Legislator Case Law & Legislation
532/2020 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of appeal due to procedural time limit error.

Case Number 532/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against a lower court decision that had dismissed an appeal as procedurally inadmissible. The appellant argued the lower court incorrectly calculated the thirty-day appeal period, failing to account for Saturday and Sunday as non-working days. The court found the appellant's calculation correct, noting the period expired on July 14, 2014, and thus the appeal was timely filed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 532, 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must correct a lower court's error in calculating procedural time limits when such an error renders a procedural dismissal unjustified.

Keywords

AI generated
procedural time limits appeal admissibility working days calculation non-working days procedural error correction Civil Procedure Code appeal period

Cited Legislation

AI generated
Article 532 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 14 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 532 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 532/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - εισηγήτρια και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία …, και το διακριτικό τίτλο … που έχει έδρα στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σουμέλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Π. του Ν., κατοίκου …, ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/3/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 421/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 3877/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρία με την από 20/8/2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 37/2019, ΑΠ50/2019, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015).

Από την υπ` αριθμ. … έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών …, την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, που επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της νομίμως εκπροσωπήσασας αυτήν, κατά τη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πληρεξούσιου δικηγόρου της Κωνσταντίνας Σπυροπούλου, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 20-8-2018 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ` αριθμ. 3877/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας (24-9-2019) και κλήση προς εμφάνιση κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς την παραστάσα κατά τη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσίβλητου Ευφροσύνη-Παναγιώτα Φωτεινοπούλου, ως αντίκλητο αυτού (ΚΠολΔ 143 παρ.1, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο πρώτο παρ.2 του άρθρου 1 του ν. 4335/2015).

Ο αναιρεσίβλητος, όμως, δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου της εν λόγω δικασίμου ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά τη δικονομική απουσία του. (ΚΠολΔ 568 παρ.4 και 576 παρ.2).

Με την κρινόμενη από 20-8-2018 και με αριθμό κατάθεσης 7539/638/24-8-2018 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ` αριθ. 3877/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης την από 14-7-2014 και με αριθμό κατάθεσης 4656/2014 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και της 421/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή κατ` ουσία η από 15-3-2011 και με αριθμό κατάθεσης 46931/1431/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσειβλήτου κατά της ήδη αναιρεσείουσας ως προς την επικουρική της βάση ,και επιδικάσθηκε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο το ποσό των 26.254,17 ευρώ ως αποζημίωση του άρθρου 8 εδ.β του Ν.3198/1955. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της ανωτέρω αναιρεσιβαλλόμενης 3877/2017 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ασκηθείσα νομοτύπως και εμπροθέσμως, είναι παραδεκτή (άρθρα 552,553,556,558,564,566 παρ.3 ΚΠΟΛΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠΟΛΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της εφέσεως είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη. Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, η οριζόμενη από αυτήν τριακονθήμερη προθεσμία αρχίζει από την επομένη ημέρα της επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, καθόσον με τη διάταξη αυτή καθορίζεται απλώς η διάρκεια της προθεσμίας και το γεγονός που την κινεί, ενώ ο τρόπος υπολογισμού της προθεσμίας ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 144 παρ.1 του ΚΠολΔ, κατά την οποία οι προθεσμίες που ορίζονται από το νόμο αρχίζουν από την επομένη ημέρα μετά την επίδοση του σχετικού εγγράφου και λήγουν στις επτά το βράδυ της τελευταίας (δηλαδή εν προκειμένω της τριακοστής) ημέρας και αν αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα, την ίδια ώρα της επόμενης μη εξαιρετέας ημέρας.

Από την αδίστακτη διατύπωση της εν λόγω διάταξης του άρθρου 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτή, ως προς τη λήξη της προθεσμίας που καθιερώνει, εφαρμόζεται τόσο επί των προθεσμιών ενεργείας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, έτσι ώστε αν η τελευταία ημέρα των προθεσμιών αυτών συμπίπτει προς εξαιρετέα ή Σάββατο αυτή δεν υπολογίζεται και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα, 7 μ.μ., της επόμενης εργάσιμης ημέρας (ΟλΑΠ 33/1996).

Επίσης κατά την παρ.3 του άρθρου 144 ΚΠΟΛΔ το Σάββατο θεωρείται για τον παρόντα κώδικα εξαιρετέα και μη εργάσιμη ημέρα. Εξάλλου κατά τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης, της αναψηλάφησης και της αναίρεσης ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στο πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου, που έχει εκδώσει τη προσβαλλομένη απόφαση ή στη γραμματεία του πρωτοδικείου της μεταβατικής έδρας, αν προσβάλλεται απόφαση εφετείου που συνεδρίασε σε μεταβατική έδρα.

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 532 του ίδιου κώδικα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, με βάση τα προαποδεικτικώς προσκομιζόμενα έγγραφα, το εμπρόθεσμο της άσκησης της έφεσης που είναι προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής και, αν διαπιστώσει ότι η έφεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, την απορρίπτει ως απαράδεκτη (Α.Π. 118/2011, ΑΠ 1532/2009).

Μάλιστα το εκπρόθεσμο της έφεσης αφορά τη δημόσια τάξη και κατά συνέπεια δεν είναι αναγκαία η προβολή ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου σχετικού ισχυρισμού εκ μέρους του αντιδίκου του εκκαλούντος, προκειμένου αυτό να χωρήσει στην σχετική έρευνα περί του εμπροθέσμου αυτής, ούτε τούτο απαιτείται να έχει λάβει χώρα για το παραδεκτό της προβολής του σχετικού λόγου αναίρεσης, κατ` εφαρμογή του άρθρου 562 παρ.2 περ.

γ του ΚΠολΔ ( ΑΠ1374/2017,ΑΠ 118/2011, ΑΠ 831/2008, ΑΠ 1705/2005). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ. "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό, δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διατάξεως (Α.Π.862/2011, 558/2008), με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Α.Π. 1735/2008).

Μέσω του ανωτέρω αναιρετικού λόγου ελέγχονται πλην άλλων, το παραδεκτό ασκήσεως ενδίκων μέσων, των προσθέτων λόγων εφέσεως, καθώς και το παραδεκτό των ανακοπών (άρθρα 583 επ, 632, 933, 979 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών (ΑΠ846/2019, ΑΠ503/2018, Α.Π. 371/08, 370/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, κατέληξε δε στην κρίση του αυτή, αφού δέχθηκε τα εξής: " Στην προκειμένη περίπτωση η εκκαλούσα-εναγομένη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία … με το δ.τ.

… με την από 10-7-2014 (με αρ. κατάθ.4656/2014) έφεσή της, ζητεί για όσους λόγους επικαλείται σ` αυτήν την εξαφάνιση της με αριθ.421/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί της από 15-3-2011 αγωγής που άσκησε σε βάρος της ο εφεσίβλητος.

Η έφεση όμως αυτή ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Ειδικότερα, η εκκαλουμένη ως άνω απόφαση επιδόθηκε στις 12-6-2014 (βλ. την επ` αυτής σχετική επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών …, οπότε από την επομένη της κοινοποίησης 13-6-2014 άρχισε και η τριακονθήμερη προθεσμία άσκησης της έφεσης, που συμπληρώθηκε στις 12-07-2014 (από προφανή παραδρομή αναγράφεται στις 12-07-2017).

Συνεπώς η κρινόμενη έφεση της εναγομένης τραπεζικής εταιρείας που ασκήθηκε στις 14-07-2014 (με αρ. κατάθ.4656/14-07-2014), εφόσον ασκήθηκε μετά την πάροδο τριάντα ημερών από την κοινοποίηση της εκκαλουμένης απόφασης είναι εκπρόθεσμη και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατόπιν αυτεπάγγελτης έρευνας του Δικαστηρίου (άρθρο 532 ΚΠΟΛΔ). Με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη η εκ του άρθρου 559 αρθ.14 ΚΠΟΛΔ πλημμέλεια ότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την έφεση της αναιρεσείουσας ως ασκηθείσα εκπρόθεσμα. Ειδικότερα εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι η 421/2014 πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα Τράπεζα στις 12-6-2014,οπότε από την επομένη της κοινοποιήσεως της, ήτοι από τις 13-6-2014 εκκίνησε η 30ήμερη προθεσμία ασκήσεως εφέσεως, η οποία δεν συμπληρώθηκε στις 12-7-2014, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι η 12η Ιουλίου ήταν ημέρα Σάββατο, εξαιρετέα και μη εργάσιμη ημέρα και η 13η Ιουλίου ήταν Κυριακή, εξαιρετέα κατά νόμο. Επομένως η 30ήμερη προθεσμία συμπληρώθηκε την επόμενη εργάσιμη ημέρα, ήτοι την Δευτέρα 14 Ιουλίου 2014, οπότε και ασκήθηκε η έφεση κατ` άρθρο 495 παρ'1 ΚΠΟΛΔ με την κατάθεση της έφεσης της αναιρεσείουσας .

Στη προκειμένη περίπτωση από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από την παριστάμενη αναιρεσείουσα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει η ουσιαστική βασιμότητα του ανωτέρω λόγου αναίρεσης. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την από 12-6-2014 επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών …στο αντίγραφο της υπ` αριθ 421/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αυτή επιδόθηκε με επιμέλεια του εναγόντος και ήδη αναιρεσειβλήτου στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα στις 12-6-2014.

Συνεπώς η ανωτέρω προθεσμία των τριάντα (30) ημερών άρχισε την επομένη ημέρα της ως άνω επίδοσης, ήτοι στις 13 Ιουνίου 2014 και έληξε στις 19.00 μμ της 14 Ιουλίου 2014,εφόσον η τριακοστή ημέρα, που ήταν η 12η Ιουλίου 2014 ημέρα Σάββατο κατά το ημερολόγιο ήταν κατά νόμο εξαιρετέα και μη εργάσιμη ημέρα και 13η Ιουλίου ημέρα Κυριακή και κατά νόμο εξαιρετέα.

Συνεπώς η τριακονθήμερη προθεσμία συμπληρώθηκε την 14 Ιουλίου 2014, οπότε ασκήθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το βάσιμο τούτο λόγο και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 § 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείβλητος, λόγω ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠΟΛΔ 176, 183 και 191 παρ.2) .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3877/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ