Legislator Case Law & Legislation
532/2011 AI generated

532/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 532/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Ιουνίου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3808/2006/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6039/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24 Ιουνίου 2009 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

532/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις παραπάνω διατάξεις προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα.

Keywords

AI generated
breach of employment obligations infringement action unpaid work redundancy action by staff protection against illicit commercial practices
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 532 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 532/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Λ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Παπανικολάου.

Των αναιρεσιβλήτων:1. Γ. Δ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Δημόπουλο και 2. Γ. Κ. του Ι., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αλεπάκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Ιουνίου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3808/2006/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6039/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24 Ιουνίου 2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 28 Ιανουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι). Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005), κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία - Ολ.

ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, κατά το άρθρο 57 του Α.Κ. όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε το άρθρο 59 του Α.Κ., στις περιπτώσεις των δυο προηγουμένων άρθρων (στα οποία περιλαμβάνεται και το άρθρο 57), το Δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί, και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις παραπάνω διατάξεις προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα.

Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, εξάλλου και η τιμή κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται, στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι` αυτόν, η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος του ατόμου. Προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων είναι: α) η προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας η οποία προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, πράγμα που συμβαίνει όταν η προσβολή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή κατ` ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική σύμφωνα με το άρθρο 281 Α.Κ.

ή το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος, και γ) για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης και πταίσμα του προσβολέα. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 299, 300, 330, 914 και 932 του Α.Κ. προκύπτει ότι η ευθύνη προς αποζημίωση από αδικοπραξία προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος αποτελεί δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Μορφή δε υπαιτιότητας είναι ο δόλος και η αμέλεια (αρθ. 330 Α.Κ).

Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 299, 300, 330, 914 και 932 του Α.Κ. προκύπτει ότι σε περίπτωση τέλεσης αδικοπραξίας αποκαθίσταται, εκτός από την περιουσιακή ζημία και η μη περιουσιακή ή ηθική βλάβη, με την επιδίκαση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης. Περαιτέρω, σύμφωνα: 1) με τη διάταξη του άρθρου 361 παρ. 1 του Π.Κ: "όποιος εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363) προσβάλλει την τιμή άλλου, με λόγο ή με έργο ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται...", 2) με τη διάταξη του άρθρου 362 του Π.Κ "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται...", και 3) με τη διάταξη του άρθρου 363 του Π.Κ: " αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται...".

Τέλος, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α`- δ`του Π.Κ το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ του ίδιου ΑΚ πράξεων αίρεται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομικών καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματα ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.

γ` και δ`). Η τελευταία αυτή διάταξη 367, με εκείνη του άρθρου 30, του Π.Κ., για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 του ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθείσων αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη εφαρμογής, επί αντένστασης προβλητέας από τον ενάγοντα, της διάταξης του άρθρου 367 παρ. 2 του Π.Κ), αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου (Α.Π. 44/2010, Α.Π. 56/2009, Α.Π. 1339/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, που δίκασε την έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία εκδόθηκε επί της αγωγής των ήδη αναιρεσίβλητων κατά του ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία οι πρώτοι για τους αναφερόμενους σ` αυτή λόγους ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι ο τελευταίος υποχρεούνται να τους καταβάλει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα: "Την 18-6-2001 ο εναγόμενος κατέθεσε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του Κων/νας Κουτσή - Παπασπύρου, την από 6-6-2001 μήνυση του, στρεφόμενη, μεταξύ άλλων προσώπων και κατά των εναγόντων Γ.

Δ. και Γ. Κ.. Στην εν λόγω μήνυση, μεταξύ άλλων, ο εναγόμενος ιστορούσε τα ακόλουθα: "Μηνύω τους παραπάνω αναφερόμενους διότι εκ προθέσεως και από κοινού ενεργώντας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια στη Αθήνα και στο Αργός και κατά το από αρχές Ιανουαρίου 2000 μέχρι σήμερα και εξακολουθούν ακόμη, χρονικό διάστημα διέπραξαν και διαπράττουν εις βάρος μου τα εγκλήματα της απιστίας, της απάτης, παράβασης εντολών και άλλες αξιόποινες πράξεις.....

Επειδή οι μηνυόμενοι έβλαψαν την περιουσία μου της οποίας την επιμέλεια και διαχείριση είχαν αναλάβει, βάσει της μεταξύ μας συμβάσεως, η ζημία της οποίας ανέρχεται άνω των 30.000.000 δρχ... Επειδή... την ημέρα που πραγματοποίησα την τελευταία μου αγορά αξίας 23.500.000 δρχ. το κεφάλαιο μου ανήρχετο σε 6.700.000 δρχ., οπότε μου αγόρασαν αέρα,...

Επειδή παραπειστικά οι μηνυόμενοι και με το πρόσχημα τακτοποίησης οικονομικών εκκρεμοτήτων μου προχώρησαν στην πώληση ολόκληρου του χαρτοφυλακίου μου... με αποτέλεσμα να υποστώ μεγάλη ζημιά... Επειδή οι μηνυόμενοι αγόρασαν νέες μετοχές παρανόμως αφού απαγορευόταν η αγορά σε κόκκινο κωδικό... Επειδή άμεσος σκοπός όλων αυτών ήταν να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τη δική μου περιουσία...

χωρίς προγενέστερη ενημέρωση μου... είχαν μοναδικό σκοπό την αποκόμιση της δικής τους προμήθειας από τις χρηματιστηριακές πράξεις και μόνον αυτήν... Επειδή η παραπάνω ενέργεια των μηνυομένων είναι αξιόποινη... δια τους λόγους αυτούς. Μηνύω τους ανωτέρω μηνυόμενους και ζητώ την παραδειγματική τιμωρία τους." Τους ενάγοντες όπως (και τα λοιπά τρία πρόσωπα, κατά των οποίων στρεφόταν η ως άνω μήνυση, ο εναγόμενος καταμήνυε ως νομίμους εκπροσώπους των εταιριών "ΜΕΓΑ ΤΡΑΣΤ, Χρηματιστηριακή Ανώνυμη Εταιρία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών" και "ΜΝΑ ΑΕΛΔΕ (Α.Ε.

ΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΒΙΒΑΣΗΣ ΕΝΤΟΛΩΝ)" χωρίς να διακρίνει ποιας από τις δύο ανώνυμες εταιρίες οι ενάγοντες ήταν νόμιμοι εκπρόσωποι, ενώ από το όλο περιεχόμενο της μηνύσεως και το αιτητικό αυτής προκύπτει σαφώς ότι ως δράστες των καταγγελομένων πράξεων ο εναγόμενος θεωρούσε και τους ενάγοντες. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες ήταν μέλη του ΔΣ της δεύτερης ως άνω εταιρείας με την επωνυμία "ΜΝΑ ΑΕΛΔΕ" από το 1999 και ειδικότερα ότι ο πρώτος ήταν πρόεδρος και ο δεύτερος διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας αυτής - που είχε ως αντικείμενο μόνον την λήψη και διαβίβαση εντολών για τη διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων χωρίς να λαμβάνει ή να παραδίδει χρήματα ή τίτλους- την οποία ο εναγόμενος είχε εξουσιοδοτήσει τον Ιανουάριο του 2000, να διαβιβάζει μόνον, προς την πρώτη ως άνω χρηματιστηριακή εταιρεία, τις εντολές του για αγορά και πώληση εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών μετοχών, ενώ ταυτόχρονα είχε συμβληθεί με την τελευταία για τη διενέργεια των χρηματιστηριακών του συναλλαγών.

Αποδείχθηκε επίσης ότι όλα τα παραπάνω γεγονότα που περιέλαβε ο εναγόμενος στην μήνυση του σε βάρος, των εναγόντων ήταν ψευδή καθόσον αποδείχθηκε ότι από το δεύτερο δεκαήμερο του Ιανουαρίου 2001 η "ΜΝΑ ΑΕΛΔΕ" δεν μετείχε στη λήψη και διαβίβαση εντολών του εναγομένου και ότι το χαρτοφυλάκιο του διαχειριζόταν η εταιρεία "ΜΕΓΑ ΤΡΑΣΤ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕΠΕΥ", ενημερώνοντας η ίδια (δια των νομίμων εκπροσώπων της) απευθείας τον εναγόμενο για την πορεία του χαρτοφυλακίου του.

Ότι και καθ' όλο το διάστημα της συνεργασίας του εναγομένου με την εταιρεία που οι ενάγοντες εκπροσωπούσαν μέχρι τον Ιανουάριο του 2001, η εταιρεία αυτή ("ΜΝΑ ΑΕΛΔΕ") μόνο στην διαβίβαση των εντολών του προέβαινε προς την ως άνω χρηματιστηριακή εταιρεία και σε ουδεμία διαχείριση του χαρτοφυλακίου του είχε προβεί καθώς και ότι ουδέποτε ο εναγόμενος είχε έλθει σε επαφή με τους ενάγοντες προσωπικά για τις συναλλαγές του με την χρηματιστηριακή.

Ωστόσο, άσκησε την παραπάνω μήνυση και κατά των εναγόντων, όταν η πορεία των συναλλαγών του στο Χρηματιστήριο ήταν πτωτική ως προς την αξία των μετοχών του και το χρέος του προς την ως άνω χρηματιστηριακή από αγορές μετοχών ανερχόταν στο ποσό των 11.017.406 δρχ., καταμηνύοντας τους ενάγοντες για τις παραπάνω πράξεις, καίτοι γνώριζε την αναλήθεια των καταγγελλομένων με την μήνυση αυτή.

Τα γεγονότα αυτά εξάλλου ήταν ικανά, αντικειμενικώς ερευνώμενα, να βλάψουν και έβλαψαν πράγματι την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων, εφόσον ο εναγόμενος με την κατάθεση της ψευδούς αυτής μηνύσεως εν γνώσει της αναλήθειας των αναγραφομένων σ' αυτήν έθεσε την αξιοπρέπεια τους υπό αμφισβήτηση ενώπιον των δικηγόρων, γραμματέων, του Εισαγγελέα, του δικαστικού επιμελητή, των μαρτύρων και των λοιπών προσώπων που έλαβαν γνώση της μηνύσεως.

Σημειωτέον ότι επί της ως άνω μηνύσεως εκδόθηκε το με αριθμό 1194/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο το Συμβούλιο αυτό αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία για τους ενάγοντες (όπως και για τους λοιπούς μηνυομένους) για την πράξη της "απάτης" από την οποία προκλήθηκε ιδιαίτερα μεγάλη ζημία, για την οποία "είχε ασκηθεί η ποινική δίωξη σε βάρος τους.

Τέλος αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες υπέστησαν σημαντική ηθική βλάβη από την προσβολή της προσωπικότητας τους με το συκοφαντικό περιεχόμενο της ως άνω μηνύσεως, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να τους επιδικασθεί το ποσό των 5.000 ευρώ στον καθένα, το οποίο κρίνεται εύλογο, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η προσβολή, του βαθμού υπαιτιότητας του εναγομένου (από δόλο), της επελθούσας στους ενάγοντες βλάβης καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων, όπως ορθά κρίθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση.

Ορθά εξάλλου απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση ο πρωτοδίκως υποβληθείς εκ μέρους του εναγομένου ισχυρισμός περί άρσεως του αδίκου της πράξεως του με την μήνυση αυτή για την θεμελίωση του οποίου είχε επικαλεσθεί ενάσκηση νομίμου δικαιώματος του, προκειμένου να κριθεί αν έχουν τελεσθεί αξιόποινες πράξεις από την "ΜΝΑ ΑΕΛΔΕ> εφόσον αποδείχθηκε ότι τα καταγγελλόμενα με την μήνυση σε βάρος των εναγόντων ως νομίμων εκπροσώπων της εταιρείας αυτής ήταν ψευδή και ο εναγόμενος το γνώριζε και στην περίπτωση αυτή οι κρίσεις και εκδηλώσεις του εναγομένου ότι "οι ενάγοντες εκ προθέσεως και από κοινού ενεργώντας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια κλπ" περιείχαν τα συστατικά στοιχεία της πράξεως του 363 ΠΚ, επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ.2 του άρθρου 367 ΠΚ δεν εφαρμόζεται η προηγούμενη διάταξη του άρθρου αυτού περί άρσεως του αδίκου.

Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη έφεση.........". Κατά συνέπεια αιτιολογημένα και ορθώς υπήγαγε τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του στις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 281, 299, 300,330, 914, 922, 932 του ΑΚ και 30, 361, 362, 363 και 367 του Π.Κ, και όσα αντιθέτως υποστηρίζονται με τους πρώτο, δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, τρίτο, κατά το τρίτο μέρος του, και τέταρτο κατά το δεύτερο μέρος του, λόγους αναιρέσεως από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., για εσφαλμένη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος για την προσβολή της προσωπικότητας των αναιρεσιβλήτων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.

Εξάλλου απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 8 περ. β του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια της μη λήψεως του περί άρσεως του αξιοποίνου ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, καθ' όσον το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτόν και τον απέρριψε ως αβάσιμον.

ΙΙ). Από τα άρθρα 106, 346 και 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για να λάβει υπ' όψη του το Δικαστήριο και να εκτιμήσει ένα αποδεικτικό στοιχείο πρέπει να προσκομίζεται και να το επικαλείται με τις προτάσεις του ο διάδικος που το προσκομίζει. Με τους δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του και τρίτο κατά το δεύτερο μέρος του, λόγους αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη του την 1187/15.2.2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο αναιρεσείων των πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως και συκοφαντικής δυσφημήσεως, ήτοι πράξεις που εφέρετο ότι είχε τελέσει αυτός εις βάρος των αναιρεσιβλήτων. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθ' όσον, και όπως τούτο προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των από 22.5.2008 προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου, η ως άνω απόφαση δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των έξι εγγράφων που προσκόμισε και επικαλέσθηκε νομίμως ο αναιρεσείων κατά τη συζήτηση της εφέσεώς του. Εξάλλου ο τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος, που προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, σύμφωνα με τα άρθρα 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, γιατί δεν αναφέρει ποιες είναι οι προσταπτόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση αντιφατικές διατάξεις του διατακτικού της, ή του σκεπτικού που να έχει όμως τη θέση διατακτικού.

ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24.6.2009 αίτηση του Π. Λ. , για την αναίρεση της 6039/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Απριλίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ