532/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated532/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αναιρεσείουσα με την από 15.4.2013 προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης ανακοπή της, την οποία απηύθυνε κατά του αναιρεσίβλητου, ζήτησε (κατά το κεφάλαιο που ενδιαφέρει εν προκειμένω) να ακυρωθεί η εκδοθείσα σε βάρος της υπ’ αριθ. …2013 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, καθώς και η με βάση τον τίτλο αυτόν κοινοποιηθείσα επιταγή προς πληρωμή.
Full text
Απόφαση 532 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 532/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ι. Κ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέργιο Γιαλάογλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Κοϊμτζίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2013 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας και εταιρείας που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 232/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 179/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-6-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η αναιρεσείουσα με την από 15.4.2013 προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης ανακοπή της, την οποία απηύθυνε κατά του αναιρεσίβλητου, ζήτησε (κατά το κεφάλαιο που ενδιαφέρει εν προκειμένω) να ακυρωθεί η εκδοθείσα σε βάρος της υπ’ αριθ. …2013 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, καθώς και η με βάση τον τίτλο αυτόν κοινοποιηθείσα επιταγή προς πληρωμή.
Εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 232/2013 οριστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία η ανακοπή απορρίφθηκε. Ακολούθως, με την υπ’ αριθ. 179/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης αυτής. Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται από την εκκαλούσα-ανακόπτουσα η προαναφερόμενη απόφαση του Εφετείου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς.
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 892/2011).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", "εάν επιταγή, ατελής κατά την έκδοσιν, συνεπληρώθη εναντίον των γενομένων συμφωνιών, η μη τήρησις των συμφωνιών τούτων δύναται να αντιταχθεί κατά του κομιστού, μόνον εάν αυτός απέκτησε την επιταγήν κακή τη πίστει ή εάν κατά την κτήσιν αυτής διέπραξε βαρύ πταίσμα".
Από την ανωτέρω διάταξη σαφώς συνάγεται ότι είναι δυνατό να υπάρξει ηθελημένη έλλειψη ενός ή περισσότερων τυπικών στοιχείων της επιταγής, προκειμένου να συμπληρωθούν αυτά μεταγενέστερα από το λήπτη δυνάμει συμφωνίας μεταξύ αυτού και του εκδότη, με την οποία παρέχεται εξουσιοδότηση στον πρώτο να συμπληρωθούν τα εν λόγω στοιχεία κατά τα συμφωνημένα.
Τα ηθελημένως ελλείποντα στοιχεία είναι συνήθως το ποσό της επιταγής ή η χρονολογία εκδόσεώς της. Στην περίπτωση όμως που ο λήπτης της επιταγής δεν τηρήσει τη συμφωνία κατά τη συμπλήρωση των στοιχείων της, ο εκδότης, εναγόμενος, δικαιούται να προβάλει την ένταση αντισυμβατικής συμπλήρωσης κατά του λήπτη ή των μεταγενεστέρων κομιστών, υπό την προϋπόθεση όμως ότι οι κομιστές, κατά το χρόνο που απέκτησαν την επιταγή, βρίσκονταν σε κακή πίστη ή διέπραξαν βαρύ πταίσμα, το βάρος δε της επίκλησης και απόδειξης του ισχυρισμού ότι η επιταγή ήταν ατελής κατά την έκδοσή της, ότι συμπληρώθηκε αντιθέτως προς τις συμφωνίες μεταξύ αυτού που έδωσε και αυτού που πήρε τη λευκή επιταγή και την κακή πίστη ή το βαρύ πταίσμα του κομιστή της επιταγής, φέρει ο εκδότης της επιταγής.
Κακή πίστη υπάρχει όταν ο αποκτών την επιταγή γνωρίζει ή από βαριά αμέλεια αγνοεί ότι η επιταγή ήταν λευκή και η συμπλήρωσή της έγινε αντισυμβατικά. Για την έννοια της βαριάς αμέλειας εφαρμόζονται οι αρχές του κοινού δικαίου.
Εν προκειμένω, η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της ανακοπής της είχε προβάλλει την εκ του άρθρου 13 ν. 5960/1933 ένσταση περί αντισυμβατικής συμπλήρωσης της αρχικά ατελούς (λευκής ως προς το πληρωτέο ποσό) επιταγής, ισχυριζόμενη ότι είχε εγκρίνει προς το σύζυγό της και λήπτη της επιταγής τη συμπλήρωση του υφιστάμενου κενού μέχρι το ποσό των 5.000 ευρώ, ενώ αυτός τη συμπλήρωσε αντισυμβατικά θέτοντας ποσό 35.000 ευρώ, γεγονός που γνώριζε ο καθού η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητος κατά την προς αυτόν οπισθογράφηση της επιταγής.
Η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον λόγο αυτό της ανακοπής ως αβάσιμο από ουσιαστική άποψη με τις εξής αιτιολογίες: "...αποδείχτηκε ότι, όταν ο καθού η ανακοπή έλαβε την επίδικη επιταγή από τον σύζυγο της πρώτης ανακόπτουσας, τον Μάιο του 2012 με συμπληρωμένο το ποσό των 35.000 ευρώ, γνώριζε για τη συμφωνία του τελευταίου με τη σύζυγο του για την αναγραφή σ’ αυτήν του ποσού των 5.000 ευρώ, ως προς το οποίο και μόνο η τελευταία δέχθηκε να κυκλοφορήσει η επιταγή.
Το γεγονός εξάλλου ότι η επιταγή είχε εκδοθεί αρχικά σε διαταγήν του καθού η ανακοπή και στη συνέχεια επεστράφη απ’ αυτόν στον σύζυγο της πρώτης ανακόπτουσας προκειμένου να θέσει και αυτή την υπογραφή της, ως οπισθογράφος, παρείχε τη βεβαιότητα στον καθού η ανακοπή ότι η πρώτη ανακόπτουσα, Ι. Κ., ήταν ενήμερη για τα στοιχεία της μεταξύ αυτού και του συζύγου της συμφωνίας, συνεπώς αυτός δεν τελούσε σε κακή πίστη ως προς το στοιχείο αυτό...
Συνεπώς και ο δεύτερος λόγος της ανακοπής ...πρέπει να απορριφθεί αφού καμία αντισυμβατική συμπλήρωση της επιταγής έλαβε χώρα την οποία να γνώριζε ο καθού και παρόλα αυτά να απέκτησε τον τίτλο με κακή πίστη ουδόλως αποδείχτηκε, για τους ίδιους δε λόγους πρέπει να απορριφθεί ...και ο τέταρτος λόγος περί απάτης με τον οποίο ουσιαστικά επαναφέρεται ο δεύτερος λόγος της αντισυμβατικής συμπλήρωσης της επιταγής, καθώς αποδείχτηκε ότι ο καθού δεν τελούσε σε γνώση του ότι ο Π.
Ρ. είχε ενημερώσει την ανακόπτουσα ότι το ποσό της επιταγής θα ανέρχονταν σε 5.000 ευρώ..." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης της ανακόπτουσας με τον οποίο είχε επαναφέρει την ανωτέρω ένσταση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Το Εφετείο, με τις ανωτέρω παραδοχές, περιέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 13 ν. 5960/1933, είναι δε αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ που υποστηρίζει τα αντίθετα.
Το πόρισμα της πληττόμενης απόφασης είναι σαφές ότι ο καθού η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητος κατά την κτήση της επιταγής αγνοούσε (και επομένως δεν τελούσε σε κακή πίστη) ότι ο σύζυγος της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσείουσας Π. Ρ. είχε συμπληρώσει το αρχικά κενό ποσό της επιταγής στο ύψος των 35.000 ευρώ, μολονότι είχε συμφωνήσει με την ανακόπτουσα ότι θα το συμπλήρωνε με το ποσό των 5.000 ευρώ.
Δεν δημιουργεί αντίφαση η αναφορά (11ο φύλλο, 19ος στίχος) ότι "...αποδείχτηκε ότι, όταν ο καθού η ανακοπή έλαβε την επίδικη επιταγή από τον σύζυγο της πρώτης ανακόπτουσας, τον Μάιο του 2012 με συμπληρωμένο το ποσό των 35.000 ευρώ, γνώριζε για τη συμφωνία του τελευταίου με τη σύζυγο του για την αναγραφή σ’ αυτήν του ποσού των 5.000 ευρώ" διότι από το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες ακριβώς όμοιου περιεχομένου της πρωτόδικης που επικύρωσε, ευχερώς συνάγεται ότι από παραδρομή παραλείφθηκε το αρνητικό μόριο "δεν" πριν από το ρήμα "αποδείχθηκε", η παράλειψη του οποίου δημιουργεί την εκ πρώτης όψεως αντίφαση που προβάλλει η αναιρεσείουσα.
Η φαινομενική όμως αυτή αντίφαση αίρεται από το σύνολο των ως άνω αιτιολογιών του Εφετείου, στις οποίες υπερτονίζεται η άγνοια του αναιρεσίβλητου για την αντισυμβατική συμπλήρωση. Περαιτέρω, οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρετηρίου κατά το μέρος που πλήττουν, με πρόσχημα την επίκληση της ίδιας αναιρετικής πλημμέλειας, την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί το Εφετείο χωρίς απόδειξη οδηγήθηκε στον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπάρξεως ή μη κακής πίστης στο πρόσωπο του αναιρεσίβλητου κατά το χρόνοι κτήσεως της ένδικης επιταγής ως προς το αν η συμπλήρωση του ποσού αυτής έγινε από το σύζυγό αντισυμβατικά.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, μνημονεύονται σ’ αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα κ.λπ.) βάσει των οποίων το Εφετείο σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς το παραπάνω κρίσιμο ζήτημα.
Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκησή της παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείοντος λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23 Ιουνίου 2017 αίτηση της Ι. Κ. του Ν. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 179/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ