532/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2007 ανακοπή και τους από 11/10/2008 πρόσθετους λόγους αυτής, του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χρυσούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 44/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/7/2012 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated532/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η τελευταία όμως, όπως προκύπτει από οικεία πρακτικά, δεν παρέστη, κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο του Δικαστηρίου τούτου. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει σαν να ήταν παρούσα και αυτή. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 44/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 532 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 532/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Β. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μαρκαναστασάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΜΑΡΜΑΡΑ ΝΑΞΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "LB NAXOS MARBLES SA", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2007 ανακοπή και τους από 11/10/2008 πρόσθετους λόγους αυτής, του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χρυσούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 44/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/7/2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 6/3/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110 παρ.2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2 και 4, 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Στην προκειμένη περίπτωση υπόκειται προς κρίση η από 6-7-2012 αίτηση αναίρεσης κατά της εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 44/2011 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας. Η συζήτηση της υπόθεσης προσδιορίστηκε, κατά το άρθρο 568 παρ.2 και 3 ΚΠολΔ, για τη δικάσιμο της 16-3-2015, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης και από την υπ' αριθ. 4040Γ/22-12-2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου του, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την κάτω από το δικόγραφο αυτής πράξη ορισμού δικασίμου για την άνω δικάσιμο και κλήση προς συζήτηση γι' αυτήν, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη.
Η τελευταία όμως, όπως προκύπτει από οικεία πρακτικά, δεν παρέστη, κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο του Δικαστηρίου τούτου. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει σαν να ήταν παρούσα και αυτή. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 44/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας.
Το δικαστήριο αυτό, που δίκασε ως εφετείο, με την άνω απόφασή του έκανε δεκτή την από 23-6-2009 έφεση της αναιρεσίβλητης-καθής η ανακοπή κατά της υπ' αριθ. 25/2009 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Χρυσούπολης, το οποίο είχε απορρίψει τους πρώτο και τρίτο λόγους της από 27-12-2007 ανακοπής του αναιρεσείοντος-ανακόπτοντος κατά της υπ' αριθ. 80/2007 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Χρυσούπολης, καθώς και τον πρόσθετο λόγο αυτής και είχε δεχθεί το δεύτερο λόγο αυτής και την είχε ακυρώσει και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την ανακοπή και επικύρωσε την παραπάνω διαταγή πληρωμής, η οποία εκδόθηκε με βάση το υπ' αριθ. 14/21-10-2002 τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής και την από 16-5-2007 εξώδικη διαμαρτυρία της αναιρεσίβλητης-καθής η ανακοπή, που επιδόθηκε, δυνάμει της υπ' αριθ. 4510Β/23-5-2007 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βέροιας, ...
στον αναιρεσείοντα- ανακόπτοντα και διατάχθηκε ο τελευταίος να καταβάλλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 5.060,36€. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθρ.552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που έκρινε ως εφετείο, δέχθηκε σχετικά με το δεύτερο λόγο της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής του αναιρεσείοντος τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι συνήψαν προφορικά μεταξύ τους διαδοχικές συμβάσεις πώλησης, δυνάμει των οποίων η καθ' ης η ανακοπή ανέλαβε την υποχρέωση να πωλεί στον ανακόπτοντα ποσότητες μαρμάρων με την πρόσθετη προφορική, επίσης, συμφωνία πίστωσης του εκάστοτε οφειλόμενου τιμήματος, το οποίο ο τελευταίος της κατέβαλε τμηματικά με αντίστοιχη απαλλαγή του από το χρέος.
Για τη διευκόλυνση των παραπάνω συναλλαγών τους η καθ' ης η ανακοπή τηρούσε λογαριασμό, όπου καταχώριζε την ημερομηνία κατάρτισης κάθε διαδοχικής πώλησης, τον αριθμό του εκδοθέντος παραστατικού για κάθε επιμέρους πώληση, τη συνολική τιμή αυτών, τις καταβολές του ανακόπτοντος, οι οποίες γίνονταν έναντι του λογαριασμού και το εκάστοτε υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό - τίμημα από τις πωλήσεις.
Επομένως, οι διάδικοι δεν προέβησαν στη σύναψη συμφωνίας για τήρηση μεταξύ τους αλληλόχρεου λογαριασμού, με την έννοια που εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, παρά μόνο στην κατάρτιση διαδοχικών πωλήσεων με πίστωση του τιμήματος, για την εξυπηρέτηση και διευκόλυνση των οποίων η καθ' ης η ανακοπή τηρούσε μονομερώς ένα απλό δοσοληπτικό λογαριασμό, βασικά γνωρίσματα του οποίου ήταν ότι ο ανακόπτων είχε πάντοτε την ιδιότητα του οφειλέτη και ποτέ του δανειστή, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα αποστολής αγαθών και από τα δύο μέρη και χωρίς να αποβάλουν την αυτοτέλεια τους οι καταχωριζόμενες χρεώσεις, ώστε να οφείλεται και να μπορεί να επιδιωχθεί μονό το κατάλοιπο του λογαριασμού αυτού, μετά το κλείσιμο του.
Το γεγονός ότι σε μεμονωμένες περιπτώσεις ο ανακόπτων εμφανίζεται πιστωτικός στην κίνηση του ως άνω δοσοληπτικού λογαριασμού οφείλεται στην έκδοση από την καθ' ης η ανακοπή πιστωτικών τιμολογίων λόγω έκπτωσης συνεπεία του μεγάλου κατά περιόδους τζίρου που πραγματοποιούσε στην επιχείρηση της ο ανακόπτων (ενδεικτικά τα 298/4-5-2001 και 338/17-7-2001 πιστωτικά τιμολόγια έκπτωσης), ενίοτε δε λόγω επιστροφής ελαττωματικών εμπορευμάτων (ενδεικτικά τα 1/5-9-2003 και 9/14-5-2004 πιστωτικά τιμολόγια επιστροφής) και όχι σε καταβολές από μέρους του, που του προσέδιδαν την ιδιότητα του δανειστή, ώστε να θεμελιώνεται εν προκειμένω ο ισχυρισμός του ανακόπτοντος για την κατάρτιση μεταξύ τους σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού με τους όρους που ανωτέρω εκτίθενται και από οριστικό κλείσιμο του να απορρέει ενδεχομένως αξίωση της καθ' ης η ανακοπή.
Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από τις μηχανογραφημένες λογιστικές καρτέλες που προσκομίζει με επίκληση η καθ' nς. καθώς από την αντιπαραβολή των εγγραφών δεν προκύπτει ότι οι επιμέρους δοσοληψίες των διαδίκων είχαν χάσει την αυτοτέλεια τους ούτε ότι ο ανακόπτων λάμβανε κατ' επανάληψη άλλοτε τη θέση του δανειστή και άλλοτε τη θέση του οφειλέτη.
Η συνεργασία των διαδίκων από τις διαδοχικές πωλήσεις μαρμάρων και κατ' επέκταση η τήρηση του προαναφερθέντος απλού δοσοληπτικού λογαριασμού από την καθ' ης η ανακοπή διήρκεσε μέχρι την 5-6-2007. Την 21-10-2002 εκδόθηκε από την καθ' ης το επίδικο με αριθμό 14/2002δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, που αφορούσε σε πώληση στον ανακόπτοντα και παράδοση στην εγκατάσταση της επιχείρησης του ποσότητας πλακών Νάξου συνολικού εμβαδού 374,01 τ.μ.
με συνολικό τίμημα 7.142 ευρώ συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. Προηγουμένως, την 26-9-2002, ο ανακόπτων είχε προβεί σε καταβολή ποσού 6.000 ευρώ, το οποίο καταλογίστηκε στο υπόλοιπο οφειλόμενο κατά το χρόνο της καταβολής ποσό των 9.917,39 ευρώ, πού αφορούσε στο προηγούμενο χρονικά του επιδίκου έως τότε ανεξόφλητο με αριθμό 6092/13-9-2002 τιμολόγιο, απομείναντος υπολοίπου 3.917,39 ευρώ.
Την 30-10-2002 ο ανακόπτων προέβη σε επόμενη καταβολή επίσης ποσού 6.000 ευρώ, μέρος του οποίου η καθ' ης καταλόγισε για την πλήρη εξόφληση του 6092/13-9-2002 τιμολογίου, καταλόγισε δε το υπόλοιπο ποσό (6.000 - 3.917,39) 2.082,61 ευρώ στο επίδικο τιμολόγιο, απομείναντος οφειλόμενου υπολοίπου (7.142,97 - 2.082,61) 5.060,36 ευρώ ,που αφορούσε στο μερικώς ανεξόφλητο μετά την ως άνω καταβολή υπόλοιπο του τελευταίου μέχρι τότε εκδοθέντος επίδικου τιμολογίου (14/2002).
Εξάλλου, αφού κατά τις ανωτέρω καταβολές ο ανακόπτων - οφειλέτης δεν όριζε το χρέος που θέλει να εξοφληθεί, ενώ ήταν όλα τα επιμέρους χρέη του ληξιπρόθεσμα και εξίσου επαχθή για τον ίδιο, ο καταλογισμός της παροχής του έγινε από την καθ' ης η ανακοπή με σειρά αρχαιότερου χρέους κατ' άρθρο 422 ΑΚ/και πάντα υπό το πρίσμα της διατηρούμενης στα πλαίσια του ανωτέρω δοσοληπτικού λογαριασμού αυτοτέλειας των κονδυλίων που τον συναπαρτίζουν.
Με την από 13-2-2003 επιστολή της προς τον ανακόπτοντα, της οποίας ο τελευταίος έλαβε γνώση, η καθ' ης η ανακοπή τον ενημέρωσε, χωρίς να έχει αποδειχθεί η συνδρομή αντίστοιχης προς τούτο υποχρέωσης της δυνάμει σχετικού όρου της εμπορικής συνεργασίας τους, αφού δεν υπήρχε συμφωνία περιοδικού ή κατ' έτος κλεισίματος του τηρούμενου λογαριασμού ως απλού δοσοληπτικού, ότι σύμφωνα με τα τηρούμενα από την ίδια βιβλία και στοιχεία την 31-12-2002 το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού του, που κατά τους ισχυρισμούς της ο ανακόπτων όφειλε μέχρι εκείνη τη στιγμή από τις πωλήσεις των μαρμάρων, ανερχόταν στο ποσό των 16.749,75 ευρώ και του ζήτησε να της γνωστοποιήσει τη συμφωνία ή διαφωνία του σχετικά.
Ο ανακόπτων με επισημείωσή του στην πίσω σελίδα της παραπάνω επιστολής, της οποίας έλαβε γνώση η καθ' ης η ανακοπή, της απάντησε ότι λόγω ακαταλληλότητας προϊόντων που είχε παραλάβει δεν συμφωνεί με το υπόλοιπο, όπως το προσδιόρισε η καθ' ης το οποίο σύμφωνα με τις εγγραφές στα δικά του βιβλία ανερχόταν στο ποσό των (16.632,04 - 5.156,80) 11.475,24 ευρώ, ζήτησε δε από την καθ' ης την έκδοση πιστωτικού τιμολογίου προτείνοντας εξωδίκως σε συμψηφισμό απαίτηση του από εμπορεύματα με πραγματικό ελάττωμα, χωρίς να προσδιορίζει έστω με αναφορά στο τιμολόγιο που σχετικά είχε εκδοθεί, τα εμπορεύματα στα οποία αναφέρεται και συγκεκριμένα πραγματικά ελαττώματα που παρουσίαζαν.
Στο δικόγραφο της κρινόμενης ανακοπής και στα πλαίσια του δεύτερου λόγου αυτής γίνεται το πρώτον σαφής αναφορά στα μη επίδικα 6092/13-9-2002 και 41/14-11-2002 τιμολόγια, που αφορούν στην πώληση μαρμάρων, στα οποία περιλαμβάνονται και τα φερόμενα από τον ανακόπτοντα ως ελαττωματικά προϊόντα, τα οποία προσδιορίζει κατ' είδος και ποσότητα, χωρίς και πάλι να εξειδικεύει τα πραγματικά τους ελαττώματα, τα οποία παρέμειναν απροσδιόριστα και αναπόδεικτα και κατά την αποδεικτική διαδικασία καθώς ο μάρτυρας του ανακόπτοντος παρουσιάστηκε γενικόλογος και ασαφής επί του θέματος.
Περαιτέρω, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι η καθ' ης η ανακοπή δεν αποδέχθηκε την εξώδικη συμψηφιστική πρόταση του ανακόπτοντος ούτε αναγνώρισε και αποδέχθηκε την ελαττωματικότητα ποσότητας των πωληθέντων με τα ως άνω τιμολόγια μαρμάρων, ώστε να καταρτιστεί μεταξύ τους συμβατικός συμψηφισμός και να θεωρείται εξοφλημένο το υπόλοιπο του επίδικου τιμολογίου.
Με την από 16-5-2007 εξώδικη διαμαρτυρία, πρόσκληση και δήλωση της, που επιδόθηκε ,,στον ανακόπτοντα την 23-5-2007, η καθ' ης τον ενημέρωσε για την ως άνω οφειλή του ποσού 5.060,36 ευρώ και την αιτία της και τον κάλεσε να την εξοφλήσει εντός ταχθείσης προθεσμίας 5 ημερών. Ο ανακόπτων με την από 25-6-2007 εξώδικη απάντηση - διαμαρτυρία - πρόσκληση - δήλωση του που περιήλθε σε γνώση της καθ' ης, της γνωστοποίησε ότι θεωρεί την παράλειψη της να λάβει θέση στην απαντητική του επιστολή επί του σώματος της από 13-2-2003 ενημερωτικής όμοιας που του απέστειλε περί του χρεωστικού του υπολοίπου ως αποδοχή της δικής, του εκδοχής για το ύψος του οφειλόμενου υπολοίπου και την καλούσε να του γνωστοποιήσει και εγγράφως εάν εμμένει στην ως άνω από 16-5-2007 εξώδικη διαμαρτυρία, δήλωση και πρόσκληση της ή εάν αποδέχεται το περιεχόμενο της δικής του εξωδίκου δήλωσης με το οφειλόμενο υπόλοιπο του επιδίκου τιμολογίου επιφυλασσόμενος σε διαφορετική περίπτωση παντός, νομίμου δικαιώματος του.
Πρέπει να σημειωθεί ότι στην προαναφερθείσα εξώδικη δήλωση που απέστειλε στην καθ; ης η ανακοπή, ενώ διαμαρτύρεται για την οφειλή προς αυτή του επίδικου χρέους του επικαλούμενος συμψηφιστική εξόφληση του, ο ανακόπτων δεν κάνει οποιαδήποτε αναφορά στην ύπαρξη μεταξύ τους σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού, αλλά στη δημιουργία της οφειλής αυτής από την πώληση μαρμάρων προς τον ίδιο.
Προκειμένου μάλιστα να θεμελιώσει τον ισχυρισμό του περί κατάρτισης συμβατικού συμψηφισμού και εξόφλησης της ένδικης απαίτησης εκλαμβάνει την παράλειψη απάντησης της καθ' ης ως αποδοχή της συναφούς πρότασης του, χωρίς αυτό να υποστηρίζεται από κάποιο αποδεικτικό μέσο ή έστω μετέπειτα συμπεριφοράς της καθ' ης η ανακοπή, από την οποία θα μπορούσε να συναχθεί η προς τούτο συμφωνία και αποδοχή της, καθώς η καθ' ης δεν ανέλαβε οποιαδήποτε φερόμενα από τον ανακόπτοντα ως ελαττωματικά εμπορεύματα από την εγκατάσταση της επιχείρησης του και δεν εξέδωσε για αυτά πιστωτικό τιμολόγιο, όπως είχε πράξει στο παρελθόν σε άλλες περιπτώσεις ελαττωματικών μαρμάρων.
Άλλωστε, η επικαλούμενη από τον ανακόπτοντα ελαττωματικότητα τμήματος των αναφερομένων στα με αριθμούς 6092/13-9-2002 και 41/14-11-2002 τιμολόγια ποσοτήτων μαρμάρων και η συνακόλουθη υποχρέωση της καθ' ης για έκδοση πιστωτικών τιμολογίων αντίστοιχου με την αξία τους ποσού παρέμεινε αναπόδεικτη και, επομένως δεν υπήρχε κάποιος λόγος να αποδεχθεί η καθ' ης η ανακοπή εξώδικο συμψηφισμό, μόνη δε η μη άμεση απάντηση της στην πιο πάνω εξώδικη που της απέστειλε ο ανακόπτων, δεν συνιστά (σιωπηρή) αποδοχή από αυτήν τέτοιου συμψηφισμού, τον οποίο, αντιθέτως, από την όλη προπεριγραφείσα συμπεριφορά της (μη αποστολή) από τον ανακόπτοντα και μη αποδοχή από την καθ' ης η ανακοπή οιωνδήποτε υποτιθέμενων ελαττωματικών προϊόντων, μη έκδοση πιστωτικού τιμολογίου, μη αφαίρεση από τον απλό δοσοληπτικό λογαριασμό που τηρούσε του πιο πάνω οφειλόμενου υπολοίπου του επίδικου τιμολογίου (5.060,36 ευρώ), αποστολή προς τον ανακόπτοντα των άνω εγγράφων, υποβολή αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής κλπ.) σαφώς κατέδειξε, ότι ουδέποτε αποδέχτηκε".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως εφετείο, δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα αντίθετα και αφού απέρριψε το δεύτερο λόγο της ανακοπής , επικύρωσε τη διαταγή πληρωμής, που είχε εκδοθεί σε βάρος του αναιρεσείοντος, δεχόμενο ειδικότερα, ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός αυτού ( αναιρεσείοντος), που είχε προβάλλει με τον παραπάνω λόγο της ανακοπής του, ότι η αναιρεσίβλητη αποδέχθηκε την εξώδικη συμψηφιστική πρόταση του και ότι αναγνώρισε την ελαττωματικότητα ποσότητας των πωληθέντων με τα αναφερόμενα τιμολόγια μαρμάρων, ώστε να καταρτιστεί μεταξύ τους συμβατικός συμψηφισμός και να θεωρείται εξοφλημένο το υπόλοιπο του τιμολογίου με βάση το οποίο εκδόθηκε η επίδικη διαταγή πληρωμής.
Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλει ότι το εφετείο, καταλήγοντας στο άνω πόρισμα, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 361, 422, 513, 534 και 540 ΑΚ, διότι δέχθηκε ότι " εφόσον πρόκειται για απλό δοσοληπτικό λογαριασμό και όχι για αλληλόχρεο λογαριασμό το συμφωνηθέν καθεμιάς από τις διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως τίμημα έχει αυτοτελή χαρακτήρα και επομένως, λόγω του αυτοτελούς χαρακτήρα των επιμέρους απαιτήσεων, δεν νοείται συμβατικός συμψηφισμός αυτού με αντίθετη αξίωση μείωσης του τιμήματος λόγω ελαττωματικότητας προϊόντων, που αφορά άλλη σύμβαση, ξεχωριστή απ' αυτήν που οφείλεται το συμφωνηθέν τίμημα ".
Ο λόγος αυτός, που αποτελεί αιτίαση από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα παραπάνω αναφερόμενα, δεν περιέχει τέτοιες παραδοχές. Η κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ.
του ιδίου κώδικα, ασκείται όπως και η αγωγή και πρέπει στο δικόγραφο της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι κατά τους κύρους της διαταγής πληρωμής. Μόνο το περιεχόμενο της ανακοπής και εκείνο των τυχόν ασκηθέντων πρόσθετων λόγων της οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής, ακόμη και αν πρόκειται για αιτιάσεις που ανάγονται στο κατά νόμο παραδεκτό της έκδοσης της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 1313/2007).
Δηλαδή, ακόμη και η έλλειψη της διαδικαστικής προϋπόθεσης της έγγραφης απόδειξης της απαίτησης, για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 623 ΚΠολΔ, αλλά και η ύπαρξη της αρνητικής διαδικαστικής προϋπόθεσης για την έκδοση αυτής, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 624 ΚΠολΔ, της μη εξάρτησης της απαίτησης από αίρεση, δεν μπορεί να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, αλλά μόνο όταν προβληθούν με λόγο ανακοπής (ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 93/2006, ΑΠ 40/1994).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 και 536 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση κατά παραδοχή λόγου έφεσης, καθίσταται αρμόδιο να ερευνήσει όλα τα ζητήματα που υποβλήθηκαν πρωτοδίκως για την οριστική διάγνωση της διαφοράς. Αν δε κρίνεται ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, που περιέχει περισσότερους λόγους, που επέχουν γενικώς θέση ιστορικής βάσης της αγωγής (ΑΠ 13/2010, ΑΠ 14/2010, ΑΠ 684/2013) το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης δεν περιορίζεται στις διατάξεις της πρωτόδικης απόφασης, που πλήττονται με αυτήν, αλλά εκτείνεται, κατ' εξαίρεση των απαγορευτικών διατάξεων των άρθρων 12 και 13 του ίδιου Κώδικα, και στους λόγους εκείνους που δεν εξετάστηκαν πρωτοδίκως, καθόσον δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η ανακοπή.
Εάν όμως οι λόγοι αυτοί απορρίφθηκαν πρωτοδίκως, το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, στερείται εξουσίας να επιληφθεί αυτών, εκτός αν επαναφερθούν ενώπιον του από τον εκκαλούντα-ανακόπτοντα με άσκηση έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης (ΑΠ 1349/2013). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πολυμελών πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου ..., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.
Από την προαναφερόμενη διάταξη προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στο νόμο, αφού στη διάταξη αυτή ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους (ΑΠ 869/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλει, κατά τα αναφερόμενα, την αιτίαση ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που έκρινε ως εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 201, 202, 210, 340, 361 και 513 ΑΚ, διότι, αν και, κατά παραδοχή σχετικού λόγου έφεσης της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου, που είχε δεχθεί ως ουσία βάσιμο το δεύτερο λόγο της ανακοπής του και είχε ακυρώσει την υπ' αριθ. 80/2007 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Χρυσούπολης, δεν εξέτασε, μετά ταύτα, αυτεπαγγέλτως τους πρώτο και τρίτο λόγους της ανακοπής του, με τους οποίους προέβαλε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις έκδοσης της διαταγής πληρωμής, διότι από τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν για την έκδοση της δεν αποδεικνυόταν το απαιτητό και το ληξιπρόθεσμο της απαίτησης, ώστε να ακυρώσει μετά ταύτα την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής.
Με δεδομένα όμως, όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων υπό την επίκληση της παραβίασης των άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, για την οποία, σύμφωνα με το άρθρο 560 παρ. 1 ΚΠολΔ, προσβάλλονται οι αποφάσεις των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων, όπως η προσβαλλόμενη, στην ουσία μέμφεται την κρίση του πρωτοδικείου που δίκασε ως εφετείο, το οποίο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης ως προς το δεύτερο λόγο της ανακοπής και την απόρριψή του, δεν εξέτασε τους πρώτο και τρίτο λόγους αυτής, που είχαν απορριφθεί πρωτοδίκως, με την αιτιολογία ότι δεν μεταβιβάστηκαν ενώπιον του με άσκηση έφεσης εκ μέρους αυτού, ισχυριζόμενος ότι, μετά την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης, έπρεπε να εξετάσει αυτούς αυτεπαγγέλτως και να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής, διότι δεν συνέτρεχαν οι προβλεπόμενες από το νόμο προϋποθέσεις έκδοσης της, προβάλλοντας έτσι, κατά την αληθή νοηματική έννοια του λόγου αυτού, την από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, η οποία όμως δεν επιτρέπεται να προβληθεί κατά της προσβαλλόμενης απόφασης του πρωτοδικείου, που έκρινε ως εφετείο κατά της απόφασης του ειρηνοδικείου.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου των 300 € που κατατέθηκε με την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., όπως προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-7-2012 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 44/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ