφασης είναι ενδοιαστική, που ισοδυναμεί με ανεπαρκή. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται α) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε εκ πλαγίου, β) ο ισχυρισμός, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών και η σύνδεσή του με το διατακτικό, αν δεν είναι αυτονόητη, γ) τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, δ) οι κρίσιμες πραγματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, πλήρως και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά, ε) εξειδίκευση του σφάλματος, ήτοι αα) αν υποστηρίζεται παντελής έλλειψη αιτιολογικών, το ελάττωμα αυτό, ββ) αν προβάλλεται ανεπάρκεια αιτιολογιών, ποια αναγκαία στοιχεία λείπουν για την πληρότητά τους, δηλαδή, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρει η απόφαση, γγ) αν προβάλλεται αντίφαση αιτιολογιών, ποιες είναι αυτές, γιατί αντιφάσκουν και σε ποια μέρη της απόφασης εντοπίζονται και δδ) αν προβάλλεται ασάφεια ή αντίφαση, από ποιες ακριβώς πραγματικές παραδοχές προκύπτει και σε τι συνίσταται.

Ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση ή στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολογία του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκή αιτιολογία (Ολ.ΑΠ. 861/1984). Πρέπει, δηλαδή, να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς τι αποδείχθηκε ή τι δεν αποδείχθηκε και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων, διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογίες της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19, να δημιουργείται λόγος αναίρεσης και να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε, εξ άλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων. Ενόψει των ανωτέρω, το σφάλμα, που ιδρύει τον λόγο αυτό, εντοπίζεται πάντοτε στην ελάσσονα πρόταση και συγκεκριμένα στο οντολογικό μέρος του τελικού νομικού συλλογισμού, όπου η ανεπαρκής ή η αντιφατική ή η ενδοιαστική περιγραφή των περιστατικών καθιστά αδύνατη την κρίση για το αν είναι ορθή ή όχι η υπαγωγή τους στον κανόνα ουσιαστικό δικαίου που εφάρμοσε το δικαστήριο της ουσίας.

Προϋπόθεση, συνεπώς, του λόγου αυτού είναι ότι το δικαστήριο ερεύνησε τον κρίσιμο ισχυρισμό κατ' ουσίαν και δεν τον απέρριψε ως αόριστο ή μη νόμιμο (Ολ.Α.Π. 3/1997). Από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι δύο πρώτοι εναγόμενοι είναι ομόρρυθμοι εταίροι της εδρεύουσας στην Οβρυά Πατρών ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ.

Δ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΣΥΡΜΑΤΟΤΕΧΝΙΚΗ", η οποία ασχολείται με την κατασκευή, τοποθέτηση και εμπορία παντός τύπου συρματοπλεγμάτων, σιδηροπασσάλων, περιφράξεων, σιδηρών αμαξών (καροτσιών) και συναφών ειδών. Η ενάγουσα είναι ανώνυμη εταιρεία με έδρα την Αθήνα και ασκεί επιχείρηση εμπορίας προϊόντων σιδήρου.

Κατά τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2000 άρχισε εμπορική συνεργασία μεταξύ των άνω επιχειρήσεων, κατά τους όρους της οποίας η δεύτερη προμήθευε την πρώτη με διαδοχικές πωλήσεις διάφορα είδη σιδήρου και άλλα συναφή προϊόντα, με πίστωση του τιμήματος... Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι, σύμφωνα με τους όρους της συνεργασίας τους, η αγοράστρια εταιρεία με την παραλαβή των προϊόντων συνήθως εξέδιδε και παρέδιδε στην πωλήτρια μεταχρονολογημένες επιταγές, ποσού ίσου προς την αξία των εμπορευμάτων, τις οποίες η τελευταία δεν μεταβίβαζε σε τρίτους και άλλοτε το τίμημα των επί μέρους πωλήσεων πιστωνόταν, χωρίς να εξασφαλίζεται με παράδοση αξιογράφων.

Σημειωτέον ότι η παράδοση των επιταγών γινόταν χάριν καταβολής, αφού δεν προκύπτει ούτε οι εναγόμενοι επικαλούνται αντίθετη συμφωνία για απόσβεση της αξίωσης της πωλήτριας προς καταβολή του τιμήματος, κατ' άρθρο 421 του ΑΚ... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 23-5-2002 έως 17-12-2002 η ενάγουσα πραγματοποίησε πωλήσεις προϊόντων σιδήρου προς την ανωτέρω ομόρρυθμη εταιρεία, συνολικής αξίας 563.073,05 ευρώ, για τις οποίες ο πρώτος εναγόμενος, υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, εξέδωσε σε διαταγή αυτής (ενάγουσας) είκοσι εννέα (29) μεταχρονολογημένες επιταγές, συνολικού ποσού ίσου προς την προαναφερόμενη αξία των πωληθέντων εμπορευμάτων..., με φερόμενο χρόνο έκδοσης από 20-5-2003 έως 20-1-2004, τις οποίες παρέδωσε στους εκπροσώπους της πωλήτριας.

Επίσης, κατά το χρονικό διάστημα από 18-1-2002 έως 29-4-2003 η ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε με διαδοχικές συμβάσεις πώλησης και την αντίστοιχη έκδοση τιμολογίων στην ανωτέρω ομόρρυθμη εταιρεία προϊόντα σιδήρου, συνολικής αξίας 306.365,89 ευρώ, με την συμφωνία να εξοφληθεί το εν λόγω τίμημα εντός προθεσμίας πέντε (5) μηνών από την έκδοση των σχετικών τιμολογίων, χωρίς όμως μέχρι σήμερα να έχει γίνει οποιαδήποτε καταβολή, όπως ομολογούν έμμεσα οι εναγόμενοι, οι οποίοι δεν αμφισβητούν την παραλαβή των εμπορευμάτων και το συνολικό τίμημα των πωλήσεων.

Πράγματι, από τις αρχές του έτους 2003 η αγοράστρια άρχισε να αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα και έλλειψη ταμειακής ρευστότητας, με αποτέλεσμα να παρατηρούνται σοβαρές καθυστερήσεις στην εξόφληση των χρεών της... Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε μέχρι τις 21-5-2003, όταν ο πρώτος εναγόμενος επισκέφθηκε τις εγκαταστάσεις της ενάγουσας στην Αθήνα, προκειμένου να αναζητήσει με τα στελέχη της λύση στο πρόβλημα του χρέους προς ενάγουσα, για το οποίο παραδέχθηκε ότι η εταιρεία του βρίσκεται σε αδυναμία να το εξυπηρετήσει, χωρίς όμως οι συζητήσεις να καταλήξουν σε κάποιο αποτέλεσμα....

Μετά όμως από την παραπάνω παραδοχή του πρώτου εναγομένου... προκειμένου να εξασφαλίσει την απαίτησή της από τις ανωτέρω επιταγές... στις 26-5-2003 εμφάνισε τις τελευταίες προς πληρωμή επιταγές στις πληρώτριες τράπεζες και στη συνέχεια επειδή αυτές δεν πληρώθηκαν λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων, με την από 3-6-2003 αίτησή της κατά της αγοράστριας και των ομορρύθμων εταίρων της, ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της με αριθμό 239/2003 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία υποχρεώθηκαν οι ανωτέρω καθών, καθένας τους εις ολόκληρον, να καταβάλουν στην αιτούσα και νόμιμη κομίστρια των επιταγών το ποσό των 563.673,05 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων...

Οι καθών άσκησαν κατά της άνω διαταγής πληρωμής την από 24-6-2003 ανακοπή, η οποία απορρίφθηκε με την 538/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, όπως απορρίφθηκε και η ασκηθείσα από τους ίδιους... έφεση... Επίσης, η ενάγουσα για να εξασφαλίσει τις απαιτήσεις της από τις πωλήσεις εμπορευμάτων, για τις οποίες δεν είχε λάβει μεταχρονολογημένες επιταγές, αλλά μόνο τις ανεκπλήρωτες υποσχέσεις των εκπροσώπων της αγοράστριας...

άσκησε κατά της αγοράστριας και των ομορρύθμων εταίρων της την από 15-5-2003 αγωγή, που έγινε δεκτή με την 126/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών... Εναντίον της απόφασης αυτής οι εναγόμενοι άσκησαν έφεση, η οποία απορρίφθηκε... Παράλληλα η ενάγουσα προς εξασφάλιση της ίδιας απαίτησής της, για την οποία άσκησε την ανωτέρω αγωγή της, κατέθεσε στις 15-5-2003 στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών αίτηση εγγραφής προσημείωσης υποθήκης επί ακινήτων της αγοράστριας και των ομορρύθμων εταίρων αυτής, μέχρι του ποσού των 350.000 ευρώ.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που έγινε στις 4-6-2003, παραστάθηκε ο πρώτος εναγόμενος και συναίνεσε στην παροχή της αιτούμενης άδειας για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί των περιγραφομένων στην αίτηση ακινήτων, εκδοθείσας της 2606/2003 απόφασης του ανωτέρω Δικαστηρίου. Μεταξύ των ακινήτων, για τα οποία έδωσε τη συναίνεσή του ο πρώτος εναγόμενος, περιλαμβανόταν και το υπό στοιχεία Α-2 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου οικοδομής, που βρίσκεται στη συμβολή των οδός ..., της συνοικίας Αγίου Αλεξίου του Δήμου Πατρέων, επιφανείας 69,97 τ.μ., το οποίο εφέρετο ότι ανήκει στην κυριότητά του.

Πλην όμως το διαμέρισμα τούτο ο πρώτος εναγόμενος ήδη από τις 20-5-2003, ενώ δηλαδή είχαν γεννηθεί οι ανωτέρω απαιτήσεις της ενάγουσας και γνώριζε την ύπαρξή τους, είχε μεταβιβάσει λόγω δωρεάς εν ζωή, δυνάμει του με αριθμό …/…-5-2003 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Πατρών Νικολάου Σπανού, που μεταγράφηκε νόμιμα, στην εκπροσωπούμενη από τους γονείς της δεύτερη και τρίτο εναγομένους, εγγονή του Α.

Β. του Α., ενώ με το ίδιο συμβόλαιο παραχώρησε στη θυγατέρα του, δεύτερη εναγομένη, με αιτία τη γονική παροχή, το δικαίωμα ισόβιας οίκησης στο ίδιο διαμέρισμα, του οποίου η αντικειμενική αξία κατά τον χρόνο σύνταξης του άνω συμβολαίου υπολογίστηκε σε 39.810 ευρώ. Η εμπορική όμως και πραγματική αξία αυτού κατά τον χρόνο άσκησης της...

αγωγής (έτος 2003) υπολογίζεται σε 60.000 ευρώ... Μόλις η ενάγουσα πληροφορήθηκε την μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου... άσκησε την υπό κρίση αγωγή της... πριν την πάροδο της ετήσιας προθεσμίας του άρθρου 941 του ΑΚ, αν και λόγω του χαριστικού χαρακτήρα της ένδικης δικαιοπραξίας δεν απαιτείται γνώση του λήπτη (άρθρο 942 ΑΚ)...

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά τον χρόνο μεταβίβασης του ανωτέρω διαμερίσματος η ακίνητη περιουσία του πρώτου εναγομένου περιελάμβανε: α) ποσοστό 2/4 εξ αδιαιρέτου εδαφικής έκτασης 64 περίπου στρεμμάτων, ευρισκόμενης στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Μεσσάτιδος... που αποτελείται από είκοσι έξι (26) ξερικούς αγρούς σε διάφορες θέσεις της άνω κτηματικής περιφέρειας...

η αξία της οποία εκτιμήθηκε από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. κατά τον χρόνο κτήσης της από τον άνω εναγόμενο σε 7.005.500 δραχμές (ή 20.560 ευρώ)... ενώ κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο της κατάρτισης της επίδικης δικαιοπραξίας η αγοραία αξία της υπολογίζεται ότι δεν ήταν μεγαλύτερη από 50.000 ευρώ ... β) ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου εδαφικής έκτασης 34,5 στρεμμάτων, ευρισκόμενης στην ίδια ως άνω κτηματική περιφέρεια, που αποτελείται από δέκα έξι (16) ξερικούς αγρούς σε διάφορες θέσεις της άνω περιοχής, η αξία της οποίας εκτιμήθηκε από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.

κατά τον χρόνο κτήσης της από τον άνω εναγόμενο σε 1.845.000 δραχμές (ή 5.415 ευρώ)... ενώ κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο της κατάρτισης της επίδικης δικαιοπραξίας η αγοραία αξία της... υπολογίζεται ότι ανερχόταν σε 10.000 ευρώ... και γ) την πλήρη κυριότητα ενός αγροτεμαχίου, έκτασης 8.000 τ.μ., ευρισκομένου εκτός σχεδίου πόλης στη θέση Μαγούλα της ευρύτερης κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος Αχαϊκού του Δήμου Ωλενίας Ν.

Αχαΐας... η αγοραία αξία του οποίου κατά τον κρίσιμο χρόνο της κατάρτισης της επίδικης δικαιοπραξίας υπολογίζεται σε 30.000 ευρώ... Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι κατά τον χρόνο της δωρεάς από τον πρώτο εναγόμενο του ανωτέρω διαμερίσματός του η υπόλοιπη περιουσία αυτού, που απαρτιζόταν από τα περιγραφέντα ακίνητα (οι εναγόμενοι δεν υποστηρίζουν ότι ο πρώτος εξ αυτών είχε και άλλη ακίνητη ή κινητή περιουσία), δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση της από 870.038,94 ευρώ απαίτησης της ενάγουσας, αφού η συνολική αξία αυτής δεν υπερέβαινε το ποσό των 90.000 ευρώ, ο δε πρώτος εναγόμενος γνώριζε και την ύπαρξη του χρέους του προς την ενάγουσα και την αδυναμία τόσο της ομόρρυθμης εταιρείας που εκπροσωπούσε όσο και του ίδιου αλλά και των άλλων ομορρύθμων εταίρων να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους και χωρίς να υπάρχει ιδιαίτερος λόγος που να δικαιολογεί την επείγουσα ανάγκη της εν λόγω δωρεάς, προέβη στη μεταβίβαση του άνω περιουσιακού του στοιχείου με πρόθεση βλάβης των συμφερόντων της ενάγουσας.

Μάλιστα για να αποκρύψει τις βλαπτικές για την ενάγουσα ενέργειές του ο πρώτος εναγόμενος όπως ήδη σημειώθηκε εμφανίστηκε στις 21-5-2003 στις εγκαταστάσεις της στην Αθήνα, αποσιωπώντας την μεταβίβαση, που είχε ήδη συντελεστεί. Την αυτή δε στάση τήρησε ο άνω εναγόμενος κι όταν εμφανίστηκε στις 4-6-2003 στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών και συνομολόγησε την αίτηση της ενάγουσας περί παροχής άδειας προσημείωσης υποθήκης στα ακίνητα των καθών, μεταξύ των οποίων και το επίδικο διαμέρισμα, το οποίο είχε μεταβιβάσει ήδη χαριστικά από 20-5-2003.

Ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου ότι η επίδικη δωρεά της κυριότητας του ανωτέρω ακινήτου και η γονική παροχή του δικαιώματος οίκησης επ' αυτού δεν έγινε προκειμένου με τον τρόπο αυτό να υποστεί βλάβη η ενάγουσα, αλλά για να ανταποκριθεί ο ίδιος σε προηγούμενη δέσμευση, που είχε αναλάβει έναντι της εγγονής του και της θυγατέρας του και στα πλαίσια της ηθικής υποχρέωσης προς αυτές, δεν είναι βάσιμος, διότι δεν υπήρχε κάποιος ιδιαίτερος λόγος που να επιβάλλει την εκπλήρωση της υποχρέωσής του αυτής, όπως η ανάγκη για τη δημιουργία ή την διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας είτε για την έναρξη ή την εξακολούθηση επαγγέλματος, αφού η ανήλικη, η οποία διήγε τότε το 14ο έτος της ηλικίας της, εξασφάλιζε τις ανάγκες της από τους γονείς της και αυτοί κατοικούσαν ήδη στον επίδικο διαμέρισμα, ανεξάρτητα βέβαια από το ότι η εκπλήρωση ηθικής υποχρέωσης, όπως στην πιο πάνω νομική σκέψη αναφέρθηκε, δεν αποκλείει την διάρρηξη της δικαιοπραξίας, όταν με αυτή επιδιώκεται παράλληλα σκοπός καταδολίευσης.

Εξάλλου, εφόσον ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτρίωσης κρίνεται από στοιχεία, που συντρέχουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο του απαλλοτριούντος και δεν επηρεάζεται από την οικονομική κατάσταση των λοιπών, εις ολόκληρον ευθυνομένων, συνοφειλετών, ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι υπήρχε επαρκής περιουσία των λοιπών υποχρέων, δηλαδή της ομόρρυθμης εταιρείας και των άλλων ομόρρυθμων εταίρων αυτής, απορριπτέος τυγχάνει ως αλυσιτελής.

Τέλος, ενόψει του χαριστικού χαρακτήρα της δικαιοπραξίας, γνώση της δωρεοδόχου εγγονής του πρώτου εναγομένου καθώς και της λήπτριας της γονικής παροχής, δηλαδή της δεύτερης εναγομένης, ότι ο πρώτος εναγόμενος απαλλοτριώνει προς βλάβη της ενάγουσας, δεν απαιτείται (άρθρο 942 ΑΚ), ανεξάρτητα από την ύπαρξη του τεκμηρίου λόγω της συγγενικής σχέσης των συμβαλλομένων και της προαναφερόμενης εμπρόθεσμης άσκησης της υπό κρίση αγωγής....".

Με βάση τις ανωτέρω πραγματικές παραδοχές και συγκεκριμένα ότι α) ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος των αναιρεσειόντων προέβη, στις 20-5-2003, στην επίδικη χαριστική δικαιοπραξία, παρότι τελούσε σε γνώση της απαίτησης της αναιρεσίβλητης σε βάρος της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Δ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." και αυτού του ιδίου, ως ομόρρυθμου εταίρου και εκπροσώπου αυτής, συνολικού ύψους 870.038,94 ευρώ, την οποία ούτε αυτός ούτε η δεύτερη αναιρεσείουσα αμφισβήτησαν, ενώ, την επομένη της καταρτίσεως της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας, ήτοι, στις 21-5-2003, μετέβη ο ίδιος στις εγκαταστάσεις της αναιρεσίβλητης εταιρείας για να συζητήσουν τα των οικονομικών προβλημάτων, που αντιμετώπιζε και της διευθετήσεως της ως άνω απαιτήσεως, αποκρύπτοντας, όμως, τη χαριστική μεταβίβαση του ανωτέρω περιουσιακού του στοιχείου, β) ότι, στις 4-6-2003, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, συνήνεσε στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί των περιγραφέντων στην αίτηση της αναιρεσίβλητης ακινήτων, στην οποία περιλαμβανόταν και το ήδη απαλλοτριωθέν ακίνητο, αποσιωπώντας τη προ ολίγων ημερών συντελεσθείσα μεταβίβαση, γ) προέβη στην επίδικη απαλλοτριωτική δικαιοπραξία, χωρίς να συντρέχει ιδιαίτερος λόγος, που να του επέβαλε την επιτακτική υποχρέωση της μεταβίβασης της κυριότητας στην ανήλικη εγγονή του, τη δεδομένη χρονική στιγμή, παρότι, μάλιστα, αυτή διέμενε με τους γονείς της στο ως άνω διαμέρισμα και δ) η αξία της λοιπής περιουσίας του πρώτου των αναιρεσειόντων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν υπερέβαινε το ποσό των 90.000 ευρώ, δηλαδή, ήταν κατά πολύ υποδεέστερη της ως άνω απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης, την οποία, άλλωστε, δεν αμφισβήτησαν οι αναιρεσείοντες και ε) τυχόν επαρκής περιουσία της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας και των άλλων ομόρρυθμων εταίρων δεν ασκεί έννομη επιρροή, λόγω της εις ολόκληρον ευθύνης τους έναντι της δανείστριας - αναιρεσίβλητης, η οποία είχε το δικαίωμα να αξιώσει, κατ' αρέσκεια, το χρέος από οποιονδήποτε των συνοφειλετών της, το Εφετείο, με σαφήνεια και πληρότητα, αποφάνθηκε ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την κήρυξη της επίδικης απαλλοτρίωσης ως καταδολιευτικής και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης και διατάχθηκε η διάρρηξη της δωρεάς εν ζωή και της γονικής παροχής του δικαιώματος της ισόβιας οίκησης, που καταρτίστηκαν με το …/…-5-2003 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πατρών Νικολάου Σπανού, νομίμως μεταγραφέντος.

Συνεπώς, οι αντίθετες αιτιάσεις των αναιρειόντων ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως, για το λόγο ότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με το ζήτημα της πρόθεσης του πρώτου εξ αυτών να προβεί στην επίμαχη μεταβίβαση προς βλάβη της αναιρεσίβλητης καθώς και αυτό της ανεπάρκειας της υπολειπόμενης περιουσίας των δύο πρώτων εξ αυτών και της ομόρρυθμης εταιρείας, είναι, πρωτίστως, αόριστες, καθόσον δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ποια αναγκαία στοιχεία λείπουν για την πληρότητα των ως άνω αιτιολογιών, δηλαδή, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρει η προσβαλλόμενη απόφαση. Σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμες, καθόσον, από τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές της προκύπτει ότι το Εφετείο, με πληρότητα και επάρκεια, χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές διατυπώσεις, αντιμετώπισε όλα τα κρίσιμα ζητήματα της κρινόμενης υπόθεσης.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν’ απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ. δ του Κ.Πολ.Δ. Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός της (άρθρ. 176, 180 παρ.1, 182, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-7-2017 (23/21-7-2017) αίτηση των 1) Δ. Κ., 2) Α. Κ. και 3) Α. Β. για αναίρεση της 112/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Δεκεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ