532/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/7/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2071/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 499/2006 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/2/2007 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated532/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση αδικοπραξίας απαιτείται η συνδρομή ζημίας, παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του δράστη και αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως και της ζημίας που επήλθε.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 532 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 532/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία ".......", εδρεύουσα εν ...... Λιβερίας, νομίμως αντιπροσωπευόμενης στην Ελλάδα από την εταιρεία "...... LTD", που εδρεύει στην ......., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Χλούπη.
Του αναιρεσίβλητου: ψ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/7/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2071/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 499/2006 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/2/2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας, ανέγνωσε την από 11/1/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. ..... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ......., ακριβές αντίγραφο της από 14-2-2007 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 499/2005 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς, με την κάτω από αυτήν πράξη του αρμοδίου Αντιπροέδρου, με την οποία ορίζεται δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και κλήση προς εμφάνιση κατ' αυτήν, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο. Αυτός, όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου, δεν εμφανίστηκε κατά την παραπάνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου, σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρα 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Ο από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο, αν και υποχρεούται στο πλαίσιο των άρθρων 335 κα 336 έως και 340 του ιδίου Κώδικα, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που αυτοί προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, παραβίασε την υποχρέωσή του αυτή ή όταν παρά την περί αυτού βεβαίωση δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο από το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα ή ορισμένα από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο σχετικό λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι για την απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού της, ότι ο εναγόμενος ως πλοίαρχος του πλοίου Γ1, του οποίου ήταν πλοιοκτήτρια, παρακράτησε και ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό των 17.200,40 ευρώ, δεν έλαβε υπόψη τους Γενικούς Λογαριασμούς Πλοιάρχου των περιόδων από 2-1-2003 έως 28-2-2003 και από 1-5-2003 έως 9-5-2003, καθώς και τις υπ' αριθμ. 3371/ και 3895/2003 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, που προσκόμισε νόμιμα με επίκληση κατά τη δευτεροβάθμια δίκη.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, για τις μεν ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων γίνεται ειδική μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, για τα επικαλούμενα δε έγγραφα, δηλαδή τους Γενικούς Λογαριασμούς Πλοιάρχου, από τη διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη όλα τα από τους διαδίκους προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της πιο πάνω αποφάσεως, συνάγεται αναμφίβολα ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και τα εν λόγω έγγραφα τα οποία και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις.
Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση αδικοπραξίας απαιτείται η συνδρομή ζημίας, παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του δράστη και αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως και της ζημίας που επήλθε.
Αν δε η αδικοπραξία συνιστά συγχρόνως και ποινικό αδίκημα, τότε πρέπει να συντρέχουν επιπλέον και τα στοιχεία που θεμελιώνουν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω αδικήματος, τα οποία έχει υποχρέωση να επικαλεσθεί και αποδείξει ο ζημιωθείς ενάγων. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.
η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και όταν στις αιτιολογίες της που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, αναφέρονται ανεπαρκώς ή ασαφώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δε συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, όταν αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια, δε συνιστούν ανεπαρκή ή ασαφή αιτιολογία. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα ακόλουθα: Ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα με σύμβαση ναυτικής εργασίας, που καταρτίστηκε εγγράφως στις 15-11-2002, προκειμένου να απασχοληθεί ως πλοίαρχος στο υπό ναυπήγηση τότε δεξαμενόπλοιο "Γ1" .......
πλοιοκτησίας της, για χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών και συγκεκριμένα από 1-1-2003 μέχρι 1-7-2003 αντί μηνιαίων κλειστών αποδοχών 7.780 ευρώ. Αυτός όμως, στις 22-4-2003 κατήγγειλε την εν λόγω σύμβαση και αντικαταστάθηκε από τον πλοίαρχο ........, ο οποίος ανέλαβε την πλοιαρχία στις 7-5-2003. Κατά την παράδοση της πλοιαρχίας ο αναιρεσίβλητος δεν παρέδωσε στον αντικαταστάτη του πλήρη και αναλυτικό λογαριασμό των χρημάτων διαχειρίσεως του πλοίου και δεν είχε επίσης αποστείλει στη διαχειρίστρια του πλοίου τους γενικούς λογαριασμούς από 1-3-2003 έως και 30-4-2003 και από 1-5-2003 έως και 7-5-2003, καθώς και τους ατομικούς λογαριασμούς, αλλά υποσχέθηκε ότι θα αποδώσει λογαριασμό κατά την άφιξή του στην Ελλάδα, πράγμα που έπραξε στις 16-5-2003.
Τότε διαπιστώθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος στις 23-4-2003 έλαβε από το ταμείο του πλοίου το ποσό των 18.500 δολαρίων ΗΠΑ που αντιστοιχούσε σε 17.893,57 ευρώ. Όπως όμως προέκυψε, αυτός δεν είχε εισπράξει τουλάχιστον τους μισθούς του για το χρονικό διάστημα από 1-3-2003 έως 30-4-2003 που ανέρχονταν σε 15.560 ευρώ. Έτσι, ο αναιρεσίβλητος ιδιοποιήθηκε παράνομα το υπόλοιπο ποσό μετά την αφαίρεση των δύο μηνιαίων αποδοχών του, δηλαδή το ποσό των 2.333.57 ευρώ.
Το γεγονός ότι αυτός στο γενικό λογαριασμό πλοιάρχου της περιόδου 1-3-2003 έως 30-4-2003, δε συμπεριέλαβε το ως άνω ποσό των αποδοχών του για την περίοδο αυτή στον αντίστοιχο γενικό λογαριασμό πλοιάρχου, δεν αποδεικνύει και ότι είχε εισπράξει το ποσό αυτό μεταγενέστερα, επειδή η παράτυπη αυτή ενέργεια είναι δυνατόν να οφείλεται σε παραδρομή.
Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, το οποίο ακολούθως, κατά μερική παραδοχή της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, απέρριψε την αγωγή κατά το παραπάνω ποσό των 15.560 ευρώ, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, για τη μη θεμελίωση εν προκειμένω του επικαλούμενου με την αγωγή αδικήματος της υπεξαιρέσεως, κατά τα μέρος που αυτή αφορά το προαναφερόμενο ποσό των αποδοχών του αναιρεσιβλήτου, οι οποίες (αιτιολογίες) καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ.
Επομένως, ο δεύτερος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το σκέλος του με το οποίο η αιτίαση για ασάφεια των αιτιολογιών εντοπίζεται στην παραδοχή " ....επειδή η παράτυπη αυτή ενέργεια είναι δυνατόν να οφείλεται σε παραδρομή.", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον η εν λόγω ασάφεια αναφέρεται στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο, κατά τα προαναφερόμενα, είναι διατυπωμένο με σαφήνεια.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου δια της εσφαλμένης αναγνώσεως και παραδοχής από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων προφανώς διαφορετικών από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, είναι αόριστος αν δεν καθορίζονται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, καθώς και το γενόμενο δεκτό από το δικαστήριο ως περιεχόμενό του.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από ....... αποδείξεως, που προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος, είναι απαράδεκτος, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της εν λόγω αποδείξεως ούτε πιο δέχτηκε ως τέτοιο το δικαστήριο της ουσίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-2-2007 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "........", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 499/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ